Οι διακοπές του Πάσχα είχαν αρχίσει. Τα παιδιά είχαν ξαμοληθεί μέσα κι έξω από τις αυλές των σχολείων και χαίρονταν το τέλος των μαθημάτων και την ανεμελιά του παιχνιδιού. Ο Νίκος είχε κανονίσει να βρεθεί με την παρέα του για μπάσκετ όπως κάθε μέρα. Το ραντεβού δινόταν πάντα έξω από την πόρτα του σχολείου.
Με το που έφταναν όλοι, σκαρφάλωναν στα κάγκελα, πηδούσαν μέσα κι έτρεχαν προς τη μπασκέτα. Η παρέα αποτελούνταν από τέσσερα άτομα, οπότε χωρίζονταν σε δύο ομάδες των δύο ατόμων. Ο Νίκος ήταν ο πιο ψηλός κι όλοι τον ήθελαν για συμπαίκτη. Είχε ταλέντο στα τρίποντα κι όποιος ήταν μαζί του, τη νίκη την είχε εξασφαλισμένη. Για να είναι δίκαιοι όμως, έβαζαν τον Πέτρο –που ήταν ο πιο αργός– να παίζει μαζί του και στην άλλη ομάδα έμεναν ο Γιώργος με τον Κώστα κι οι δύο μετρίου αναστήματος και γρήγοροι στις πάσες.
Το παιχνίδι ξεκίνησε. Την μπάλα την είχε η αντίπαλη ομάδα, η οποία με γρήγορες κινήσεις κατάφερε το πρώτο καλάθι. Ο Νίκος έκλεψε την μπάλα, την πάσαρε στον Πέτρο κι έτρεξε να πάρει θέση για τρίποντο. Ο Πέτρος του πέταξε την μπάλα, ο Νίκος πήδηξε και με μια εύστοχη βολή σκόραρε τους πρώτους τρεις πόντους. Το παιχνίδι συνεχίστηκε με την ομάδα του Νίκου να προπορεύεται σταθερά. Μετά από μια ώρα, ο αγώνας έληξε με τον Πέτρο και τον Νίκο να πανηγυρίζουν τη νίκη τους. Το ‘χαν συνήθειο, όποιος κέρδιζε τον αγώνα να τρέχει τον γύρο του γηπέδου και να καρφώνει ένα τελευταίο καλάθι σκαρφαλώνοντας στη μπασκέτα.
Ο Νίκος, με τη μπάλα στα χέρια, έκανε τον γύρο του θριάμβου, πήδηξε, κρεμάστηκε με το ένα χέρι στο καλάθι και με το άλλο έριξε τη μπάλα μέσα. Κρεμασμένος ακόμα, έκανε το σήμα της νίκης προς τον συμπαίκτη του, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο που δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ. Με το που άφησε το χέρι από το στεφάνι, προσγειώθηκε άτσαλα στο έδαφος, παραπάτησε κι έχοντας ακόμα τη φόρα του άλματος, καρφώθηκε με το κεφάλι στη σιδερένια μπασκέτα. Οι φίλοι του κοκάλωσαν. Έτρεξαν κοντά του, αλλά ο Νίκος είχε ήδη χάσει τις αισθήσεις του.
Οι επόμενες μέρες εξελίχθηκαν σε Γολγοθά για την οικογένειά του. Νοσοκομεία, εξετάσεις, εντατική, αναμονή, προσευχή και δάκρυα. Οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι το χτύπημα έγινε σε κρίσιμο σημείο και δυστυχώς ο Νίκος βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση. Υπάρχουν ελπίδες να επανέλθει, αλλά είναι ελάχιστες κι ακόμα κι αν συμβεί το θαύμα, το αναπηρικό αμαξίδιο θα του είναι για αρκετό καιρό απαραίτητο.
Συντετριμμένοι οι γονείς του, πέρασαν τη Μεγάλη Εβδομάδα στην αίθουσα αναμονής έξω από την εντατική. Το ταξίδι για το χωριό ματαιώθηκε. Οι εορταστικές προετοιμασίες μετατράπηκαν σε αγωνία και θλίψη. Οι φίλοι του τον επισκέφθηκαν κι οι γιατροί τούς επέτρεψαν να τον δουν για δέκα λεπτά ο καθένας.
Πρώτος μπήκε ο Κώστας.
«Έλα, ρε Νικόλα! Σήκω, ρε φίλε! Σήκω να παίξουμε!» του ψιθύρισε.
Ο Γιώργος δεν άντεξε. Μόλις είδε τον φίλο του διασωληνωμένο, με τα μάτια σφραγισμένα, έτρεξε έξω κλαίγοντας με λυγμούς. Τελευταίος μπήκε ο Πέτρος.
«Νίκο; Γιατί, ρε Νίκο, δεν ξυπνάς; Κερδίσαμε… ξέχασες; Κερδίσαμε! Ξύπνα να πανηγυρίσουμε… Δε θέλω να σε χάσω, ρε φίλε… Ξύπνα, σε παρακαλώ!»
Μεγάλη Πέμπτη. Ο γιατρός ήρθε για επανεξέταση. Η κατάσταση του ασθενούς ήταν αμετάβλητη. Μίλησε με τους γονείς και με πόνο ψυχής έθεσε το δίλημμα. Μπορούσαν να περιμένουν, αλλά έπρεπε να γνωρίζουν ότι ίσως έπαιρνε μήνες ή και χρόνια μέχρι να υπάρξει κάποια αλλαγή. Η εναλλακτική που προσφερόταν σε περίπτωση μη ανάκαμψης ήταν η αποσύνδεση από τη μηχανική υποστήριξη. Στο άκουσμα της εκδοχής αυτής, η μητέρα του Νίκου κατέρρευσε. Ο πατέρας του πήρε τον λόγο.
«Τον μοναχογιό μου εγώ δεν τον σκοτώνω, γιατρέ. Όσο ζούμε και οι δυο μας, θα περιμένουμε».
Ο γιατρός απολογήθηκε και προσπάθησε να εξηγήσει, αλλά ήταν ανένδοτοι.
Μεγάλη Παρασκευή. Ο ουρανός έμοιαζε θλιμμένος. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα κι η ατμόσφαιρα στο νοσοκομείο έγινε ακόμα πιο βαριά. Ο Νίκος δεν έλεγε να δώσει σημάδι ζωής. Είχε ζωστεί τον σταυρό του και τον κουβαλούσε σιωπηλά. Το μεσημέρι, τα σύννεφα αραίωσαν. Ο πατέρας του Νίκου, που είχε βγει για ένα τσιγάρο, κοιτούσε ψηλά κι από μέσα του προσευχόταν.
«Δώσε μου, Θεέ μου, ένα σημάδι ότι θα γίνει καλά. Ένα σημάδι ότι δεν τον ταλαιπωρούμε».
Έσκυψε το κεφάλι απελπισμένος κι ύστερα το σήκωσε ξανά. Απέναντί του, ένα ουράνιο τόξο έκανε δειλά την εμφάνισή του μέσα από τα γκρίζα σύννεφα. Μπήκε μέσα με το ηθικό αναπτερωμένο κι αγκάλιασε τη γυναίκα του.
Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Στην αίθουσα αναμονής, η τηλεόραση έδειχνε την Ακολουθία της Αναστάσεως σε απευθείας μετάδοση. Η μάνα του Νίκου, αποκαμωμένη, έκλαιγε βουβά μπροστά στο Θείο πάθος που βρήκε λύτρωση. Ο δικός της Γολγοθάς δεν έλεγε να τελειώσει.
«Κάνε, Χριστέ μου…»
Η ώρα δώδεκα ακριβώς.
«Χριστός Ανέστη, γιε μου».
Στην εντατική, επάνω στο κρεβάτι του μαρτυρίου, δυο δάχτυλα νεκρά κινήθηκαν. Δε θ’ αργούσε ο καιρός που θα σχημάτιζαν ξανά το σύμβολο της νίκης.



