Tag

Χριστούγεννα

Ο Αόρατος βοηθός

28 Δεκεμβρίου, 2025

Κάποτε, κοντά στον Άγιο Βασίλη, ζούσε ένα μικρό ξωτικό. Έμοιαζε τόσο διαφορετικό από τα άλλα. Ήταν ψηλό και δεν είχε τα κλασικά ξωτικίσια μυτερά αυτιά. Δεν του άρεσαν οι σκανταλιές ούτε τα ζαχαρωτά ή τα γλειφιτζούρια. Ήταν πολύ ήσυχο και ντροπαλό. Τους βοηθούσε όλους, χωρίς καν να του το ζητήσουν κι έλυνε όποιο πρόβλημα χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι. Διακριτικά, παρατηρούσε τα πάντα, ενώ εκείνο περνούσε απαρατήρητο.

Τα υπόλοιπα ξωτικά το σέβονταν και το άφηναν στην ησυχία του. Ο "Αόρατος", όπως τον αποκαλούσαν, μόλις τέλειωνε τη δουλειά στο εργαστήρι του Αγίου Βασίλη, γυρνούσε μόνος στην καλύβα του. Για ν’ αποφορτιστεί από τη φασαρία και τις φωνακλάδικες συζητήσεις των συναδέλφων του, έβαζε μια κούπα ζεστό τσάι, καθόταν στην αγαπημένη του πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι, κοιτούσε τη φωτιά κι ονειροπολούσε. Φανταζόταν ταξίδια σε άλλες χώρες, εκδρομές, ορειβασίες. Στην καρδιά του, κρυβόταν ένας μικρός ταξιδιώτης που ήθελε να γυρίσει όλον τον κόσμο. Μα το μόνο που έκανε τόσα χρόνια για να τιμήσει το κρυφό του όνειρο, ήταν να στολίζει το έλατό του με μινιατούρες από διάσημα αξιοθέατα, που κατασκεύαζε κρυφά στο εργαστήρι.

Ο Άγιος Βασίλης τον αγαπούσε τον Αόρατο, όπως όλα τα ξωτικά. Ήταν καλός μάστορας, ευγενικός κι εργατικός. Χωρίς εκείνον το εργαστήρι, δε θα μπορούσε να λειτουργήσει. Ήταν το αόρατο νήμα που τους κρατούσε όλους δεμένους. Στενοχωριόταν όμως που τον έβλεπε συνεχώς μελαγχολικό. Κατανοούσε την ανάγκη του για μοναχικότητα κι ήξερε ότι τα απλά δώρα που έκανε συνήθως στα ξωτικά του για να τους μοιράσει χαρά, δεν έφταναν να ικανοποιήσουν το ανήσυχο πνεύμα του Αόρατου. Έπρεπε να βρει κάτι πιο πρωτότυπο, κάτι… πραγματικά μαγικό για να ευχαριστήσει τον μικρό του ξεχωριστό βοηθό.

Το βράδυ των Χριστουγέννων, λίγο πριν ο Αόρατος φύγει από το εργαστήρι, ο Άγιος Βασίλης τον σταμάτησε και του έδωσε ένα μικρό κουτί.

«Καλά Χριστούγεννα, Αόρατε! Εκτιμώ όλα όσα κάνεις για το εργαστήρι και τα άλλα ξωτικά, μα είναι πια καιρός να βοηθήσεις και τον εαυτό σου μια φορά!»

Ο Αόρατος τον κοίταξε παραξενεμένος. Ήξερε πως ο αγαπημένος του Άγιος ό,τι έλεγε, δεν το έλεγε τυχαία. Για πρώτη φορά, έφυγε για το σπίτι σχεδόν τρέχοντας και ανυπομονώντας να μείνει μόνος με το δώρο του. Έκατσε στην πολυθρόνα του και ακούμπησε το κουτί στο τραπεζάκι με προσοχή. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Τι μπορούσε να είναι; Να ήξερε ο Άγιος για το κρυφό του όνειρο και να του χάρισε ένα εισιτήριο αεροπλάνου για κάποια μακρινή χώρα; Μπα! Παραήταν ονειροπόλος! Με μια γρήγορη κίνηση, έσκισε το περιτύλιγμα και άνοιξε το κουτί. Μέσα, υπήρχε μόνο ένα γκι. Ο Αόρατος παραξενεύτηκε. Ύστερα όμως θυμήθηκε τα λόγια του Άγιου Βασίλη. Άνοιξε την κάρτα που βρισκόταν στον πάτο του κουτιού και διάβασε, πιστεύοντας πως εκεί θα έβρισκε την εξήγηση που αναζητούσε.

Κάτω από το βλέμμα του γκι, άνοιξε την πόρτα και ταξίδεψε όπου λαχταρά η ψυχή σου!

Καλά Χριστούγεννα!

Άγιος Βασίλης

Ο Αόρατος έξυσε το κεφάλι του. Τι εννοούσε το μήνυμα; Στο κεφάλι του σηκώθηκε ένας ανεμοστρόβιλος σκέψεων. Έστυψε το μυαλό του, αλλά δεν μπορούσε να λύσει τον γρίφο. Ξαφνικά, του ήρθε μια φαεινή ιδέα. Κάτω από το βλέμμα του γκι… έλεγε η κάρτα. Λες; Έτρεξε στην εξώπορτα και κρέμασε το γκι. Έπιασε το χερούλι σφιχτά, έκλεισε τα μάτια και στάθηκε πίσω της. Την άνοιξε αργά, έγειρε το κεφάλι του και κοίταξε έξω. Μπροστά του, μέσα σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, βρισκόταν ο Πύργος του Άιφελ! Μα πώς ήταν δυνατόν; Εντελώς μηχανικά, έκλεισε την πόρτα. Έπρεπε να βεβαιωθεί πως δεν ήταν της φαντασίας του. Την ξανάνοιξε. Ένα αεράκι φύσηξε προς τα μέσα και τα ρούχα του γέμισαν σκόνη. Μα… αυτό δεν ήταν σκόνη! Τίναξε τα μανίκια του. Μα τι στο… Άμμος! Ήταν άμμος ερήμου και απέναντί του έβλεπε ολοκάθαρα τις πυραμίδες της Αιγύπτου! Ήταν απίστευτο! Ο Αόρατος έκλεισε την πόρτα άλλη μια φορά και κοίταξε το γκι. Θυμήθηκε ξανά την κάρτα …ταξίδεψε όπου λαχταρά η ψυχή σου. Πριν ανοίξει για τρίτη φορά, ευχήθηκε να δει το Σινικό Τείχος. Με την καρδιά του γεμάτη ενθουσιασμό, γύρισε ξανά το πόμολο και το αγαπημένο του αξιοθέατο ήταν όντως εκεί! Αρκούσε μόνο ν’ απλώσει το πόδι του για να βρεθεί να περπατά πάνω του. Ο Αόρατος έκανε ένα βήμα, αργά μα αποφασιστικά. Ήταν το μεγαλύτερο βήμα που είχε κάνει ποτέ στη ζωή του!

Την επόμενη μέρα πήγε στον Άγιο Βασίλη με μάτια γεμάτα λάμψη. Τα λευκά μουστάκια του Αγίου χαμογέλασαν καλοσυνάτα.

«Σ’ ευχαριστώ» του είπε ντροπαλά το ξωτικό.

«Αγαπημένε μου Αόρατε, το πνεύμα που τρέφεται μόνο με όνειρα, δεν τα μοιράζεται, από φόβο μην τα χάσει. Κράτα το μικρό σου πολύτιμο γκι και χάρισε στην καρδιά σου εμπειρίες. Γέμισέ τη με εικόνες και αρώματα και θα είσαι πάντα ευπρόσδεκτος να τα μοιραστείς μαζί μας».

Συγκινημένος που επιτέλους κάποιος τον καταλάβαινε, ο Αόρατος επέστρεψε στο εργαστήρι. Τα υπόλοιπα ξωτικά ήταν απορροφημένα από τη δουλειά. Στο διάλειμμα, περνούσαν όλοι στην τραπεζαρία κι είτε έτρωγαν κάποιο σνακ είτε έπιναν ένα ρόφημα, ενώ μιλούσαν μεταξύ τους περί ανέμων και υδάτων. Ο Αόρατος στάθηκε μπροστά σε μια καρέκλα. Έσφιξε τις γροθιές του κι ανέβηκε πάνω της.

«Αγαπημένοι μου φίλοι, χθες έκανα ένα ταξίδι και… ήταν πολύ ωραία και… ήθελα να σας πω γι’ αυτό».

Όλοι τον κοίταξαν με απορία. Ο Αόρατος είχε γίνει ορατός! Και μάλιστα με τη θέλησή του! Μοιραζόταν, χαμογελούσε, απαντούσε σε ερωτήσεις. Όσο μιλούσε, τόσο διαπίστωνε μέσα στην καρδιά του, πως η χαρά των ονείρων που πραγματοποιούνται είναι μια μαγεία που αξίζει να μοιραστείς με όσους αγαπάς.

Τα βιβλία γράφουν στον Άγιο Βασίλη

21 Δεκεμβρίου, 2025


Από το ταβάνι του βιβλιοπωλείου, κρέμονται όλα δεμένα στη σειρά, σαν μια μεγάλη γιορτινή γιρλάντα. Τα στόλισαν επειδή μιλούν για τα Χριστούγεννα και ταιριάζουν στις γιορτινές αυτές μέρες. Κάθε τέτοια εποχή, οι άνθρωποι τα θυμούνται και τα βγάζουν από τα ράφια για να πάρουν, λες, λίγο αέρα. Ο δικός τους βιβλιοπώλης επέλεξε έξι από τα πιο γνωστά˙ ο «Καρυοθραύστης», η «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», «Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα», «Ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων», «Το Πολικό Εξπρές» και «Η Βασίλισσα του Χιονιού» κρατιούνται σελίδα σελίδα και βλέπουν όλο τo μαγαζί από ψηλά. Είναι λίγο άβολα έτσι όπως κρέμονται στον αέρα, αλλά η θέα τους ανταμείβει. Δε χάνουν κανέναν βιβλιόφιλο από αυτούς που μπαίνουν να αγοράσουν τα δώρα των Χριστουγέννων. Το μεγάλο χριστουγεννιάτικο έλατο με τις μπάλες και τα γλειφιτζούρια είναι ακριβώς απέναντί τους, δίπλα στο τραπέζι με τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα.

«Αχ, και τι δε θα έδινα να δοκίμαζα ένα μελομακάρονο!» ψιθύρισε το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.

«Εγώ λαχταρώ έναν κουραμπιέ! Κοίτα! Μοιάζει με μικρή χιονόμπαλα!» είπε η Βασίλισσα του Χιονιού.

«Απαπαπα σιχαίνομαι το χιόνι!» διαμαρτυρήθηκε το Κοριτσάκι.

«Μωρέ, ας με ξεκρέμαγαν από δω πάνω και δε θα τους έμενε ψίχουλο» είπε ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων και προσπάθησε να τρίψει πονηρά τις σελίδες του.

«Αν μπορούσα να ταξιδέψω μέχρι κει κάτω, θα έφερνα για όλους!» είπε καλοσυνάτα το Πολικό Εξπρές.

«Να κηρύξουμε πόλεμο και να πάρουμε όλα τα βιβλία με το μέρος μας! Κοίτα πόσα έχει κοντά στο τραπέζι! Αυτά σίγουρα φτάνουν να πιάσουν τα γλυκά!» πρότεινε ο Καρυοθραύστης.

Η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» παρέμενε σιωπηλή.

«Έι, δε μιλάς;» τη σκούντησε ο Καρυοθραύστης που κρεμόταν δίπλα της.

«Αν ένα πράγμα με έχουν διδάξει οι σελίδες μου, είναι πως όταν τα θέλεις όλα δικά σου, δεν κερδίζεις τίποτα. Το μοίρασμα, αγαπητοί μου, είναι η μεγαλύτερη ευτυχία!»

«Τι θες να πεις;» απόρησε το Κοριτσάκι.

«Ποιος είναι αυτός που μοιράζει δώρα τα Χριστούγεννα;»

«Εννοείς τον Άγιο Βασίλη;» απάντησε η Βασίλισσα του Χιονιού.

«Ακριβώς! Μόνο ένα πνεύμα μπορεί να πραγματοποιήσει την τόσο παράδοξη ευχή μας!»

«Και τι θα του πούμε δηλαδή; “Κυρ Βασίλη μου, μου πιάνεις σε παρακαλώ τους κουραμπιέδες γιατί δε φτάνω;” Πφφ…» έκανε κοροϊδευτικά ο Κατεργάρης των Χριστουγέννων.

«Μην είσαι ανόητος, Γκριντς!» τον μάλωσε ο Καρυοθραύστης.

«Μπορούμε να του γράψουμε γράμμα και να ζητήσουμε να μας κάνει ανθρώπους για μια νύχτα! Όπως συνέβη σε σένα, Καρυοθραύστη!» πρότεινε ενθουσιασμένο το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.

«Και θα το παραδώσω εγώ!» προσφέρθηκε το Πολικό Εξπρές.

«Και δε μου λέτε, εσείς, πανέξυπνοι; Πώς θα το γράψουμε κρεμασμένοι εδώ πάνω;» συνέχισε να τους προκαλεί ο Γκριντς.

«Θα το γράψουμε πάνω σε χιόνι!» είπε αποφασιστικά η Βασίλισσα του Xιονιού.

«Είσαι απλά ένα βιβλίο, θυμάσαι;» την κορόιδεψε ο Γκρίντς.

«Τη νύχτα των Χριστουγέννων όλα μπορούν να συμβούν!» επιβεβαίωσε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Τα βιβλία σταμάτησαν να μιλούν και περίμεναν το βράδυ των Χριστουγέννων. Το βιβλιοπωλείο ήταν κλειστό από το πρωί. Άνθρωποι περνούσαν, κοιτούσαν τη βιτρίνα και θαύμαζαν τα έξι βιβλία που φαίνονταν μεγαλοπρεπή μέσα στον υπόλοιπο στολισμό. Μόλις βράδιασε, έβαλαν μπρος το σχέδιό τους.

«Ό,τι είναι να κάνετε πρέπει να γίνει γρήγορα! Σε λίγο θ’ ανάψουν τα φώτα!» τους προειδοποίησε ο Κατεργάρης.

Η Βασίλισσα του Χιονιού συγκεντρώθηκε στην ιστορία της και προσπάθησε να δημιουργήσει μια κόλλα χαρτί από χιόνι. Προσπάθησε ξανά και ξανά μα τίποτα. Ούτε μια μικρή χιονονιφάδα δε σχηματίστηκε.

«Πρέπει να πιστέψεις!» της υπενθύμισε η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία.

Η Βασίλισσα έβαλε τα δυνατά της. Ξαφνικά, μια, δυο, τρεις, άπειρες χιονονιφάδες πετάχτηκαν μέσα από τις σελίδες της και σχημάτισαν ένα γράμμα.

«Είστε έτοιμοι;» τους φώναξε.

Όλοι κοίταξαν το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα. Εκείνο κούνησε το κεφάλι καταφατικά κι άρχισε να εύχεται δυνατά.

«Αγαπητέ Άγιε Βασίλη…»

Οι λέξεις έβγαιναν από το στόμα της και σαν να ήταν φτιαγμένες από μελάνι, έβαφαν τις χιονονιφάδες και γράφονταν πάνω στο γράμμα.

Όταν τελείωσε, το Πολικό Εξπρές ανέλαβε δράση. Με την ατμομηχανή του στο φουλ, φύσηξε για να στείλει το γράμμα στο δέντρο. Μα εκείνο… έλιωσε με μιας! Απογοητεύτηκαν.

«Έχω μια ιδέα!» φώναξε ο Καρυοθραύστης.

«Γρήγορα! Ανάβουν τα φώτα!» προειδοποίησε ξανά ο Γκριντς.

Επανέλαβαν ακριβώς το ίδιο, μόνο που αυτή τη φορά, η Βασίλισσα του Xιονιού πάγωνε ελαφρά τον αέρα που φυσούσε το Πολικό Εξπρές. Το γράμμα ταξίδεψε στον αέρα και πήγε και στάθηκε μπροστά από το αστέρι στην κορυφή του δέντρου.

«Τα καταφέραμε!!!!» φώναξε το Κοριτσάκι.

«Συνέχισε να βγάζεις παγωνιά» συμβούλεψε ο Καρυοθραύστης στη Βασίλισσα. «Δε θέλουμε να λιώσει πριν το δει ο Άγιος Βασίλης!»

Σε λίγη ώρα, το βιβλιοπωλείο έμοιαζε με ψυγείο.

«Ελπίζω να έρθει γρήγορα, δεν αντέχω άλλο κρύο!» παραπονέθηκε το Κοριτσάκι.

Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, ένιωσαν να πέφτουν από το ταβάνι. Ο Γκριντς πετάχτηκε όρθιος. Ήταν πράσινος και αποκρουστικός. Άρχισε να χοροπηδάει από δω κι από κει από τη χαρά του! Η Βασίλισσα προσγειώθηκε ομαλά σαν πάνω σε σύννεφο. Ο Καρυοθραύστης έπιασε τον Σκρουτζ λίγο πριν γκρεμοτσακιστεί στο πάτωμα κι έκανε μια μικρή υπόκλιση σαν αληθινός πρίγκιπας. Τότε ακούστηκε μια δυνατή κόρνα. Το πολικό εξπρές, μαζί με τον οδηγό του, τριγύριζε γύρω τους μοιράζοντας τα πολυπόθητα γλυκά. Οι ήρωες έφαγαν, χόρεψαν, διασκέδασαν κι ευχαρίστησαν τον Άγιο Βασίλη, πριν χαθούν ξανά στις σελίδες των βιβλίων τους.

Δυο μέρες μετά, ο βιβλιοπώλης μπήκε ανυποψίαστος στο βιβλιοπωλείο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα βιβλία βρίσκονταν όλα στη θέση τους. Μονάχα μια μικρή, τόση δα χιονονιφάδα είχε απομείνει στην κορυφή του δέντρου, για να αποδεικνύει πως οι ευχές της καρδιάς πραγματοποιούνται με τον πιο ανέλπιστο τρόπο!

Μια ευχή στο Αστέρι

19 Δεκεμβρίου, 2025


Η Αριάδνη ήταν μόλις επτά ετών όταν έχασε τη μητέρα της. Πέθανε λίγο πριν τα Χριστούγεννα από ανακοπή. Συγγενείς, δάσκαλοι και γείτονες, για να παρηγορήσουν την παγωνιά που απλώθηκε στην καρδούλα της, της είπαν πως η αγαπημένη της μαμά δε χάθηκε, πως έγινε άγγελος στον ουρανό κι από εκεί ψηλά, μαζί με το Αστέρι των Χριστουγέννων, θα την προσέχει για πάντα.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, η Αριάδνη έγραψε γράμμα στον Άγιο Βασίλη, κάνοντας μόνο μια ευχή˙ να της δώσει πίσω τη μαμά της. Τα Χριστούγεννα πέρασαν, η μαμά όμως δε γύρισε. Η Αριάδνη θύμωσε με τον Άγιο Βασίλη. Έπαψε να πιστεύει κι ορκίστηκε πως δε θα ξαναγιορτάσει ποτέ τα Χριστούγεννα, όσο κι αν την παρακαλούσαν.

Πέρασε μια δύσκολη χρονιά. Έμενε πια με τη θεία Όλγα, την αδερφή της μητέρας της, και τα δυο της ξαδέρφια, με τα οποία –ευτυχώς– τα πήγαινε καλά. Της έλειπε όμως η μαμά της. Στο σχολείο, απομακρύνθηκε από τις φίλες της κι ήταν συνεχώς αφηρημένη στο μάθημα. Κοιτούσε έξω από το παράθυρο και τα ματάκια της έψαχναν τον ουρανό, μήπως σαν από θαύμα έβλεπε τη μαμά της να κατεβαίνει ξανά από εκεί που την είχε πάρει ο Άγιος Βασίλης. Πώς μπορούσε ο αγαπημένος της Άγιος να της το έχει κάνει αυτό; Μήπως έφταιγε εκείνη; Μήπως την τιμώρησε επειδή δεν ήταν καλό παιδί; Οι ενοχές φούντωναν και γίνονταν κεριά που έκαιγαν την ψυχούλα της που πονούσε.

Τα επόμενα Χριστούγεννα έφτασαν. Τα παιδιά έγραφαν πυρετωδώς γράμματα στον Άγιο Βασίλη και ζητούσαν ένα σωρό παιχνίδια. Τα έριχναν σε ταχυδρομικά κουτιά για να πάνε στη Λαπωνία, τα έβαζαν κάτω από το δέντρο για να τα διαβάσει –τηλεπαθητικά λες– ο Άγιος και γενικότερα, έγραφαν κι έγραφαν για να σιγουρέψουν ότι θα εισακουστούν όλες οι επιθυμίες τους. Μέχρι κι η δασκάλα, την τελευταία μέρα του σχολείου, τους κέρασε νόστιμα χριστουγεννιάτικα ζαχαρωτά και τους έβαλε εργασία με θέμα «Το δώρο του Άι Βασίλη». Η Αριάδνη όμως αρνήθηκε να την κάνει. Η δασκάλα δεν επέμεινε. Της πρότεινε μόνο να γράψει ό,τι εκείνη επιθυμούσε, για το καλό των ημερών. Στο τέλος του μαθήματος, μέσα στην άδεια πια αίθουσα, η δασκάλα, με δάκρια στα μάτια και χέρια να τρέμουν, διάβασε την κόλλα της Αριάδνης.

Αγαπημένο μου Αστέρι,

Όλοι λένε πως είσαι με τη μαμά μου, αλλά δε σε έχω δει ποτέ στον ουρανό. Σε παρακαλώ! Δε θέλω τίποτα άλλο. Μόνο να σε δω μια φορά! Έτσι θα ξέρω πως η μαμά μου ακόμα με βλέπει και με προσέχει. Κι εγώ θα είμαι καλό παιδί. Το καλύτερο παιδί θα γίνω. Σου το υπόσχομαι. Δε θα ξαναπώ ποτέ ψέματα ότι δεν έφαγα εγώ τις καραμέλες από το κουτί στο σαλόνι, ούτε θα ξαναρνηθώ να πλύνω τα δόντια μου και να κάνω μπάνιο. Και θα βοηθάω τη θεία με τις δουλειές. Θα μαζεύω το δωμάτιο μου και δε θα κάνω αταξίες. Καμία αταξία. Να! Φιλάω σταυρό! Αλήθεια αγαπημένο μου αστέρι!

Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ!

Θέλω μόνο να δω τη μαμά μου!!!

Με αγάπη,

Αριάδνη

Το βράδυ της παραμονής, η Αριάδνη το πέρασε στο δωμάτιό της, κοιτώντας τον ουρανό. Τίποτα δε φαινόταν. Τα ματάκια της έγερναν από τη νύστα, όμως ήταν αποφασισμένη να μείνει ξύπνια για να μη χάσει το αστέρι της. Ήταν τόσο σημαντικό να το δει!

Ξαφνικά, βρέθηκε στο σαλόνι. Το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν στολισμένο με μεγαλοπρέπεια. Στην κορυφή του, βρισκόταν ένα αστέρι. Ή μήπως ήταν άγγελος; Θυμόταν καλά ότι η θεία Όλγα είχε βάλει αστέρι στην κορυφή. Ναι, το θυμόταν. Έτριψε τα ματάκια της για να δει καλύτερα. Το αστέρι άρχισε να λάμπει όλο και πιο πολύ και μέσα στη λάμψη του φαινόταν καθαρά ένας άγγελος. Γούρλωσε τα ματάκια της με έκπληξη. Ναι! Ήταν σίγουρη! Ο άγγελός της ήταν εκεί και την κοιτούσε. Και…και…ήταν ίδιος η μαμά της! Ναι! Ήταν η μαμά της και τη χαιρετούσε! Ήταν τόσο όμορφη!

Η Αριάδνη κοιτούσε αποσβολωμένη. Ο άγγελος της χαμογέλασε και της έστειλε ένα φιλί. Το είδε να στριφογυρίζει στον αέρα αφήνοντας πίσω του μια ουρά από φως και χρυσόσκονη. Έφτασε ως εκείνη, την άγγιξε στο μάγουλο κι ύστερα άρχισε να γυρίζει γύρω της και να τη τυλίγει με μια φωτεινή κουβέρτα. Ένιωθε τόσο όμορφα! Έκλεισε τα ματάκια της και για λίγο –μόνο για λίγο– αισθάνθηκε σαν να βρισκόταν ξανά στην αγκαλιά της μαμάς της. Τι ωραία που ήταν!

Όταν τα άνοιξε, βρισκόταν ξανά στο κρεβάτι της. Ο άγγελος είχε χαθεί. Όχι! Δεν μπορεί να το ονειρεύτηκε! Ήταν τόσο αληθινό! Μα… τι της είχε πει ο άγγελος;

«Κάθε Χριστούγεννα να κοιτάς το αστέρι στο δέντρο. Θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω! Κάθε Χριστούγεννα, θα είμαι εκεί να κάνω τις ευχές σου πραγματικότητα!»

Νοέλ

25 Οκτωβρίου, 2025

Αύγουστος

Στο νησί, η είδηση εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά. «Η θάλασσα ξέβρασε το σώμα ενός παιδιού». Τα μαλλιά του ήταν κοντά, σγουρά και μαύρα και το δέρμα του μελαμψό. Στο χέρι του φορούσε ένα γυναικείο δαχτυλίδι με μια μικρή πράσινη πέτρα στο κέντρο. Βρέθηκε από ένα ζευγάρι περαστικών. Δεν είχε τις αισθήσεις του. Του έδωσαν τις πρώτες βοήθειες και κάλεσαν το ασθενοφόρο. Διακομίστηκε άμεσα στο νοσοκομείο. Του έκαναν εξετάσεις, το περιποιήθηκαν και το άφησαν να ξεκουραστεί. Μέσα στον ύπνο του, ψιθύριζε πού και πού «μαμά» κι έσμιγε τα φρύδια του με παράπονο.

Το επόμενο πρωί, το αγόρι συνήλθε. Δεν ήξερε να μιλήσει ελληνικά για να συνεννοηθεί, αλλά κατάφερε να πει το όνομά του στη νοσοκόμα που το φρόντιζε. Ήταν δεν ήταν οχτώ χρόνων. Η νοσοκόμα ζήτησε να μάθει για την οικογένειά του. «Μαμά» ψέλλισε, γύρισε στο πλάι κι έδειξε στο κομοδίνο του την εικόνα της Παναγίας. Εκείνη ρώτησε ξανά αν αυτή είναι η μαμά του, φοβούμενη πως τα έχει χάσει, αλλά το αγόρι έκανε ένα αρνητικό νεύμα κι έδειξε προς τα πάνω. «Η μαμά σου πέθανε;» ρώτησε η νοσοκόμα. Το αγόρι ένευσε, αυτή τη φορά καταφατικά, κι έβαλε τα κλάματα. «Λυπάμαι» του είπε η νοσοκόμα και το αγκάλιασε. «Μην ανησυχείς. Είσαι ασφαλής εδώ. Θα σου βρούμε εμείς μια οικογένεια» υποσχέθηκε με τα μάτια βουρκωμένα. Κάποιοι από τους νοσηλευτές ανέλαβαν να επικοινωνήσουν με την υπηρεσία αναδοχής ασυνόδευτων παιδιών προσφύγων.

Μια βδομάδα μετά

Εκείνο το βράδυ η Ουρανία δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Γονατιστή μπρος στην εικόνα της Παναγιάς, την παρακαλούσε πάλι να της χαρίσει ένα παιδί. Έξι ολόκληρα χρόνια προσπαθούσαν με τον Χρήστο, μα η κοιλιά της έμενε συνεχώς χωρίς καρπό. Έκαναν θεραπείες, τίποτα. Η Ουρανία έπεσε να ξαπλώσει με μια ελπίδα στην καρδιά, γεννημένη από την προσευχή της. Ο Χρήστος την αγκάλιασε και τη φίλησε στο μέτωπο.

«Σήμερα είχαμε ένα ιδιαίτερο περιστατικό στην υπηρεσία».

«Δηλαδή;»

«Ένα πιτσιρικάκι οχτώ χρονών. Βρέθηκε πριν μια βδομάδα. Χωρίς μάνα, χωρίς πατέρα».

«Ψυχή μου!» ψέλλισε συγκινημένη η Ουρανία.

«Έπρεπε να έβλεπες τα μάτια του. Δυο μαύρα μάτια σαν χάντρες που με κάρφωσαν βαθιά μες στην ψυχή. Αυτό το παιδί… δεν ξέρω…»

Η Ουρανία ανακάθισε κι ακούμπησε την πλάτη στο μαξιλάρι. «Τι θες να πεις;»

«Να… σκεφτόμουν… τόσα χρόνια προσπαθούμε… Και τόσα χρόνια περνούν μπροστά από τα μάτια μου τόσα παιδιά. Χωρίς οικογένεια. Μήπως… Δηλαδή… Ήθελα να πω…»

Η Ουρανία γούρλωσε τα μάτια. «Συνέχισε!»

«Να… Δηλαδή… Αν δεν είναι γραφτό μας να κάνουμε δικό μας παιδί... Αν ήθελες κι εσύ… »

«Θέλω!» αναφώνησε με ενθουσιασμό.

«Αλήθεια;» απόρησε έκπληκτος ο Χρήστος.

Η Ουρανία κούνησε το κεφάλι γρήγορα πάνω κάτω χαμογελώντας.

«Θέλω! Πώς δε θέλω! Αυτό παρακαλούσα τώρα την Παναγιά! Να μου δώσει ένα σημάδι! Να τελειώσει αυτή η προσμονή!»

Ο Χρήστος χαμογέλασε πλατιά. Έμειναν να κοιτάζονται με τα μάτια τους να ξεχειλίζουν από ελπίδα. Άρχισαν να γελούν. Ένα γέλιο δυνατό και γάργαρο που άρπαξε τη θλίψη τους, τη σήκωσε στον αέρα και τη σκόρπισε μακριά.

Δεκέμβρης

Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Ο Νοέλ είναι μαζί με την καινούρια του μαμά στην κουζίνα και ετοιμάζουν το Χριστουγεννιάτικο δείπνο. Στο σαλόνι, ο Χρήστος μαζί με παππούδες, γιαγιάδες, θείους και θείες μιλούν εύθυμα. Μουσική χριστουγεννιάτικη απλώνεται τριγύρω, κυκλώνει το στολισμένο δέντρο, περνά από τ’ αυτιά των ανθρώπων του σπιτιού κι αγαλλιάζει την καρδιά τους.

Η Ουρανία μπαίνει στη σάλα κρατώντας τον δίσκο με τη γαλοπούλα και πίσω της ο Νοέλ με το δίσκο με το χοιρινό. Τα εναποθέτουν στο τραπέζι. Η Ουρανία παίρνει τον λόγο.

«Πριν ξεκινήσουμε το φαγητό, ο γιος μας, ο Νοέλ, θέλει να μας πει τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα που έμαθε στο σχολείο. Νοελ! Σε ακούμε, γλυκέ μου!»

Ο Νοέλ, λίγο συνεσταλμένα, παίρνει το τρίγωνό του κάτω από το δέντρο. Ξεκινά να ψέλνει τα κάλαντα σε άψογα ελληνικά. Η προφορά του έχει βελτιωθεί κατά πολύ. Μόλις τελειώνει, όλοι τον χειροκροτούν και κάθονται να φάνε, σαν μια μεγάλη, αγαπημένη οικογένεια.

20 χρόνια μετά

Ο Νοέλ σήμερα έχει εφημερία στο νοσοκομείο. Δε θα προλάβει να πάει από το ορφανοτροφείο. Τα παιδιά τον περιμένουν πάντα με ανυπομονησία, γιατί μετά από κάθε εμβόλιο ή φάρμακο τους δίνει κι ένα γλειφιτζούρι και τους χαμογελάει. Το χαμόγελό του ζεσταίνει την καρδιά τους και για λίγο ξεχνούν που βρίσκονται. Ο γιατρός με το χριστουγεννιάτικο όνομα τούς κάνει και γελάνε. Τους κάνει να πιστεύουν πως αξίζουν ν’ αγαπηθούν. Πως δε χάθηκαν επειδή έχασαν τους γονείς τους. Του ζητούν ξανά και ξανά να τους πει την ιστορία από τα πρώτα του Χριστούγεννα στην Ελλάδα. Τότε που είπε για πρώτη φορά τα κάλαντα. Τους δίνει ελπίδα. Ίσως βρουν κι αυτά σύντομα μια οικογένεια. Ίσως γίνουν κι αυτά γιατροί, αρχιτέκτονες, φιλόλογοι, καλλιτέχνες. Ό,τι ονειρεύεται η ψυχή τους.

Ο Νοέλ παίρνει τη σκέψη του από τα αγαπημένα του παιδιά και πάει να δει τους αρρώστους του. Για όλους έχει έναν καλό λόγο. Τώρα πια η προφορά του δε μοιάζει ξένη. Τα γεροντάκια τον αγαπούν, γιατί τους κάνει χωρατά και γελούν. Ξεχνούν την απόσταση από τον θάνατο που έχει μικρύνει επικίνδυνα. Οι νοσοκόμες τον γλυκοκοιτάζουν. Μα ο Νοέλ έχει μόνο μάτια για την επιστήμη του. Ανυπομονεί να μοιράσει μέσα από αυτήν όλη την αγάπη που έλαβε ως παιδί. Τον αγάπησαν κι αγαπά. Τον αποδέχτηκαν κι αποδέχεται. Τον βοήθησαν και βοηθά.

Στο τέλος της κουραστικής αυτής μέρας, βγάζει τη ρόμπα του και την κρεμά στον καλόγερο του γραφείο του. Παίρνει την τσάντα του και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πιάνει το πόμολο με το δεξί του χέρι. Τα μάτια του πέφτουν στο δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα. Τραβά το χέρι του από το πόμολο και στριφογυρίζει το δαχτυλίδι με τον αντίχειρα.

«Τα καταφέραμε, μαμά» ψιθυρίζει και χαμογελά ευτυχισμένος.

Μαζεύουμε στιγμές

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, πολύτιμες αχτίδες χαράς
που πέφτουν σαν αγνές χιονονιφάδες
στο σκοτάδι της εσωτερικής μας θλίψης.
Παντού τριγύρω καραδοκούν
σαν μικρές νεράιδες των αναμνήσεων.

Τις φυλάμε στο μικρό
Χριστουγεννιάτικο κουτί,
εκείνο το στολισμένο με χρυσόσκονη,
και γεμίζουμε τις αποθήκες μας
με χαμόγελα και ζεστασιά
για τις ώρες της μοναξιάς
που θα έρθουν αγκαζέ
με τον καινούριο χρόνο.
Όσα κι αν φέρει,
είτε όμορφα όμορφα είτε άσχημα,
εμείς θα έχουμε εφοδιαστεί με...

Στιγμές που αγγίζουν.
Στιγμές που μας γεμίζουν.
Στιγμές συντρόφους της ψυχής.

Μαζεύουμε στιγμές.
Ένα λαχείο που κληρώνεται
κάθε Χριστούγεννα
και καλύπτει τα συναισθηματικά έξοδα
της χρονιάς που ακολουθεί.

Ματιές, εξομολογήσεις, συγγνώμες,
σ'αγαπώ, συνδέσεις άρρηκτες χωρίς εγωισμούς.
Λόγια και εικόνες, σκέψεις και αισθήματα.
Όλα στιγμές
που θα καταναλώσουμε αχόρταγα
σαν αίδεσμα παραδεισένιο.

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, όμορφες, μοναδικές.

Οι βοηθοί των Χριστουγέννων

9 Δεκεμβρίου, 2023

Εκείνη την εποχή του χρόνου που όλα γαρνίρονται με στολίδια, φώτα και δώρα, υπάρχουν κάποιες ψυχές που μελαγχολούν. Σαν αυτή η χαρά τριγύρω ν'αδειάζει τις καρδιές τους, αντί να τις γεμίζει με ζεστασιά.

Είναι εκείνη η θλίψη της μοναξιάς που ποτέ δε χαμογέλασε πλάι σ'ένα πρασινοκόκκινο έλατο. Δεν αγωνιούσε για ένα δώρο έκπληξη κάτω από το δέντρο. Δεν έσκισε με τη μανία του ενθουσιασμού το περιτύλιγμα για να κραυγάσει από χαρά αντικρίζοντας αυτό που περίμενε. Δεν έζησε αγκαλιές γιορτινές και φιλιά αγάπης.

Αντί αυτών άκουσε φωνές τσακωμού. Είδε μπάλες χριστουγεννιάτικες να γίνονται κομμάτια από θυμό. Φοβήθηκε να ζητήσει το δώρο που πόθησε σε μια βιτρίνα. Ζήτησε από τον Αϊ Βασίλη ησυχία κι ένα ζεστό χάδι, αλλά δεν τα πήρε ποτέ. Έπαψε να πιστεύει στο πνεύμα των Χριστουγέννων, γιατί δεν έπαψε ποτέ να γεύεται την απογοήτευση και την απόλυτη, βαθιά μοναξιά εξαιτίας του.

Όμως εσύ, μελαγχολική ψυχή, ξέρεις κάτι; Το πνεύμα των Χριστουγέννων υπάρχει στ'αλήθεια! Δε ζει μέσα σ'αυτούς που σ' απογοήτευσαν ξανά και ξανά. Τριγυρνάει ανάμεσα σε ανθρώπους που, εκείνες τις μέρες του χρόνου, μετατρέπονται σε μικρά ξωτικά και σκορπούν χρυσόσκονη αγάπης σε όποιους συναντούν! Είναι εκείνοι που συντηρούν τα Χριστούγεννα, γιατί πιστεύουν στην καλοσύνη που αυτά εκπροσωπούν! Και χαίρονται, γιατί τότε τους δίνεται η ευκαιρία να κάνουν τον κόσμο λίγο καλύτερο. Για σένα. Κι ας μην τους ξέρεις.

Ψάξε να τους βρεις. Πώς; Από το χαμόγελο στα μάτια τους! Και κάπου εκεί, στην κορυφή του κεφαλιού τους, θα δεις ένα αόρατο σκουφί να κουδουνίζει, πασπαλίζοντας την ατμόσφαιρα με νότες αισιοδοξίας! Καμιά μελαγχολία δεν μπορεί να τους αντισταθεί!

Το Φάντασμα των Χριστουγέννων

25 Δεκεμβρίου, 2022

Ήρθαν πάλι Χριστούγεννα! Όλοι ετοιμάζονται πυρετωδώς για το μεγάλο τραπέζι, την ανταλλαγή των δώρων, τα αμέτρητα γλυκά και τη ζεστή ατμόσφαιρα που πλημμυρίζει τα σπίτια. Όλοι εκτός από τον γέρο-Μάρτυ.

Ο γέρο-Μάρτυ ζούσε στο τέλος του δρόμου. Είχαν περάσει ήδη δέκα χρόνια απ' όταν έχασε τη γυναίκα του. Ήταν αγαπημένο ζευγάρι, απ' αυτά που, παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους, επέμεναν να κρατιούνται χέρι - χέρι κατά την καθημερινή απογευματινή τους βόλτα. Με τη γυναίκα του αγαπούσαν πολύ τα Χριστούγεννα. Όταν εκείνη έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, ο γερο-Μάρτυ δε σταμάτησε να τα γιορτάζει. Κάθε χρόνο στόλιζε ένα μικρό δεντράκι, φούρνιζε με επιμέλεια παραδοσιακά γλυκά κι ευχόταν "χρόνια πολλά" σ' όποιον συναντούσε στο δρόμο, χωρίς ν' αφήνει να φαίνεται ίχνος από το προσωπικό του πένθος.

Την επόμενη κιόλας χρονιά από τον θάνατο της γυναίκας του, αποφάσισε να μετατρέψει την αποθήκη στο πίσω μέρος του σπιτιού σε εργαστήρι. Από τότε, μόλις μπει ο Δεκέμβρης, σαν άλλος Άη Βασίλης, στρώνεται στη δουλειά. Φτιάχνει μικρά χειροποίητα στολίδια και κάθε παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που όλοι απολαμβάνουν το σπιτικό δείπνο γύρω από το φορτωμένο με φαγητά τραπέζι, εκείνος βγαίνει ντυμένος επίσημα και τα κρεμά στο χερούλι της εξώπορτας κάθε σπιτιού.

Όλοι συμπαθούν τον γέρο-Μάρτυ, ακόμα κι αν κανείς δεν τον έχει δει ποτέ να χαρίζει τα μυστικά του δώρα. "Αυτός ο άνθρωπος έχει μέσα του το πνεύμα των Χριστουγέννων" λένε μεταξύ τους. Κάθε χρόνο, όμως, ο γέρο-Μάρτυ περνά μόνος τις γιορτινές μέρες. Κανείς δεν τον προσκαλεί. Όλοι νομίζουν ότι κάπου αλλού θα έχει να πάει. Μόνη συντροφιά του είναι το φάντασμα των Χριστουγέννων. Συνεπές στο ραντεβού του, κάθε 25η Δεκεμβρίου, φωλιάζει στην καρδιά του γέρο-Μάρτυ.

"Ήρθες πάλι; Δε χρειαζόταν".

"Ξέρεις καλά πως δε σε αφήνω".

"Πόσο όμορφα θα ήταν αν μια χρονιά έλειπες!".

"Μη γίνεσαι αχάριστος! Είμαι το μόνο που έχεις!".

Ο γέρο-Μάρτυ κούνησε συγκρατημένα το κεφάλι σε ένδειξη συμφωνίας. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και πήγε στο παράθυρο. Η οικογένεια στο απέναντι σπίτι αντάλλασσε δώρα. Χαμόγελα φώτιζαν τα πρόσωπά τους και φωνές χαράς ακούγονταν μέσα από τα παράθυρα.

"Κοίτα τους! Είναι τόσο χαρούμενοι!"

"Μπα! Μην τους πιστεύεις! Για το φαίνεσθαι το κάνουν. Αύριο πάλι θ' αρχίσουν τους τσακωμούς" είπε αδιάφορα το φάντασμα.

"Κι όμως! Γεμίζει η ψυχή τους με φως!" ψιθύρισε ο γερο - Μάρτυ μη χορταίνοντας να τους κοιτάζει.

"Γεμίζει η ψυχή τους με φως και φως και φως! Αυτός ο άχρηστος τα κάνει όλα να φαίνονται ιδανικά!" απάντησε θυμωμένα το φάντασμα.

"Ποιος;" απόρησε ο γέρο-Μάρτυ.

"Ο αδερφός μου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων. Αυτός που σε κάνει να μοιράζεις δώρα παντού και μετά έρχομαι εγώ να μαζεύω τα κομμάτια σου. Παντού έτσι κάνει. Είναι τόσο άδικος, αλλά κανείς δεν το βλέπει. Ξέρετε όλοι μόνο να τον εκθειάζετε".

"Μα..". Ο γέρο-Μάρτυ προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Δίσταζε να πιστέψει εκείνα τα λόγια. Το φάντασμα κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα για αποδείξεις.

"Κοίταξε εκεί!" του είπε κι έδειξε έναν ζητιάνο που καθόταν σχεδόν ακίνητος στο πεζοδρόμιο.

"Ποιος είναι αυτός; Δεν τον έχω ξαναδεί στη γειτονιά" αποκρίθηκε ο γέρο - Μάρτυ.

"Δεν έχει σημασία. Είναι δικός μου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων τον έχει ξεχάσει. Όπως έκανε και με σένα. Λατρεύει τις οικογένειες, τα φωτάκια, τα στολίδια και όλα τα γιορτινά. Σε ανθρώπους σαν εκείνον και σαν εσένα μόνο εγώ κάνω συντροφιά. Τι έχεις να πεις τώρα; Ακόμα νοσταλγείς το πνεύμα των Χριστουγέννων;" είπε μ' ένα θιγμένο χαμόγελο.

Ο γέρο-Μάρτυ επέστρεψε στην πολυθρόνα του αποκαρδιωμένος. Ήταν αλήθεια αυτά που έλεγε το φάντασμα. Τα είχε δει με τα μάτια του. Κάτι μέσα του, όμως, αρνούνταν να τα δεχτεί. Τότε θυμήθηκε την πρώτη χρονιά που έκανε Χριστούγεννα χωρίς τη γυναίκα του. Ένιωθε τόση μοναξιά. Δεν είχε κουράγιο να γιορτάσει. Οι χριστουγεννιάτικες ετοιμασίες σχεδόν τον πονούσαν. Ήταν τότε που γνώρισε το φάντασμα των Χριστουγέννων για πρώτη φορά. Η μοναξιά του το είχε καλέσει. Στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τον πόνο του, ξεκίνησε να φτιάχνει τα στολίδια. Πίστευε πως αν μοίραζε λίγη χαρά, θα έδιωχνε το στοιχειό μέσα από την καρδιά του. Όμως να που το φάντασμα ήταν τώρα εδώ και διέλυε κάθε όμορφη εικόνα που είχε για την αγαπημένη του γιορτή. Ο γέρο - Μάρτυ πείσμωσε. Σηκώθηκε, έβαλε το παλτό του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

"Που πας;" ρώτησε παραξενεμένο το φάντασμα.

Χωρίς να του απαντήσει, πήρε ένα από τα στολίδια του και βγήκε από το σπίτι. Σε λίγο βρισκόταν δίπλα στον ζητιάνο.

"Καλά Χριστούγεννα!" ευχήθηκε ο γέρο - Μάρτυ τείνοντας προς το μέρος του ζητιάνου το χέρι που κρατούσε το στολίδι. Ο ζητιάνος σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε με απορία κι ευγνωμοσύνη.

"Ευχαριστώ!" είπε χαμογελώντας δειλά. Περιεργάστηκε το στολίδι με προσοχή, λες και του είχαν χαρίσει χρυσάφι.

"Με λένε Μάρτυ. Μένω εδώ δίπλα" συστήθηκε.

"Εγώ είμαι ο Μπιλ. Δεν έχω σπίτι" είπε ο ζητιάνος και κατέβασε το κεφάλι.

Ο γέρο-Μάρτυ τον κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά. Αν και ταλαιπωρημένος, δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Δεν είχε ίχνος από γένια στο πρόσωπό του. Φορούσε κουκούλα που έκρυβε τα μαλλιά του κι ήταν αδύνατος και αδύναμος. Ο γέρο-Μάρτυ έκατσε δίπλα του στο σκαλάκι.

"Τι συνέβη;".

Ο Μπιλ τον κοίταξε έκπληκτος. Μήνες είχε να ενδιαφερθεί κάποιος για εκείνον.

"Ο πατέρας μου" είπε διστακτικά. "Από όταν πέθανε η μητέρα μου, έγινε άλλος άνθρωπος. Έπινε, έβριζε, με χτυπούσε. Έτσι έφυγα από το σπίτι".

"Πόσον καιρό είσαι στους δρόμους;".

"Έναν χρόνο, κύριε. Χριστούγεννα ήταν όταν έφυγα".

"Αυτό κι αν είναι σημάδι!" σκέφτηκε ο γέρο-Μάρτυ. Τότε του ήρθε η ιδέα. Θα αποδείκνυε ότι το πνεύμα των Χριστουγέννων δεν έχει προτιμήσεις. Εμείς το προσκαλούμε, εμείς το διώχνουμε. Πρότεινε στον Μπιλ να του κάνει το τραπέζι και να περάσουν μαζί το υπόλοιπο της γιορτινής ημέρας. Τα μάτια του Μπιλ άστραψαν! Δέχτηκε το χριστουγεννιάτικο δώρο με ευγνωμοσύνη. Ο γέρο-Μάρτυ αναγνώρισε αυτή τη λάμψη. Κοίταξε πέρα και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Το φάντασμα των Χριστουγέννων είχε φύγει.

Ο Μπιλ και ο γέρο-Μάρτυ πέρασαν μαζί τις γιορτές. Το χαμόγελο είχε γεννηθεί ξανά στις καρδιές τους. Ο Μπιλ έγινε για τον γέρο - Μάρτυ ο γιος που δεν είχε και ο γέρο - Μάρτυ αγάπησε τον Μπιλ περισσότερο κι από τον πραγματικό του πατέρα. Την επόμενη χρονιά, με τη βοήθεια του Μπιλ, ο γέρο - Μάρτυ άνοιξε ένα μαγαζί, όπου εκείνος και ο "γιός" του κατασκεύαζαν χειροποίητα στολίδια. Στην πόρτα του μαγαζιού, κρεμόταν εκείνο το πρώτο στολίδι που ο Μπιλ είχε δεχτεί από τα ευγενικά χέρια του θετού του πατέρα, εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ. Το πνεύμα των Χριστουγέννων (που τελικά κουβαλάμε μέσα μας) είχε φτιάξει ακόμη μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Τι είναι οικογένεια;

24 Δεκεμβρίου, 2021

Οι γιορτινές μέρες μάς φέρνουν πάντα στον νου την έννοια της οικογένειας. Είναι τόσο παγιωμενη λέξη, που στο άκουσμά της, η εικόνα που μας έρχεται είναι συγκεκριμένη. Όμως, ανά τα χρόνια, έχει αποδειχθεί πως ένας πατέρας, μια μάνα, ένας αδερφός ή ένας συγγενής εν γένει μπορεί να γίνει ο τοξικότερος εχθρός μας. Το αίμα δεν εξασφαλίζει την απουσία ούτε των αρνητικών συναισθημάτων ούτε των επιβλαβών πράξεων.

Ετυμολογικά, η οικογένεια περιλαμβάνει τις έννοιες οίκος και γένος. Όμως, τι θα γινόταν, αν σπίτι μας θεωρούσαμε εκείνο το μέρος όπου νιώθουμε ο εαυτός μας και γένος μας τους ανθρώπους που εκπέμπουν στο ίδιο ψυχικό μήκος κύματος μ’ εμάς; Ίσως τότε η σημασία της λέξης ν’ άλλαζε κατά πολύ.

Η οικογένεια εμπεριέχει επίσης την έννοια της διάρκειας. Μας ακολουθεί από τη γέννηση μας έως τον θάνατο και μας δένει με αόρατα σχοινιά που είτε μας βοηθούν να νιώθουμε ασφάλεια στις ρίζες μας, είτε μας κρατούν αιώνια δέσμιους καταστάσεων. Εκείνος ο άγνωστος, όμως, ένα απόγευμα που από το πουθενά βρέθηκε κοντά σου, αφιέρωσε λίγο από τον χρόνο του για να ενδιαφερθεί γι’ αυτό που σε απασχολεί, ένιωσε τον πόνο σου, έδωσε μια συμβουλή που σου άνοιξε τα μάτια και ελάφρυνε την καρδιά σου, θα μπορούσε άραγε να λογιστεί ως «προσωρινή οικογένεια»;

Τι είναι οικογένεια στην ουσία; Ας σκεφτούμε το εξής. Αν κατέρρεαν τα πάντα γύρω μας, ποιος θα ήταν ο πρώτος ή οι πρώτοι που θα σκεφτόμασταν; Σε ποιον θα τρέχαμε να βρούμε στήριξη; Ποιον θα προστατεύαμε πάση θυσία; Ποιος θα είχε τη δύναμη να μας σηκώσει στα πόδια μας; Ποιος έχει ανάγκη από την αγάπη μας στη ζωή του; Όλοι όσους σκεφτήκαμε απαντώντας, είναι η οικογένειά μας.

Τυχεροί όσοι βρέθηκαν σε μια οικογένεια με καλοκάγαθους ανθρώπους, ευλογημένοι όσοι τους συνάντησαν στην πορεία της ζωής τους και αξιέπαινοι όσοι έχτισαν μια υγιή σχέση μαζί τους. Η οικογένεια είναι προσωπική υπόθεση. Εκφράζει την ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει, να ταιριάζει, να συμπορεύεται, ν' αγαπά.

Η οικογένεια, με άλλα λόγια, είναι μια μεγάλη αγκαλιά που μας χωρά ψυχή τε και σώματι. Ένας αμνιακός σάκος εν ζωή που μας θρέφει και συντηρεί την ύπαρξή μας. Γι' άλλους είναι ο σύντροφος, τα παιδιά, οι γονείς, τ’ αδέρφια. Γι' άλλους οι φίλοι ή ένα κατοικίδιο. Δεν έχει σημασία αν έχει το ίδιο αίμα μ' εμάς, αν είναι άνθρωπος ή όχι, αρκεί να γεμίζει την καρδιά μας με τρυφερά αισθήματα και την ψυχή μας με ζεστασιά.

Ακόμα κι αν η οικογένειά μας είναι μακριά, η αγάπη είναι γνωστό πως δε γνωρίζει απόσταση. Η γνώση ότι υπάρχει κάποιος στον κόσμο για τον οποίον είμαστε σημαντικοί, αρκεί για να γεμίσει το κενό της προσωρινής απουσίας του. Αν πάλι έφυγε για το μακρύ ταξίδι, μας έχει αφήσει τον πολυτιμότερο θησαυρό. Ότι αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε ειλικρινά. Αυτά είναι εφόδια στο σάκο του κάθε ανθρώπου που του δίνουν τη δύναμη να συνεχίσει να προχωρά. Όταν κάποιος που χάσαμε ήταν οικογένεια μας, θα είναι για πάντα. Στην πορεία θ’ αντιληφθούμε πως, χωρίς να το περιμένουμε, παρουσιάζονται στη ζωή μας άνθρωποι, όχι για ν' αντικαταστήσουν άλλους, αλλά για να διευρύνουν την οικογένεια μας, με όποια έννοια κι αν αυτή έχει. Είναι το συνεχές ταξίδι της αγάπης.

Αυτή τη θαλπωρή ας έχουμε όλοι φέτος τα Χριστούγεννα, αλλά και κάθε Χριστούγεννα. Μα αν γνωρίζουμε κάποιον που τη στερείται, ας γίνουμε η οικογένειά του έστω για λίγο, χαρίζοντας ένα χαμόγελο, αγάπη και μια αγκαλιά. Αν πάλι είμαστε εμείς σ' αυτή τη θέση, ας γίνουμε οικογένεια για τον εαυτό μας. Ας ξορκίσουμε τη μοναξιά, αυτό το αιώνιο φάντασμα των Χριστουγέννων που τρυπώνει όπου λείπει η οικογένεια κι ας αγκαλιάσουμε τις πληγές μας. Η μοναξιά φοβάται τον άνθρωπο που αγαπά και αποδέχεται τον εαυτό του και η ζωή τον ανταμείβει δίνοντάς του ευκαιρίες για ορθές επιλογές.

Καλά και οικογενειακά Χριστούγεννα με όσους αγαπά η καρδιά μας και μας αγαπούν με όλη τους την ψυχή!

Το κορίτσι με την καρδιά από ήλιο

12 Δεκεμβρίου, 2019

«Κοίτα! Το μπαλόνι καρδιά! Φεύγει μακριά! Πάει ψηλά!» είπε γεμάτη ενθουσιασμό, λες και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το γκράφιτι στον τοίχο. Η μητέρα της χαμογέλασε.«Έλα πάμε σπίτι!»

Η μικρή έτρεξε και μπήκε στην αυλή από την πόρτα που βρισκόταν δίπλα στον τοίχο του γκράφιτι. Συνέχισε ανενόχλητη το παιχνίδι της στο σπίτι, δίπλα στο στολισμένο έλατο των Χριστουγέννων που πλησίαζαν. Είχε ήδη ξεχάσει τη μεγάλη της διαπίστωση. «Η καρδιά πάει μακριά και πετά ψηλά σαν ένα μπαλόνι γεμάτο ήλιον». Η μητέρα της, όμως, είχε κρατήσει αυτό το μικρό διαμαντάκι που βγήκε από την καρδιά της κόρης της. Μάλιστα αποφάσισε να το αποτυπώσει με λέξεις για να μη σβηστεί ποτέ από το ανάλγητο χέρι του χρόνου. Έγραψε, λοιπόν, για «Το κορίτσι με την καρδιά από ήλιο».

«Ήταν ένα μικρό κορίτσι που αγαπούσε πολύ τα μπαλόνια. Λάτρευε το πώς φουσκώνουν όταν φυσάς τον αέρα μέσα τους. Δεν της άρεσε να τα δένει. Τα ήθελε ελεύθερα για να απολαμβάνει τον αστείο ήχο και το πέταγμα τους, όταν ο αέρας απελευθερωνόταν από τα μικρά χεράκια της, καθώς τα άφηνε να φύγουν. Γελούσε τόσο πολύ κάθε φορά!
Αγαπημένο της χρώμα ήταν το κόκκινο. Πάντα διάλεγε τα κόκκινα μπαλόνια πρώτα και μετά όλα τα υπόλοιπα χρώματα. Τα μπαλόνια με ήλιον είχαν ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Αυτά πετούσαν μόνα τους!
«Μα πώς πετάνε αφού δεν έχουν φτερά;» είχε ρωτήσει κάποια μέρα τη μαμά της όλο αφέλεια.
«Έχουν μέσα ένα αέριο που τα κάνει και πάνε ψηλά.»
«Πώς το λένε;»
«Ήλιον.»
«Α! Σαν τον ήλιο δηλαδή. Μόνο που αυτό δε φωτίζει. Μπορεί και να φωτίζει δηλαδή, αλλά πού να το δούμε εμείς εκεί μέσα!»
Σταμάτησε για λίγο, μα της φαινόταν τόσο ενδιαφέρον το θέμα που ήθελε να μάθει κι άλλα.
«Δηλαδή το μπαλόνι μου που έχει σχήμα καρδιά και πετάει, έχει μέσα ήλιο;»
«Ακριβώς.»
«Άρα όταν λέω ότι έχω μια καρδιά από ήλιο, οι άλλοι δε θα ξέρουν ότι εγώ λέω για το μπαλόνι και θα νομίζουν ότι έχω μια φωτεινή καρδιά! Ή αν το καταλάβουν θα νομίζουν ότι έχω μια καρδιά που πετάει!»
«Και τι θα τους λες άμα σε ρωτάνε πού τη βρήκες;»
«Θα τους λέω ότι μου την έδωσες εσύ όταν γεννήθηκα, για να μη φοβάμαι το σκοτάδι και να πηγαίνω όπου θέλω χωρίς να κουνηθώ καθόλου!»
«Αυτό είναι πολύ ωραίο, αγάπη μου! Πράγματι αν η καρδιά μας έχει μέσα ευχάριστα πράγματα, καλοσύνη και αγάπη είναι φωτεινή. Αυτό το φως μας βοηθάει να μη φοβόμαστε, γιατί μας δίνει δύναμη να ξεπερνάμε κάθε εμπόδιο, ανεβαίνοντας πάνω από αυτό όπως το μπαλόνι σου. Μα κι όταν αγαπάμε έναν άνθρωπο, όσο μακριά κι αν είναι, δεν τον νιώθουμε κοντά μας σαν να ήταν εδώ; Τα μακρύτερα ταξίδια μπορούμε να τα κάνουμε με την καρδιά.»
«Πόσο ψηλά μπορεί να πάει το μπαλόνι μου, μαμά, αν το αφήσω;»
«Πολύ ψηλά! Τόσο που ούτε που θα το βλέπεις πια.»
«Μπορεί να φτάσει κι ως τα αστέρια;»
«Φυσικά και μπορεί!»
«Τότε όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω σαν το μπαλόνι μου!»
«Θέλεις να φτάσεις τ ’αστέρια;»
«Ναι! Για να βλέπω από ψηλά όπως κι εκείνα! Θα έχουν ωραία θέα από εκεί πάνω!»
«Σίγουρα θα έχουν, αγάπη μου!»
«Θα με αφήσεις να πάω τόσο ψηλά, μαμά;»
«Θα σε αφήσω, καρδιά μου!»
«Κι ας μη με βλέπεις;»
«Δεν είπαμε ότι με την καρδιά νιώθουμε κοντά μας αυτούς που αγαπάμε, όσο μακριά κι αν είναι;»
«Εντάξει! Τότε κράτα αυτό το μπαλόνι καρδιά για να με νιώθεις πάντα κοντά σου!»
«Εντάξει, καρδιά μου! Σ’ ευχαριστώ!»
«Σ ’αγαπώ μαμά!»
«Κι εγώ σ ’αγαπώ, καρδιά μου!»

Μόλις τελείωσε την ιστορία, φώναξε τη μικρή της, την πήρε αγκαλιά πλάι στο δεντράκι που φώτιζε περήφανο και της τη διάβασε. Το κοριτσάκι άκουγε με προσοχή.
«Κρίμα…» αναστέναξε μόλις τελείωσε η ιστορία.
«Δε σου άρεσε η ιστορία;»
«Μου άρεσε μαμά! Όμως εμείς δεν έχουμε μπαλόνι καρδιά…»
«Έχουμε όμως αστέρι!» της είπε δείχνοντας το χρυσό αστέρι στην κορυφή του δέντρου.
Η μικρή το κοίταξε με την έκπληξη να ζωγραφίζεται στα αθώα παιδικά ματάκια της.
«Είμαστε στ’ αστέρια!»
«Ναι, αγάπη μου! Όσο έχουμε ήλιο στην καρδιά μας, πάντα θα βρίσκεται ένα αστέρι να μας φωτίζει!»
«Μα αυτό είναι το αστέρι των Χριστουγέννων!»
«Ακριβώς! Το αστέρι των Χριστουγέννων μας θυμίζει πως το φως πάντα μας οδηγεί να κάνουμε όμορφα πράγματα στη ζωή μας, αρκεί εμείς να έχουμε στην καρδιά μας αγάπη για όλον τον κόσμο.»
«Εγώ, μαμά, έχω αγάπη στην καρδιά μου για όλον τον κόσμο!»
«Το ξέρω, αστέρι μου!»