Tag

άνδρας

Tears

13 Ιουνίου, 2025

Είχε αργήσει. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που τους έστηνε, αλλά δεν άντεχε πάλι τη γκρίνια τους. Είχε αποκτήσει τη φήμη του ‘αναίσθητου’ στην παρέα και δεν έχαναν ευκαιρία να του το υπενθυμίζουν. «Ο Πέτρος το έχει φιλοσοφήσει καλά. Δε νοιάζεται για τίποτα κι έχει το κεφαλάκι του ήσυχο» είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου τις προάλλες ο Μάρκος. Δε βαριέσαι. Τόσο καταλάβαιναν.

Περνούσε μπροστά από το κολυμβητήριο του δήμου, όταν άκουσε ένα παιδικό κλάμα. Φευγαλέα, είδε έναν πατέρα να κάθεται στη στάση του λεωφορείου και μπροστά του, ένας μπόμπιρας – ήταν δεν ήταν 5 χρονών – έτριβε τα μάτια του κλαίγοντας. Δεν του φάνηκε παράξενο. Είχε συνηθίσει να βλέπει παιδιά να κλαίνε εκεί γύρω. Κι όμως κάτι σφίχτηκε μέσα του. Ύστερα ήρθε η κουβέντα.

«Κλαις. Γιατί κλαις; Σε βλέπουν όλα τα παιδάκια και γελάνε!» είπε μισοθυμωμένα ο πατέρας πιάνοντας τον πιτσιρικά από τον καρπό. Μέσα στ’ αναφιλητά του, ο μικρός άρχισε να συλλαβίζει τη λέξη ‘μαμά’. Ύστερα ήρθε η δεύτερη κουβέντα.

«Τι τη θες τη μαμά; Μαμάκιας είσαι;»

Κι ύστερα…

«Ολόκληρος άντρας δεν ντρέπεσαι να κλαις;»

Στην τελευταία πρόταση, ο Πέτρος τους είχε προσπεράσει πια. Ένα σαρκαστικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Και μετά λένε πως τα αγόρια δεν ωριμάζουν ποτέ. Ορίστε! Από τα 5 του κι είναι ολόκληρος άντρας! σκέφτηκε. Έστριψε τη γωνία και κατευθύνθηκε προς την καφετέρια.

«Βρε καλώς τον!» αναφώνησε πειρακτικά ο Μηνάς.

«Τον βρήκες τον δρόμο λεβέντη’μ;» είπε με βλάχικη προφορά ο Ανδρέας που του άρεσαν οι μιμήσεις και ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος.

Ο Μάρκος δε μίλησε. Ως Σπαρτιάτης, μετρούσε τα λόγια του κι όσα έλεγε έβρισκαν πάντα στόχο. Ο Πέτρος κάθισε δίπλα στον Μηνά.

«Ο Λευτέρης πού είναι;» ρώτησε.

«Τον έπιασαν πάλι τα καταθλιπτικά του. Δεν έχω όρεξη, λέει, να βγω, θα κάτσω σπίτι. Τα κλασσικά δηλαδή. Κάθεται και κλαψομουνιάζει.» απάντησε ο Μηνάς.

«Από τότε που χώρισε με τη Μάρθα έχει γίνει σαν τη Μεγάλη Παρασκευή. Κι εμείς αγαπήσαμε ρε φίλε, αλλά δεν κάναμε έτσι!» σχολίασε εύθυμα ο Ανδρέας.

«Του μίλησε κανείς σας; Μάθαμε τι έγινε;» ρώτησε ο Πέτρος.

«Γιατί μιλάει και σε κανέναν; Έτσι όπως τα κρατάει θα κάνει καμιά μέρα μπαμ και θα τρέχουμε να τον μαζέψουμε.» Ο Μάρκος ακουγόταν τσαντισμένος, αλλά ο Πέτρος ήξερε πως αυτός ήταν ο τρόπος του όταν δε συμφωνούσε με τις πράξεις των φίλων του.

Ο Πέτρος θυμήθηκε τον πιτσιρικά στο κολυμβητήριο. Κοίταξε μια γύρα τους φίλους του. Ο καθένας τους θα μπορούσε να ήταν στη θέση του. Όλοι είχαν ακούσει παρόμοιες κουβέντες από τους γονείς τους. Σιγά και τι πάθαμε; σκέφτηκε μηχανικά. Αμέσως δαγκώθηκε και αναλογίστηκε τη ζωή του καθενός τους. Ο Μηνάς ήταν ο ορισμός του καλού παιδιού. Συντρέχτης και ψυχοπονιάρης, γινόταν χαλί να τον πατήσει ο οποιοσδήποτε. Ο Ανδρέας; Ο Πέτρος διαπίστωσε έκθαμβος ότι δεν τον είχε δει ποτέ στενοχωρημένο. Πάντα έβαζε το χιούμορ για ασπίδα και ποτέ δεν καταλάβαινες τι τρέχει στ’ αλήθεια μέσα στο μυαλό του. Ο Μάρκος ήταν η κλασική περίπτωση άντρα που τα λέει σταράτα. Παλιομοδίτης ακόμα και στις σχέσεις του, ήθελε να έχει πάντα το πάνω χέρι. Εκείνος μόνο ήξερε, εκείνος είχε πάντα δίκιο. Όπως σ’ εκείνο το περιστατικό με τη Μαρία. Δυο βδομάδες είχε τη μελανιά στο χέρι της και προσπαθούσε να τους πείσει ότι έπεσε από τις σκάλες. Ένα μήνα μετά χώρισαν και δεν την ξαναείδε κανείς τους. «Δεν ήταν αυτή γυναίκα για σπίτι» διατεινόταν ο Μάρκος. «Καλύτερα που χωρίσαμε.»

Τότε συνειδητοποίησε κάτι που του φάνηκε τρομακτικό. Δεν είχε δει ποτέ κανέναν από τους φίλους του να κλαίει κι ας ήταν μαζί από το γυμνάσιο. Ούτε ο ίδιος είχε αφήσει ποτέ κανέναν να τον δει να δακρύζει. Πάντα το έκανε μόνος του, στα κρυφά, σαν να ήταν κάποια παράνομη πράξη για την οποία θα τον τιμωρούσαν. Σε βλέπουν τα άλλα παιδιά και γελάνε αντήχησε στ’ αυτιά του. Άραγε θα τον κορόιδευαν αν έκλαιγε μπροστά τους; Μαμάκιας είσαι; Δεν ντρέπεσαι να κλαις; Οι λέξεις περνούσαν σαν σφαίρες από το μυαλό του και χτυπούσαν κατευθείαν στην καρδιά. Ούτε κάποια από τις κοπέλες του τον είχε δει να κλαίει. Ούτε καν η Μυρτώ που συζούσαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Είχε πολλές αναμνήσεις από εκείνη να κλαίει με λυγμούς στην αγκαλιά του, αλλά δική του καμία. Τι διάολο συμβαίνει; απόρησε. Χαλασμένοι είμαστε; αναρωτήθηκε με πικρία. Έφερε ξανά στο μυαλό του τον πιτσιρικά που έκλαιγε με παράπονο. Ήταν απλά ένα παιδί που ήθελε τη μαμά του. Ό,τι και να είχε κάνει, ήταν απλά ένα μικρό ανυπεράσπιστο παιδί, γαμώτο. Γιατί να του φερθούν έτσι; Χωρίς να το καταλάβει, ο Πέτρος βούρκωσε. Οι υπόλοιποι είχαν στήσει πηγαδάκι για τον Λευτέρη τον ‘κλαψιάρη’ και τα καμώματά του.

«Πάψτε!» φώναξε. Τον κοίταξαν και σώπασαν κι οι τρεις.

«Τι έπαθες ρε;» τόλμησε να ρωτήσει ο Ανδρέας.

Ο Πέτρος τους διηγήθηκε το περιστατικό με τον μπόμπιρα. Ο Μηνάς κι ο Ανδρέας έσκυψαν το κεφάλι. Ο Μάρκος γέλασε δυνατά.

«Καλά του είπε ρε ο πατέρας του! Να μάθει από μικρός ότι οι άντρες δεν κλαίνε. Τι; Να γίνει σαν τον Λευτέρη δηλαδή; Γεμίσαμε από δαύτους και στο τέλος δε θα μείνει άντρας να αντιπροσωπεύει το φύλο μας» απάντησε ευθαρσώς.

Ο Μηνάς έμοιαζε θιγμένος. «Σοβαρά τώρα;»

Ο Μάρκος τους κοίταξε συγχυσμένος. «Τι πάθατε ρε και μου γίνατε όλοι ευαίσθητοι; Ακούσατε για ένα μωρό που το μάλωσαν και μαλακώσατε;»

«Ρε Μάρκο!» προσπάθησε να τον συμμαζέψει ο Ανδρέας. Αλλά ο Μάρκος δε συμμαζευόταν. «Α δε μου τα λέτε καλά!» είπε νευριασμένα και φώναξε το γκαρσόνι. Πλήρωσε τον καφέ του και σηκώθηκε κι έφυγε. «Όταν συνέλθετε, τα λέμε» πέταξε βγαίνοντας από το μαγαζί.

Οι άλλοι τρεις δεν τολμούσαν να κοιταχτούν.

«Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα, είμαστε!» αστειεύτηκε ο Ανδρέας. Ο Μηνάς κι ο Πέτρος χαμογέλασαν αχνά με την προσπάθεια του φίλου τους να τους κάνει να νιώσουν καλύτερα.

«Τραγικό περιστατικό πάντως. Τον λυπήθηκα τον μικρό» ομολόγησε δειλά ο Μηνάς.

«Άσ’τα να πάνε…» συμφώνησε ο Πέτρος.

Πλήρωσαν κι έφυγαν, δίνοντας ραντεβού για την επόμενη. Είχαν κανονίσει να δουν το εβδομαδιαίο τους θριλεράκι. Ο Πέτρος γύρισε να τους κοιτάξει καθώς προχωρούσαν ο καθένας στον δρόμο του. Στο κολυμβητήριο η στάση του λεωφορείου ήταν πλέον άδεια.

«Πέτρο!» άκουσε μια ανδρική φωνή πίσω του. Ένας μπαμπάς είχε ανοίξει την αγκαλιά του κι ένας άλλος μπόμπιρας έτρεχε με χαρά προς το μέρος του. Ο Πέτρος χαμογέλασε και συνέχισε τον δρόμο του σιγοψιθυρίζοντας Give all your tears to me αnd I’ll cry them for you.

Η πάλη των φύλων

21 Μαρτίου, 2021

Γράφουν η Ελίνα Δερμιτζόγλου & η Γεωργία Λαμπάρα Τριανταφύλλου

Η πάλη των δυο φύλων χρονολογείται από τη γένεση κιόλας του ανθρώπου, λες κι ο Θεός έπλασε τον άνδρα και τη γυναίκα με απώτερο σκοπό να αγωνιστούν για το ποιος θα επικρατήσει. Για αιώνες, ο Αδάμ φαινόταν πως είχε στεφθεί νικητής κι είχε εκδικηθεί επιτυχώς την Εύα επειδή του στέρησε τον Παράδεισο. Η πατριαρχία του, έχοντας ριζώσει βαθιά στα κοινωνικά δρώμενα, είχε θέσει σαφώς τα όρια του γυναικείου φύλου, όταν ο φεμινισμός ήρθε για να επαναστατήσει, ν’ αναταράξει και ν’ ανατρέψει τους ρόλους.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αγώνες που απάλλαξαν τη γυναίκα από δεινά και ταπεινώσεις και τη βοήθησαν να εδραιωθεί ως άνθρωπος μεταξύ ανθρώπων. Όπως όμως δίδαξε πρώτη η πατριαρχία, η παγίδα του υπερβολικού ζήλου είναι που δυσχεραίνει τα πράγματα και φέρνει τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αγωνίστριες υπέρ της ισότητας, της αποδοχής και του σεβασμού του γυναικείου φύλου από την κοινωνία, πορεύτηκαν δίχως να σεβαστούν οι ίδιες, την ίδια τους τη φύση. Ξέχασαν ότι η φύση τους χάρισε το μεγαλύτερο προτέρημα, που είναι, να φέρουν ζωή. Ζήλεψαν ό,τι είναι πέρα από τη δική τους φύση. Δε λέω, τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, όμως στο δρόμο προς την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους, ξέχασαν ότι αγωνίζονται ως γυναίκες, που ίσως αν δεν επέτρεπαν στη λήθη να υπερκαλύψει το ζήλο τους, αυτή τη στιγμή, να ήταν από τα πιο προνομιούχα πλάσματα, επάνω στη γη.

Ακούγονται πολλά τον τελευταίο καιρό, σχετικά με τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες που καταλήγουν σε εκτρώσεις. Γράφονται κείμενα όπου σε κάθε παράγραφο συναντάμε κι ένα δριμύ κατηγορώ προς το αντρικό φύλο, το οποίο θεωρείται αποκλειστικά υπεύθυνο για τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες. Αφού προσπαθούν να σε πείσουν, με πολλά επιχειρήματα – τα οποία θεωρώ γενικευμένα – και να ανεβάσουν με τον τρόπο αυτό τη θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία, κάνουν επίκληση στο συναίσθημα για τα δείνα που βιώνει το γυναικείο φύλο από τις μεθόδους αντισύλληψης (δεν αντιλέγω σε αυτό). Καταλήγουν δε στη φράση: “οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες προκαλούνται από άντρες”, υποβιβάζοντας από μόνα τους το γυναικείο φύλο, αφού προβάλουν τη γυναίκα ως ένα ον δίχως βούληση. Οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, προκαλούνται από την ανεύθυνη συμπεριφορά και των δύο φύλων.

Στη σημερινή κοινωνία, εκτός από περιπτώσεις βιασμού, η γυναίκα έχει την ίδια ελευθερία επιλογής στη μέθοδο αντισύλληψης, όπως και ο άντρας, εκτός και αν η ίδια θέλει να μην έχει ή διστάζει από μόνη της, για δικούς της προσωπικούς λόγους (απουσία προσωπικής βούλησης, έλλειψη ευθύνης ή σεβασμού απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό). Μία γυναίκα, λοιπόν, που επιθυμεί να κερδίσει το σεβασμό του άλλου φύλου και κατ’ επέκταση, της κοινωνίας, θα πρέπει πρώτα η ίδια να σέβεται τον εαυτό της, κρατώντας το ρόλο της μέσα σε αυτήν. Κανένας σήμερα δεν αναιρεί ότι μπορεί να έχει επιλογές, τόσο στην επαγγελματική όσο και στην προσωπική της ζωή. Επομένως, δεν είναι θύματα και οι άντρες θύτες.

Η μόνη περίπτωση που μια γυναίκα πέφτει θύμα μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, είναι μετά από έναν βιασμό. Ακόμα και σε μια καταπιεστική σχέση που ισχυρίζεται πως δέχεται πίεση για μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, όχι, δεν είναι θύμα. Γιατί, κατ’ εμέ, δεν υπάρχει εξ αρχής θύτης και θύμα, αλλά επιλογή και επιλεγόμενος. Κάποιες φορές μάλιστα ο επιλεγόμενος μετατρέπεται σε μια επιλογή – θύμα αυτού που τον επιλέγει. Δεν είναι λίγες οι φορές που άντρες βρίσκονται δέσμιοι σε μια σχέση που τους αναγκάζει να παραμείνουν μετά από μια εγκυμοσύνη για την οποία δεν ενημερώθηκαν έγκαιρα.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να είμαστε ίσοι, θα πρέπει να το κάνουμε κι ως προς τις ευθύνες. Η αποδοχή της πατριαρχίας ως de facto, μόνο φανατισμό μπορεί να φέρει και την ανάγκη για ένα αντίπαλο δέος. Ο φυλετικός ανταγωνισμός δεν έχει νόημα σε μια κοινωνία που το μόνο που έχει ανάγκη είναι η ισορροπία. Είναι κατανοητή η καταπίεση που έχει υποστεί το γυναικείο φύλο για αιώνες, αλλά αυτό δε δικαιολογεί μια απόλυτη στάση. Αν μια γυναίκα θέλει να δείξει το δρόμο, έχει καλύτερους τρόπους να το κάνει από το να κατηγορεί τους άνδρες. Τη στιγμή που θα αντιληφθεί ότι η ουσία της ύπαρξής της δεν βρίσκεται στο να επιβληθεί, αλλά στο να πιστέψει η ίδια στην αξία της, θα έχει επιτύχει ως άνθρωπος.

Το να κατατάσσουμε, λοιπόν, όλους τους άνδρες κι όλες τις γυναίκες στο ίδιο τσουβάλι, σίγουρα δε μας κάνει αντικειμενικούς. Η γυναίκα, όπως και ο άνδρας, είναι ένα χαρισματικό ον που μπορεί να προοδεύσει σε πάρα πολλούς τομείς, τόσο του πνεύματος όσο και της τέχνης. Η ιστορία της δεν είναι τα δεινά της και η χρήση αυτών ως ελαφρυντικά μόνο κακό μπορεί να της κάνει. Ο σεβασμός στη φύση του κάθε φύλου δε σημαίνει υποτίμηση ή υπερτίμηση αυτού, αλλά ανάγκη για αρμονική συνύπαρξη, όπου ο καθένας θα λειτουργεί βάσει και της ύλης και της προσωπικότητάς του και θα αναλαμβάνει τις ευθύνες που του αναλογούν.

Οι ιππότες στην καρδιά

21 Ιουνίου, 2019

Είναι κι αυτοί οι άνδρες, οι ιππότες στην καρδιά. Δε θα σου πουν ωραία λόγια ή κι αν το κάνουν θα νιώσουν αμήχανα. Θα σε κάνουν όμως να νιώσεις ωραία με την αύρα τους, γιατί εκπέμπουν καλοσύνη. Δε θα κάνουν τα μεγάλα και σπουδαία, γιατί γνωρίζουν ότι στα απλά είναι η ουσία. Θα σε κάνουν όμως να νιώσεις σπουδαία όταν σε χωρούν στα τόσο μικρά πράγματα της καθημερινότητας τους.

Δε θα σε βγάλουν σε ακριβά εστιατόρια. Ίσως δεν ξέρουν καν να τα διαλέξουν. Όμως θα μαγειρέψουν για σένα και θα δώσουν σε σένα την αξία του ακριβοθώρητου. Δε θα κάνουν μεγάλα όνειρα μαζί σου. Τα φοβούνται τα μεγάλα όνειρα. Όμως θα κάνουν το παν για να κάνουν τα όνειρα σου πραγματικότητα. Αυτά που ξέρουν ότι θα σε γεμίσουν σαν άνθρωπο.

Δε θα πουλήσουν αμέσως τσαμπουκά σε όποιον πάει να σε πειράξει. Θα σε προστατέψουν όμως μαθαίνοντας σε να προστατεύεις πρώτα η ίδια τον εαυτό σου. Κι αν δεν τα καταφέρεις, πάντα θα είναι εκεί για να λάβουν τον λόγο.

Δε θα σου πουν μεγάλα λόγια όπως «για πάντα» ή «ποτέ», γιατί γι’ αυτούς η ελευθερία του ανθρώπου είναι ύψιστο αγαθό. Όμως αυτοί οι άνδρες μπορούν αλήθεια να σε κρατήσουν για πάντα και να μη σε προδώσουν ποτέ. Γιατί απλά επιλέγουν να είναι μαζί σου. Επιλέγουν εσένα ανάμεσα στις άλλες γυναίκες. Συνειδητά και από καρδιάς. Αν το αξίζεις. Αν δεν το αξίζεις, θα κλειστούν ξανά στην πανοπλία τους, περιμένοντας την κατάλληλη. Γιατί η μεγαλύτερη αρετή τους εκτός από την καλοσύνη είναι η υπομονή.

Κι αν τους περάσεις για βατράχια και τους προσπεράσεις, θα είναι γιατί μεταμφιέστηκαν για να σε δοκιμάσουν. Θ’ αντέξεις την ασχήμια που η κοινωνία τους προσάπτει για να φτάσεις να δεις την αλήθεια της ψυχής τους ή θα σταθείς στο φαίνεσθαι και θα φύγεις;

Αν προτιμήσεις το φιλί, δεν υπάρχει γυρισμός. Γιατί όταν ο βάτραχος γίνει ιππότης, σημαίνει ότι εσύ θα είσαι η πριγκίπισσα του. Όχι με την ρομαντική έννοια της λέξης. Με τη μοναδική θέση που θα σου δώσει στην καρδιά του.

Αυτοί είναι οι ιππότες στην καρδιά. Άνδρες που επιλέγουν, προσφέρουν, φροντίζουν, τιμούν. Άνδρες που ξέρουν ν’ αγαπούν.

Ευαισθησία και πίστη

2 Μαΐου, 2019

Είναι αυτή η ανδρική ευαισθησία που βγάζει κάτι το γλυκόπικρο σ’ έναν κόσμο που δε θέλει τον άνδρα ευαίσθητο γιατί δεν μπορεί να τον καταλάβει. Τον παρεξηγεί γιατί δεν μπορεί να τον νιώσει. Δεν μπορεί να δεχτεί ότι ο άνδρας λυγίζει, αλλά όταν το κάνει είναι για να πάρει δύναμη να σηκωθεί πιο ψηλά. Να ανυψωθεί.

Η κοινωνία τον θέλει υποταγμένο, τυπικό, σιωπηλό, ανέκφραστο, ανίσχυρο. Γιατί η ευαισθησία είναι η δύναμη του. Η δύναμη που του θυμίζει πως έχει Θεό μέσα του. Η δύναμη που του ξυπνά την πίστη.
Κι όταν ο άνδρας πιστέψει στον Θεό μέσα του, γίνεται άξιος να φέρει εις πέρας κάθε έργο που θα του εμπιστευτεί ο Θεός.

Κι όταν τον εμπιστευτεί ο Θεός, τον πολεμά με λύσσα ο διάολος. Δοκιμάζεται από θεούς και δαίμονες, πέφτει, κάνει λάθη, αμαρτάνει, όμως γνωρίζει πώς να συγχωρεί εαυτόν και να ορθώνει ξανά το ανάστημα του. Ελευθερώνεται από τα δεσμά της λογικής που τον κρατούν δέσμιο στην ύλη
και βλέπει το μεταφυσικό ως φυσιολογικό, γιατί νιώθει τον Θεό μέσα σε όλα.

Νοιάζεται για τον συνάνθρωπο, τον συμπονά και προσεύχεται γι ‘αυτόν χωρίς να του το ζητήσει.
Όμως είναι και πρόθυμος και διαθέσιμος να βοηθήσει όποτε του ζητηθεί. Είναι τότε που το “ευ” μπαίνει σε όλες του τις αισθήσεις και βλέπει, ακούει, οσφραίνεται, γεύεται και αγγίζει το αγαθό και το ωφέλιμο. Είναι τότε που αποκωδικοποιεί τους μύθους της ζωής, όχι με το μυαλό αλλά με την καρδιά.

Κι όταν η ευαισθησία αγγίξει την καρδιά του, θυμάται τη στοργή και την αγάπη της μάνας από την οποία προήλθε. Κι αυτή δεν είναι άλλη από την Παναγιά. Κι όταν ο άνδρας κάνει μάνα του την Παναγιά, η πίστη του γίνεται οδηγός σε κάθε βήμα της ζωής του, γιατί η άξια μάνα γνωρίζει πώς να οδηγεί με ευλάβεια τα παιδιά της όταν της το ζητήσουν.

Είναι τότε λοιπόν, που ο άνδρας βλέπει τα εμπόδια στον δρόμο του και προετοιμάζεται με πίστη και ταπεινότητα να τα περάσει, χωρίς να αγωνιά για τις συνέπειες. Ανδρειώνεται.

Κι όταν πάλι βλέπει τα εμπόδια των άλλων, η ευαισθησία του φτιάχνει μύθους για να θεραπεύσει τα αγκάθια μέσα στις καρδιές τους, ώστε να νιώσει το καλό κάθε ψυχή που τον ακούει. Κι έτσι αρχίζει η πίστη να ριζώνει στη δική του ψυχή. Είναι η διαχείριση της ευαισθησίας του που τον ανύψωσε. Είναι η ενέργεια της πίστης του που φωτίζει πια την ευαισθησία του για να φέρει ισοδυναμία. Και εν τέλει είναι η ευαισθησία της πίστης του και η πίστη στην ευαισθησία του που τον έκανε άνθρωπο,
όπως προοριζόταν εξ Αρχής να είναι.

Ευαισθησία και πίστη.

Ο ξενιτεμένος Οδυσσέας

4 Απριλίου, 2019

Το ταξίδι του μεγάλο
μα οι ελπίδες λιγοστές
να γνωρίσει την πατρίδα
να γιατρέψει τις πληγές

Λαιστρυγόνες και Σειρήνες
βρίσκει πάντοτε μπροστά
και η θέα της Ιθάκης
φεύγει όλο πιο μακριά

Τα φτερά του τα τσακίζουν
ατυχίες κι αναποδιές
κι απεχθάνεται να βλέπει
πίσω από κενές ματιές

Το ανάστημα ορθώνει
λίγο αν τύχει και του πουν
πως θα φτάσει, θα γυρίσει
εκεί που μόνο αγαπούν

Έχει μέσα φυλαγμένο
μυστικό μες την καρδιά
νόστο που κρατά κρυμμένο
καλοσύνη κι ανθρωπιά

Οδυσσέα ξενιτεμένε
με τον νόστο στην καρδιά
την Ιθάκη δεν την φέρνει
Πηνελόπης αγκαλιά

Πηνελόπη ειν’ η καρδιά σου
που κρατά το μυστικό
και Ιθάκη η αγάπη
στο γέλιο σου το παιδικό

Μέσα σου ό,τι ζητήσεις
αν το ψάξεις θα το βρεις
κανενός την ευτυχία
δεν την έφτιαξε κανείς.

Γι’ αυτό πάψε να πλανιέσαι
και ταξίδεψε απλώς
και θα δεις ο προορισμός σου
σε οδηγεί πάντα εντός.

Γράμμα προς τον άνδρα – Μερος 2ο

22 Οκτωβρίου, 2017

Αγαπητέ άνδρα,

Έχεις όλα τα δίκια του κόσμου να θεωρείς ότι η γυναίκα που έχεις δίπλα σου είναι γκρινιάρα, γιατί πολύ απλά αυτό σου δείχνει. Έχεις όμως αναλογιστεί ποτέ από πού πηγάζει αυτή η γκρίνια της ή τι στην πραγματικότητα είναι; Όχι. Λυπάμαι, αλλά έχεις βολευτεί στο να της κολλάς την ταμπέλα της γκρινιάρας, χωρίς να έχεις πολεμήσει ουσιαστικά να σταματήσεις αυτό που τόσο σε ενοχλεί. Και έχεις πάλι ένα δίκιο. Η γκρίνια της γυναίκας, μετά τα θέλγητρα της, είναι το μεγαλύτερο όπλο της. Έχεις δίκιο να τη φοβάσαι, γιατί μπορεί να πληγώσει ανεπανόρθωτα, αν μη τι άλλο τα νεύρα σου! Άσε όμως έστω για μια φορά τις ταμπέλες, θυμήσου την αγάπη που της έχεις, και έλα να δούμε τι είναι η γκρίνια. Πίστεψε με, είναι κάτι πολύ καλύτερο από ό,τι έχεις σκεφτεί.

Είναι γνωστό πως η γυναίκα είναι το ωραίο φύλο. Γιατί; Θα μου πεις λόγω της ομορφιάς της. Δεν είναι μόνο αυτό. Η γυναίκα είναι το ωραίο φύλο, γιατί θέλει να αισθάνεται όμορφα. Θέλει όλα γύρω της να την κάνουν να αισθάνεται όμορφα.  Κάθε μικρή ανισορροπία σε αυτό το όμορφο κλίμα που θέλει να την περιβάλλει, χαλάει την ηρεμία της καρδιάς της. Στην προσπάθεια της να την επαναφέρει, αρχίζει η γκρίνια. Η γκρίνια είναι, λοιπόν, ο τρόπος της να πει φωναχτά “Δεν νιώθω καλά, κάτι χάλασε μέσα μου και θέλει φτιάξιμο. Βοήθησε με!”

Μπορεί έναν άνδρα να μην τον ενδιαφέρει αν τριγύρω του επικρατεί ένα χάος, υλικό, συναισθηματικό ή κοινωνικό, γιατί καταφέρνει την ισορροπία να τη βρίσκει μέσα του μέσω της λογικής του. Για μια γυναίκα όμως δεν είναι το ίδιο απλό. Η καρδιά δεν έχει λογική. Ή μάλλον, έχει “συναισθηματική” λογική. Και θα σου δώσω ένα απλό παράδειγμα. Όταν πονάει το κεφάλι σου, το πολύ πολύ να πάρεις ένα παυσίπονο και να σου περάσει. Όταν όμως σε πιάσει ταχυπαλμία, ταράσσεσαι ολόκληρος και χρειάζεσαι ώρα για να συνέλθεις. Κάπως έτσι είναι και για τη γυναίκα. Όποτε κάτι δεν πάει καλά, βρίσκεται σε μια κατάσταση ανάλογη της ταχυπαλμίας. Και της είναι δύσκολο να ηρεμήσει αν δεν αποκατασταθεί η “ζημιά”.

Θα αρχίσεις να λες τώρα “ναι αλλά πώς να τη βοηθήσω, αφού δεν μπορώ να βγάλω άκρη από αυτά που μου λέει, δεν ξέρει τι θέλει, άλλα μου λέει και άλλα εννοεί”. Πολύ καλά τα λες. Ναι. Η γυναίκα, είπαμε, μπορεί να κάνει μέχρι και όπλο τη γκρίνια της, απλά και μόνο για να “της περάσει”. Αλλά…  στην πραγματικότητα θέλει να “της περάσει”, γιατί νομίζει ότι έτσι θα της περάσει και η ανισορροπία που νιώθει. Κάτι που δε θα έκανε αν ανταποκρινόσουν στις ανάγκες της, χωρίς να χρειάζεται να σε “πρήζει”, όπως λες. Εξάλλου, το απρόσμενο έχει την ομορφιά.

Και θα μου πεις πάλι “πώς να καταλάβω τι έχει ανάγκη αν δε μου λέει τι θέλει, πώς θα συνεννοηθούμε;” Μα δεν έχει νόημα να συνεννοηθείτε σε μια τέτοια περίπτωση, αλλά να νιώσετε. Τη γυναίκα την ενδιαφέρει να νιώθει ότι αυτό που νιώθεις για εκείνη είναι αληθινό. Με πολύ απλά λόγια, ότι την αγαπάς. Γι’ αυτό και αντιλαμβάνεται εύκολα τις φορές που της λες μεν κάτι όμορφο, αλλά δεν το εννοείς. Το νιώθει. Παράπονο είναι η γκρίνια κι επειδή τα συναισθήματα δεν εξηγούνται με επιχειρήματα, δεν ξέρει πώς να στο εκφράσει. Έτσι κάποιες φορές, απλά εθελοτυφλεί για να μη χαλάσει την ατμόσφαιρα που εκπέμπει η δική της αγάπη.

Σου είπα ότι η καρδιά έχει συναισθηματική λογική. Δεν τη βοηθάς, λοιπόν, με το να εκλογικεύεις συνεχώς τη σκέψη της και να προσπαθείς να καταλάβεις τι θέλει. Πράξη θέλει, όχι σκέψη. Αφού την αγαπάς, κάνε τη να αισθάνεται όμορφα, δείχνοντας της με αυτόν τον τρόπο το νοιάξιμο σου. Παρατήρησε το. Όσες φορές της έχεις προετοιμάσει κάποια έκπληξη, της έχεις πει έναν καλό λόγο όταν δεν τον περίμενε, την ενθάρρυνες όταν ήταν στενοχωρημένη, σου γκρίνιαξε; Όχι. Αντίθετα, σου έδειξε ότι σε αγαπάει.

Η γυναίκα με τη γκρίνια της, δηλαδή την συναισθηματική προσπάθεια της να επαναφέρει γύρω της την ισορροπία, προσπαθεί να ισορροπήσει και εσένα. Προσπαθεί να βγάλει από μέσα σου τον καλύτερο εαυτό σου. Αυτόν που νοιάζεται, που αγαπάει, που φροντίζει, που βοηθάει χωρίς να του το ζητήσουν, γιατί πολύ απλά ενδιαφέρεται. Αυτά σου λέει η γκρίνια της. Σου ζητάει να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Σου ζητάει να μάθεις ποιός είσαι και να σταθείς δίπλα της αντάξιος.

Και σκέψου και το άλλο. Αν καταφέρεις να δαμάσεις τη γκρίνια της γυναίκας σου, σημαίνει ότι έχεις αποκτήσει τη γνώση και τη δύναμη να αντιμετωπίσεις τους χειρότερους φόβους σου. Αυτούς που σε κάνουν να νιώθεις ανεπαρκής. Ενώ παράλληλα, θα έχεις κερδίσει έναν πολύτιμο σύμμαχο που θα σε στηρίζει με όλο του το είναι σε κάθε σου βήμα.

Δεν είναι εύκολο. Όμως δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσεις; Τι λες;

Γραμμα προς τη γυναίκα – Μέρος 1o

21 Οκτωβρίου, 2017

Αγαπημένη μου γυναίκα,

Πολλές οι φράσεις που κυκλοφορούν ανάμεσα στις γυναίκες για να υποδηλώσουν ότι οι άνδρες είναι… αναίσθητοι. Δεν λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες μας, δεν καταλαβαίνουν τι νιώθουμε, δεν προσπαθούν, δεν σκέφτονται παρά μόνο αυτά που τους αρέσουν, δεν, δεν, δεν. Είναι εαυτούληδες, είναι τεμπέληδες, είπαμε… είναι αναίσθητοι. Και έρχομαι τώρα να ρωτήσω: Γιατί τόσος αρνητισμός; Γιατί τόση κριτική;

Ο άνδρας, αγαπημένη μου, είναι και αυτός άνθρωπος. Που σημαίνει ότι μέσα στο στήθος του υπάρχει ένα όργανο που λέγεται καρδιά. Και όπως θα ξέρεις εσύ καλύτερα, η καρδιά νιώθει. Έτσι και ο άνδρας. Έχει αισθήματα και συναισθήματα. Θα μου πεις μα δεν το δείχνει! Φοβάται. Έχει μάθει να λειτουργεί με τη λογική και το συναίσθημα δεν είναι το φόρτε του. Δεν έχει τη γνώση να το χειριστεί κατάλληλα, γι’ αυτό και το φοβάται. Στην πραγματικότητα, ο άνδρας είναι πολύ πιο ευαίσθητος από τη γυναίκα. Δεν είναι τυχαίο που λέμε ότι οι άνδρες είναι παιδιά. Και όχι, δεν εννοώ στο μυαλό. Οι άνδρες είναι παιδιά γιατί έχουν διατηρήσει το αίσθημα τους ανεπεξέργαστο, τη στιγμή που εμείς το έχουμε περάσει από χίλια μύρια κύματα. Και έτσι πρέπει, γιατί εμείς γινόμαστε μανάδες και πρέπει να είμαστε δυνατές. Ο άνδρας, όμως, έχει φυλάξει αυτό το κομμάτι όσο πιο αγνό μπορεί κι ας το έχει επενδύσει εξωτερικά με περίτεχνες λογικές, ακόμα και παγιώσεις. Η παρθενία του άνδρα είναι στο αίσθημα του. Γι’ αυτό και οι εκ πεποιθήσεως εργένηδες στο τέλος την πατάνε. Γιατί βρίσκεται η γυναίκα που θα αγγίξει πρώτη το αίσθημα.

Αν λοιπόν ο άνδρας είναι ευαίσθητος, το να προσπαθούμε να του ξυπνήσουμε το αίσθημα υποβιβάζοντας τον είναι επιεικώς απαράδεκτο. Το να του λέμε μαύρο ενώ θέλουμε το άσπρο, δε μας πάει πιο κοντά στο να τον κάνουμε να νιώσει. Είναι απλά ένα μαρτύριο για τη λογική του. Ένα είδος εκδίκησης που δεν καταλαβαίνει τι νιώθουμε. Μα επιτέλους! Δεν μπορεί να καταλάβει! Πρέπει να νιώσει!

Η γυναίκα, μαζί με το μητρικό φίλτρο, έχει έμφυτο και το ταλέντο να διδάσκει στα παιδιά της τη ζωή. Κάπως έτσι οφείλει να κάνει και με τον άνδρα. Πρέπει να του διδάξει το συναίσθημα και να του δώσει η ίδια να καταλάβει πώς νιώθει. Όχι να τον πιέζει συναισθηματικά με μούτρα, μισόλογα και μουρμούρα. Να κάνει διάλογο. Ο άνδρας πρέπει να πειστεί, όχι να πιεστεί. Όταν πιέζεται, φεύγει.

Είναι όμως ολιγαρκής. Του φτάνει να τον καταλάβεις και να του σταθείς στα προβλήματα του. Να είσαι εκεί για να του δείξεις πως δεν πειράζει αν στενοχωρηθεί, αν λυγίσει, αν νιώσει μετέωρος. Ότι μαζί σου δε χρειάζεται να φοβάται να νιώσει. Του αρκεί να είσαι με το μέρος του. Να φροντίζεις το αίσθημα του. Όχι να το πολεμάς. Παρατήρησε το. Όσες φορές προσπάθησες να λύσεις μαζί του ένα πρόβλημα και το συζητήσατε χωρίς γκρίνιες και διαπληκτισμούς, στο τέλος δεν τον ένιωσες να πετάει; Να παίρνει δύναμη;

Ναι η μόνη απαίτηση που έχει ο άνδρας είναι η κατανόηση. Η κατανόηση είναι το σημείο επαφής του γυναικείου συναισθήματος με την ανδρική λογική. Αν καταφέρεις με την κατανόηση σου να πείσεις τον άνδρα να αποδεχτεί ότι έχει συναισθήματα και να τα αντιμετωπίσει, θα έχεις γνωρίσει κατά ένα μεγάλο ποσοστό το πώς να αντιμετωπίζεις και τα δικά σου συναισθήματα. Θα έχεις δίπλα σου έναν σύντροφο πιστό, αφοσιωμένο, που θα σε στηρίζει στα δύσκολα, αλλά θα θαυμάζει και τη δύναμη σου ως γυναίκα χωρίς να τη φοβάται. Δεν είναι εύκολο. Όμως δεν αξίζει τον κόπο να προσπαθήσεις; Τι λες;

Ο γίγαντας με τα κρυστάλλινα δάκρια

11 Οκτωβρίου, 2015

Σ’ ένα ψηλό μοναχικό βουνό κάπου στις πεδιάδες της μοναξιάς, ζούσε ένας όμορφος γίγαντας. Ήταν γενναίος και άφοβος και τίποτα δεν σκίαζε το καθαρό μυαλό του. Είχε φίλους κι άλλους γίγαντες που ζούσαν στα τριγύρω βουνά και συχνά μαζεύονταν, συζητούσαν και γλεντούσαν με τραγούδια και χορούς. Σε κανέναν όμως δεν είχε εκμυστηρευτεί ποτέ το μεγάλο του μυστικό.

Σαν παιδί μεγάλωσε σε μια ευτυχισμένη οικογένεια. Δεν είχε αδέρφια και οι γονείς του τον αγαπούσαν όσο τίποτα στον κόσμο κι εκείνος τους αγαπούσε το ίδιο. Όταν έφτασε στα έντεκα του χρόνια, την ημέρα των γενεθλίων του, πριν φυσήξει τα έντεκα κεριά, ευχήθηκε να έχει πάντα κοντά του την αγάπη των γονιών του. Όμως δεν άργησε να φανεί πως η ευχή του δεν θα έβγαινε αληθινή, αφού λίγες μέρες αργότερα, η μητέρα του σκοτώθηκε από ένα κοπάδι πεινασμένων λύκων, ενώ είχε βγει στο δάσος να μαζέψει σπάνια βότανα. Ο θρήνος ήταν μεγάλος για την οικογένεια και το πλήγμα για τον πατέρα του τόσο βαρύ που δεν μπόρεσε να το αντέξει. Έτσι μετά από ένα περίπου χρόνο πέθανε κι αυτός, αφήνοντας το μικρό παιδί μόνο. Ο γίγαντας έκλαψε τόσο πολύ για το χαμό των γονιών του, που ένα βράδυ, όπως καθόταν μόνος του στο δωμάτιο του κι έκλαιγε απαρηγόρητος για ώρες, άρχισαν να τον πονούν τα μάτια του. Ξαφνικά ένιωσε τσιμπήματα στο πρόσωπο του. Αμέσως έτρεξε στον καθρέφτη να δει τι συνέβαινε. Έμεινε άφωνος! Τα δάκρυα που έβγαιναν από τα μάτια του μετατρέπονταν σε μικρά, αστραφτερά, κρυστάλλινα πετραδάκια! Κι όσο συνέχιζε να κλαίει τόσο τον πονούσαν τα μάτια του! Εκείνη τη νύχτα λοιπόν υποσχέθηκε στον εαυτό του πως δεν θα ξανακλάψει ποτέ ξανά για τίποτα και για κανέναν. Τον πονούσαν πια τόσο τα δάκρυα! Σε κανέναν όμως ποτέ δεν διηγήθηκε αυτή την ιστορία από φόβο μην τον κοροϊδέψουν.

Τα χρόνια πέρασαν κι ενώ έγινε ένας θαρραλέος γίγαντας, ο μεγαλύτερος φόβος του ήταν τα δάκρυα του. Έτσι πάντα απέφευγε τις καταστάσεις που θα του έφερναν συγκίνηση ή στεναχώρια και ακόμα και το γέλιο του ήταν συγκρατημένο. Ήταν πάντα ευδιάθετος και καλοσυνάτος στην παρέα με τους άλλους γίγαντες, όμως ποτέ δεν μιλούσε για τον εαυτό του, ούτε άφηνε κανέναν να τον πλησιάσει πολύ. Και με τις γυναίκες ήταν πολύ απόμακρος γιατί είχε ακούσει από τους σοφούς του χωριού πως «οι γυναίκες πάντα φέρνουν μεγάλα δάκρυα».

Κάποια μέρα, θα’ ταν καλοκαίρι, δέχτηκε μια απρόσμενη επίσκεψη.

Ήταν μια όμορφη κοπέλα, καινούρια στην περιοχή, που είχε ανέβει στο βουνό για να μαζέψει βότανα. Είχε κουραστεί τόσο από την πεζοπορία και τη ζέστη, που μόλις είδε το σπίτι του γίγαντα έσπευσε να χτυπήσει την πόρτα για να ζητήσει ένα ποτήρι νερό. Εκείνος άνοιξε ανυποψίαστος, μα μόλις την αντίκρισε ένιωσε μια έκπληξη βαθιά μέσα του. «Τι να ζητά μια κοπέλα μόνη εδώ πάνω;» σκέφτηκε. «Κι είναι τόσο όμορφη!» συλλογίστηκε.

«Καλησπέρα» του είπε εκείνη. «Με συγχωρείτε για την ενόχληση, αλλά ανέβηκα στο βουνό να μαζέψω βότανα κι είμαι εξαντλημένη από την κούραση. Κάνει και τόση ζέστη! Μήπως θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι νερό;» .

«Φυσικά!» απάντησε εκείνος λίγο φοβισμένος και της πρότεινε να περάσει μέσα να ξαποστάσει.

«Τι όμορφο σπίτι που έχετε! Μόνος σας μένετε εδώ;» τον ρώτησε για να σπάσει τον πάγο. «Ναι. Μόνος» της αποκρίθηκε μονολεκτικά.

«Είναι πολύ όμορφος τόπος. Ξέρετε εγώ μόλις μετακόμισα μαζί με τους γονείς μου στους πρόποδες του βουνού» συνέχισε εκείνη με ενθουσιασμό αλλά και λίγο διστακτικά μήπως τον ενοχλούσε με την φλυαρία της. Εκείνος απλά χαμογέλασε από ευγένεια και δεν είπε λέξη. Χωρίς να χάσει το θάρρος της η κοπέλα πήρε το ποτήρι με το νερό που της πρόσφερε και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο.

«Τι όμορφη θέα που έχετε από εδώ! Όλα φαίνονται τόσο φωτεινά!» θαύμασε. Ο γίγαντας παραξενεύτηκε σαν διαπίστωσε πως τόσα χρόνια, από όταν πέθαναν οι γονείς του, δεν είχε κοιτάξει ποτέ έξω από το παράθυρο. Καθώς σκεφτόταν, αναπόλησε πόσο όμορφα ήταν όταν καθόταν με τη μητέρα του και κοιτούσε τη βροχή ενώ εκείνη του διάβαζε το αγαπημένο του παραμύθι.

«Να πηγαίνω τώρα. Σας ευχαριστώ πολύ για το νερό και με συγχωρείτε για την ενόχληση» τον διέκοψε η κοπέλα.

«Παρακαλώ… Καμία ενόχληση» ψέλλισε αφού εκείνη είχε πια απομακρυνθεί.

Έμεινε εκεί ώρες, όρθιος στην ανοιχτή πόρτα να αναρωτιέται γιατί οι σοφοί λένε πως οι γυναίκες φέρνουν μεγάλα δάκρυα. Πότε σκεφτόταν φοβισμένος τα δάκρυα του και πότε ονειρευόταν την στιγμή που θα την ξανασυναντούσε. Τον έκανε να νιώσει τόσο όμορφα μετά από τόσα χρόνια!

Η στιγμή που θα ξανασυναντιόνταν δεν άργησε να έρθει. Για την ακρίβεια συναντήθηκαν πολλές φορές από τότε. Ο γίγαντας κατέβαινε συχνά στους πρόποδες για προμήθειες κι έτσι πήγαινε ανελλιπώς στο μαγαζί που είχε ανοίξει ο πατέρα της κοπέλας για να βρίσκει και την ευκαιρία να την βλέπει. Εκείνη όποτε τον έβλεπε, χαμογελούσε τόσο που έλαμπε το πρόσωπό της. Εκείνος, ντροπαλός και φοβισμένος, ήταν λιγομίλητος, ίσως και απότομος αλλά πάντα ευγενικός. Την παρατηρούσε κάθε φορά πως εξυπηρετούσε τον κόσμο, πόσο καλοσυνάτη και φιλεύσπλαχνη ήταν με όλους. Έφτασε σε σημείο να κατεβαίνει κάθε μέρα από το βουνό μόνο και μόνο για να την βλέπει. Ένιωθε ότι είχε τόση ανάγκη το φως που εξέπεμπε. Του είχε τόσο λείψει.

Κάποια μέρα μετά από καιρό, είχε φτάσει άνοιξη πια, η κοπέλα ξανανέβηκε στο βουνό να μαζέψει λουλούδια κι άλλα βοτάνια για το μαγαζί του πατέρα της. Έφτασε κοντά στο σπίτι του γίγαντα χωρίς να το καταλάβει. Εκείνος καθόταν σε μια γωνιά στην αυλή, αλλά ήταν τόσο χαρούμενος που την είδε και τόσο απορροφημένος στο να την κοιτάζει, που δεν πήγε να της μιλήσει.

Καθώς τακτοποιούσε τα άνθη στο καλάθι της άρχισε να σιγοτραγουδά ένα παλιό τραγούδι. Ο γίγαντας όταν το άκουσε από την γλυκιά φωνή της μαρμάρωσε. Τη στιγμή εκείνη γύρισε και τον είδε. Από την ντροπή της, έσκυψε το κεφάλι, χαμογέλασε και σταμάτησε να τραγουδά. «Συνέχισε! Μη σταματάς!» της φώναξε ο γίγαντας.

Συνέχισε να τραγουδά λίγο δειλά στην αρχή, αλλά όσο έβλεπε ότι τον ευχαριστούσε, τόσο δυνάμωνε τη φωνή κι έβαζε πάθος στο τραγούδι της, το οποίο ήταν το αγαπημένο των γονιών του. Η φωνή της, η όψη της, ο τρόπος που το έλεγε τον έκαναν να συγκινηθεί τόσο, που άρχισαν δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του. Ο πόνος των δακρύων του τον έκανε να γονατίσει, αλλά δε σταμάτησε να κλαίει.

Η κοπέλα έτρεξε κοντά του σαστισμένη, έπιασε το πρόσωπο του με τα δυο της χέρια και βλέποντας τα κρύσταλλα να κυλούν, του άγγιξε τα μάτια και άρχισε πάλι να τραγουδά, πιο δυνατά από πριν. Ξάφνου, το θαύμα συνέβη! Τα κρύσταλλα άρχισαν να λιώνουν για να δώσουν τη θέση τους σε κανονικά δάκρυα. Μόλις ένιωσε ότι ο πόνος είχε φύγει, σταμάτησε το τραγούδι και τον αγκάλιασε.

«Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ!» της έλεγε εκείνος ξανά και ξανά με ανακούφιση. «Το φως σου έδιωξε το φόβο μου. Σ’ ευχαριστώ!».

«Εγώ σ’ ευχαριστώ» του απάντησε.

«Για χρόνια έβλεπα στο όνειρο μου ένα κρυστάλλινο σπίτι να λιώνει και μέσα έναν άνδρα να πνίγεται από το νερό κι αυτό το τραγούδι να ακούγεται σιγανά από πίσω. Ξυπνούσα ταραγμένη κι έκλαιγα που δεν μπορούσα να κάνω κάτι να τον βοηθήσω. Τώρα καταλαβαίνω!»

 «Μείνε εδώ κοντά μου» την παρακάλεσε.

Του χαμογέλασε και κοιτώντας τον στα μάτια τού είπε «Μα πως μπορώ να φύγω από τον άνθρωπο που δέχθηκε την αγάπη μου γι’ αυτόν και την έκανε δάκρυ γιατρειάς;».

Κι έτσι έζησαν μαζί ως τα βαθιά γεράματα γνωρίζοντας πια πως το μόνο πράγμα στον κόσμο που δεν πονά είναι η αγάπη.