Tag

έρωτας

Πώς ταξιδεύει η αγάπη;

20 Ιανουαρίου, 2020

Άνοιξα τα μάτια μου και σε είδα. Νωχελικά, είχες αγκαλιά το μαξιλάρι σου και μοιραζόσουν μαζί του τα όνειρά σου. «Άραγε να βρίσκομαι κάπου εκεί ανάμεσα ή οι έγνοιες της καθημερινότητας να με έχουν εκτοπίσει;» με καλημέρισε μια σκέψη.

Χαϊδεύω το πλάι του πρόσωπο σου, σαν να θέλω να βάλω όλη μου την αγάπη σ' ένα μόνο άγγιγμα. Ξυπνάς και με κοιτάς με ένα νυσταγμένο χαμόγελο που ψιθυρίζει «καλημέρα αγάπη μου» χωρίς καν να μιλήσεις. Ανοίγεις αμέσως τα χέρια σου να με πάρεις αγκαλιά για να μοιραστούμε αυτές τις λίγες στιγμές που χωρίζουν τα όνειρα της νύχτας από την πραγματικότητα της ημέρας. Δεν αναρωτιέμαι πια αν υπάρχω στα όνειρά σου. Είμαι μέρος της ζωής σου κι αυτό μου φτάνει. «Όταν μπορείς να ζεις τ' όνειρό σου, τι να τα κάνεις τα όνειρα;» σκέφτομαι και χαμογελώ.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στις πρώτες σκέψεις που έβαλαν τα γρανάζια του μυαλού σε λειτουργία, πήρα μια απόφαση. Ν' αφιερώσω τη μέρα σε σένα. Διακριτικά, σε παρατήρησα καθώς ντύθηκες, κάνοντας όλες αυτές τις μικρές καθημερινές κινήσεις.

«Πώς γίνεται να είμαι ερωτευμένη με το πώς φοράει τη μπλούζα του;» απόρησα.

«Μα στα μικρά δε φωλιάζει ο έρωτας; Εκεί γεννιέται και σιγά σιγά απαιτεί διακαώς να κατοικήσει στα μεγάλα» μου ήρθε μια απάντηση από την καρδιά.

«Πες το ψέματα!» απάντησα ασυναίσθητα.

Αργότερα, σε κοιτώ ενώ πίνεις, σχεδόν βιαστικά, τον καφέ σου. Βλέπω τις σκέψεις να περνούν αστραπιαία από το μυαλό σου και να καθρεφτίζονται στην έκφραση σου που μένει σταθερά προβληματισμένη. Σου πιάνω το χέρι και μ' ένα χαμόγελο σου δίνω όση δύναμη μπορώ για να τα βγάλεις πέρα. Πρέπει να φύγεις. Μ' αποχαιρετάς μ' ένα φιλί κι απομακρύνεσαι.

Όσο λείπεις κάνω όμορφες σκέψεις. Θυμάμαι όσα έχουμε μοιραστεί όλα μας τα χρόνια μαζί. Διακοπές, ρομαντικές στιγμές, τις πρώτες μας φορές σε διάφορες κοινές εμπειρίες, δυσκολίες που ξεπεράσαμε ενωμένοι, τη γέννηση του παιδιού μας και όσα ακόμα ονειρευόμαστε να ζήσουμε μαζί. Πού και πού χαμογελώ και προσπαθώ να σου στείλω την αγάπη που αντλώ από τις αναμνήσεις, ευχόμενη να τη λαμβάνεις. Σε νιώθω κοντά μου κι ας λείπεις. Όσο λυπηρή είναι μια άδεια παρουσία δίπλα σου, τόση πληρότητα σου δίνει η εν απουσία παρουσία.

Το απόγευμα επιστρέφεις. Σε ρωτάω πώς πήγε η μέρα σου.

«Χάλια…» μου απαντάς.

Πριν βιαστώ να ενδιαφερθώ για τα περαιτέρω, με διακόπτεις.

«Να σου πω κάτι περίεργο όμως σήμερα; Εκεί που πήγαινα να νευριάσω με κάτι, ν' απογοητεύω ή ν’ αφήσω έστω την κούραση να με καταβάλει, σαν κάτι να ένιωθα που με συνέφερε. Μια μικρή ανάσα που χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή, έτσι ξαφνικά να με αναζωογονεί. Περίεργο!».

Χαμογέλασα. Δε μίλησα. Δεν είχε νόημα να σου εξηγήσω. Είχες λάβει την αγάπη μου κι αυτό είχε σημασία.

«Πώς ταξιδεύει η αγάπη;» σκέφτηκα με μια πληρότητα να με γαληνεύει.

Έβαλα φωνή στη σκέψη μου και σε ρώτησα. Σου φάνηκε παράξενο που δε συνέχισα τη συζήτηση με κάποιο σχόλιο. Όμως, όπως πάντα, έσπευσες να ενδιαφερθείς και να με συντροφεύσεις στη νέα μου αυτή αναζήτηση.

«Πώς ταξιδεύει η αγάπη!» επανέλαβες. «Πολύ καλή ερώτηση! Φαντάσου πως η αγάπη είναι σαν το φως. Υπάρχει παντού. Κι ο άνθρωπος έχει μια κεραία μέσα του που λαμβάνει και εκπέμπει αντίστοιχα τα σήματα της μέσα από αυτήν. Ε, τι λες;» με ρώτησες με ενθουσιασμό.

«Να φανταστώ πως αυτή η κεραία είναι η καρδιά;».

«Δεν ξέρω! Μάλλον. Δηλαδή ναι. Η καρδιά πρέπει να είναι!».

Το βλέμμα σου ταξίδευε. Ήταν φανερό πως σου άρεσε. Πάντα απολάμβανες τις συζητήσεις μας, όσο κουρασμένος κι αν ήσουν. Πάντα πρόθυμος. Τότε είδα τον έρωτα να αιωρείται από τα μικρά στα μεγάλα. Εκεί που συναντά την αγάπη. Είναι εκείνα τα στοιχεία του ανθρώπου που έχεις απέναντι σου, που τον κάνουν μοναδικό στα μάτια σου. Αυτά που σου ταιριάζουν σαν δεύτερη φύση. Ο έρωτας, σαν μικρός αδιάκριτος ντετέκτιβ, έχει αναλάβει να τ’ ανακαλύψει. Παρουσιάζει, έπειτα, μια λεπτομερή έκθεση της έρευνας του στην καρδιά κι εκείνη αυτόματα ανοίγει τις κεραίες της για να εκπέμψει και να λάβει αγάπη.

Σου ανέλυσα τη θεωρία μου και συνεχίσαμε να συζητάμε συνεπαρμένοι μέχρι τα μεσάνυχτα. Νυσταγμένοι πια, ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Άνοιξες πάλι την αγκαλιά σου και μ' άφησες να βολευτώ στη «θέση» μου. Όταν σε κοίταξα, είχες κλείσει τα μάτια, μα το χαμόγελο, διάπλατο ακόμα στα χείλη σου, φανέρωνε την ευτυχία σου.

Μ’ αυτήν την αγαπημένη εικόνα, έκλεισα κι εγώ τα μάτια μου. Δε με απασχολούσε τι όνειρα θα δω. Τ’ όνειρο μου με κρατούσε κι ήταν στο πλάι μου. Η αγάπη είχε ταξιδέψει γι' άλλη μια μέρα εκεί που ο έρωτας της έδειξε πως χωρά. Στα μεγάλα, μα τόσο απλά.

Τα ηλικιωμένα ζευγάρια του αιώνιου εφηβικού έρωτα

5 Ιανουαρίου, 2020

Όταν η αγάπη είναι αμοιβαία, αληθινή και ανιδιοτελής, οι δοκιμασίες της ζωής φέρνουν πιο κοντά το ζευγάρι. Χτίζουν ένα δέσιμο που δύσκολα ο εγωισμός μπορεί να λύσει. Ακόμα κι αν χαθεί η αίγλη κι η μαγεία των πρώτων ραντεβού. Ακόμα κι αν σου έχει αποκαλυφθεί το πραγματικό πρόσωπο του ανθρώπου που έχεις δίπλα σου, χωρίς φτιασιδώματα και άμυνες.

Όταν επιλέγεις να μείνεις γιατί "αυτός είναι ο άνθρωπος σου", ο έρωτας δε χάνεται. Η καρδιά που χτυπά για μιαν άλλη, δεν υπολογίζει εμπόδια. Όταν τα χρόνια περάσουν, οι δυσκολίες σκοτώνουν τον έρωτα και τον ανασταίνουν ως αγάπη. Τότε είναι που ζει αιώνια στην πιο ζεστή αγκάλη της καρδιάς, προστατευμένος από πληγές και βέλη.

Ο κόσμος που έχτισε η αγάπη

Δώσε μου λίγο χρόνο και θα σου ζωγραφίσω με την πένα μου
έναν κόσμο που δε φαντάστηκες ποτέ.
Μα θα είναι ολότελα δικός σου.
Μέσα από τις πιο κρυφές πτυχές σου θα ανοίξω την πόρτα.
Θα στρώσω δρόμους από τις αποφάσεις
που δεν τόλμησες ποτέ να πάρεις.
Θα χτίσω σπίτια καταφύγια για τα συναισθήματα
που δεν αντιμετώπισες, μα έθαψες βαθιά.
Θα απλώσω έναν ουρανό γαλάζιο
σαν την αύρα των ματιών σου όταν μου λένε σ'αγαπώ.
Ο ήλιος που θα τον φωτίσει θα είναι παρμένος από τη φωτιά του έρωτα μου
κι οι αχτίδες του τα χέρια μου όταν χαϊδεύουν το πρόσωπο σου
μόλις έχεις ξυπνήσει.
Το θρόισμα του αέρα θα πνέει από τα λόγια μου
που θα σου ψιθυρίζουν όλον τον πλούτο της καρδιάς μου που σου ανήκει.
Η θάλασσα! Πώς θα μπορούσε να λείπει η θάλασσα;
Με τα πελάγη της γεμάτα από τη δροσιά των δακρύων μας.
Δάκρυα συγκίνησης και πόνου σε μια αιώνια μάχη εξορκισμού.
Θα φτιάξω ορίζοντα την αγκαλιά σου,
που σαν ανοίγει γίνεσαι εσύ το μόνο που θέλω να κοιτώ,
με μάτια που έπειτα κλείνουν από ευτυχία.
Μόνο ανθρώπους μη μου ζητήσεις να βάλω.
Αυτός ο κόσμος χώρα μόνο εσένα.
Είναι ο κόσμος που έχτισε η αγάπη μου.

Αθέλητη πληγή

Αν επέλεξα να είσαι όλα αυτά που για μένα σημαίνει η αγάπη,
τότε ακόμα κι ο πόνος που θα με κεράσεις θα γίνει βάλσαμο.
Γιατί για να σε θέλει η ψυχή μου και να γεμίζει από την αγάπη σου,
σημαίνει πως ό,τι κι αν κάνεις που να με πληγώσει, θα είναι άθελά σου.
Έχω, λοιπόν, μέσα μου κρυμμένη πάντα μια συγχώρεση για σένα.
Όπως ξέρω ότι έχεις κι εσύ για μένα μία φυλαγμένη.
Γιατί πιο πολύ από όλα μετράει η πρόθεση στον άνθρωπο.
Όποιος πληγώνει σκόπιμα δεν ξέρει ν’ αγαπά.
Μα όποιος ξέρει ν’ αγαπά, γνωρίζει πως και να πληγώσει άθελά του,
θα έχει το γιατρικό της αγάπης του για να γιατρέψει την πληγή.
Πλάσμα των αντιθέσεων είναι ο άνθρωπος.
Αν είναι λοιπόν να γευτώ την ευτυχία και τον πόνο από το ίδιο πρόσωπο,
δε θέλω να είναι από κάποιον που θα γκρεμίζει την ευτυχία μου συνεχώς για να την κάνει πόνο.
Προτιμώ να τα γευτώ από εκείνον που θα παλεύει συνεχώς,
τον όποιο πόνο μου να τον μετουσιώνει σε ευτυχία.
Αυτό είναι αγάπη.
Ακόμα και τον πόνο που ο ίδιος προκάλεσες,
να έχεις τη δύναμη να τον κάνεις χαμόγελο στα χείλη του άλλου.

Ανεκπλήρωτοι έρωτες που έγιναν φιλίες

8 Οκτωβρίου, 2019

Είναι αυτοί οι έρωτες που μένουν ανεκπλήρωτοι, γιατί ποτέ δεν ήταν η μοίρα τους να φέρουν το «μαζί» ως αίσιο τέλος. Είτε ήταν μονομερείς, είτε από απόσταση, είτε απαγορευμένοι. Για λόγους κοινωνικούς, ηθικούς, συναισθηματικούς, υλικούς.

Στους μονομερείς, ο ένας κρατά τον έρωτα του κρυφό γιατί δεν τολμά να αποκαλύψει στον σημαντικό άλλο που έχει απέναντι του, πως αυτό που επιθυμεί η καρδιά και το κορμί του είναι κάτι παραπάνω από φιλία. Ότι έχει μια φλόγα που σιγοκαίει με την προσμονή της ανταπόκρισης κάθε εικόνα και κάθε όμορφη στιγμή που μοιράζονται. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν ο ερωτευμένος έχει αποκλείσει τη θετική απόκριση που επιθυμεί, η αγάπη του για τον άλλον άνθρωπο τον οδηγεί στη φιλία, ως το μόνο μέσο να τον κρατήσει στη ζωή του. Η φιλία δένει ψυχές κι αυτό φαντάζει άκρως προτιμότερο από την απώλεια.

Στους έρωτες από απόσταση, αυτούς που δεν πρόλαβαν να πάρουν σάρκα και οστά, λείπει η οικειότητα. Η αίσθηση του αγγίγματος, η ζεστασιά της αγκαλιάς και η θέρμη ενός φιλιού. Τι κι αν προσέγγισαν οι καρδιές, τι κι αν μοιράστηκαν τα συναισθήματα κι έγιναν αμοιβαία. Το εμπόδιο που άφησε αυτόν τον έρωτα ανεκπλήρωτο ήταν πιο δυνατό από την αγάπη. Αποφάσισαν, λοιπόν, να μείνουν φίλοι που θα μοιράζονται λέξεις για να γιατρέψουν, να βοηθήσουν, να νιώσουν, να μοιραστούν. Όσο οι λέξεις αυτές χορταίνουν την καρδιά, θα διαρκέσει κι η φιλία αυτή. Μα ένα ζωντανό άγγιγμα ενός τρίτου είναι ικανό σταδιακά να τη σβήσει.

Οι απαγορευμένοι έρωτες είναι πληγές. Έρωτες που αν εκπληρωθούν θα φέρουν την καταστροφή σε οικογένειες ολόκληρες. Γιατί δεν είχαν την τύχη να έρθουν στον σωστό χρόνο. Απαιτούν από τους ήρωες τους να κάνουν μεγάλες θυσίες για να γίνουν σχέσεις. Οι δεσμοί αίματος είναι που πονούν περισσότερο εκεί. Παιδιά που θα χωριστούν από τους γονείς μιας κατά τα άλλα φυσιολογικής οικογένειας, αδέρφια που θα πληγωθούν από τον έρωτα προς το ίδιο πρόσωπο. Θέλει μεγάλη τόλμη να τα διαλύσεις όλα για έναν έρωτα. Μα θέλει μεγαλύτερη δύναμη να τον κάνεις φιλία για να απολαμβάνεις την αγάπη του, χωρίς να πληγώσεις τους ανθρώπους που δεν έφταιξαν για τη φλόγα που καίει μέσα σου.

Πολλοί θα πουν πως είναι δειλία να αφήνεις έναν έρωτα ανεκπλήρωτο. Αν όμως γνωρίσεις τη δύναμη της αγάπης, θα καταλάβεις πως η αξιοπρέπεια του να αναλαμβάνεις την ευθύνη σου είναι μεγαλύτερη αρετή από το να ζήσεις απλά τον έρωτα σου. Η καρδιά δεν είναι αλάθητη εξάλλου. Πολλά τα παραδείγματα παθιασμένων ερωτών που κατέληξαν άδοξα.

Τίποτα στη ζωή δεν είναι τυχαίο και οι ανεκπλήρωτοι έρωτες έχουν πάντα κάτι να μας διδάξουν, αρκεί να μην επιτρέψουμε να μας καταβάλουν. Το κυριότερο μάθημα είναι πως η ζωή είναι μεγαλύτερη από τον έρωτα. Αν ο έρωτας είναι υποκειμενικός, η ζωή δεν είναι. Γιατί η ζωή είναι αγάπη.

Έρωτας και αγάπη – 4 εποχές

13 Σεπτεμβρίου, 2019

Είναι κάποιες φάσεις στη ζωή που μοιάζουν με χειμώνα. Το κρύο της μοναξιάς τυλίγει την καρδιά, η κούραση της παγωνιάς στο περιβάλλον βαραίνει την ψυχή, κι ένα πυκνό χιόνι απογοήτευσης καλύπτει κάθε διάθεση και όρεξη να τραβήξεις μπροστά. Όμως το τέλος κάθε χειμώνα φέρνει κάτι καινούριο.

Μόλις αρχίσει να σπάει ο πάγος και να ξεμουδιάζει το κορμί, μόλις η ζεστασιά αρχίσει να σου θυμίζει ξανά το ποιος ήσουν κάτω από αυτό το βαρύ πέπλο του χειμώνα σου, αρχίζεις να στέκεσαι ξανά στα πόδια σου. Τότε είναι που ο έρωτας έρχεται να φέρει την άνοιξη.

Θα είναι ο έρωτας για μια τέχνη, για μια νέα κατάσταση, για έναν άνθρωπο. Θα είναι αυτό το δημιουργικό φτερούγισμα της καρδιάς που θα κάνει τα όνειρα σου να ανθίσουν ξανά. Θα έρθει τότε όχι μόνο γιατί το έχεις ανάγκη για να προχωρήσεις, αλλά και επειδή το έλκεις με τη στάση σου. Γιατί μόλις άρχισες να είσαι καλά με τον εαυτό σου και πάλι.

Ό,τι ζητάμε παίρνουμε σε αυτή τη ζωή. Ίσως όχι με τον τρόπο που το θέλουμε. Ο έρωτας δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι το μέσον για να φτάσουμε. Ο έρωτας είναι το ταξίδι. Φέρνει απόλαυση, δημιουργία, τόλμη, ομορφιά. Είναι το κίνητρο να φτάσεις στο καλοκαίρι. Να αποφέρεις καρπούς.

Είναι γλυκός ο έρωτας. Κι όταν τον διοχετεύεις σε κάτι μέσω της δημιουργίας μπορεί να μείνει διαχρονικός. Κι ας είναι στην ουσία εφήμερος. Ο καρπός που σε ώθησε να καλλιεργήσεις, θα σου θυμίζει πάντα τον έρωτα που πότισε το λουλούδι του. Κι εκεί στο καλοκαίρι σου θα ζήσεις τις καλύτερες στιγμές της ζωής σου. Αυτές που θα φτιάξουν τις αναμνήσεις που αξίζει να χαραχτούν μέσα σου, σαν γιατρικό για τις δύσκολες ώρες που θα ξανάρθουν.

Αφού έχεις νιώσει τον έρωτα κι έχεις δοκιμάσει λοιπόν τους καρπούς του, έρχεται η αγάπη. Γιατί ό,τι γεννιέται από έρωτα ντύνεται την αγάπη. Είναι ο μόνος τρόπος να μην πονά. Η αγάπη κάνει υποφερτή τη μελαγχολία του φθινόπωρου που ακολουθεί. Ναι εκεί, μετά τη ζεστασιά του καλοκαιριού, έρχεται το φθινόπωρο να σου υπενθυμίσει ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Μα αν έχεις αγάπη μέσα σου, γνωρίζεις ότι η ουσία δεν είναι στη διάρκεια, αλλά σε αυτό που ένιωσες. Σε αυτό που έβαλες σαν ψυχικό λάφυρο στο σακίδιο της ζωής, για να συνεχίσεις το ταξίδι σου.

Η αγάπη σε προστατεύει από την αστάθεια του φθινόπωρου. Κάνει τη βροχή έμπνευση για το πνεύμα σου και τον αέρα δροσιά για την καρδιά σου από τον καύσωνα του καλοκαιριού. Είναι εκείνη η γαλήνη που νιώθεις όταν είσαι πίσω από ένα παράθυρο και παρακολουθείς τη μανία του φθινόπωρου να ρίξει τα φύλλα των δέντρων με κάθε τρόπο. Όμως εσύ δε φοβάσαι. Εσύ έχεις αγάπη. Και θα αντέξεις. Όχι μόνο επειδή η αγάπη σου δίνει τη δύναμη να παλέψεις, αλλά και επειδή πιστεύεις στην ύπαρξη της. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη δύναμη.

Δεν φέρνουν όλοι οι έρωτες το καλοκαίρι. Μήτε γλυτώνεις πάντα την παρακμή του φθινόπωρου μέσα σου. Μα αν διδαχθείς από έναν έρωτα να κρατάς την αγάπη, θα δεις ότι εξαρτάται από σένα. Εσύ προσκαλείς τον έρωτα, εσύ τον ντύνεις με αγάπη. Κι ας πληγωθείς από το αντικείμενο του έρωτα σου. Εσύ ερωτεύτηκες κι εσύ αγάπησες. Τον έρωτα τον μοιράστηκες, γι’ αυτό και πονά. Η αγάπη όμως είναι δική σου. Αν έβγαλες αγάπη από μέσα σου, δεν την έχασες. Είναι ακόμα εκεί.

Η αγάπη δε φθίνει. Δεν χειμωνιάζει. Η αγάπη δεν έχει εποχή. Είναι διαχρονική και τη φέρει η ψυχή από τη γέννηση της. Κι αν ο έρωτας φέρει στις εποχές σου τα πάνω κάτω, μη φοβάσαι. Την αγάπη να έχεις στο νου σου. Την αγάπη για τις εναλλαγές των εποχών. Γιατί χωρίς αυτές δε θα ζούσες.

Άσε τον έρωτα να φέρνει πάντα την άνοιξη για να έρθει καλοκαίρι. Και βγάλε από μέσα σου αγάπη για να αντέξεις το φθινόπωρο και τον χειμώνα. Αυτή είναι η ομορφιά της ζωής. Να ακροβατείς πάνω στον έρωτα για να ενισχύεις την αγάπη.

Ο τελευταίος χορός

1 Αυγούστου, 2019

Άργησες.
Κι ας σου είπα να έρθεις πριν να είναι αργά.
Τώρα ξέρω πόσο μάταιο ήταν.
Αφού θα ερχόσουν όταν εσύ ήθελες.
Θέλει όμως δύο αυτός ο χορός.
Η μοναξιά δε χορεύει καλά.
Μου πατάει τα πόδια και χάνω τα βήματα.
Κι αυτός ο άτονος, σχεδόν φάλτσος ήχος από το παλιό πιάνο δε με εμπνέει να χορέψω.
Μαζί θα τα φτιάχναμε όλα καινούρια.
Θυμάσαι;
Ήχος από βιολιά για αρχή, έπειτα κρουστά για ρυθμό και τέλος τα πλήκτρα για αποκορύφωση.
Κι οι κινήσεις μας να ακολουθούν με χειρουργική ακρίβεια τις εναλλαγές των οργάνων.
Άργησες.
Τώρα χορεύω μόνη.
Μα δεν είναι χορός αυτός.
Πιο πολύ προσπαθώ να μη σταματάω να κινούμαι.
Αυτό το εξαναγκασμένο λίκνισμα άλλοτε με νανουρίζει, άλλοτε με κουράζει.
Είναι μονότονη η ζωή χωρίς έρωτα.
Μα εγώ κουράστηκα να περιμένω.
Ας μην έρθεις.
Δε σε παρακαλώ, ούτε σε διώχνω.
Μόνο που θα μάθω να χορεύω χωρίς εσένα.
Αν είναι ο έρωτας τέχνη, είναι κι η τέχνη έρωτας.
Κι έχω πολύ κι από τα δύο μέσα μου.
Δε θέλω να σε χρειάζομαι.
Η ανάγκη προσκαλεί τη δέσμευση κι η δέσμευση σκοτώνει τον έρωτα.
Δεν θέλω κανέναν κοντά μου από ανάγκη, μα από επιλογή.
Η επιλογή είναι η φλόγα του αισθήματος.
Κι εγώ σε ήθελα για μένα.
Σε είχα ανάγκη για να χορεύω.
Νόμιζα πως ήταν χορός για δύο ο χορός μας.
Όμως τώρα βλέπω ότι μπορώ και μόνη.
Άργησες.
Θα έχεις ξεχάσει και τα βήματα πια.
Γι' αυτό μέσα στο λίκνισμα εξετάζω ξανά τις επιλογές μου.
Κι αν εσύ δεν είσαι μέσα σε αυτές, θα είναι και δική σου επιλογή.
Ποτέ δε φταίει μόνο ο ένας. Είναι γνωστό αυτό.
Άκουσε με.
Κοίτα με.
Θα αρχίσω ξανά να χορεύω.
Κι ας είναι ο τελευταίος χορός.
Η παράσταση δεν τελείωσε ακόμα για μένα.
Κι ας άργησες.

Η Αρετή και ο Αλέξανδρος ήταν ζευγάρι στο χορό και τη ζωή. Μεγάλωσαν μαζί από παιδιά. Τους ένωσε η αγάπη τους για το χορό και μέσα από αυτήν γεννήθηκε και ο έρωτας τους. Η Αρετή ζούσε για να χορεύει με τον Αλέξανδρο. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς εκείνον. Ήταν πλασμένοι να είναι μαζί. Τα σώματά τους ταίριαζαν απόλυτα, το ίδιο και οι ψυχές τους. Έτσι πίστευε.

Ο Αλέξανδρος ήταν πολύ φιλόδοξος. Ήθελε συνεχώς να ανεβαίνει επίπεδα στο χορό. Τον τελευταίο καιρό η προπόνηση τους είχε γίνει εξαντλητική για την Αρετή. Αυτός ήταν και ο καυγάς τους. Εκείνος όμως ήθελε περισσότερα. Κάποια μέρα της ανακοίνωσε την απόφαση του να ακολουθήσει μόνος του καριέρα στο εξωτερικό. Η απόφαση του αυτή της στοίχισε. Δεν ήθελε όμως να μπει εμπόδιο στο δρόμο του. Είχε την αξιοπρέπεια να τον αφήσει να φύγει, αφού αυτό επιθυμούσε. Εκείνος, την τελευταία φορά που συναντήθηκαν, της υποσχέθηκε πως μόλις πετύχει αυτό που ήθελε, θα γυρνούσε κοντά της και θα χόρευαν ξανά μαζί για πάντα. Όμως άργησε.

Τα χρόνια περνούσαν και η ελπίδα αργόσβηνε μέσα στην καρδιά της Αρετής. Σταμάτησε να χορεύει. Δεν έβρισκε νόημα πια. Περνούσε τις περισσότερες ώρες της διαβάζοντας, καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο δύσκολο της ήταν να σηκωθεί. Οι γιατροί διέγνωσαν μια σπάνια μορφή σταδιακής παράλυσης. Η Αρετή είχε αρχίσει να αφήνεται. Η ελπίδα χανόταν.

Όταν της ανακοίνωσαν τη διάγνωση και ότι το πιθανότερο ήταν σε λίγο καιρό να μην μπορεί να σηκωθεί πια από την πολυθρόνα, πείσμωσε. Του έγραψε ένα γράμμα. Έπρεπε να του πει ότι άργησε. Να του θυμίσει την υπόσχεση του. Η υπερηφάνεια της δεν καταδέχτηκε να του πει για την αρρώστια της κι ότι εκείνος την προκάλεσε. Τον αγαπούσε ακόμα. Τον αγαπούσε τόσο που δεν άντεχε ακόμα και τώρα να τον πληγώσει. Όμως έπρεπε να του πει τι νιώθει. Αυτό όφειλε να το γνωρίζει.

Όταν ο Αλέξανδρος διάβασε το γράμμα της, θυμήθηκε τι ένιωθε για εκείνη. Η ματαιοδοξία του τον είχε τυφλώσει και είχε παγώσει την καρδιά του. Τα λόγια της όμως την ζέσταναν ξανά. Διαπίστωσε την κενότητα που είχε μέσα του τόσα χρόνια που χόρευε μόνος. Θυμήθηκε πόσο μοναδικά ήταν να χορεύει μαζί της. Τώρα πια είχε το μέτρο σύγκρισης. Μετάνιωσε. Ένιωσε ανάξιος. Ένιωσε μικρός μέσα στο μεγαλείο της φήμης του. Κατάλαβε ότι η αγάπη της ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη φιλοδοξία του. Ήξερε πια πως δεν την άξιζε. Ήθελε όμως να τη δει μια τελευταία φορά. Της χρωστούσε μια απολογία.

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν μαρτυρικό για εκείνον. Από τη μια ανυπομονούσε, από την άλλη φοβόταν την αντίδραση της. Όταν έφτασε στο κατώφλι της η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Εκείνη καθόταν στην αυλή της διαβάζοντας. Όταν σήκωσε τα μάτια της και τον αντίκρισε έκανε να σηκωθεί. Τα πόδια της δεν την βάστηξαν και έπεσε στην καρέκλα. Εκείνος έτρεξε κοντά της ανήσυχος.

«Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;».
«Άργησες».
«Συγχώρεσέ με».
«Το έχω ήδη κάνει.
«Τι έχουν τα πόδια σου;».
«Αρνούνταν να χορέψουν χωρίς εσένα».

Σιωπή.

«Σήκω!
«Είναι αργά πια. Προσπάθησα και μόνη. Στο είπα. Άργησες».
«Όχι. Ποτέ δεν είναι αργά. Δεν τελείωσε ο χορός! Σήκω!».
«Για μένα τελείωσε. Αυτό είναι το φινάλε».
«Όχι! Σήκω σε παρακαλώ! Προσπάθησε!».

Έκανε να σηκωθεί. Την έπιασε σε στάση χορού.

«Τα θυμάμαι τα βήματα. Θα δεις».

Του χαμογέλασε. Έβαλε όλη της δύναμη και έκανε όσα βήματα μπορούσε. Κατάφερε περισσότερα από όσα θα περίμενε. Κι εκείνη και οι γιατροί. Της είχε λείψει η αγκαλιά του. Του είχε λείψει το πάθος της.

Έδωσε ό ,τι είχε απομείνει μέσα της σε αυτόν τον τελευταίο χορό. Κι ύστερα έφυγε. Χορεύοντας μέσα στα χέρια του. Εκεί που ανήκε.

Και ο χορός τελείωσε εκεί ακριβώς από όπου είχε αρχίσει.

Οι ιππότες στην καρδιά

21 Ιουνίου, 2019

Είναι κι αυτοί οι άνδρες, οι ιππότες στην καρδιά. Δε θα σου πουν ωραία λόγια ή κι αν το κάνουν θα νιώσουν αμήχανα. Θα σε κάνουν όμως να νιώσεις ωραία με την αύρα τους, γιατί εκπέμπουν καλοσύνη. Δε θα κάνουν τα μεγάλα και σπουδαία, γιατί γνωρίζουν ότι στα απλά είναι η ουσία. Θα σε κάνουν όμως να νιώσεις σπουδαία όταν σε χωρούν στα τόσο μικρά πράγματα της καθημερινότητας τους.

Δε θα σε βγάλουν σε ακριβά εστιατόρια. Ίσως δεν ξέρουν καν να τα διαλέξουν. Όμως θα μαγειρέψουν για σένα και θα δώσουν σε σένα την αξία του ακριβοθώρητου. Δε θα κάνουν μεγάλα όνειρα μαζί σου. Τα φοβούνται τα μεγάλα όνειρα. Όμως θα κάνουν το παν για να κάνουν τα όνειρα σου πραγματικότητα. Αυτά που ξέρουν ότι θα σε γεμίσουν σαν άνθρωπο.

Δε θα πουλήσουν αμέσως τσαμπουκά σε όποιον πάει να σε πειράξει. Θα σε προστατέψουν όμως μαθαίνοντας σε να προστατεύεις πρώτα η ίδια τον εαυτό σου. Κι αν δεν τα καταφέρεις, πάντα θα είναι εκεί για να λάβουν τον λόγο.

Δε θα σου πουν μεγάλα λόγια όπως «για πάντα» ή «ποτέ», γιατί γι’ αυτούς η ελευθερία του ανθρώπου είναι ύψιστο αγαθό. Όμως αυτοί οι άνδρες μπορούν αλήθεια να σε κρατήσουν για πάντα και να μη σε προδώσουν ποτέ. Γιατί απλά επιλέγουν να είναι μαζί σου. Επιλέγουν εσένα ανάμεσα στις άλλες γυναίκες. Συνειδητά και από καρδιάς. Αν το αξίζεις. Αν δεν το αξίζεις, θα κλειστούν ξανά στην πανοπλία τους, περιμένοντας την κατάλληλη. Γιατί η μεγαλύτερη αρετή τους εκτός από την καλοσύνη είναι η υπομονή.

Κι αν τους περάσεις για βατράχια και τους προσπεράσεις, θα είναι γιατί μεταμφιέστηκαν για να σε δοκιμάσουν. Θ’ αντέξεις την ασχήμια που η κοινωνία τους προσάπτει για να φτάσεις να δεις την αλήθεια της ψυχής τους ή θα σταθείς στο φαίνεσθαι και θα φύγεις;

Αν προτιμήσεις το φιλί, δεν υπάρχει γυρισμός. Γιατί όταν ο βάτραχος γίνει ιππότης, σημαίνει ότι εσύ θα είσαι η πριγκίπισσα του. Όχι με την ρομαντική έννοια της λέξης. Με τη μοναδική θέση που θα σου δώσει στην καρδιά του.

Αυτοί είναι οι ιππότες στην καρδιά. Άνδρες που επιλέγουν, προσφέρουν, φροντίζουν, τιμούν. Άνδρες που ξέρουν ν’ αγαπούν.

Κράτα μου το χέρι


Κράτα μου το χέρι.
Μην το αφήσεις.
Κι ας έρθουν θύελλες να μας χωρίσουν.
Όσο κι αν κρυώνουμε. Όσο κι αν φυσάει.
Μην το αφήσεις.
Κι η βροχή ακόμα δε θα φτάσει να κάνει τα χέρια μας
να γλιστρήσουν.
Θα σε κρατώ γερά.
Κι εκεί που μπορεί να μουδιάσω και να κουραστώ,
εκεί θα σου σφίγγω το χέρι ακόμα πιο πολύ
για να νιώσω το αίμα να κυλά ξανά.
Να κυλά εκεί που αξίζει.
Κι όταν θα νιώθω τον ιδρώτα από την κούραση
να κινείται ύπουλα ανάμεσα μας,
δε θ’ αφεθώ.
Στα χέρια μας είναι να μείνουν μαζί.

Μη μου αφήσεις το χέρι.

Φωτοσταλίδες

2 Δεκεμβρίου, 2018

Ω μούσα εσύ πολύμορφη, τόσες εμπνεύσεις δίνεις
Την πένα κρατά μου γερά κι έχω μακρύ ταξίδι
Να φτάσω μες την άβυσσο να διηγηθώ το πάθος
Το πάθος που έγινε έρωτας κι αυτός αγνή αγάπη
Αφού ψυχή δεν πούλησε στα χρόνια του στον Άδη.

Νέος αγνός και καθαρός σαν σύγχρονος Ορφέας
Τη μουσική είχε για άρμα του, μ' αυτό και πορευόταν.
Ώσπου η μοίρα τα ‘φερε και στην αυλή μιας νέας
Να συναντήσει τη χαρά που χρόνια ονειρευόταν.

Η αυλή της ήταν όμορφη, σπαρμένη με λουλούδια
Κι εκείνος πια θεώρησε, βρήκε την Ευρυδίκη
Άρχισε να της τραγουδά του ανθώνα του τραγούδια
Που να ‘ξερε ότι η μουσική θα φέρει θεία δίκη!

Πατέρα είχε τον Πλούτωνα, τη Δήμητρα μητέρα
Σαν Περσεφόνη που διαιρεί τη νύχτα από τη μέρα.
Εκείνη μέρα ήθελε να έχει στην ψυχή της
Μα άλλη γνώμη είχανε γι' αγάπη οι γονιοί της.
Η μάνα της τη φρόντιζε, την υπεραγαπούσε
Μα ο πατέρας της κλουβί της έχτισε και ζούσε
Στου Άδη μέσα τα σκιερά κι αφώτιστα σοκάκια
Πεδία Ηλύσια τα ‘λεγε, μα κόλαση ήταν άδεια.
Κενή από την ομορφιά που φέρνει η αγάπη
Γεμάτη μόνο με είδωλα στου Αχέροντα κατάρτι.

Η κόρη μόλις γνώρισε τον νέο γιο της μούσας
Αμέσως ερωτεύτηκε του ήλιου του τα λούσα.
Γιατί είχε φως μες την καρδιά και μουσική στα μάτια
Κι η αρμονία του λόγου του την πήγε σε παλάτια.
Μακριά απ' του Άδη τη σπηλιά την πετροσφαλισμένη
Να ξεμουδιάσει τα φτερά η ψυχή η φυλακισμένη.

Στην φυλακή δεν άργησε ξανά όμως να γυρίσει
Μόλις ο ήλιος έφτασε στου τέλους του τη Δύση.
Κι ο νέος απ' το φόβο του μην αποχωριστούνε
Στη γη την ακολούθησε βαθιά μέσα να μπούνε.
Είδε τους δρόμους σκοτεινούς, τα είδωλα στους τοίχους
Κι είπε να πείσει την καρδιά πως ζει μέσα στους μύθους.
Μα η ψυχή του θέλησε να την αγνοπροσέχει
Αφού για αυτόν η αγάπη τους απ 'τ' άλλα όλα προέχει.

Στη μούσα τότε ορκίστηκε για την αγνή αγάπη
Στην κόλαση να μείνει εκεί στης κόρης την αγκάλη
Άσπιλη και αμόλυντη κρυφά να την κρατήσει
Μην μπει το σκότος στη ψυχή και της την μαγαρίσει.

Χρόνια πολλά περάσανε, συνήθισε η ματιά του
Του κάτω κόσμου η σκιά πάντα στα βήματα του
Μα η μουσική δεν έλειψε ποτέ απ' τη ζωή του
Αφού σ' αυτήν εμύησε την κόρη, την καλή του.
Η μουσική τους έθρεφε με νέκταρ κι αμβροσία
Και έχτισε ένα σπιτικό σε άυλη εστία.
Αυτή και τους νανούριζε, αυτή και τους ξυπνούσε
Κι ό,τι όμορφο είχαν στην ψυχή εκείνη το υμνούσε.

Το φως όμως δεν έφτανε να δέσουν οι καρποί τους
Και σαν στο χώμα έπεφταν, σκουλήκια οι σύντροφοι τους.
Άλλοι τους σφετερίζονταν και άλλοι τους τρυγούσαν
Νεκροί στο σώμα, στην ψυχή, σθένος απομυζούσαν.
Ακόλουθοι του Πλούτωνα, ηγέτες κι υπηρέτες
Στάλα ψυχής μυρίζονταν κι έτρεχαν σαν επαίτες.
Μην και στον Κόσμο επάνω βγει μια τους δημιουργία
Και γκρεμιστεί ευθύς μεμιάς του Άδη η δυναστεία.

Η μούσα όμως προστάτιδα του νέου και της νέας
Είχε νήμα την έμπνευση από το κάθε άσμα
Και δυο μανδύες ύφαινε στο τέλος της ημέρας
Να τους φυλάνε απ' το κακό και πλοίο να είν' συνάμα.
Πλοίο για τον Αχέροντα να μην τους παρασύρει
Δικιά τους βάρκα να τους πάει σε φωτεινό γιοφύρι.
Είν' το γιοφύρι που συνδέει το βίος του Κάτω Κόσμου
Μ' όλο τον πλούτο της στεριάς που δεν είναι δικός του.

Εκεί κρυφά ακουμπούσανε κάποιες φωτοσταλίδες
να φέγγουνε τον δρόμο τους, να τρέφονται οι ελπίδες.
Μην και στο Έρεβος βρεθούν κι αγγίξουνε τη Λήθη
Πικρό νερό εκεί και πιουν κι αλλάξουνε τα ήθη.

Αυτά ήταν τα σχέδια του Πλούτωνα δυνάστη
Να θανατώσει του έρωτα περήφανο το άτι.
Να λείψει η αγάπη απ' την ψυχή, να έρθει η διχόνοια
Και να περάσουνε νεκροί τα υπόλοιπα τους χρόνια.

Σημάδια η μούσα έστελνε για να τ' ακολουθούνε
Να φτάσουνε στον Κέρβερο, στο Έρεβος να μπούνε.
Μα αντί στης Λήθης την πηγή, σ' αυτή της Μνημοσύνης
Να λούσουνε την κεφαλή με πνεύμα της ευθύνης.
Μύστης να γίνει ο Ορφεύς και μ' όπλο του τη λύρα
Να φέρει στον Αχέροντα ανείπωτη πλημμύρα.
Και σαν φουσκώσουν τα νερά, ιέρεια η Ευρυδίκη
Με λόγο της στη μουσική να φέρει αιώνια δίκη.
Να φτάσει ως τα Τάρταρα αγνό ύδωρ καθάριο
να εξαγνιστούνε οι ψυχές, να πάρουνε κουράγιο.

Σεισμός να γίνει και στη γη να βγει η αδικία
Για να τη δούνε οι θεοί, να επέλθει τιμωρία.
Μα τιμωρία πιο βαριά απ' το βαθύ σκοτάδι
Που μέσα του είχε ο Πλούτωνας σαν έχτισε τον Άδη
Δεν είχε ούτε ένας θεός να βρει για να του δώσει.
Κι έτσι άφησαν τα σχέδια να του τα ματαιώσει
Η αγάπη που είχαν στην καρδιά ο νέος και η νέα
Του κάψε το βασίλειο και έφερε ημέρα.

Ξημέρωσε για τις ψυχές που ήταν φυλακισμένες
Στου Άδη τη βαθιά τη γη άδικα εκεί κλεισμένες.
Για δαύτες βρήκαν οι θεοί νέα κρίση να περάσουν
Τα κρίματα τους στη σκιά όλα να τα μοιράσουν
Κι αφού μ' αυτά τρεφότανε, ο στυγερός αφέντης
Δάκρυα κι αναστεναγμοί να γίνουνε αψέντι
Μήπως το δηλητήριο το φάρμακο του δώσει
Κι η ανελέητη ψυχή δικαίως μετανιώσει.
Κι έτσι μαζί με τις ψυχές που ελευθερωθήκαν
Σε άρμα πάνω μουσικής ανέβηκαν και βγήκαν
Οι δυο νέοι που ανέλαβαν στης μούσας τους τη στέγη
Με μελωδίες να υμνούν κάθε ψυχή που φεύγει
Από τη Γη για το άυλο σπίτι του Δημιουργού της
Και στην Αγάπη να εισχωρεί του Άγνωστου Θεού της.

1 2 3 4