By

Φωτοσταλίδα

Δεν υπάρχει γιορτή

Στη μνήμη των θυμάτων
οι γυναίκες ακουμπούν λουλούδια στο προσκέφαλο. 
Τα τραύματα ακόμα αιμορραγούν. 
Δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα ένα μούδιασμα στα σπλάχνα που γεύονται την απώλεια. 

Ο μόνος που γιορτάζει τούτη τη μέρα είναι ο θάνατος. 
Είτε με τη μορφή του Χάροντα είτε του Αγγέλου
διακόσμησε γιορτινά τον ουρανό με νεανικές ψυχές. 
Εδώ δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα θρήνος. 

Πώς να γιορτάσει η γυναίκα όταν η μάνα πενθεί;
Για να γιορτάσει πρέπει να είναι ολόκληρη. 
Τώρα περιφέρεται σα να της ξεριζώσαν την καρδιά. 
Θα πάρει χρόνο, χρόνια. 
Χρόνια πολλά για να απαλύνει λίγο ο πόνος της. 

Οι υπόλοιπες; 
Γινόμαστε ένα αόρατο τείχος προστασίας,
μήπως οι προσευχές μας αφαιρέσουν λίγο βάρος
και συνοδέψουν τα παιδιά στο τελευταίο ταξίδι τους. 
Είμαστε συνεπιβάτες σ' ένα εθνικό μνημόσυνο. 
Καμιά γιορτή δε μας χωρά απόψε. 

Aνόμοιες αδελφές

5 Μαρτίου, 2023

Στης καρδιάς την κρύπτη φωλιάζει δειλά. Βολεύεται και νωχελικά περιμένει το τέλος. Η αδελφή της δε χώρα στο ίδιο δωμάτιο. Ξενιτεύτηκε στα ανώτερα δώματα του νου. Δραστήρια, τολμηρή και γενναία. Δυο αδελφές τόσο ανόμοιες κι όμως συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα.

Όταν η επιλογή έχει γίνει, η ελπίδα κρυφοκοιτάζει πίσω από την κουρτίνα για να δει αν η αδελφή της τα κατάφερε. Η επιλογή στέκεται αγέρωχη και χαμογελά με την αφέλεια της ελπίδας. "Μα πόσο κουτή είναι η αδελφή μου! Νομίζει πως οι ευθύνες είναι θέμα τύχης!" συλλογίζεται. Η ελπίδα δε μιλά. Μονάχα προσεύχεται. Έχει συνηθίσει κάτι ανώτερο να τη σώζει από τον θάνατο την τελευταία στιγμή. "Πώς μπορεί να πιστεύει η αδελφή μου πως όλα εκείνη τα ορίζει;" αναρωτιέται. "Μοιάζει παντοδύναμη, μα στ' αλήθεια ρισκάρει τη ζωή της για ένα τίμημα".

Η επιλογή τελείωσε το έργο της. Όλα έχουν δρομολογηθεί. Δεν γνωρίζει αν θα γευτεί την επιτυχία. Της φτάνει που έστρωσε το τραπέζι. Δικό της το γεύμα, δίκη της κι η επίγευση. Η ελπίδα, στο ενοικιαζόμενο δωμάτιό της, αιχμάλωτη των μεταφυσικών της πεποιθήσεων, θα χορτάσει ξανά με ξένους καρπούς. Αρκείται, με μια ταπεινή υπερηφάνεια, στο να συνοδεύει νοητικά την επιλογή στον δρόμο της. Δεν πορεύεται ποτέ μόνη. Δεν προσπαθεί. Η επιλογή τη δέχεται στωικά στο πλάι της, σαν συντροφιά που της γλυκαίνει το ρίσκο, μα γνωρίζει ότι η απατηλή της υπόσχεση για επιτυχία μπορεί να γίνει επικίνδυνη.

Λίγο πριν τον προορισμό, οι δυο αδερφές χωρίζουν. Η ελπίδα κλείνεται ξανά στο δωμάτιό της και πεθαίνει ή αναπτερώνεται, ανάλογα με την έκβαση της επιλογής.

Κάπου απέναντι, η ευθύνη περιμένει την επιλογή να τη συνοδέψει.Ρίχνει ένα περιφρονητικό βλέμμα στην ελπίδα, επικρίνοντάς τη για την αδυναμία της να εξαρτάται από τις πράξεις άλλων. Η επιλογή ωριμάζει με κάθε ευθύνη που έρχεται στο πλάι της και συνεχίζει να προκαλεί τη μοίρα της, ενώ η ελπίδα αναγεννάται και κάθε φορά εύχεται κρυφά να γλιτώσει άλλον έναν θάνατο.

Πάμε κι όπου βγει…

Σήμερα η αρμόδια τύχη "απεργούσε".
Σήμερα οι ανεύθυνοι υπεύθυνοι είχαν βάρδια.
Σήμερα το ταξίδι άλλαξε προορισμό.
Σήμερα ο θάνατος αγρυπνούσε.
Οι γραμμές της μοίρας συγκρούστηκαν μοιραία.

Πόσα λόγια να έμειναν μισά;
Τι εικόνες ν' αντίκρισαν τα μάτια
λίγο πριν κλείσουν για πάντα;

Σήμερα άδειασαν αγκαλιές.
Σήμερα πάγωσαν καρδιές.
Σήμερα εκτροχιάστηκαν ζωές.
Σήμερα το μήνυμα "έφτασα" δεν ήρθε.

Οι οθόνες έσβησαν μαζί με τις ψυχές.
Τα βαγόνια γίναν φέρετρα
και οι φωνές κραυγές.

Αύριο;

Δε βαριέσαι... "Πάμε κι όπου βγει"...

Το φευγιό μιας άνοιξης

23 Φεβρουαρίου, 2023

«Ακούς, αγάπη μου; “Ανεξιχνίαστος παραμένει ο θάνατος των δύο ηλικιωμένων που βρέθηκαν νεκροί στο κρεβάτι τους την περασμένη Πέμπτη”. Μας έβγαλαν στις ειδήσεις! Τους έκανε εντύπωση, λέει, πως κρατιόμασταν από το χέρι. Πού να ξέρουν! Θυμάσαι τότε, αγάπη μου, που σου ζήτησα για πρώτη φορά να μου κρατάς το χέρι ό,τι κι αν γίνει; Νέοι ήμασταν κι επιπόλαιοι, με θέρμη στην καρδιά και σφριγηλό το σώμα. Το εννοούσα όμως. Ήξερα πως δε θα ήταν όλα ρόδινα. Το γνώριζες κι εσύ. “Πού πας με τη σιτεμένη;” σου έλεγαν, κι ας είχαμε μόνο τέσσερα χρόνια διαφορά. Είκοσι δύο εσύ και είκοσι έξι εγώ. Συγγενείς, γνωστοί και γείτονες. Οι αχθοφόροι των «πρέπει» και των «μη».

»Γεμάτη θύελλες ήταν η ζωή μας. Άνεμοι λυσσασμένοι πάσχιζαν από παντού να μας χωρίσουν. Δεν ευλογούνται οι μεγάλες αγάπες σ’ αυτή τη ζήση, αγάπη μου. Είναι καταδικασμένες σε συμφορές πελώριες σαν βράχια, για να προσκρούει πάνω ο φθόνος των ανθρώπων και να συντρίβεται απ’ την ηδονή που δεν θα νιώσουν ποτέ.

»Έρχονται οι θύμησες τόσο ζωντανές. Λες αυτό να είναι που λένε πως περνά όλη η ζωή μπροστά από τα μάτια σου όταν πεθαίνεις; Τα μάτια σου! Σαν να ‘ταν τώρα τα θυμάμαι που έλαμπαν από ευτυχία, όταν σου το είπα. Και που μούσκευαν με δάκρυα το μαξιλάρι σου τα βράδια, όταν το χάσαμε. Πόσο καλός πατέρας θα γινόσουν! Μείναμε μόνοι, να μεγαλώνουμε ο ένας με τον άλλον, σαν ένα κλωνάρι που βαστά δυο λουλούδια μαζί. Δεν έχω παράπονο. Ίσως να μην αξίζαμε μεγαλύτερη ευτυχία από την αγάπη μας…

»Ύστερα, ήρθε το σκοτάδι. Τόσο απρόσμενα. Τι κι αν σου πρότεινα να χρησιμοποιήσω ένα μπαστούνι. “Εγώ είμαι τα μάτια σου τώρα” μου αποκρίθηκες. Έγινες το φως κι ο οδηγός μου. Μου ‘σφιξες το χέρι πιο δυνατά και δεν το άφησες ποτέ πια.

»Ακούς τι λένε; “Το αποτέλεσμα της νεκροψίας αναμένεται να δώσει περαιτέρω φως στην υπόθεση”. Πώς περιμέναμε τούτη την ώρα, θυμάσαι; Στάσου λίγο στο φως να σε δω. Έχω τόσα χρόνια ν’ αντικρίσω το πρόσωπό σου… Κι όμως, δεν άλλαξες. Σαν να μην χάιδεψε ο χρόνος τα μαλλιά σου, ούτε κι οι στεναχώριες το δέρμα σου. Όλα είναι αέρινα πια, ακόμα και τα χέρια μας, το άγγιγμά μας που τα ενώνει. Ακούς τον αέρα; Το παράθυρο είναι ανοιχτό. Ακούς τα χελιδόνια που τιτιβίζουν στο δέντρο; Πάμε, αγάπη μου…»

Τσικνοπέμπτη

16 Φεβρουαρίου, 2023

Θυμάμαι τότε που ήμασταν παιδιά και ρωτούσαμε κάθε χρόνο τους μεγάλους αν η Τσικνοπέμπτη είναι αργία. Η αρνητική απάντηση μάς απογοήτευε κάθε φορά, αλλά δεν πτοούμασταν. Η σκέψη πως είναι μια γιορτή μέσα στη μέση της εβδομάδας, που ναι μεν δουλεύουμε και πάμε σχολείο το πρωί, αλλά το βράδυ γιορτάζουμε τρώγοντας και πίνοντας, ήταν εντελώς παράδοξη για το μικρό μας μυαλουδάκι.

Μεγαλώνοντας, αναγκαστήκαμε ν’ αποδεχτούμε πως η αγαπημένη μας Τσικνοπέμπτη, με τα τόσο νόστιμα μεζεδάκια και τις γαργαλιστικές μυρωδιές, είναι απλά μια καθημερινή με γιορτινή χροιά.

Μα μήπως έτσι δεν είναι κι η ζωή μας; Δεν έχει πάντα όλες τις χαρές ή τις λύπες μαζεμένες. Ανάμεικτα τα συναισθήματά μας δημιουργούνται και μ’ αυτά πορευόμαστε. Η κάθε μέρα που περνά έχει κάτι νόστιμο, κάτι πικάντικο, κάτι μεθυστικό που – έστω για λίγο - την κάνει να μοιάζει με γιορτή μέσα στην άχαρη ρουτίνα. Κι εκεί που η υποχρέωση μοιάζει να σε πνίγει στον ασφυκτικό κλοιό της, ένα αστείο, μια μελωδία, μια όμορφη συνάντηση τα ανατρέπει όλα και θυμάσαι πως στη ζωή δεν ήρθαμε μόνο για να δουλεύουμε, αλλά και να γλεντάμε!

Καθημερινός Βαλεντίνος

14 Φεβρουαρίου, 2023

Το κλασικότερο αντεπιχείρημα για όσους δε συμπαθούν τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου είναι πως ο έρωτας δεν θα έπρεπε να γιορτάζει μια φορά τον χρόνο αλλά κάθε μέρα. Όταν αγαπάς, εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου στο έτερόν σου ήμισυ ανεξαρτήτως χρονικής στιγμής. Πόσο εφικτό είναι αυτό στην εποχή μας άραγε;

Στην πορεία της σχέσης δύο ανθρώπων, ο έρωτας έρχεται αντιμέτωπος με δυο εχθρούς. Τον χρόνο και την καθημερινότητα. Υπάρχει η αντίληψη πως όσο πιο πολλά χρόνια περνούν μαζί δυο άνθρωποι, τόσο ο έρωτάς τους λιγοστεύει. Βασικός συντελεστής σ’ αυτή τη μείωση είναι φυσικά η διαβρωτική δύναμη της ρουτίνας.

Ο έρωτας, ως κατεξοχήν ενθουσιώδης και ρομαντικός, βάλλεται διαρκώς από τον ρεαλισμό και την υλιστικό χαρακτήρα της καθημερινότητας. Θέματα διαδικαστικά, οικονομικά, εργασιακά απασχολούν τόσο πολύ το μυαλό μας, που δεν προλαβαίνουμε πολλές φορές να αισθανθούμε, όχι έρωτα, αλλά οτιδήποτε. Η καρδιά σταδιακά γερνά και κουρασμένη γέρνει να απολαύσει μονάχα οτιδήποτε της αφαιρεί το αίσθημα του άγχους που την πνίγει.

Μέσα σ’ αυτό το αντίξοο κλίμα της σημερινής εποχής, ο έρωτας καλείται να επιβιώσει. Να μην αποδυναμωθεί. Μα είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς να είναι ενεργό το εργαλείο που μπορεί να τον νιώσει; Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι άλλο από το γήρας της καρδιάς.

Ποτέ δεν έζησε ο έρωτας σε μια καρδιά φθαρμένη. Ακόμα κι αν φώλιασε σε γερασμένα σώματα, η καρδιά που τα κρατούσε ζωντανά ήταν ακόμα νεανική και έσφυζε από ζωή. «Ο έρωτας χρόνια δεν κοιτά», λέει ο λαός κι έχει δίκιο. Η ηλικία δεν παίζει ρόλο «όσο το λέει η καρδιά σου».

Πώς όμως μένει μια καρδιά νέα για να μπορέσει να συντηρήσει τον έρωτα; Η απάντηση δεν είναι πάντα προφανής ούτε εύκολα εφαρμόσιμη. Χρειάζεται μικρά αλλά δυνατά «συναισθηματικά σοκ» θετικής χροιάς. Χρειάζεται να νιώσει όλα αυτά τα όμορφα, η στέρηση των οποίων τη γέρασε. Να συγκινηθεί με μια λησμονημένη ανάμνηση και να αναβιώσει τον χαμένο της έρωτα για τη ζωή την ίδια.

Η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου, επομένως, δεν ενδείκνυται μόνο για τους φρεσκοερωτευμένους και τα νεανικά ζευγαράκια. Περισσότερη ανάγκη την έχουν εκείνοι που έχουν ξεχάσει τι θα πει έρωτας. Εκείνοι που καθημερινά αγκαλιάζουν τη ρουτίνα σαν έναν άχαρο Βαλεντίνο που τους απομυζά την ενέργεια.

Αν είχα μια ευχή για τη σημερινή μέρα, θα ήταν να υπήρχαν περισσότερες σαν κι αυτή μέσα στον χρόνο, για να μας υπενθυμίζουν πως συντήρηση δε χρειάζεται μόνο η επιχείρηση, το αυτοκίνητο κι ο καυστήρας, αλλά και η καρδιά.

Η συμβουλή μου; Διώξε τον καθημερινό τοξικό Βαλεντίνο που κρατά όμηρο τα συναισθήματά σου και νιώσε ξανά τι θα πει έρωτας. Για έναν άνθρωπο, για τη δημιουργία, για τη ζωή.

Εσύ ποιος επιλέγεις να είσαι μπροστά στον κίνδυνο;

10 Φεβρουαρίου, 2023

Μέσα στο μετρό βλέπεις λογιών λογιών ανθρώπους. Διαφορετική εμφάνιση, διαφορετική συμπεριφορά. Ο ένας ακούει μουσική, ο άλλος δεν ξεκολλά τα μάτια του από την οθόνη του κινητού του, κάποιος διαβάζει, άλλος απλά περιμένει τη στάση του. Καθένας χαμένος στις σκέψεις του. Καθένας κι ένας κόσμος ολόκληρος.

Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που φαντάζομαι το βαγόνι σαν έναν μικρό πλανήτη σε τροχιά. Όλοι συνεπιβάτες, αλλά τόσο ουσιαστικά μακριά ο ένας από τον άλλον.

Τότε θυμάμαι σκηνές από ταινίες που κάτι καταστροφικό τους εγκλωβίζει στον συρμό κι αναγκάζονται να βρουν τρόπο ν' αποδράσουν. Οι σκόρπιοι κόσμοι γίνονται ένα μπροστά στον κίνδυνο. Οι ρόλοι μοιράζονται, θαρρείς αυτόματα, σαν σε θίασο που αυτοσχεδιάζει. Αναδεικνύονται οι ηγέτες, οι εφευρετικοί, οι συναισθηματικοί, οι τρυφεροί, οι σκληροί, οι αδύναμοι, οι ήρωες.

Αναρωτιέμαι... Ο καθένας δείχνει τον εαυτό που το ένστικτο επιβίωσης του υπαγορεύει ή είναι κάτι ανώτερο που ξυπνά μέσα του; Τι καθορίζει τη συμπεριφορά στην ανάγκη; Οι αξίες ή τα απωθημένα; Η δύναμη της ψυχής ή τα τραύματα;

Είναι τόσα ερωτήματα που αναμασά το μυαλό όποτε η απειλή της ζωής του φαντάζει πιθανή.
"Ποιον θα έσωζες πρώτον;"
"Τι θα έπαιρνες μαζί σου και τι θα άφηνες στην τύχη του;"
"Θα κατάφερνες να αποδράσεις ή θα παραδινόσουν στη μοίρα σου;"
Οι απαντήσεις καθορίζουν και τον βασικό ρόλο που θα παίξεις.

Εσύ ποιος επιλέγεις να είσαι μπροστά στον κίνδυνο;

Καρκίνος

4 Φεβρουαρίου, 2023

Ξέρεις τι είναι να σου τρώει ένα σαράκι τα σπλάχνα; Να πολλαπλασιάζεται, να μεγαλώνει κι αχόρταγο να μετακινείται μέσα σου σαν ανελέητος ληστής της ζωτικότητας σου. Ποιος του έδωσε δικαίωμα να χαραμίσει τη ζωή σου; 

ΓΙΑΤΙ; Αυτά τα 5 γράμματα αναβοσβήνουν στο μυαλό μου σαν φωτεινή επιγραφή νέον
σε σκοτεινό κι έρημο παλιοσόκακο. Τόσο έρημο που κάνεις δε με ακούει. Δεν παίρνω απάντηση από πουθενά. Είναι η στενοχώρια που κατάπια σαν φαρμάκι και μου δηλητηρίασε τα σωθικά; Είναι το άγχος που ορίζει τη ζωή μου και χάνομαι μέσα στον δαιδαλώδη λαβύρινθο του, τυφλή και φοβισμένη; Είναι ο θυμός που καταπίεσα για να μην αντισταθώ, να μην αντιδράσω, επειδή αυτό μου έμαθαν πως θα πει αγάπη; Είναι η σωματοποίηση του πένθους για την απώλεια όσων ονειρεύτηκα;

Μια φωνή με προτρέπει να μετρήσω ως το 3. "Κρυώνω", απαντώ. Με τυλίγουν με μια κουβέρτα που με προφυλάσσει από την παγωμένη ατμόσφαιρα του χειρουργείου. Κι όμως το ψύχος συνεχίζει. Κρυώνω μέσα μου. "Σε λίγο θα έχουμε τελειώσει" συνεχίζει η φωνή. Αφήνομαι σε έναν ύπνο που με ζεσταίνει με την ελπίδα πως όταν ξυπνήσω, όλα θα είναι ένα όνειρο. 

Έρχεται το βράδυ και βρίσκομαι μεταξύ της πραγματικότητας που με καλεί να ξυπνήσω και του κουρασμένου κορμιού μου που παλεύει ν' αναρρώσει. "Όλα πήγαν καλά! Το αφαιρέσαμε όλο!Καθάρισες!" η φωνή με καθησυχάζει. Μέσα στη ζάλη της νάρκωσης ένα μικρό φως ανάβει στην καρδιά μου. Νομίζω πως χαμογελώ. "Όλα πήγαν καλά!" επαναλαμβάνονται οι λέξεις σαν ηχώ στο μυαλό μου. Ο απρόσκλητος εισβολέας κείτεται πια νεκρός στα απόβλητα. Τον νίκησα! "Ήταν μεγαλύτερο από όσο υπολογίζαμε" συνεχίζει η φωνή. Φαντάζομαι μια μελανή σφαίρα να ρουφάει όλα τα αρνητικά συναισθήματά μου που ποτέ δεν εκφράστηκαν. Τα έκλεισε στο τοξικό περίβλημά της και από αυτά τρεφόταν. Και να που μια χειρουργική κάθαρση έγινε η εξομολόγηση που δεν τόλμησα πριν να είναι αργά. 

"Τι κουβαλούσες κορίτσι μου;" λέει συμπονετικά η φωνή. Πνιγώ μια θλιμμένη μετάνοια σ' ένα αχνό χαμόγελο. "Να 'ξερες γιατρέ πόσο πόνο είχε μέσα αυτό που μου έβγαλες..."Ένα δάκρυ ανακούφισης κυλά. Κι η ζωή - ευτυχώς - συνεχίζεται. 

Ένας αόρατος θάνατος

Η αιχμηρή λεπίδα κρέμεται διαρκώς
σε απόσταση αναπνοής από τη βάση του λαιμού σου.
Εσύ σκυφτή κι ανήμπορη ν' αντιδράσεις,
αγκιστρωμένη από τον εφιάλτη.
Ο φόβος δυνάστης σε παραδίδει
στον τρόμο του επερχόμενου.
Μια απειλή που γεννάται
σαν παραμορφωμένο έκτρωμα
και φιλοδοξεί να ενηλικιωθεί μέσα σου.
Θα υλοποιηθεί;
Θα παραμείνει στα λόγια;

Πόσα "αν" και "μήπως" σε κράτησαν ξύπνιο
και σε παρακολουθούσαν να δακρύζεις αθόρυβα;
Πόσα νόθα "πρέπει" υιοθέτησες
για να προστατευτείς;
Όσα σου ανήκαν στ' αλήθεια
κρύφτηκαν στο θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου
για να μη μαγαριστούν.

Μα ο καιρός πέρασε.
Τα λησμόνησες.
Η λεπίδα δεν έφυγε από πάνω σου
κι ας μην έπεσε ποτέ.
Η μήπως έπεσε;
Είσαι ζωντανή;
Ή παραδόθηκες στον αόρατο θάνατο
που σε σκότωνε ξανά και ξανά,
βασανιστικά κι αδυσώπητα;

Κοιτάς γύρω σου.
Κοιτάς μέσα σου.
Δε γνωρίζεις πια τι είναι δικό σου
και τι επίκτητο.
Τι πιο βίαιο από τη φυλακή της ψυχής;
Τα χρόνια που πέρασες σκυφτή
βάρυναν τους ώμους σου.
Δεν ορθώνουν ανάστημα,
όσο κι αν ο θυμός σιγοβράζει μέσα σου
σαν την ύστατη προσπάθεια του καταρρακωμένου σου εαυτού
ν' απελευθερωθεί από τα δεινά του.

Δεν υπάρχει πια λεπίδα.
Το φάντασμά της αιωρείται μονάχα
από πάνω σου.
Κι εσύ μεγάλωσες πια.
Ήρθε ο καιρός να πάψεις να πιστεύεις στα φαντάσματα.
Το ορατά αόρατο που καταπιεζόταν μέσα σου
ήρθε η ώρα να σου διδάξει
πώς τα αόρατα του ορατού
δεν μπορούν να σε αγγίξουν
παρά μόνο αν εσύ πια το θελήσεις.

Άνοιξε το θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου.
Ο θάνατος, είτε ορατός είτε αόρατος,
με μια ανάσταση νικάται.

Μελωδία από “παιδιά”

Σε μια θάλασσα από ανθρώπους
λογιών λογιών κεφάλια ξεχωρίζουν.
Κάποια συζητούν,
κάποια μάχονται εγωιστικά,
άλλα αντιτίθενται δήθεν πολιτισμένα.

Κάτω από την επιφάνεια, οι καρδιές μιλούν.
Χτυπούν γρήγορα, εύθυμα, θλιμμένα, βαριά.
Μα κανείς δεν ακούει.
Η φωνή τους δε φτάνει ως έξω.
Το νερό τη σκεπάζει.

Τα κεφάλια συνεχίζουν να φλυαρούν,
μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει στο βυθό των άλλων
κι ας μοιράζονται όλοι την ίδια θάλασσα.

Λίγο πιο πέρα μια παρέα παιδιών κολυμπά ανάσκελα.
Οι νεανικές καρδιές τους ακούγονται μελωδικά
μέσα στις παράταιρες φωνές των εγκεφάλων.
Τα κεφάλια γυρίζουν προς το μέρος τους.
Βιάζονται να κρίνουν την ωριμότητα
και την ευσέβειά τους.
"Επιπόλαιη και απερίσκεπτη η νεότητα".

Η παρέα βουτά το σώμα στη θάλασσα και πλησιάζει.
Μα δεν είναι παιδιά...
Μικρές ρυτιδιασμένες γραμμές
αυλακώνουν τα πρόσωπά τους.
Αποτυπώσεις πόνου και μόχθου
στα καθαρά τους μάτια.
Τα κεφάλια είχαν αποδώσει τη νεότητα στο μυαλό,
θαρρείς κι είναι προνόμιο των αριθμών
να φέρνουν το γήρας.

Η μελωδία της καρδιάς τους ακουγόταν ακόμα.
Υπόκωφα και διακριτικά.
Ξεχώριζε μέσα στην οχλαγωγία των κενών λέξεων.

Μια μελωδία από παιδιά.
Τα "παιδιά" που δε φοβήθηκαν
ν' ακούσουν και ν' ακουστούν.
Σκέφτηκαν κι ένιωσαν μαζί.
Τα παιδιά που διέφεραν
και θα διαφέρουν πάντα.

1 10 11 12 13 14 29