Tag

ελπίδα

Το νερό της θλίψης

Αχόρταγη η θλίψη, πρώτα φωλιάζει στην καρδιά.
Ύστερα περιμένει στωικά,
ώσπου η παλίρροια των δακρύων να σωπάσει τον λόγο,
για να σου κλέψει και την τελευταία ανάσα ζωής.
Όμως, τα μάτια στέκουν πιο ψηλά.
Μήπως την ύστατη στιγμή, ξυπνήσει η ελπίδα στην ψυχή,
στραγγίξει τα δάκρυα και σου δώσει τη δύναμη
να σηκώσεις το κεφάλι έξω από το πικρό νερό της θλίψης.
Άνοιξε, λοιπόν, τα μάτια και κοίτα τη ζωή κατάματα.
Βγες από τη θλίψη.
Μια ανάσα υπόθεση είναι.
Μια ανάσα ελπίδας.

Η αλλαγή

Τόσα χρόνια ζούσε στο ψύχος.
Όμως η καρδιά του αναζητούσε τη θέρμη.
Η καρδιά ζει από τη θέρμη.
Χωρίς αυτήν αποπροσανατολίζεται.
Στο ψύχος μουδιάζει.
Εκείνος είχε την αίσθηση πως όλα είχαν παγώσει.
Το μυαλό, οι αισθήσεις, το σώμα του.
Όλα.

Μόνο η θέληση του έμενε.
Να βρει τη θέρμη.
Να ζεστάνει ξανά την καρδιά του.
Το σκοτάδι τον είχε βαρύνει πολύ.
Τόσο πολύ που ακόμα κι ο θυμός του,
βαρύς σαν μολύβι, τον καταπλάκωνε.

Δεν μπορούσε να ξεσπάσει.
Να πετάξει το βάρος.
Θαρρείς κι ήταν παλτό που του φορτώσαν
κι ένιωθε ότι το χρειαζόταν
μέχρι να βρει τρόπο και κουράγιο να ζεσταθεί.

Το σκοτάδι του επέτρεψε
να διατηρήσει για χρόνια μέσα του μια φλόγα μόνο.
Τη φλόγα της ελπίδας.
Το σκοτάδι τρέφεται από αυτήν.
Και τη συντηρεί για να φαίνεται μεγαλόπρεπο μπροστά της.
Τρέφεται από την ψευδαίσθηση ότι είναι μεγάλο κι εκείνη μικρή.
Ότι υπερτερεί.
Δεν την αφήνει όμως να δυναμώσει.
Φοβάται ότι θα χαθεί στη θέα του φωτός της.
Γιατί γνωρίζει ότι όσο μικρή κι αν είναι, δεν παύει να είναι φως.

Εκείνος είχε τόσο φως στην καρδιά του.
Τόσο που η καλοσύνη του άγγιζε
και αγκάλιαζε όποιον βρισκόταν κοντά του.
Πάντα έδινε.
Έπαιρνε τη φλόγα και την έκανε φωτιά
για να ζεστάνει όποια ψυχή πονούσε.
Κι ας είχε εκείνος το ψύχος τριγύρω.
Κι ας τον πονούσε που η θερμή για εκείνον ήταν μακριά.
Η αγάπη της καρδιάς του ήταν βάλσαμο για τους άλλους.
Εκείνον τον κρατούσε μονάχα η υπομονή.

Όμως τώρα είχε μουδιάσει.
Το βάρος πολύ.
Ο δρόμος μακρύς.
Η φλόγα μέσα του.
Η θέληση του, ήταν η μόνη θέρμη του.
Το ψύχος είχε φύγει πια.
Το σκοτάδι είχε απομακρυνθεί,
γιατί εκείνος έφυγε.
Δραπέτευσε.
Ελευθερώθηκε.
Όμως αυτό το μούδιασμα του έκοβε τα πόδια.

Έκανε να ανασηκωθεί,
μήπως βγάλει το παλτό, μα έπεσε πάλι.
Κανείς τριγύρω.
Τα μάτια του θολά ακόμα από το κρύο.
Δεν ήξερε καν αν έβλεπε.
Δοκίμασε πάλι.
Πτώση ξανά.
Μα δεν παραιτήθηκε.
Η θέληση του δυνατή.
Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να πέσει και τρίτη φορά.
Δεν είναι μόνο ότι δε θα του άξιζε.
Είναι ότι ο μόνος δρόμος πια για εκείνον ήταν προς τα επάνω.
Μα το μούδιασμα θέλει χρόνο για να φύγει.
Να κυλήσει ξανά το αίμα στο σώμα και να φτάσει στην καρδιά.
Χρόνο και κίνηση.
Να μην σταματά να κινείται.

Αυτό είχε κατά νου.
Η κάθε μικρή κίνηση να φέρει αλλαγή.
Την αλλαγή που τόσο χρειαζόταν.
Η απότομη μεταφορά από το ψύχος στη θέρμη
θα έκαιγε την καρδιά του.
Το γνώριζε καλά και δεν θα το επέτρεπε ούτε αυτό.
Η άσκηση της υπομονής του τόσα χρόνια τον είχε μάθει να περιμένει.
Τώρα δε θα ήταν πια μάταιο.
Δε θα ήταν ψεύτικη η ελπίδα του.
Τώρα πια θα μεγάλωνε τη φλόγα του για εκείνον.
Για την καρδιά του.
Αυτή ήταν η αλλαγή που χρειαζόταν.

Ο τελευταίος αγώνας

17 Δεκεμβρίου, 2018

Βυθίζομαι. Παλεύω να βγω στην επιφάνεια μα οι αλυσίδες με προφταίνουν. Ξαφνικά βρίσκω ένα βράχο μέσα στη θάλασσα. Τρέχω, αγωνίζομαι. Με όση δύναμη μου έχει απομείνει. Αρχίζω να σκαρφαλώνω. Τα βράχια είναι απότομα και κοφτερά. Ματώνω. Μα δε σταματώ. Χάνω βήματα και ξαναπέφτω.
Με τραβά το σκοτάδι του βυθού κοντά του.

Αντιστέκομαι. Χωρίς δυνάμεις πια. Απορώ με τον εαυτό μου. Δεν ξέρω αν τον αγαπώ ή τον σιχαίνομαι αλλά είναι το μόνο που έχω. Δεν μπορώ να ακούσω τη μελωδία της θάλασσας. Τα αυτιά μου έχουν βουλώσει. Το μόνο που ηχεί είναι ο βόμβος της προσπάθειας μου μέσα στο νερό. Δεν μπορώ να δω καθαρά. Τα μάτια μου έχουν πονέσει από το αλάτι. Δεν μπορώ να σκεφτώ. Μόνο αγωνίζομαι. Δεν μπορώ ούτε να ονειρευτώ ούτε να νιώσω. Όλα έχουν νεκρώσει από την κούραση. Τι με κρατάει στη ζωή; Αναρωτιέμαι.

Ξαφνικά βλέπω ένα δελφίνι. Είναι μικρό. Ίσα που κολυμπά. Όμως προσπαθεί. Μαθαίνει. Δεν παραιτείται. Είμαστε στην ίδια κατάσταση. Μόνο που αυτό είναι στο περιβάλλον του και το έχει αποδεχτεί. Και πάνω που πήγα να βρω την ελπίδα, άρχισα να χάνω την ανάσα μου. Μέσα στον πανικό μου να προλάβω να ανέβω, βλέπω το μικρό δελφίνι να έρχεται προς το μέρος μου και να προσπαθεί να με σπρώξει προς τα πάνω. "Μα είναι τόσο μικρό, πως θα τα καταφέρει;" πρόλαβα να σκεφτώ.

Όμως πριν το καταλάβω βρέθηκα να παίρνω την τόσο ζωογόνα ανάσα που χρειαζόμουν. Το δελφίνι με είχε βοηθήσει. Και να η απάντηση μπροστά μου. Ένα άγγιγμα αγάπης φτάνει να σε βγάλει από το βυθό ακόμα και χωρίς δύναμη. Φτάνει η αγάπη.
Φτάνει.
Η αγάπη.


Ο Κήπος της ψυχής

6 Οκτωβρίου, 2017

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν τρεις σοφοί συγγραφείς. Ήταν φίλοι αγαπημένοι και μαζεύονταν συχνά, πότε στο σπίτι του ενός, πότε στου άλλου και έγραφαν. Είχαν γράψει τόσα πολλά που είχαν γεμίσει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με τα βιβλία τους! Πότε έγραφαν αστυνομικές περιπέτειες, πότε ιστορικά κείμενα και βιογραφίες, πότε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Άλλοτε πάλι έγραφαν κοινωνικά μυθιστορήματα, άλλοτε θεατρικά έργα και άλλοτε έκαναν ολόκληρες επιστημονικές μελέτες. Ποτέ όμως, σ' όλη τους τη συγγραφική ζωή δεν είχαν γράψει ένα παραμύθι.

Μια μέρα λοιπόν, καθώς είχαν μαζευτεί για να ξεκινήσουν ένα νέο βιβλίο, ο ένας από τους τρεις ήταν μελαγχολικός.

"Τι έχεις φίλε μας και είσαι τόσο συννεφιασμένος; Τι σου συμβαίνει;" τον ρώτησαν οι άλλοι δύο.

"Να... χτες όλο το βράδυ προσπαθούσα να βρω μια ιδέα για το τι θα είναι το επόμενο έργο μας" απαντάει.

"Και λοιπόν"; ξαναρωτούν.

"Να... αναλογίστηκα ότι έχουμε γράψει τόσα βιβλία, τόσα δοκίμια μέχρι και εγχειρίδια και άρθρα, αλλά ποτέ δεν γράψαμε ένα παραμύθι."

"Μα τα παραμύθια είναι για παιδιά!" παρατήρησε ο δεύτερος.

"Ναι, αλλά αν θέλουμε να λεγόμαστε συγγραφείς πρέπει να γράφουμε για όλους και στον κόσμο μας δεν υπάρχουν μόνο μεγάλοι. Υπάρχουν και παιδιά."

"Έχεις δίκιο λοιπόν! Ας γράψουμε ένα παραμύθι!" πρότεινε ο τρίτος με ενθουσιασμό.

"Μα πώς γράφεται ένα παραμύθι;" ρώτησε ο δεύτερος.

"Αυτό αναρωτιόμουν κι εγώ χτες βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω απάντηση. Γι' αυτό είμαι μελαγχολικός" ξαναείπε ο πρώτος.

"Μην είστε ανόητοι!" πετάχτηκε ο τρίτος. "Ένα παραμύθι είναι πολύ εύκολο να γραφτεί! Απλά χρειάζεται μια όμορφη ιστορία και στο τέλος ένα ηθικό δίδαγμα!" πρόσθεσε γεμάτος αυτοπεποίθηση.

"Και πώς βγαίνει ένα ηθικό δίδαγμα;" απόρησε ο δεύτερος.

"Μα είναι απλό αγαπητοί μου φίλοι! Θα βρούμε τι θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά και αυτό θα βάλουμε ως ηθικό δίδαγμα!" απάντησε αμέσως ο τρίτος.

"Τι όμως θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά;" αναστέναξε μελαγχολικά ο πρώτος.

"Αυτό που θα τους διδάξουμε θα πρέπει να είναι κάτι όμορφο, όπως το να αγαπούν τα ζώα ή να είναι ευγενικοί" είπε συλλογιζόμενος ο δεύτερος.

"Σαφώς! Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν πώς να κάνουν όμορφα πράγματα, ώστε όταν μεγαλώσουν να γίνουν καλοί άνθρωποι για την κοινωνία. Διότι μια καλή κοινωνία αποτελείται από καλούς ανθρώπους" τόνισε ο τρίτος.

"Σωστά! Μα... έχουν γραφτεί χιλιάδες παραμύθια και έχουν διδάξει πολλά όμορφα πράγματα στα παιδιά. Όμως η κοινωνία μας δεν έχει γίνει καλύτερη. Γιατί τα παιδιά όταν γίνουν μεγάλοι ξεχνούν τα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών και δεν τα ακολουθούν στη ζωή τους" είπε με δισταγμό ο δεύτερος.

"Μα φυσικά! Αυτό είναι! Πώς δεν το είχα σκεφτεί! Όταν γίνουν μεγάλοι θεωρούν ότι τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά, όπως είπες κι εσύ στην αρχή! Άρα παύουν να πιστεύουν και στα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών!" είπε ο πρώτος.

"Όπως παύουν να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη" πρόσθεσε ο δεύτερος.

"Ακριβώς! Άρα αυτό που θα πρέπει να διδάξουμε στα παιδιά είναι πως να παραμείνουν παιδιά!"

Ο τρίτος, που άκουγε τόση ώρα σιωπηλός, κοίταξε τους άλλους δύο με νόημα και είπε με σιγανή φωνή:

"Τότε θα πρέπει να γράψουμε την ιστορία της καρδιάς και του εγκεφάλου."

Έτσι κι έγινε. Κάθισαν γύρω από το μεγάλο τραπέζι τους, πήραν τα χαρτιά και τα μολύβια τους και ξεκίνησαν:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ένα κορίτσι που το έλεγαν Καρδιά τριγύριζε χαρωπά μέσα σε έναν πανέμορφο κήπο γεμάτο με τα πιο σπάνια άνθη. Τον κήπο της Ψυχής. Είχε κατακόκκινα μακριά μαλλιά και χόρευε συνεχώς με ρυθμό. Δεν σταματούσε ποτέ να χορεύει και να περιποιείται τα άνθη του κήπου της Ψυχής. Μια μέρα, όταν η Καρδιά ήταν πια κοπέλα, ένας άγνωστος περαστικός από τον κήπο της, την πλησίασε και την ρώτησε: "Καλή μου κοπέλα, μήπως μπορώ να κόψω ένα από τα τόσο όμορφα άνθη σου για να ομορφύνω τον κήπο μου;" "Ποιός είσαι εσύ;" απάντησε τρομαγμένη η Καρδιά. "Με συγχωρείς. Ξέχασα να συστηθώ. Με λένε Εγκέφαλο και ζω στον κήπο του Νοός. Όμως έχω παντρευτεί μια γυναίκα ανοικοκύρευτη και ακαμάτρα και δεν φροντίζει καθόλου τον κήπο μας. Σκέψη τη λένε. Μόνο να βλέπει, να ακούει και να κουτσομπολεύει τους άλλους κήπους τη νοιάζει. Παλιά δεν ήταν έτσι. Παλιά ήταν καλή και στοργική και ο κήπος μας ήταν όμορφος σαν τον δικό σου. Αλλά από τότε που άρχισε να ακούει τις συμβουλές του Εγωισμού, του γερομάγου του διπλανού χωριού, δεν μπορώ να τη συμμαζέψω. Γι' αυτό σου λέω, δώσε μου καμιά ρίζα να βάλω κι εγώ στον κήπο μου γιατί έχει μαραθεί τελείως." Η Καρδιά γενναιόδωρη και καλοσυνάτη όπως ήταν, ξερίζωσε και έδωσε στον Εγκέφαλο μερικά από τα ομορφότερα άνθη του κήπου της. Εκείνος την ευχαρίστησε και έφυγε.

Μετά από λίγες μέρες, να σου τον πάλι ήρθε και της ξαναζήτησε λουλούδια. Εκείνη του ξαναέδωσε με χαρά. Τον επόμενο μήνα ξαναήρθε και τον μεθεπόμενο, μέχρι που έφτασε να επισκέπτεται τον κήπο της Ψυχής σχεδόν κάθε μήνα. Η Καρδιά παρατήρησε ότι όσο ξερίζωνε τα λουλούδια της, τόσο πιο περίεργος γινόταν ο χορός της. Άλλες φορές πιο γρήγορος, άλλες πιο αργός. Κάποιες φορές μάλιστα ένιωθε να την πονούν τα πόδια της και δεν είχε καν κουράγιο να φροντίσει τον κήπο της. Όμως δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να χαρίζει δώρα στον επισκέπτη της.

Μετά από μερικούς μήνες, όταν ξαναήρθε ο Εγκέφαλος, η Καρδιά έτρεξε αμέσως να του προσφέρει νέες ρίζες. Τότε, έκπληκτη και έντρομη, είδε ότι είχε ήδη ξεριζώσει όλα τα άνθη του κήπου της Ψυχής και δεν είχε μείνει ούτε ένα! Ένιωσε το αίμα να φεύγει από επάνω της και τα μαλλιά της άσπρισαν! Έπεσε τότε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. "Τι έκανα η τρελή!! Τι έκανα!" άρχισε να φωνάζει. Ο Εγκέφαλος την άκουσε και έτρεξε να δει τι συνέβη. Κάτασπρη σαν το χιόνι όπως ήταν, την είδε και τρόμαξε. "Τι έπαθες; Τι σου συνέβη;" ρώτησε προσπαθώντας να την συνεφέρει. "Τα λουλούδια μου! Έκοψα όλα τα λουλούδια μου!" είπε εκείνη με δάκρυα στα μάτια. "Μην ανησυχείς! Θα φυτρώσουν άλλα!" την παρηγόρησε. "Εσύ φταις!" θύμωσε η Καρδιά. "Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα είχα κόψει τα λουλούδια μου! Κοίτα τώρα τον κήπο μου! Άδειασε! Πώς θα ζήσω! Δεν έπρεπε να σε εμπιστευτώ! Δεν έπρεπε!" ψέλλισε με αναφιλητά. "Καλή μου Καρδιά, θα σου πω ένα μυστικό. Η Σκέψη είχε καταστρέψει όλα τα λουλούδια του κήπου μας εδώ και καιρό. Όταν δεν είχε μείνει πια ούτε ένα πήγα να συμβουλευτώ τη Συνείδηση, την καλή νεράιδα της χώρας. Βλέπεις, τα άνθη του κήπου του Νοός αν ξεριζωθούν δεν ξαναφυτρώνουν. Τα άνθη όμως του κήπου της ψυχής, όσο και να τα κόβεις ξανανθίζουν. Γι' αυτό χρειαζόμουν τη βοήθεια σου. Όμως τον τελευταίο μήνα πήγα να ξαναδώ τη Συνείδηση και μου είπε πως τα άνθη της ψυχής ξαναφυτρώνουν μόνο όταν τα κόβεις, όχι όταν τα ξεριζώνεις. " "Τότε πάει, καταστράφηκε ο κήπος μου! " απογοητεύτηκε η Καρδιά. "Μην βιάζεσαι. Όταν είπα στη Συνείδηση ότι σου ζήτησα να μου δώσεις ρίζες από τα φυτά σου, με μάλωσε γι’ αυτήν την ανοησία μου και μου ζήτησε να επανορθώσω για αυτό μου το σφάλμα, αλλιώς δεν θα με άφηνε ήσυχο. Βλέπεις η Συνείδηση είναι καλή νεράιδα, αλλά γίνεται πολύ αυστηρή όταν σφάλλεις. Όταν, λοιπόν, τη ρώτησα πως μπορούσα να επανορθώσω, κούνησε το μαγικό της ραβδί και εμφανίστηκε αυτό το αξιοθαύμαστο και σπάνιο λουλούδι! " είπε ο Εγκέφαλος και το πρόσφερε στην Καρδιά. Εκείνη σταμάτησε αμέσως τα κλάματα και θαύμασε "Τι όμορφο που είναι! ". "Μου είπε ότι λέγεται Ελπίδα και είναι το πιο ανθεκτικό από όλα τα άνθη. Είπε επίσης πως αν το φυτέψεις θα ξαναφυτρώσουν όλα τα ονειρεμένα άνθη που είχες στον κήπο σου! Αυτό θα φροντίσει για όλα! " "Σ ’ευχαριστώ! " είπε ευγενικά η Καρδιά. "Και κάτι ακόμα! Μου έδωσε αυτή τη μαγική χρυσή σκόνη για να λούσεις τα μαλλιά σου. Είναι η χρυσόσκονη της Αγάπης. Αν λουστείς μ’ αυτήν, κανείς δεν θα μπορεί να σε εξαπατήσει και τα μαλλιά σου δεν θα χάσουν ποτέ ξανά το χρώμα τους. Θα γίνουν χρυσά σαν τον ήλιο και θα απολαμβάνουν το φως και τη θέρμη τους όλοι όσοι έρχονται κοντά σου! " "Σ’ ευχαριστώ και πάλι", είπε η Καρδιά και έτρεξε να φυτέψει την Ελπίδα στον κήπο της Ψυχής και να λουστεί με την Αγάπη, για να μην μπορεί ποτέ πια κανείς να την πληγώσει.»


Άφησαν κάτω τα μολύβια και κοιτάχτηκαν με μια αίσθηση ικανοποίησης και ολοκλήρωσης.

"Όμως… Δεν γράψαμε το ηθικό δίδαγμα!" είπε ο δεύτερος.

"Νομίζω ότι τα «παιδιά» θα καταλάβουν" είπε ο πρώτος.

"Κι εγώ το ίδιο!" συμφώνησε ο τρίτος.

1 2