Έγκλημα και μαρμελάδα φράουλα

Ήταν το πρώτο φονικό στο χωριό. Κανείς δε θα περίμενε πως όλοι θα υπερασπίζονταν τον δολοφόνο, μα τους ήταν σχετικά εύκολο να διαλέξουν πλευρά. Με τον θάνατο, οι ρόλοι του θύματος και του θύτη αντιστράφηκαν, αλλά οι κάτοικοι, που είχαν ζήσει από κοντά τα γεγονότα, ήξεραν ποιος είναι ποιος και ποιος έκανε τι. Το μαχαίρι βρέθηκε στο χέρι της, ενώ ακόμα κοιτούσε το κακό που είχε κάνει. Του είχε ορμήξει και το είχε χώσει κατάστηθα, εκεί που ήξερε πως δεν υπήρχε καρδιά. Ποτέ δεν την αγάπησε. Ποτέ δεν της είπε έναν καλό λόγο. Το μόνο που είχε γνωρίσει από εκείνον ήταν η δύναμη των χεριών του, όπως έσφιγγαν τον λαιμό της και την άφηναν ύστερα να πασχίζει για να ξαναβρεί την ανάσα της.

Μια τρικυμισμένη θάλασσα ήταν ο Κωστής, που όποτε του κάπνιζε την έπνιγε και την πετούσε στα βράχια κι όποτε ήταν ήρεμος εξαφανιζόταν από τον ορίζοντα κι ούτε που τον ένοιαζε τι έκανε. Η στειρότητα του είχε κοστίσει. Άκαρπος σαν το δέντρο που είναι καταδικασμένο να μαραίνει τα άνθη του, αφού ξέρει πως ποτέ δε θα γίνουν καρποί. Δεν την άντεχε αυτήν την τιμωρία της μοίρας και την έριχνε όλη στη Μαρία.

Δεν του είχε ζητήσει να κάνουν παιδιά. Από όταν οι προσπάθειες τους αποδείχτηκαν μάταιες, δεν του μίλησε ποτέ γι’ αυτό. Δεν τολμούσε να του προτείνει να πάει για εξετάσεις στην πόλη. Για υιοθεσία δε, ούτε κουβέντα. Ήξερε την απάντηση. «Να βάλω εγώ μούλικο μέσα στο σπίτι μου; Και τι είμαι για να μαζεύω τα σκουπίδια του ενός και τ’ αλλουνού;» Εκείνη λαχταρούσε ένα παιδάκι. Τη στοργή που δεν της έδινε ο Κωστής θα τη χάριζε όλη σ’ εκείνο.

Τότε, σαν από μηχανής Θεός, μπήκε στη ζωή της ο Φώτης. Σπουδαγμένος στην Αθήνα, είχε γυρίσει στο χωριό του να διδάξει τα παιδιά του Δημοτικού σχολείου. Τη γνώρισε στον Σύλλογο Γυναικών, που πήγαινε πού και πού ν’ αφήσει τις μαρμελάδες της. Η φράουλα ήταν η πιο περιζήτητη. Ο Σύλλογος μαζί με το διδακτικό προσωπικό του σχολείου –δυο δασκάλους, δηλαδή, όλους κι όλους– είχαν οργανώσει ένα πρωτευουσιάνικο bazar και την είχαν καλέσει να προωθήσει τις μαρμελάδες της. Ο Κωστής παραδόξως την άφησε. Θα ήταν στις μπουνάτσες του, φαίνεται. Ο Φώτης την πλησίασε για να την ευχαριστήσει κι εκείνη του έδωσε να δοκιμάσει λίγη από τη μαρμελάδα της, που τόσο προσεκτικά είχε σερβίρει σε μικρά πιατάκια με πλαστικό κουταλάκι. Μεθυσμένος από τη μυρωδιά της φράουλας, αλλά και τα μάτια της Μαρίας, ο Φώτης γλύκανε τα χείλη του και υποσχέθηκε μέσα του να γλυκάνει και την καρδιά της.

Άρχισαν να βλέπονται κρυφά στην αποθήκη του σχολείου. Ο Φώτης έλειπε χρόνια από το χωριό και δεν είχε συναίσθηση τι κίνδυνο ενείχε το να συναναστρέφεται με τη γυναίκα του Κωστή. Τυφλωμένος από τον έρωτα, άφηνε την καρδιά του όλο και πιο ελεύθερη στα χέρια αυτής της γυναίκας που τον κοίταζε σαν θεό. Τα καταγάλανα, σαν την ήρεμη θάλασσα, μάτια του την ταξίδευαν και τα χέρια του την έκαναν ν’ αναριγεί. Έτσι ήταν ο έρωτας λοιπόν; Στο μυαλό της Μαρίας καρφώθηκε η πιο επικίνδυνη ιδέα. Να γεννήσει το παιδί του. Βεβαιώθηκε για την επιθυμία της, ένα βράδυ που ο Κωστής γύρισε πιωμένος και της έσκισε τα ρούχα για να την κάνει κτήμα του, λες κι ήταν ένα από τα χωράφια του που ήθελε όργωμα. «Τελευταία φορά» επαναλάμβανε από μέσα της όσο εκείνος έσβηνε τον πόθο του στο κορμί της.

Την επόμενη μέρα, κανόνισε ραντεβού με τον Φώτη. Εκείνος την υποδέχτηκε με λουλούδια στα χέρια. Κάθισαν στο ημίφως και της διάβασε ποίηση. Οι λέξεις που έβγαιναν από τα χείλη του της ξυπνούσαν συναισθήματα πρωτόγνωρα. «Πόση ομορφιά υπάρχει στον κόσμο, Θέε μου» σκεφτόταν και ρουφούσε η ψυχή της εικόνες και νοήματα. Το λάτρευε το σχολείο η Μαρία, αλλά δεν την άφησαν να μορφωθεί. Ο πατέρας της την πάντρεψε με τον Κωστή από τα δεκαεφτά της για να φύγει από το σπίτι. «Ένα παιδί λιγότερο, η τσέπη ελαφρύτερη» έλεγε. Ο Φώτης τής άνοιξε ορίζοντες και της έδειξε έναν δρόμο γεμάτο ομορφιά. Διάβαζε στα κρυφά τα βιβλία που της έδινε και σημείωνε πάνω τους όσα ήθελε να τον ρωτήσει. Η σχέση τους είχε γίνει κάτι παραπάνω από έρωτας.

Εκείνη την ημέρα έγινε ολοκληρωτικά δική του. Δεν είχε πάρει καμία προφύλαξη, μα δεν του το είπε. Έτρεμε η ψυχή της. Μην τυχόν δε δεχτεί, μην την κατηγορήσει, μην το μάθει ο Κωστής. Μα πώς δε θα το μάθαινε; Όταν η κοιλιά της θα φούσκωνε, τι θα του έλεγε; Θα τη σκότωνε το δίχως άλλο. Έπρεπε να το πει στον Φώτη. Να έχει έναν σύμμαχο. Έναν προστάτη. Κι αν της τον σκότωνε κι αυτόν; Αυτό η καρδιά της δε θα το άντεχε. Τότε πήρε την απόφαση. Θα σήκωνε ανάστημα για πρώτη φορά και θα υπερασπιζόταν όσα της ανήκαν με όποιο κόστος.

Δυο μήνες μετά, αφού σιγουρεύτηκε για το παιδί στα σπλάχνα της, στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε επίμονα.

«Τι συμβαίνει; Γιατί με κοιτάς έτσι; Για χαμήλωσε το βλέμμα σου για θα ‘χουμε κακά ξεμπερδέματα!»

«Είμαι έγκυος».

«Τι;»

«Αυτό που άκουσες. Είμαι έγκυος».

Ο Κωστής σηκώθηκε και άρχισε να περπατά πέρα δώθε.

«Μα πώς αφού εγώ δεν…Θαύμα; Έγινε το θαύμα!»

«Δεν είναι δικό σου».

Το πρόσωπό του σκοτείνιασε μεμιάς. Τα μάτια του πετούσαν σπίθες θυμού.

«Τι πήγες κι έκανες, μωρή;»

«Αυτό που δεν είσαι ικανός να κάνεις του λόγου σου».

Το πρώτο χαστούκι έπεσε με φόρα. Δεύτερο δεν πρόλαβε να της δώσει. Τον κάρφωσε με το μαχαίρι που κρατούσε κρυμμένο πίσω από την πλάτη της. Το παιδί αυτό θα το κρατούσε πάση θυσία. Δε θα άφηνε κανέναν να απλώσει χέρι επάνω του. Η κραυγή της ακούστηκε σ’ όλη τη γειτονιά. Στεκόταν και τον κοιτούσε, χωρίς να πιστεύει αλλά ούτε και να μετανιώνει αυτό που μόλις είχε κάνει. Οι γείτονες έτρεξαν, της πήραν το μαχαίρι από το χέρι και την έβαλαν να καθίσει. Οι γυναίκες την αγκάλιασαν και την παρηγορούσαν.

«Καλά του ‘κανες κόρη μου! Νυσάφι πια!» Μα μέσα τους έκλαιγαν που δεν είχαν προλάβει το φονικό. Που δεν είχαν σώσει το κορίτσι νωρίτερα.

Σε λίγο έφτασε κι ο αρχιφύλακας. Όταν ρώτησε τι συνέβη, πετάχτηκε ο κυρ–Γιώργης, γηραιότερος της γειτονιάς.

«Τι τα σκαλίζεις, κυρ–αρχιφύλακα; Του ‘στριψε του Κωστή κι έμπηξε το μαχαίρι κατάστηθα!»

«Ο Κωστής αυτοκτόνησε;» ρώτησε επιφυλακτικά ο αρχιφύλακας. «Για πες μου εσύ, Μαρία. Τι έγινε;»

«Του είπα ότι είμαι έγκυος» ομολόγησε η κοπέλα.

«Έγκυος!» φώναξαν έκπληκτες οι γυναίκες.

«Θαύμα, κυρ–αρχιφύλακα! Θαύμα!» αναφώνησε ο κυρ–Γιώργης. «Μου το ‘χε ομολογήσει εμένα το κορίτσι. Φοβόταν να του το πει, μην την παρεξηγήσει κι αρχίσει πάλι τα δικά του. Ξέρεις τώρα».

«Θαύμα! Θαύμα!» επιβεβαίωσαν κι οι γυναίκες κι άρχισαν δήθεν να σταυροκοπιούνται.

«Έτσι είναι, Μαρία;»

Η κοπέλα ένευσε καταφατικά και χαμήλωσε τα μάτια.

«Και τότε γιατί σκοτώθηκε;» απόρησε ο αρχιφύλακας.

«Ντιπ δεν καταλαβαίνεις, κυρ–αστυνόμε μου;» πετάχτηκε η Μαρίκα, η φουρνάρισσα. «Σου λέει δεν την πίστεψε, θόλωσε το μυαλό του από τη λαχτάρα και τον πόνο, βούτηξε το μαχαίρι και χρατς!»

Ο αρχιφύλακας, που δεν είχε πάρει στιγμή τα μάτια του από τη Μαρία, ίσιωσε το καπέλο του. «Μάλιστα. Θα τα αναφέρω όλα στα κεντρικά ακριβώς όπως μου τα ’πατε. Εντάξει, Μαρία;»

Η κοπέλα έσκυψε μπροστά του και του φίλησε τα χέρια.

«Για παπά με πέρασες, χριστιανή μου; Τράβα κανόνισε τα της κηδείας και ό,τι χρειαστεί να μας πεις κι εμάς. Μητέρα μόνη θα είσαι τώρα, θα έχεις έξοδα. Δε θα σ΄ αφήσουμε έτσι».

Το φονικό σκεπάστηκε, οι τύψεις καταλάγιασαν κι ο Φώτης –που τα έμαθε όλα τελευταίος– έτρεξε να σταθεί δίπλα της. Επτά μήνες μετά, η Μαρία γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι με καταγάλανα μάτια. Στο ετήσιο μνημόσυνο, ο κύκλος του πένθους έκλεισε. Την επόμενη κιόλας μέρα, τελέστηκε γάμος και στήθηκε γλέντι τρικούβερτο στο χωριό. Όλοι έπιναν στην υγειά της νεοσύστατης οικογένειας, ενώ πλάι στις μπομπονιέρες, δέσποζαν κόκκινα σαν το αίμα, βάζα γεμάτα με μαρμελάδα φράουλα.

Related Posts