Tag

διαφορετικότητα

Αχόρταγη μοναξιά

30 Νοεμβρίου, 2025

Δεν την περίμενε αυτήν την πρόταση. Τον έβλεπε που ερχόταν συχνά στο μαγαζί, είχε πιάσει τη ματιά του να την καρφώνει όποτε τον εξυπηρετούσε και τα φωτεινά χαμόγελα που της χάριζε. Όμως δεν μπορεί να ήθελε κάτι παραπάνω από εκείνη. Ήταν απλά ευγενικός. Η μειωμένη της αυτοπεποίθηση σώπαινε βίαια το γυναικείο της ένστικτο. Δεν ήταν αρκετά όμορφη, δεν ήταν αρκετά αδύνατη. Παρότι η καρδιά της λαχταρούσε να τον δει να μπαίνει και να της ζητά το καθιερωμένο πρωινό του εσπρεσσάκι, οτιδήποτε παραπάνω από αυτήν την συναλλαγή θεωρούσε ότι ήταν αποκύημα της φαντασίας της. Ήταν άλλωστε συνηθισμένη στη ματαίωση. Ένα πρωί, όμως, διαψεύστηκε.

«Θα μπορούσα να σε ρωτήσω τι ώρα σχολάς;»

Η Δήμητρα ένιωσε το δέρμα της να φλέγεται. Σιωπή.

«Δε θέλω να φανώ πιεστικός ή περίεργος. Έλεγα μόνο μήπως ήθελες να βγεις καμιά μέρα από την άλλη μεριά της μπάρας και να πιούμε μαζί έναν καφέ».

«Στις 6. Σχολάω στις 6» κατάφερε να αρθρώσει.

«Τέλεια! Θα είμαι εδώ. Δε σε πειράζει να πάμε κάπου αλλού, έτσι;»

Του έκανε ένα αρνητικό νεύμα και χαμογέλασε. Τα λακκάκια στα μάγουλά της βάθυναν.

Όπως το υποσχέθηκε, ο Θάνος ήταν συνεπής στο ραντεβού τους. Βγήκαν, μίλησαν με τις ώρες και απόλαυσαν ο ένας την παρέα του άλλου. Άρχισαν ν’ ανταλλάσσουν μηνύματα καθημερινά και να διηγούνται δειλά δειλά την προσωπική τους ιστορία. Προστατευμένοι πίσω από τις οθόνες, έριχναν τις άμυνές τους και γίνονταν φλύαροι στον γραπτό λόγο. Έμαθε ότι ήταν τριάντα χρόνων, ελεύθερος, δούλευε ως υπάλληλος σε μια ασφαλιστική εταιρεία και αγαπούσε τα άλογα και το καλό φαγητό. Είχε καλή σχέση με τους γονείς του που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και με τον αδερφό του που σπούδαζε ακόμα στην Πάτρα. Μοιράζονταν το ίδιο γούστο στις ταινίες και τις ίδιες απόψεις για τη ζωή. Σιχαινόταν τις διακρίσεις, δήλωνε υπέρμαχος της διαφορετικότητας και του δικαιώματος ο καθένας να ορίζει το σώμα του καταπώς θέλει. Την έκανε να νιώθει όμορφα και κυρίως ασφαλής να είναι ο εαυτός της.

Πέρασε ένας μήνας. Ερχόταν κάθε μέρα στο μαγαζί, αλλά δεν της είχε ζητήσει να ξαναβγούν. Εκείνη το απέδωσε στις προετοιμασίες για το συνέδριο ασφαλιστών που –όπως της είχε πει– η εταιρεία θα τους υποχρέωνε να παρευρεθούν στο τέλος του μήνα. Αν και μέσα της, ο φόβος της απόρριψης θέριευε. Λίγο μόνο καθησυχάστηκε, όταν της ζήτησε προκαταβολικά συγγνώμη που δε θα ήταν διαθέσιμος εκείνο το Σαββατοκύριακο. Την Παρασκευή πριν το συνέδριο και με δικαιολογία ότι θ’ αργούσαν να ξαναμιλήσουν, μάζεψε όλο της το θάρρος και του πρότεινε να πάει το βράδυ από το σπίτι της να του κάνει το τραπέζι. Θα μαγείρευε τη σπεσιαλιτέ της˙ αρνάκι με μυρωδικά και πατάτες στο φούρνο. Ο Θάνος δέχτηκε με ενθουσιασμό.

Η Δήμητρα έφυγε τρέχοντας από τη δουλειά να πάει να ψωνίσει και να τα ετοιμάσει όλα. Συγύρισε στα γρήγορα το σπίτι κι έπειτα μπήκε στην κουζίνα. Ακολούθησε τη γνωστή της μαγειρική ιεροτελεστία και σε δυο ώρες το αρνάκι ήταν έτοιμο. Δοκίμασε ελάχιστα για να σιγουρευτεί πως ήταν όπως ακριβώς το ήθελε κι έκανε ατμόσφαιρα στο σαλόνι. Φόρεσε ένα φόρεμα που ήξερε πως κολάκευε κι έκρυβε επιμελώς τις πληθωρικές καμπύλες της και κάθισε να τον περιμένει.

Η ώρα εννιά. Ούτε τηλέφωνο, ούτε μήνυμα. Εννιά και τέταρτο. Τίποτα. Εννιά και μισή. Είχε αρχίσει να αγχώνεται. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι, βούτηξε τη σακούλα με τα μπισκότα κι έκατσε στον καναπέ. Σκεφτόταν κι έτρωγε. Έτρωγε και σκεφτόταν. Ψίχουλα έπεφταν στο φόρεμά της, αλλά δεν την ένοιαζε. Ο Θάνος είχε μετανιώσει. Και γιατί να μη μετάνιωνε άλλωστε; Δεν της άξιζε ένας τόσο γοητευτικός σύντροφος. Ήταν άσχημη, παχιά κι ανασφαλής. Δέκα παρά τέταρτο. Καμιά της σχέση δεν είχε κρατήσει. Κανείς δεν την άντεχε. Όλοι την παρατούσαν με την πρώτη ευκαιρία κι έμενε μόνη. Το μόνο που της έμενε ήταν το φαγητό. Μ’ αυτό ένιωθε ασφάλεια. Χόρταινε τη μοναξιά της. Γέμιζε το στομάχι της για να καλύπτει την άδεια της καρδιά. Δέκα η ώρα. Η σακούλα με τα μπισκότα άδειασε. Την ώρα που την πετούσε στο τραπεζάκι του σαλονιού, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνος.

«Χίλια συγγνώμη, Δήμητρά μου! Μας κράτησαν υπερωρία σήμερα λόγω του συνεδρίου και δε σηκώσαμε κεφάλι. Είμαι στον δρόμο! Σε πέντε λεπτά είμαι εκεί! Αν ακόμα φυσικά θέλεις να έρθω…»

Παύση.

«Ναι, φυσικά. Καταλαβαίνω. Σε περιμένω. Μην αργήσεις. Θα κρυώσει».

Σαν να την τσίμπησε σφήκα, πετάχτηκε πάνω κι άρχισε να μαζεύει τον χαμό από τρίμματα πάνω στον καναπέ. Έτρεξε στον καθρέφτη να διορθώσει το κραγιόν της, έστρωσε τα μαλλιά της κι άκουσε το κουδούνι να χτυπά διακριτικά. Άφησε τα λακκάκια στα μάγουλά της να φανούν με ένα πλατύ χαμόγελο και του άνοιξε. Ίσως τελικά να είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να χορτάσει από ευτυχία.

Δυο λίμνες με ίδια βότσαλα

23 Νοεμβρίου, 2025

Από μικρός ήταν διαφορετικός. Όταν τα άλλα παιδάκια έπαιζαν ομαδικά παιχνίδια, ο Αχιλλέας προτιμούσε να βάζει τα αυτοκινητάκια του στη σειρά, πάντα με τον ίδιο τρόπο. Από το πιο μεγάλο στο πιο μικρό. Τα στοίχιζε με τις ώρες, ώστε να έχουν ίσες αποστάσεις κι ύστερα καθόταν και τα κοιτούσε. Αν κάποιο παιδί ερχόταν και του τα χαλούσε, θύμωνε και γινόταν επιθετικός. Η μητέρα του τον μάλωνε.

 «Εντάξει δε σου έκανε και τίποτα! Ένα αυτοκινητάκι πήρε να παίξει κι αυτό! Τόσα έχεις πια! Μην τα θέλεις όλα δικά σου! Μοναχοφάη!»

Δεν καταλάβαινε πως το σπάσιμο της ακολουθίας που είχε φτιάξει στο μυαλό του ο Αχιλλέας σήμαινε αυτόματα εσωτερική ανισορροπία. Μια μικρή καταστροφή, ένα χάος μέσα στο οποίο δεν μπορούσε να λειτουργήσει.

Μεγαλώνοντας, την ανάγκη του για ασφάλεια μέσα από τη συμμετρία και την οργάνωση τη μετέτρεψε σε χόμπι. Συνέλλεγε σελιδοδείκτες. Οι λίγοι φίλοι που είχε αποκτήσει σέβονταν τη «μανία» του, αλλά πού και πού τον πείραζαν.

«Φίλε αν αποφασίσεις να τους πουλήσεις, παίζει να γεμίσεις με σελιδοδείκτες όλα τα βιβλία του κόσμου!!»

Είχε σελιδοδείκτες σε διάφορα σχήματα και χρώματα, φτιαγμένους από διαφορετικά υλικά. Χαρτί, ξύλο, μέταλλο, πολυμερικό πηλό. Τους χώριζε με σχολαστικότητα σε ντοσιέ ανάλογα την ποιότητα και το θέμα που απεικόνιζαν. Για τον Αχιλλέα, οι συλλογές του ήταν ο τρόπος να αντέχει τον κόσμο γύρω του. Μια μικρή πνοή μέσα στο άγχος και την ανασφάλεια που του προκαλούσαν οι κοινωνικές επαφές και οι ανθρώπινες συμπεριφορές.

Μέσα από την ψυχοθεραπεία που πήρε την πρωτοβουλία να ξεκινήσει μετά την ενηλικίωσή του, διαπίστωσε πως το «πρόβλημα» που οι άλλοι έβλεπαν σ’ αυτόν είχε όνομα και λεγόταν «αυτισμός υψηλής λειτουργικότητας». Ο εγκέφαλος του λειτουργούσε διαφορετικά και δεν έφταιγε που ήταν αντικοινωνικός. Δεν ήταν επιλογή του, όπως τον κατηγορούσαν κατά καιρούς. Ήταν πάντα πολύ πιο έξυπνος στα μαθήματα από τους συνομήλικους του, αλλά οι κοινωνικές δεξιότητές του κυμαίνονταν στο ναδίρ.

Με τη βοήθεια της ψυχοθεραπεύτριάς του, εξάσκησε την ανθεκτικότητά του στις εισβολές των εξωτερικών ερεθισμάτων που το μυαλό του προσλάμβανε ως απειλή. Φανταζόταν κάθε εισβολή σαν ένα βότσαλο που έπεφτε στη λίμνη του ψυχισμού του. Σταδιακά, άρχισε να οπτικοποιεί το βότσαλο και εφαρμόζοντας τεχνικές χαλάρωσης, κατάφερνε να το αφαιρεί εγκαίρως από το ταραγμένο μυαλό του.

Ο Αχιλλέας ήταν παράδειγμα θεραπευόμενου. Είχε τόση θέληση να προσαρμοστεί, που στις ομαδικές συνεδρίες αναρωτιούνταν αν όντως έχει αυτισμό. Η καλοσυνάτη συμπεριφορά του, ο ευγενικός τόνος στη φωνή του και η συμπόνοια στο βλέμμα του ήταν στοιχεία που είχαν μπερδέψει ακόμα και κάποιους από τους θεραπευτές που συμμετείχαν στην ομάδα.

Εκεί γνώρισε την Αμαλία, μια συνθεραπευόμενη. Ήξερε πως δεν του ήταν εύκολο να συνάψει ερωτική σχέση. Η εμπειρία του αυτό είχε δείξει. Ήταν αρκετά «παράξενος» στην καθημερινή του ζωή με όλες αυτές τις ρουτίνες που χρειαζόταν για να νιώσει καλά και τη δυσκολία του να λεκτικοποιεί τα συναισθήματά του. Η Αμαλία όμως του έδειξε αδυναμία από την αρχή. Χαμογελούσε όποτε εκείνος έπαιρνε τον λόγο, του έλεγε πάντα καλησπέρα και καληνύχτα και επεδίωκε να κάθεται πάντα απέναντί του για να τον βλέπει. Ήταν όμορφη κοπέλα. Ίσως λίγο πιο όμορφη από τις κοπέλες που φανταζόταν ο Αχιλλέας ότι θα τον επέλεγαν για σύντροφο. Κι αυτό φούντωνε περισσότερο τη φυσική συστολή του.

Μια μέρα, η θεραπεύτρια τους χώρισε σε ομάδες των δυο για να συζητήσουν μεταξύ τους ένα θέμα, με σκοπό την βελτίωση των διαλεκτικών τους ικανοτήτων. Πριν καλά καλά το καταλάβει, ο Αχιλλέας βρέθηκε να είναι ζευγάρι με την Αμαλία και το θέμα που έπρεπε να αναλύσουν ήταν ο έρωτας. Δειλά στην αρχή, ξεκίνησαν να λένε πράγματα που είχαν διαβάσει σε βιβλία, προκειμένου να μην εμπλακούν συναισθηματικά. Ο Αχιλλέας, ως συνήθως, είχε στα χέρια του τον αγαπημένο του μεταλλικό σελιδοδείκτη και τον μετέφερε από το ένα χέρι στο άλλο με τις ίδιες ακριβώς κινήσεις κάθε φορά. Αφού εξάντλησαν τα θεωρητικά, σώπασαν. Το βλέμμα της Αμαλίας έπεσε στον σελιδοδείκτη. Προς έκπληξη του Αχιλλέα, δεν του ζήτησε να τον πάρει˙ του ήταν δύσκολο να τον αποχωρίζεται. Ένιωθε σαν να του έκλεβαν κομμάτι του εαυτού του. Η Αμαλία περιορίστηκε στο να του πει ότι ήταν πολύ όμορφος. Την ευχαρίστησε και τη ρώτησε με τη σειρά του αν είχε κι εκείνη κάποιο αγαπημένο αντικείμενο. Χωρίς να το αντιληφθούν, άρχισαν να μιλούν ο καθένας για τον έρωτα που είχαν για συγκεκριμένα αντικείμενα και να αναλύουν το πώς αυτά τους έκαναν να αισθάνονται ασφαλείς.

Όταν η ψυχοθεραπεύτρια σήμανε τη λήξη των συνομιλιών, το ζευγάρι ένιωθε πως είχε κι άλλα να πει. Τότε ο Αχιλλέας, με την έξαψη του μοιράσματος ακόμα στην καρδιά του, της ζήτησε να βγουν για έναν καφέ μετά τη συνεδρία. Η Αμαλία δέχτηκε με χαρά.

Η σχέση τους κράτησε χρόνια. Καταλάβαιναν ο ένας τις ιδιαιτερότητες του άλλου και είχαν βρει έναν δικό τους κώδικα για να επικοινωνούν τι τους ενοχλούσε ή τους θύμωνε. Με κινητήριο δύναμη την αγάπη τους, έφτιαξαν μια υγιή οικογένεια. Μέσα από τις όμορφες στιγμές και τις προκλήσεις, μέσα από ανέκφραστα συναισθήματα και ανέλπιστες εξομολογήσεις, ο Αχιλλέας και η Αμαλία έμαθαν να βρίσκουν την ισορροπία και την ασφάλεια. Έγιναν ο ένας για τον άλλον μια ήρεμη λίμνη. Ακόμα κι αν καμιά φορά έπεφταν βότσαλα, εκείνο που φρόντιζαν ήταν, ποτέ μα ποτέ, να μην τ’ αφήνουν να φτάνουν στο βυθό τους.

Τα πάνω κάτω

Αν όλοι σου λένε το στραβό ως καλλιτεχνία,
μα εσύ βλέπεις το ίσιο ως αλήθεια.
Αν όλοι ψάχνουν το νόημα προς τα πάνω
κι εσύ το βρίσκεις μέσα σου.
Αν όλοι κοιτούν μπρος ή πίσω,
ενώ εσύ χτίζεις το τώρα.
Αν η ευαισθησία σου πληγώνεται από πράγματα
που για τους άλλους είναι "έλα μωρέ".
Αν μέσα σου ένα παιδί κρατά το κλειδί
των αξιών και του ήθους σου.
Αν νιώθεις πως δεν ανήκεις στον κόσμο που ζεις,
αλλά κι η εποχή που θα ταίριαζες δεν έχει έρθει ακόμα.

Αν νομίζεις πως βλέπεις τα πράγματα με άλλη οπτική,
μην προσπαθήσεις ν' αλλάξεις.
Απλά σκέψου πως φτάνουν μοναχά λίγοι τρελοί
για να φέρουν τα πάνω κάτω σ' αυτόν τον κόσμο.

Λευκό και μαύρο

Λευκό και μαύρο, μαύρο και λευκό.
Τι σημασία έχει η απόχρωση που βλέπουν τα μάτια;
Όποιος κι αν είσαι, ένα χρώμα έχει η σάρκα.
Το σκοτάδι των παθών, που μόνο μια βαθιά βουτιά
στη λυτρωτική παλέτα της ψυχής μπορεί να το φωτίσει.

Το κορίτσι κι η σκακιέρα

21 Αυγούστου, 2019

Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι. Χορός και ζωή ήταν ένα για εκείνη. Το βλέμμα της άνοιξης στα μάτια της, αγνό και καθαρό. Ήθελε μόνο να χορεύει. Αυτή ήταν η ειλικρίνεια της καρδιάς της. Οι άνθρωποι πολλές φορές δεν την καταλάβαιναν, μα δεν το έβαζε κάτω. Εκείνη είχε για προστασία την αγκαλιά της μουσικής στο σώμα της όταν γίνονταν ένα.

Σε κάθε άνθρωπο που συναντούσε στη ζωή της έδινε κι ένα χρώμα. Σε άλλους χρώματα λουλουδιών, σε άλλους στοιχείων της φύσης. Η μητέρα της, για παράδειγμα, είχε το χρώμα του κοραλλιού, ο πατέρας της το πράσινο του σμαραγδιού κι ο μεγάλος αδερφός της το μπλε της βαθιάς θάλασσας. Λάτρευε τη φύση και μάθαινε από αυτήν. Ξεσήκωνε τις κινήσεις των δέντρων, των ποταμών και τις ενσωμάτωνε στο χορό της. Της άρεσαν πολλά χρώματα, αλλά δε μπορούσε να αποφασίσει ποιο χρώμα ήταν το δικό της. Είχε ψάξει πολύ, αλλά μάταια, ώσπου άφησε τη ζωή να διαλέξει χρώμα για εκείνη.

Κάποτε, έκανε αίτηση για να κερδίσει υποτροφία για φοίτηση σε μια σχολή χορού. Εκείνη την ημέρα θα ανακοινώνονταν τα αποτελέσματα. Η αγωνία της ήταν τόσο μεγάλη που ένιωθε πως οι χτύποι της καρδιάς της θα μπορούσαν άνετα να δώσουν το ρυθμό για χορογραφία. Μόλις μπήκε στο κτίριο, κατευθύνθηκε προς την αίθουσα αναμονής. Η πόρτα ανοιγόκλεινε συνεχώς και πολύς κόσμος βρισκόταν εκεί λόγω της ημέρας.

Η αίθουσα αναμονής ήταν ένας μακρόστενος διάδρομος που δεν είχε τίποτα το ενδιαφέρον πέρα από το ασπρόμαυρο πάτωμα σε σχέδιο σκακιέρας. Το κορίτσι έμεινε να το παρατηρεί. Όσο κι αν λάτρευε τα χρώματα, αυτός ο μονότονος καμβάς την προσέλκυε, όπως έναν αστροφυσικό η ανακάλυψη ενός νέου πλανήτη. Ο παλμός της επιτάχυνε, κάνοντας το δέρμα στο πλάι του λαιμού της να ταλαντώνεται σαν μεμβράνη κρουστού οργάνου. 

Έγειρε το κεφάλι και το δεξί της πόδι, όμοιο με πινέλο ζωγράφου που ετοιμάζεται για την παρθενική πινελιά του, άγγιξε ένα λευκό πλακάκι. Με μια πιρουέτα, στριφογύρισε με χάρη το κορμί της. Το τεντωμένο πέλμα της πήρε λίγο μαύρο κι έπειτα ξανά λίγο λευκό και μ’ ένα απότομο τίναγμα σκόρπισε με τη φαντασία της μια βροχή από γκρίζο. Συνέχισε να ακροβατεί πάνω στην ασπρόμαυρη παλέτα της, πότε αργά, με ακρίβεια και πότε δυναμικά και παθιασμένα, δίνοντας μορφή στον πίνακα που είχε στο μυαλό της. 

Με τα μαλλιά της πιασμένα κότσο και το λευκό κορμάκι χορού που φαινόταν πάνω από το αέρινο μαύρο παντελόνι της, έμοιαζε με ασπρόμαυρο κύκνο που λικνιζόταν στο ρυθμό μιας ανύπαρκτης μουσικής συμφωνίας και καθρεφτιζόταν σ'έναν αόρατο καμβά, εμπρός στα έκπληκτα μάτια των παρευρισκομένων. 

Όταν σταμάτησε, με την ένταση να πάλλει ακόμη τα κύτταρα της και το συναίσθημα να αναβλύζει από τις εκφράσεις του προσώπου της, ένιωθε πληρότητα. Μόνο έτσι θα μπορούσε να το περιγράψει. Κοίταξε τον κόσμο γύρω της. Όλοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Χαμογέλασε. Σκέφτηκε ότι κατάφερε να τους χρωματίσει με τον χορό της. Το έβλεπε στα πρόσωπα τους.

Μέσα σε αυτήν την αίθουσα με το ασπρόμαυρο πάτωμα, τα χρώματα που εκείνη έβλεπε είχαν μοιραστεί στα μάτια τους. Ανάμεσα τους ήταν κι οι καθηγητές που θα ανακοίνωναν τα αποτελέσματα. Δεν είχε πετύχει την υποτροφία με την αίτηση της. Την κέρδισε όμως με τον χορό της. Ήταν η καλύτερη παρτίδα σκάκι που παίχτηκε ποτέ από έναν μόνο παίκτη.

Από εκείνη την ημέρα, τα όνειρα της άρχισαν να χρωματίζουν τον καμβά της ζωής της. Τότε ήταν που κατάλαβε πως οι άνθρωποι που ταξιδεύουν μέσα στην τέχνη δε μπορούν να περιοριστούν σε ένα χρώμα. Όχι γιατί είναι καλύτεροι από τους άλλους. Αλλά επειδή μοιάζουν με το νερό. Παίρνουν το χρώμα που τους δίνει ο ουρανός της τέχνης τους για να ξεδιψούν τις ψυχές των άλλων ανθρώπων.

Δε θα ξεχνούσε ποτέ το χάρισμα που της αποκαλύφθηκε εκείνη την ημέρα, σε μια αίθουσα αναμονής με ασπρόμαυρο πάτωμα.