Φόνος “κατά λάθος”

Το πτώμα βρέθηκε στην τουαλέτα. Ο εξηντατριάχρονος άντρας ήταν γυμνός, ξαπλωμένος ανάσκελα στο πάτωμα. Το τραύμα που έφερε στο πίσω μέρος του κρανίου του είχε αποβεί μοιραίο. Ο αστυνόμος Α εξέτασε τη σκηνή προσεκτικά. Τίποτα δε φαινόταν ύποπτο εκ πρώτης όψεως. Ο άτυχος θιασάρχης έπαιρνε το μπάνιο του, βγήκε, γλίστρησε κι έσκασε με το κεφάλι στο λευκό μάρμαρο. Πολύ θεατρικός θάνατος, σχεδόν κωμικός, σκέφτηκε.

Ήταν μια σχετικά «καθαρή» σκηνή θανάτου. Η λευκή πετσέτα που ήταν περασμένη στον σβέρκο του νεκρού είχε βαφτεί κόκκινη από το τραύμα, αφήνοντας μόνο ένα μικρό μπορντώ φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του άτυχου θιασάρχη. Ποιος να του ‘λεγε πως μαζί με το νερό του σίγουρα απολαυστικού ντους, η αγαπημένη του σιέλ πετσέτα θα απορροφούσε και τη ζωή του. Ο χώρος μύριζε ακόμα αφρόλουτρο με μια υποψία μεταλλικής μυρωδιάς. Ο υπαστυνόμος εξέτασε τα αντικείμενα στον νιπτήρα, τη μπανιέρα και την ξύλινη ιματιοθήκη. Πάνω στη βούρτσα υπήρχαν ξανθές μακριές τρίχες.

«Ψάχνεις ψύλλους στ’ άχυρα, φίλτατε!» του απηύθυνε τον λόγο ο Ιάκωβος. Ο ιατροδικαστής είχε εξετάσει ήδη το πτώμα και πέρα από τα εμφανή, δε βρήκε τίποτα αξιοπρόσεκτο. «Με τόσες γυναίκες που μπαινόβγαιναν εδώ μέσα, αυτή η βούρτσα παίζει να έχει χτενίσει τον μισό γυναικείο πληθυσμό της Αθήνας».

Ο Αριστείδης συγκατάνευσε.

«Ας είμαστε όμως σίγουροι. Το λες και κωμικοτραγικό να πέθανε απλά από πέσιμο!» επισήμανε εύθυμα δείχνοντας τη βούρτσα στη σήμανση.

«Ε, τα ‘χε τα χρονάκια του ο συγχωρεμένος! Ή από πέσιμο θα πήγαινε ή… Αν με εννοείς δηλαδή!» συνέχισε στο ίδιο εύθυμο κλίμα ο Ιάκωβος, κλείνοντας το μάτι.

Ο Αριστείδης χαμογέλασε. Ήταν συνηθισμένος πια. Το χιούμορ ήταν πολύτιμος σύμμαχος σε τέτοιες περιπτώσεις. Στην αρχή της καριέρας του, η θέα των πτωμάτων τον αναγούλιαζε. Ο Ιάκωβος ήταν αυτός που του έμαθε να μην τα παίρνει τόσο στα σοβαρά. «Κι οι νεκροί άνθρωποι είναι. Απλά συνήθως έχουν τα μέσα τους έξω τους! Σιγά το πράμα!» του είχε πει γελώντας, για να τον κάνει χαλαρώσει λίγο που είχε γίνει κίτρινος σαν το λεμόνι.

Του χρωστούσε πολλά του Ιάκωβου. Κι όπως συνήθως, είχε δίκιο. Δεν υπήρχαν και πολλά να δει σ’ αυτό το δωμάτιο.

«Πρόσεξε πως θα βγεις από δω μέσα, μην έχουμε κι άλλη τραγωδία. Το πάτωμα γλιστράει σαν να το έχουν σφουγγαρίσει με λάδι! Δεν είναι παράξενο που γλίστρησε ο μακαρίτης» τον προειδοποίησε ο ιατροδικαστής που είχε ήδη περάσει στην κρεβατοκάμαρα.

Ο Αριστείδης κοντοστάθηκε. Έσκυψε, έβγαλε το γάντι κι άγγιξε το πάτωμα. Πράγματι, υπήρχε μια λιπαρή ουσία. Όμως, μύριζε απλώς σαπούνι. Θα τα έβαζαν τώρα και με τις εταιρείες των απορρυπαντικών; Άσε που μπορεί να του είχε πέσει του μακαρίτη καμιά από τις κρέμες που πάστωνε το δέρμα του μήπως τσιτώσει. Ήταν όλες παραταγμένες στον νιπτήρα με απόλυτη συμμετρία. Αποκλείεται να τις είχε πειράξει κανείς πέρα από τον ίδιο. Κι όμως, έπρεπε να σιγουρευτεί.  

«Ποιος καθαρίζει το διαμέρισμα, Γεωργίου;» ρώτησε τον υπαστυνόμο.

«Έχει δικιά του καθαρίστρια που έρχεται τις ώρες που εκείνος φεύγει για το θέατρο».

«Και πότε ήρθε τελευταία φορά;»

«Χθες το απόγευμα».

Ο Αριστείδης κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος. Γιατί ήθελε να βρει έστω κι ένα στοιχείο εγκλήματος; Ούτε εκείνος μπορούσε να καταλάβει γιατί όλο αυτό δεν του κολλούσε. Ένας τόσο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου, που είχε προκαλέσει τόσα μίση και πάθη, να πεθαίνει ξαφνικά από ένα γλίστρημα. Ίσως τελικά να έπαιρνε ακόμα τον θάνατο στα σοβαρά. Και οι σπουδαίοι μπορούν να πεθάνουν χωρίς δράματα και υποψίες. Απλώς κατά λάθος.

Κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο ευγενής θυρωρός βρισκόταν εκεί για να βεβαιωθεί πως το κλιμακοστάσιο και η είσοδος θα μείνει στη κατάσταση που ήταν πριν την επέλαση της αστυνομίας. Έπρεπε όλα να λάμπουν, αλλιώς θα τ’ άκουγε από τους επιφανείς ενοίκους, που άντεχαν τη βρωμιά στα προσωπικά τους, αλλά ποτέ στη σκάλα τους.

Ο Αριστείδης τον χαιρέτησε. Ένας θυρωρός πάντα ήξερε λιγότερα από όσα έδειχνε κι έλεγε περισσότερα από όσα του επιτρεπόταν.

«Τα απορρυπαντικά που χρησιμοποιούν οι καθαρίστριες των διαμερισμάτων ποιος τα αγοράζει;»

«Συνήθως οι ίδιες. Οι κύριοι δεν ασχολούνται με καθαριστικά. Εκτός από τον κύριο Θεοδωρόπουλο, Θεός σχωρέστον. Εκείνος ήταν απαιτητικός ως προς τα αρώματα και υποχρέωνε την καημένη την κυρά Καίτη να τα βρίσκει όλα με άρωμα μανόλιας».

«Μανόλιας;» επανέλαβε ο Αριστείδης με σηκωμένο φρύδι, προσπαθώντας να ταυτίσει τη μυρωδιά της λιπαρής ουσίας με αυτή του λουλουδιού. Μύριζε πράγματι μανόλια. Και πάλι τίποτε ύποπτο. «Το πάτωμα ήταν πολύ γλιστερό» πέταξε άδεια για να πιάσει γεμάτα.

«Μπορεί να της έπεσε λίγο παραπάνω βαζελίνη της καημένης» ανταποκρίθηκε αμέσως ο θυρωρός.

«Βαζελίνη;» επανέλαβε ο Αριστείδης ανέκφραστος, αν και η αδρεναλίνη του είχε χτυπήσει κόκκινο, θεωρώντας ότι πλησίαζε στη λύση του μυστηρίου.

«Ο συγχωρεμένος κύριος Θεοδωρόπουλος ήθελε τα μάρμαρα να γυαλίζουν λες κι ήταν καθρέφτες. Ε κι η κυρά Καίτη έβαζε λίγη βαζελίνη στο σφουγγάρισμα. Τόσο όσο δηλαδή. Είναι παλιό και φθηνό κόλπο των καθαριστριών. Εγώ δεν το χρησιμοποιώ ποτέ γιατί στις σκάλες, λίγο να μην προσέξω, μπορεί να πάρω καναν άνθρωπο στον λαιμό μου. Αλλά στο ίσιωμα δεν είναι τόσο επικίνδυνο. Λέτε να φταίει αυτό;»

«Ίσως» απάντησε ο Αριστείδης και η σκέψη του έτρεχε με χίλια.

«Δεν πιστεύω να βρει τον μπελά της η κυρά Καίτη;» ανησύχησε ο θυρωρός.

«Όχι, μην ανησυχείτε. Δεν υπάρχει ούτε δόλος κι επομένως ούτε ύποπτος. Ήταν απλά ατύχημα» τον καθησύχασε ο αστυνόμος για να προλάβει τυχόν κουτσομπολιά κι έφυγε.

Ο Μανόλης, ο θυρωρός, επέστρεψε στο διαμέρισμα του στο ισόγειο. Τι διαμέρισμα δηλαδή! Μια τρύπα που είχαν για αποθήκη του είχαν δώσει, για να τον έχουν διαθέσιμο όποτε τον χρειάζονταν. Από όταν έχασε τη γυναίκα του και σπούδασε την κόρη του έμενε εκεί, ικανοποιημένος με τα λίγα και απεχθανόμενος τα πολλά που έβλεπε να κυκλοφορούν πάνω από το κεφάλι του και καμιά φορά μπροστά στα μάτια του. Πόσα είχαν δει τα μάτια του! Πράγματα που δεν έπρεπε. Πράγματα που όποιος, έβλεπε έπρεπε να πάρει στον τάφο του, αν ήθελε να μείνει ασφαλής.

Ζέστανε ένα πιάτο σούπα που είχε φτιάξει το πρωί και κάθισε να φάει. Τα πόδια του τον πονούσαν πάλι. Έβαλε το κουτάλι στο στόμα και ρούφηξε κάνοντας θόρυβο. Μόνο έτσι το ευχαριστιόταν. Σκέφτηκε τον Θεοδωρόπουλο να τον λέει «άξεστο χωριάτη» και την ίδια στιγμή να ρίχνει τα λάγνα μάτια του στην κόρη του. Το κοριτσάκι του. Σήκωσε τα μάτια του από το πιάτο και το βλέμμα του έπεσε στο βαζάκι με τη βαζελίνη πάνω στο τραπέζι. Σηκώθηκε ανήσυχος και το πέταξε στη σακούλα με τα σκουπίδια. Την έδεσε κόμπο, βγήκε βιαστικά και την πέταξε στον κάδο με τα σκουπίδια λίγο πιο κάτω. Γύρισε στο σπίτι, έκλεισε στην πόρτα κι ακούμπησε λαχανιασμένος πάνω της. Παρά λίγο. Με δάκρια στα μάτια, κινήθηκε προς τη φωτογραφία πάνω στο τραπεζάκι του μικρού σαλονιού. Το κοριτσάκι του. Κανένας γεροξεμωραμένος δε θα άπλωνε ξανά τα χέρια του πάνω της. Ήταν πια ασφαλής.

Related Posts