Tag

ελπίδα

Φλεβάρης

Φλεβάρης.
Στις φλέβες του κυλά
μια άνοιξη κοιμισμένη.
Σιγανά ανδριώνεται
σαν χρυσαλλίδα στο κουκούλι,
ώσπου να φανούν
τα χελιδόνια.
Ο γερό-χειμώνας,
βαρύς στο νεκροκρέβατό του,
φυσά κατά ριπάς
τις τελευταίες του ανάσες.
Ψηλά,
ο ουρανός
σκουπίζει τα πινέλα του
και πασαλείβεται νωχελικά
με φωτεινό γαλάζιο.
Πάνω στα χρυσοκαφετιά κλαδιά
η σοφία αργοπεθαίνει
θάνατο λυτρωτικό.
Κι η ελπίδα που κοιλοπονεί,
καρτερικά προσμένει
τον διάδοχο
της αναγεννημένης νιότης.

Σαν άλλος Ίκαρος

Πέτα όνειρό μου!
Πέτα ψηλά σαν χαρταετός στα χέρια ενός παιδιού!
Δώσε μου την ελπίδα κι άσε με ν' αγγίξω 
λίγο από τον αιθέριο ουρανό σου!
Από εσένα, μου είπαν, έχω φτιαχτεί 
κι είναι στη φύση μου να κοιτώ κει πάνω. 
Να ψάχνω μέσα στα νέφη να σε βρω.
Μην έχεις μπλεχτεί μες στης μολυσμένης πόλης τα καλώδια.
Μην έχεις ξεσκιστεί από άγρια κλαδιά
που βρέθηκαν στον δρόμο σου.

Πρέπει να σε βρω όνειρό μου!
Μη μου απομακρύνεσαι!
Είμαστε δεμένοι οι δύο μας 
μ' αυτόν τον σχοίνινο ομφάλιο λώρο 
που δίνει πνοή στο σάρκινο κορμί μου.

Έλα να πετάξουμε ψηλά μαζί. 
Έχω τόση ανάγκη από μια πτήση.
Κουράστηκα από τις κακοτοπιές και την κακία.
Απηύδησα από των κακότροπων ανθρώπων
την απανθρωπιά.
Πήγαινε με ανάμεσα στα ουράνια πτηνά
να νιώσω την ελευθερία
να κυλά κατά μήκος των χεριών μου.

Μην ανησυχείς. 
Θα φροντίσει η ζωή να με κατεβάσει ξανά. 
Έχει τον τρόπο της να προσγειώνει
όσους δε τους μέλλει να πετούν αιώνια.

Μα κι αν πέσω,
δε θ' αφήσω το σχοινί σου από τα χέρια μου. 
Στην πρώτη ευκαιρία θ' απογειωθώ ξανά. 
Είναι στη φύση μου να αγαπώ τα ύψη. 
Σαν άλλος Ίκαρος σταυρωμένος 
πάνω στον φλεγόμενο χαρταετό του.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Στης παραμονής τη γωνία,
ακούμπησε τη λύπη σου κι άσε την πίσω
στον χρόνο που φεύγει.
Κράτα μονάχα όσα σου δίδαξε.

Στην ανατολή του έτους,
άρπαξε την ελπίδα σφιχτά από το χέρι
και κάνε ποδαρικό χορεύοντας
κείνο το παλιό βαλσάκι
που σε γλυκονανούριζε τα βράδια
μέσα στο μουσικό κουτί του.

Κοίτα ψηλά κι ευχήσου.
Κοίταξε μέσα σου κι άλλαξε.
Κοίτα γύρω σου κι αγάπησε.
Κοίτα μπροστά και προχώρα.

Aνόμοιες αδελφές

5 Μαρτίου, 2023

Στης καρδιάς την κρύπτη φωλιάζει δειλά. Βολεύεται και νωχελικά περιμένει το τέλος. Η αδελφή της δε χώρα στο ίδιο δωμάτιο. Ξενιτεύτηκε στα ανώτερα δώματα του νου. Δραστήρια, τολμηρή και γενναία. Δυο αδελφές τόσο ανόμοιες κι όμως συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα.

Όταν η επιλογή έχει γίνει, η ελπίδα κρυφοκοιτάζει πίσω από την κουρτίνα για να δει αν η αδελφή της τα κατάφερε. Η επιλογή στέκεται αγέρωχη και χαμογελά με την αφέλεια της ελπίδας. "Μα πόσο κουτή είναι η αδελφή μου! Νομίζει πως οι ευθύνες είναι θέμα τύχης!" συλλογίζεται. Η ελπίδα δε μιλά. Μονάχα προσεύχεται. Έχει συνηθίσει κάτι ανώτερο να τη σώζει από τον θάνατο την τελευταία στιγμή. "Πώς μπορεί να πιστεύει η αδελφή μου πως όλα εκείνη τα ορίζει;" αναρωτιέται. "Μοιάζει παντοδύναμη, μα στ' αλήθεια ρισκάρει τη ζωή της για ένα τίμημα".

Η επιλογή τελείωσε το έργο της. Όλα έχουν δρομολογηθεί. Δεν γνωρίζει αν θα γευτεί την επιτυχία. Της φτάνει που έστρωσε το τραπέζι. Δικό της το γεύμα, δίκη της κι η επίγευση. Η ελπίδα, στο ενοικιαζόμενο δωμάτιό της, αιχμάλωτη των μεταφυσικών της πεποιθήσεων, θα χορτάσει ξανά με ξένους καρπούς. Αρκείται, με μια ταπεινή υπερηφάνεια, στο να συνοδεύει νοητικά την επιλογή στον δρόμο της. Δεν πορεύεται ποτέ μόνη. Δεν προσπαθεί. Η επιλογή τη δέχεται στωικά στο πλάι της, σαν συντροφιά που της γλυκαίνει το ρίσκο, μα γνωρίζει ότι η απατηλή της υπόσχεση για επιτυχία μπορεί να γίνει επικίνδυνη.

Λίγο πριν τον προορισμό, οι δυο αδερφές χωρίζουν. Η ελπίδα κλείνεται ξανά στο δωμάτιό της και πεθαίνει ή αναπτερώνεται, ανάλογα με την έκβαση της επιλογής.

Κάπου απέναντι, η ευθύνη περιμένει την επιλογή να τη συνοδέψει.Ρίχνει ένα περιφρονητικό βλέμμα στην ελπίδα, επικρίνοντάς τη για την αδυναμία της να εξαρτάται από τις πράξεις άλλων. Η επιλογή ωριμάζει με κάθε ευθύνη που έρχεται στο πλάι της και συνεχίζει να προκαλεί τη μοίρα της, ενώ η ελπίδα αναγεννάται και κάθε φορά εύχεται κρυφά να γλιτώσει άλλον έναν θάνατο.

Φοίνικας πόθος

Αλωνίζω στ’ αμετάβλητα σοκάκια της ρουτίνας
μ’ έναν πόθο μασκαρεμένο αδιαφορία.
Τον προστατεύω στοργικά κάτω από τη φτερούγα
των ονείρων που μοιράζομαι μ’ ένα τραχύ μαξιλάρι,
μουσκεμένο από τα δάκρυα της ματωμένης ελπίδας μου.
Ποιος θα νοιαστεί για τα ανείπωτα;
Ποιος ενδιαφέρεται για ό, τι δεν έχει φωνή;
Τι κι αν κραυγάζει πιο δυνατά
κι από την ακούρδιστη μπάντα του χαμένου χρόνου.
Τι κι αν φαίνεται πιο καθαρά
κι από τον ξάστερο ουρανό της ειλικρίνειας
σε δυο μάτια που δεν έμαθαν να λένε ψέματα.
Ποιος νιώθει το αδιόρατο
αν όχι μέσα από την παραμελημένη ενσυναίσθηση
που λαχταρά ν’ αφυπνιστεί;
Ποτέ ο πόθος δεν πέθανε από τα χέρια του αντικειμένου του.
Αυτόχειρας που σέρνεται
στα σκοτεινά στενά της λήθης
δηλητηριασμένος από την πίκρα της απογοήτευσης.
Εκεί, που η ρουτίνα επιβάλλεται της μνήμης
και απωθεί πεισματικά την απώλεια,
θα γεννηθεί ξανά.
Ο φοίνικας πόθος που σβήνει τον θάνατο
με την αέναη ομορφιά της ζωής.

Το φινάλε της συνείδησης

Αθάνατη η όψη της ανέλπιδης προσπάθειάς μου.
Σαν στοιχειό ματωμένο από αιώνες,
να κοιτά ο θάνατος τη δειλία μου,
μ' ένα μειδίαμα ψυχρό, ανατριχιαστικό.
Η απομάκρυνσή του απορροφήθηκε
από τον ήχο των βημάτων του στο δρόμο της επιστροφής.
Η απειλή που η ίδια έστρεψα στον εαυτό μου
σαν εκδίκηση, λες, για τη γέννηση μου,
σαν ένα ύστατο χαίρε της ζωής,
απεφάνθη πως είχα μια ασάλευτη δύναμη θαμμένη μέσα μου.
Πίσω από παραθυρόφυλλα σφαλισμένα,
καρτερούσε, φοβισμένη, για να κάνει αισθητή την παρουσία της.
Ποια η αξία της δύναμης αν δεν δοκιμαστεί στα Τάρταρα;
Έλλειψη κι απώλεια.
Δυο δαίμονες που σφυροκοπούν ανελέητα την ανθρώπινη ύπαρξη.
Η πηγή των πιο αδιόρατων σφαλμάτων.
Ανεπιθύμητοι επισκέπτες μπήκαν και ρίζωσαν, ρήμαξαν, μαράζωσαν.
Η απώλεια να παρασέρνει την έλλειψη
κι αυτή να κατοικεί μέσα της,
σαν παράσιτο που κατατρώγει τις ανθρώπινες καρδιακές σάρκες.
Ύστερα, έφεραν καλεσμένο
ν' απομυζήσει τα απομεινάρια όποιας πρώιμης ευτυχίας.
Ο άρχοντας πόνος, ο ευεργέτης της δύναμης.
Η αποσύνθεση προηγείται της δημιουργίας
σαν μια καταδικασμένη προϋπόθεση της εξέλιξης.
Μετά το πέρας της κρίσιμης στιγμής,
χρυσοκίτρινες καμπάνες σήμαναν
το εγερτήριο λίκνισμα των ανθισμένων κόπων.
Το άκουσμα τους, η άμυνα στην απειλή.
Τρεμάμενο το χέρι του εγκλήματος
παραδόθηκε σ' έναν χορό σαγηνευτικό,
γνωστό ως "το φινάλε της συνείδησης".
Με κόπο άφησε το μαχαίρι να χτυπήσει με κρότο στο πάτωμα.
Η ταραχή του θορύβου ανατάραξε το λιμνάζον αίμα της καρδιάς.
Ο ακροβάτης της ζωής και του θανάτου επέστρεψε στη βάση του.
Κοίταξε το θεόρατο ύψος που τον χώριζε από το χάος
κάτω από τα πόδια του κι αναρίγησε.
Σήκωσε το κεφάλι ψηλά,
αντίκρισε το θεόρατο ύψος της αδιανόητης δύναμής του και σώπασε.
Αναγνωρίσιμη ως ατολμία η αδυναμία να αφαιρέσει μια ζωή.
Ή τόλμη;
Αναξιοποίητο απόθεμα αγάπης, το πόρισμα της δίκης.
Η πληγή κι η σωτηρία σε μία απόφαση.

Το ουράνιο τόξο

Μετάνιωσε η άνοιξη σαν έλειψαν οι ανθρώποι.
Θέλησε να παραιτηθεί στην έρμη μοναξιά της.
Μα άκουσε το φθινόπωρο το βροχερό της κλάμα
Κι απ' τα δεινά της σκέφτηκε να την ελευθερώσει.
«Όσο λυπούνται οι άνθρωποι στη θέση σου θα μείνω.
Μα όταν θα στάξουν οι καρδιές ξανά γλυκό το μέλι,
θα τρέξω σαν τον άνεμο γοργά να σε φωνάξω.
Για δε νοείται να φτιαχτεί μαγιάτικο στεφάνι
δίχως εσέ να τριγυρνάς με την καλοκαιριά σου,
να προϋπαντήσεις χαρωπά το ολόθερμο το θέρος».
Δάκρυσε πάλι η άνοιξη εμπρός στην καλοσύνη
Κι αμέσως αποκρίθηκε πως δε θ’ αποχωρήσει
«Μ' έχουν ανάγκη οι άνθρωποι, δεν τους εγκαταλείπω.
Μονάχα κράτα με γερά τα δάκρυα να στεγνώσω.
Στ’ άνθη μου με χαμόγελο του ήλιου να γυρίσω.
Σαν την ελπίδα ευαίσθητη, είμαι μα δεν πεθαίνω,
Σε μέρες ομορφότερες σκυτάλη εγώ πριν δώσω».
Τότε στα ουράνια φάνηκε δειλά χρωματισμένο
Το τόξο που η άνοιξη είχε για μόνο όπλο
Του ανθρώπου την απελπισιά με τούτο να σκοτώνει
Και να τον κάνει τη ματιά ψηλά να ορθώνει πάλι.
Κι αν για το βέλος του έρωτα κατάστηθα είναι ο στόχος
Μες την ψυχή, της άνοιξης, βγαίνει το ουράνιο τόξο.

Το παράθυρο

Τίποτα δε γίνεται φυλακή χωρίς τη θέλησή μας.
Ένα μικρό παράθυρο αρκεί.
Για να ονειρευτείς, να ταξιδέψεις, να ερωτευτείς.
Ένας μικρός ελευθερωτής του μυαλού να σου επιτρέπει
ν' ατενίζεις τον ορίζοντα της έμπνευσης.
Τότε όλα τα ανέφικτα γίνονται εφικτά
κι όλα τα μακρινά γεμίζουν την αγκαλιά σου.
Νοητά για το σώμα, αληθινά για την ψυχή.
Όλα χωρούν στη θέα ενός παραθύρου.

Μες στην ομίχλη

Δύσκολοι καιροί.
Θολωμένες ματιές,
καρδιές και πνεύματα.
Μα κάπου εκεί,
ένα πουλί τιμά τη φύση του
και συνεχίζει να πετά ελεύθερο
μες στην ομίχλη.
Τη σχίζει στα δυο και διαπερνώντας τη,
κάνει τη δήλωσή του.
«Δε με σκιάζει το ημίφως,
όσο γνωρίζω πού να βρω το φως».
Δες το.
Δεν προσπαθεί καν.
Δεν το νοιάζει η μοναξιά.
Προχωρά κι ανδρειώνεται.
Το μόνο που χρειάζεται είναι να θυμάται
πως τα φτερά του υπάρχουν
για να μπορεί να τιμά τη φύση του.

Για μια θέση αδειανή

12 Φεβρουαρίου, 2020,

Εκείνη την άδεια θέση μέσα μου, πες μου πώς θα τη γεμίσω;
Εκείνη που σαν σε γνώρισα έπλασα με κάθε κύτταρο αγάπης
που παλλόταν για χάρη σου.
Δεν είναι θρόνος.
Δεν είναι καν ένα άνετο κάθισμα.
Είναι απλά μια παλιά ξύλινη καρέκλα από αυτές
που αγκαλιάζουν παράδοξα το σώμα σου μόλις καθίσεις.
Μα ήταν μόνο για σένα.
Τώρα την έβαψα.
Μαύρη σαν την καρδιά μου.
Στη θέση σου έβαλα την ελπίδα μου.
Να τη ζεσταίνει μέχρι να γυρίσεις.
Αν γυρίσεις.
Ξέρω πως δεν ευθύνεσαι εσύ γι' αυτήν.
Εγώ την έφτιαξα.
Αν αποδειχτεί πως έκανα λάθος,
ας γίνει η ψυχή μου φωτιά και ας την κάψει.
Ας μείνει η στάχτη της να σκεπάσει την εικόνα σου.
Μέχρι να βρω τη δύναμη,
για μια θέση αδειανή, να ξαναγεννηθώ.


1 2