By

Φωτοσταλίδα

Ο αισιόδοξος γνωρίζει πως μετά τον πόνο, πάντα ξημερώνει

12 Απριλίου, 2020

Οι αισιόδοξοι άνθρωποι που συναντάμε στη ζωή μας είναι, συνήθως, χαμογελαστοί, “έξω καρδιά” και φιλικοί με όποιον συναντήσουν για πρώτη φορά. Γι’ αυτό, η πρώτη εντύπωση που δίνουν, συχνά είναι πως δεν τους επηρεάζει τίποτα. Πως ζουν στο δικό τους ονειρόκοσμο, αποκομμένοι από την πραγματικότητα. Το τελευταίο, βέβαια, δεν απέχει πολύ από την αλήθεια.

Σαν απρόσβλητοι από τη στενοχώρια, νομίζεις πως αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν πονέσει ποτέ στη ζωή τους. Πως τους έχουν έρθει όλα εύκολα και γι’ αυτό έχουν κάθε λόγο να πιστεύουν πως “όλα θα πάνε καλά”, αφού στη μέχρι τώρα ζωή τους αυτό συνέβαινε. Η παρεξήγηση κρύβεται σε αυτό ακριβώς το σημείο.

Όταν θεωρούμε ότι έχουν πάει “όλα καλά” στη ζωή κάποιου, συνήθως αναφερόμαστε στα κοινωνικά και υλικά προνόμια που απολαμβάνει ή στο γεγονός ότι είναι από μια φαινομενικά καλή οικογένεια. Αν και ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το κρυφό δράμα της καρδιάς του κάθε ανθρώπου, ακόμα κι έτσι, οι άνθρωποι που έχουν τα παραπάνω “προνόμια”, νομοτελειακά, δεν εξελίσσονται σε αισιόδοξους. Η συχνότερη κατάληξη τους περνά από το δρόμο της αχαριστίας ή της κατάθλιψης.

Τι είναι τότε εκείνο που τροφοδοτεί την αισιοδοξία; Η ζωή είναι συνήθως γενναιόδωρη στις δυσκολίες που φέρνει στους αισιόδοξους ανθρώπους. Οι περισσότεροι, έχουν τραβήξει ένα μαρτυρικό Γολγοθά, που μόνο οι πολύ κοντινοί τους γνωρίζουν και αναγνωρίζουν. Ανέβηκαν στην κορυφή με το σταυρό στην πλάτη, χωρίς να χάσουν ίχνος από την αξιοπρέπειά τους. Διότι όποια θυσία κι αν έκαναν, ποτέ δε δέχτηκαν να κάνουν έκπτωση στο ήθος της ψυχής τους.

Είναι μέγιστο λάθος να συγχέουμε τους αισιόδοξους με τους επιπόλαιους, τους ελαφρόμυαλους ή τους ονειροπόλους. Ο επιπόλαιος δεν υπολογίζει τις πράξεις του, προκαλώντας συχνά πόνο τριγύρω του, ο ελαφρόμυαλος υποβαθμίζει ακόμα και σοβαρά ζητήματα κι ο ονειροπόλος απλά αρέσκεται στο να ζει σε ένα διαφορετικό κόσμο που ονειρεύεται να ενσωματώσει κάποτε στην πραγματικότητα.

Η ρίζα της αισιοδοξίας βρίσκεται αλλού. Είναι στην πίστη πως μετά τον πόνο και το μαρτύριο, που οι αισιόδοξοι άνθρωποι βιώνουν βουβά μα βαθιά, πάντα ξημερώνει. Όποιο κι αν είναι το κόστος. Το μάθημα αυτό το έχουν πληρώσει ακριβά, γι’ αυτό και το εκτιμούν. Έχουν αποκτήσει επίγνωση της αξίας του πόνου στη ζωή και της ανταμοιβής που πάντα τον ακολουθεί, αν η υπομονή τον κατεργαστεί και τον καταλαγιάσει.

Πιστοί στους νόμους που η ζωή έχει θεσπίσει, ενστερνίζονται με περίσσιο θάρρος, πως “το καλό πάντα νικά”. Ίσως να μην είναι εμφανές πάντα υλικά, καθώς η ηθική αμοιβή είναι αόρατη στα μάτια, μα η ψυχή το εισπράττει. Για τους αισιόδοξους, η δύναμη του να προχωράς προέρχεται από μια ελεύθερη ψυχή κι ένα χαμόγελο που χαράχτηκε ανεξίτηλο πάνω από πληγές που κατάφεραν να κλείσουν.

Θέλουν έναν κόσμο καλύτερο, γιατί πιστεύουν πως μπορεί να επιτευχθεί. Το έχουν βιώσει. Ο ονειρόκοσμός τους είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση. Πως ο άνθρωπος που υπερβαίνει εαυτόν στα δύσκολα, εξαγνίζεται και εξελίσσεται. Εξάλλου, δε νοείται αισιοδοξία χωρίς καθαρή συνείδηση.

Γράμμα προς την κόρη μου – Η γύμνια της ψυχής

8 Απριλίου, 2020

Αγάπη μου,
 
Μεγάλωσες…έφτασες κιόλας στο κατώφλι της εφηβείας και τα γενέθλιά σου ήρθαν ν’ ανοίξουν διάπλατα την πόρτα σ’ αυτόν τον νέο για σένα κόσμο. Όσο κι αν μου φαίνεται σαν χθες, η παιδική σου ηλικία σε λίγο θα περάσει στον κόσμο των αναμνήσεων. Θα γίνει το παρελθόν που έχτισε τις βάσεις του ανθρώπου στον οποίο εξελίσσεσαι. Θέλω να ξέρεις, μικρή μου, πως σ’ αυτό το χτίσιμο συμμετείχα με τα χέρια γυμνά και την καρδιά μου ολόκληρη. Τώρα που θα κληθείς να αντιμετωπίζεις όλο και πιο ωμά την αλήθεια αυτού του κόσμου, αυτή τη γύμνια θέλω να σου εξηγήσω.
 
Πολλές φορές με είδες να δακρύζω. «Γιατί κλαις μαμά;» με ρωτούσες κάθε φορά κι εγώ σκάλιζα την καρδιά μου για να σου δώσω μια εξήγηση με όση ειλικρίνεια μπορούσε ν’ αντέξει το μυαλουδάκι σου. Το σκάλισμα γινόταν βάλσαμο για τον πόνο μου, γιατί προσπαθώντας να σου εξηγήσω με απλά λόγια, το μεγαλείο της ουσίας της ζωής απλωνόταν μπροστά μου. Έλυνα το πρόβλημα μ’ εσένα αγκαλιά, χωρίς να καταλάβεις πόσο με είχες βοηθήσει ν’ απογυμνωθώ από τις έγνοιες μ ’ένα μόνο «γιατί».
 
Μα κι η χαρά χρειάζεται γύμνια, καρδιά μου! Θυμήσου πόσες φορές ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια και παρακαλούσαμε η μία την άλλη να σταματήσει, γιατί η κοιλιά μας δεν άντεχε άλλες συσπάσεις! Μα η ψυχή μας άνοιγε αχόρταγα και καλωσόριζε με λαχτάρα τη θέρμη του γέλιου μας για να τη φωτίσει. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το δώρο ζωής που μου χάριζες κάθε φορά, αφήνοντας την ελπίδα μου να ξαποστάσει στη χαρά του γέλιου σου.
 
Είχαμε και συννεφιασμένες μέρες. Εκείνες που θύμωνα μαζί σου κι ύψωνα τον τόνο της φωνής μου, απαιτώντας από σένα την κατανόηση που η ίδια χρωστούσα στον εαυτό μου. Δεν έφταιγες εσύ, ψυχή μου. Πότε δεν έφταιγες εσύ. Εκείνο το παραπονεμένο βλέμμα σου με άγγιζε σαν ηλεκτροφόρο χάδι που επανέφερε στη ζωή τη νεκρωμένη από κούραση καρδιά μου. Σ ‘έπαιρνα στην αγκαλιά μου να σου ζητήσω συγγνώμη και να σου εξηγήσω τι συνέβη, για να ηρεμήσω την καρδούλα σου και να σου δείξω πως δεν πειράζει αν λυγίσεις. Αρκεί να επανέρχεσαι. Να νιώσεις πως όταν υπάρχει αγάπη και διάλογος όλα μπορούν να λυθούν. 
 
Ακόμα κι όταν μου θύμωνες εσύ, σε πλησίαζα αργά, επιστρατεύοντας την ωριμότητα και ταπεινώνοντας τον ενήλικο εγωισμό που θα μπορούσε να επιβληθεί στην αθωότητα του θυμού σου. Διδασκόμουν και σε δίδασκα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο της αγάπης.
 
Τις πιο έντονες μέρες, όταν η βροχή ερχόταν στα μάτια σου κι η συννεφιά στην καρδιά σου, τα χέρια μου άνοιγαν για να χωθείς στην αγκαλιά μου. Εκεί που απορροφούσα τον πόνο σου με κάθε κύτταρο μου, για να σου απομείνει μονάχα η γλύκα του διδάγματος.
 
Συγχωρέσε με αν σου είπα «Σ ’αγαπώ» τόσες φορές που να το θεωρήσεις δεδομένο, να το συνηθίσεις ή να κουραστείς. Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις πως απλά σε πότιζα με αγάπη για ν’ ανθίσεις. Γιατί για μένα αυτό θα είσαι πάντα. Το πιο όμορφο λουλούδι που υπήρξε ποτέ.
 
Και να ‘σαι τώρα που ν’ αρχίζεις ν’ ανοίγεις δειλά τα πέταλα σου. Πόση συγκίνηση γεμίζουν τα μάτια μου, να ‘ξερες! Τώρα που αφήνεις πίσω το κορίτσι κι ανακαλύπτεις τη γυναίκα. Χωρίς φόβο. Με αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Αυτές έχτισα με τη γύμνια των συναισθημάτων που σε άφησα να δεις, στο βαθμό που άντεχες πάντα. Την αφοβία ν ’αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου. Ό,τι κι αν νιώθεις. Να χρησιμοποιείς ακόμα και τις ενοχές σου σαν μάθημα για να χτίζεις την αυτογνωσία σου.
 
Ίσως να μη με καταλαβαίνεις. Όμως κράτα αυτά που διαβάζεις. Μα και να μην τα κρατήσεις, έχω εμπιστοσύνη πως τα έχεις ήδη μέσα σου κι η ζωή θα σου τα αποκαλύψει με τον δικό της τρόπο.
 
Σ ’αγαπώ κι είμαι υπερήφανη όχι μόνο γι’ αυτά που έχεις καταφέρει ή θα καταφέρεις στη ζωή σου, μα γι’ αυτό που είσαι. Για τον άνθρωπο που έχω την ευλογία να βλέπω μπροστά στα μάτια μου και μέσα στα χέρια μου να μεγαλώνει.
 
Έχω τόσα πολλά που θα ήθελα να σου πω. Όμως δε θα γίνω ποτέ προφήτης του τι πρόκειται ν’ αντιμετωπίσεις. Θα είσαι ελεύθερη να τα ζήσεις από τη δική σου σκοπιά. Ούτε θα σου δώσω υποσχέσεις που η ζωή δε θα με αφήσει να τηρήσω. Δε θα είμαι δίπλα σου για πάντα. Μα γι’ αυτό ακριβώς πάλεψα μ’ όλες μου τις δυνάμεις να σε βοηθήσω να κρατήσεις μία και μόνη υπόσχεση προς τον εαυτό σου. Πως θα έχεις αγάπη μέσα σου για πάντα. Μέσα σ’ αυτήν την αγάπη θα ζω κι εγώ, όπου κι αν βρίσκομαι. Αυτό μπορώ να στο υποσχεθώ. 
 
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία για μια μάνα, από το να γνωρίζει πως ο σπόρος που φύτεψε στην ψυχή του παιδιού της είναι σπόρος αγάπης. Μη φοβηθείς, λοιπόν, ποτέ τη γύμνια της ψυχής σου, ματάκια μου. Γιατί όταν ο άνθρωπος ξεκινά γυμνός και καθαρός, όσο τραχύ κι αν γίνει το ταξίδι του, μόνο ευοίωνος είναι ο προορισμός του.
 
Χρονιά καλά, αγάπη μου!

Φαντασία vs πραγματικότητα

3 Απριλίου, 2020

Δύο από τις διαστάσεις στις οποίες χωρίζονται τα πεδία της ζωής είναι, αναμφίβολα, η πραγματικότητα και η φαντασία. Ως πραγματικότητα θεωρούνται οι καταστάσεις που καλούμαστε καθημερινά ν’ αντιμετωπίσουμε εν σώματι με εργαλεία το μυαλό και το συναίσθημά μας. Ως φαντασία, από την άλλη, ορίζεται το φάσμα στο οποίο το μυαλό μπορεί να δημιουργήσει οτιδήποτε κατά βούληση, ανεξάρτητα από αυτό που βιώνει στην πραγματικότητα.

Η φαντασία, ως χωρόχρονος των εν εγρηγόρσει ονείρων, επιτρέπει ένα διαφορετικό πεδίο πράξεων από την πραγματικότητα. Απενοχοποιημένος από οποιαδήποτε κοινωνικά στερεότυπα, ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί όπου θέλει, οικειοποιούμενος παράλληλα όποια χαρακτηριστικά επιθυμεί για τον εαυτό του και τους γύρω του.

Κατεξοχήν πνευματική ικανότητα, λίγο πιο ανεπτυγμένη στους καλλιτέχνες, η φαντασία είναι και ο οίκος της έμπνευσης. Στεγάζοντας, λοιπόν, όνειρα, φιλοδοξίες και δημιουργικότητα, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του ανθρώπου, είτε εκείνος αποφασίζει να λειτουργεί ενεργά ως προς αυτήν, είτε ονειροπολεί και δέχεται ως επί το πλείστον παθητικά το αποτέλεσμα της δημιουργικής φαντασίας τρίτων.

Συχνά, η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως αντίπαλος της φαντασίας. Αυτό συμβαίνει διότι η δεύτερη τείνει να δημιουργεί μια αίσθηση ελευθερίας, την οποία η πραγματικότητα δεν μπορεί να συναγωνιστεί. Άλλος ένας παράγοντας υπέρ της φαντασίας είναι πως τελεί υπό τον πλήρη έλεγχο της πνευματικής πτυχής του ανθρώπου, ενώ η πραγματικότητα καθορίζεται από παράγοντες τόσο εσωτερικούς όσο και εξωτερικούς από αυτόν. Γι’ αυτό και η φαντασία, ως πεδίο δράσης, υπερτερεί της πραγματικότητας στην προτίμηση των περισσότερων ανθρώπων.

Τέλος, ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί στον κόσμο της φαντασίας με ένα απλό άλμα σκέψης από όπου κι αν βρίσκεται, χωρίς τη συνοδεία του σώματος του. Δεδομένης αυτής της δυνατότητας, η ονειροπόληση ή η δημιουργική φαντασία, αποτελεί ένα από τα αγαπημένα μέσα απόδρασης από την καθημερινότητα και τις έγνοιες που αυτή συνεπάγεται. Ένας τρόπος να ανακτήσει ο άνθρωπος δυνάμεις και να αισθανθεί ζωντανός κι απελευθερωμένος από περιορισμούς και υποχρεώσεις.

Παρ’ όλ’ αυτά, όσο ποθητή κι αν είναι, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μπορούμε να ζήσουμε μία ζωή με πληρότητα, επισκεπτόμενοι μόνο τη φαντασία μας. Η πραγματικότητα είναι εκείνη που, εν τέλει, μας διαμορφώνει και εξελίσσει μέσα από την απειλή του απρόβλεπτου και τη δύναμη της εμπειρίας που χτίζει. Όσο ελκυστικός κι αν είναι ένας κόσμος όπου όλα συμβαίνουν κατ’ ευχήν ή, αν μη τι άλλο, ελεγχόμενα, δια του πόνου και μόχθου της πραγματικότητας είναι που φτάνουμε στην πολυπόθητη αυτογνωσία.

Ό,τι κι αν σκαρφίστηκε ποτέ η φαντασία του ανθρώπου, η ζωή πάντα έβρισκε τον τρόπο να αποδεικνύεται ένα βήμα παραπέρα. Όπως είναι γνωστό, «η πραγματικότητα πολλές φορές ξεπερνά τη φαντασία» και γι’ αυτό ουσιαστικά αποτελεί την αστείρευτη πηγή έμπνευσης της. Ακόμα και καλλιτεχνικά, όταν η δημιουργική επινόηση μας διδάσκει την τέχνη της αναπαράστασης, η ζωή μας φέρνει αντιμέτωπους με την γνησιότητα.

Εξάλλου, το αποτέλεσμα της έμπνευσης, είτε αυτό είναι έργο ζωγραφικής, συγγραφικό, θεατρικό, μουσικό ή οποιασδήποτε μορφής τέχνης, χρειάζεται υλοποίηση για να μοιραστεί στο κοινό του και να αφήσει το γνήσιο αποτύπωμά του.

Στην ουσία, λοιπόν, φαντασία δεν νοείται χωρίς πραγματικότητα και η πραγματικότητα γίνεται πολύ πιο εύκολα διαχειρίσιμη μέσω της φαντασίας. Είτε είμαστε ονειροπόλοι, είτε πραγματιστές, οι δυο αυτές διαστάσεις είναι αλληλένδετες και απαραίτητες, σε διαφορετικές για τον καθένα αναλογίες, προκειμένου να έχουμε μια αρμονική συνύπαρξη σώματος και πνεύματος. Διότι αν η πραγματικότητα θέτει τα όρια του ανθρώπου εντός της σάρκας του, η φαντασία διευρύνει τα σύνορα της ψυχής του.

Η πρόσκρουση

Εκεί που τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα,
φρέναρε ξάφνου η ζωή
κι από την πρόσκρουση πετάχτηκαν
συνήθειες, μάσκες, φτιασιδώματα και συμπεριφορές.
Γέμισε ο τόπος ακρωτηριασμένους χαρακτήρες
να παλεύουν να παραμείνουν ζωντανοί στην εντατική του σπιτιού τους.
Κι ένας εαυτός παραμελημένος και κατακρεουργημένος
να παρακαλά για λίγη φροντίδα, δείχνοντας τα χρόνια τραύματά του,
με την ελπίδα, στην αδράνεια των θυτών του, να γιατρευτεί.

Αγκάλιασε τον εαυτό σου

Ποτέ η αγκαλιά σου να μη μένει αδειανή,
όταν εκείνος που την έχει μεγαλύτερη ανάγκη είναι ο εαυτός σου.
Σπίτι είναι η αγκαλιά και εσύ ο κύριος κάτοικός της.
Μην αγκαλιάζεις τον εαυτό σου μόνο για να σκεπάσεις τη θλίψη του.
Στέγασε το χαμόγελο και τη χαρά του.
Αν μάθεις να αγκαλιάζεις εσένα κάθε στιγμή, ευχάριστη ή δυσάρεστη,
η αγκαλιά σου θα γίνει βάλσαμο και για οποίον τη μοιραστεί μαζί σου.

Πρωταπριλιά

Είναι έμφυτη η ανάγκη του ανθρώπου να αναζητά την αλήθεια,
μα επίκτητη τάση του να παγιδεύεται εύκολα στο ψέμα.
Όσο εύκολο είναι να πιστέψεις ένα ψέμα που φαίνεται αληθινό,
τόση δύναμη θέλει για να αποδεχθείς μια αλήθεια που μοιάζει με ψέμα.

Οι μεγάλοι έρωτες

Είναι οι «μεγάλοι» έρωτες, ηφαίστεια που εκρήγνυνται
και σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους,
αφήνοντας πίσω τους καρδιές αποκαΐδια.
Μα είναι κι εκείνοι οι έρωτες, οι «καθημερινοί»,
σαν τα μικρά ρυάκια που κυλούν δίπλα στις πλαγιές
και δροσίζουν ό,τι ζωντανό συναντήσουν στο διάβα τους.
Σκορπώντας σταγόνες ζωής απλόχερα, να ξεδιψά η ψυχή σου.

Το ουράνιο τόξο

Μετάνιωσε η άνοιξη σαν έλειψαν οι ανθρώποι.
Θέλησε να παραιτηθεί στην έρμη μοναξιά της.
Μα άκουσε το φθινόπωρο το βροχερό της κλάμα
Κι απ' τα δεινά της σκέφτηκε να την ελευθερώσει.
«Όσο λυπούνται οι άνθρωποι στη θέση σου θα μείνω.
Μα όταν θα στάξουν οι καρδιές ξανά γλυκό το μέλι,
θα τρέξω σαν τον άνεμο γοργά να σε φωνάξω.
Για δε νοείται να φτιαχτεί μαγιάτικο στεφάνι
δίχως εσέ να τριγυρνάς με την καλοκαιριά σου,
να προϋπαντήσεις χαρωπά το ολόθερμο το θέρος».
Δάκρυσε πάλι η άνοιξη εμπρός στην καλοσύνη
Κι αμέσως αποκρίθηκε πως δε θ’ αποχωρήσει
«Μ' έχουν ανάγκη οι άνθρωποι, δεν τους εγκαταλείπω.
Μονάχα κράτα με γερά τα δάκρυα να στεγνώσω.
Στ’ άνθη μου με χαμόγελο του ήλιου να γυρίσω.
Σαν την ελπίδα ευαίσθητη, είμαι μα δεν πεθαίνω,
Σε μέρες ομορφότερες σκυτάλη εγώ πριν δώσω».
Τότε στα ουράνια φάνηκε δειλά χρωματισμένο
Το τόξο που η άνοιξη είχε για μόνο όπλο
Του ανθρώπου την απελπισιά με τούτο να σκοτώνει
Και να τον κάνει τη ματιά ψηλά να ορθώνει πάλι.
Κι αν για το βέλος του έρωτα κατάστηθα είναι ο στόχος
Μες την ψυχή, της άνοιξης, βγαίνει το ουράνιο τόξο.

Και μετά από αυτό, τι;

26 Μαρτίου, 2020

Για φαντάσου λέει, να μπορούσαμε να βγούμε μια στιγμή από το σώμα μας και σαν αόρατες, αιθέριες φιγούρες να περιπλανηθούμε στον κόσμο. Εκτός του ότι θα ήταν πολύ χρήσιμο στην παρούσα κατάσταση, διότι δε θα διατρέχαμε κανέναν κίνδυνο μόλυνσης, θα ήταν σίγουρα ενδιαφέρον.
 
Η αόρατη αυτή υπερδύναμη θα μας επέτρεπε, καταρχάς, να παρατηρήσουμε με την ησυχία μας πράγματα που εν σώματι δε θα μπορούσαμε. Όχι, δεν αναφέρομαι στην κατασκοπεία των συνανθρώπων μας για χάριν κουτσομπολιού. Ας το πάμε λίγο παραπέρα. Όντες ασώματοι, θα είχαμε τη δυνατότητα να διαισθανθούμε συναισθήματα και σκέψεις. Να αντιληφθούμε, δηλαδή, τα πραγματικά κίνητρα που υποκινούν τις πράξεις των ανθρώπων.
 
Η πρώτη μας κίνηση θα ήταν ασφαλώς να ψάξουμε να βρούμε τους δικούς μας ανθρώπους για «να μάθουμε όλη την αλήθεια» για όσα σκέφτονται και νιώθουν για εμάς. Ας μη μείνουμε όμως στα προσωπικά μας. Ας δούμε λίγο το κοινωνικό σύνολο και θα διαπιστώσουμε πως οι ομοιότητες θα είναι πολλές.
 
Θα δούμε, λοιπόν, ανθρώπους με ειλικρινή αισθήματα και καθαρές σκέψεις, αγάπη για τον συνάνθρωπο κι ανιδιοτέλεια τέτοια που θα μας συγκινήσει (μην απορείτε, υπάρχουν ακόμα). Ως εδώ καλά. Ο προβληματισμός θα ξεκινήσει όταν αρχίσουμε να βλέπουμε συμπεριφορές αδικίας, εκμετάλλευσης, κριτικής, κολακείας, αδιαφορίας, υποκρισίας, φθόνου και όλων αυτών που περιέχονται στον ανθρώπινο ασκό του Αιόλου.
 
Οι επιλογές που έχουμε είναι δύο. Ή να παρασυρθούμε από τον άνεμο και να εκδηλώσουμε κι εμείς ανάλογες συμπεριφορές αντιδρώντας με αγανάκτηση, ή να δείξουμε ανωτερότητα. Η ανωτερότητα συχνά συγχέεται με την καλοσύνη, την αγαθότητα και την αφέλεια. Στην πραγματικότητα, είναι η διαχείριση αυτών με τέτοιο τρόπο που να μην επιτρέπει μεν την επιρροή από αρνητικές καταστάσεις, αλλά να εκδηλώνει παράλληλα την αγάπη προς τον συνάνθρωπο.
 
Ας σταματήσουμε, όμως, το αιθέριο ταξίδι μας εδώ κι ας επιστρέψουμε στο έγκλειστο σώμα μας. Θα έρθει, αργά η γρήγορα, η στιγμή που θα  επιστρέψουμε στη φυσιολογική μας ζωή. Τότε που θα βρεθούμε ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που συναντήσαμε στο μεταφυσικό ταξίδι μας. Ποια θα είναι αλήθεια η δική μας συμπεριφορά; Είμαστε σίγουροι ότι μετά από μια τέτοια κατάσταση, θα βγούμε απλά στο δρόμο τρέχοντας ν’ αγκαλιάσουμε όποιον βρούμε, όπως υπολογίζαμε εξαιτίας της παρατεταμένης έλλειψης ανθρώπινης επαφής; Ή μήπως το λοξό βλέμμα του φόβου προς το συνάνθρωπο θα μείνει ως συνήθεια, όπως τα μισόκλειστα μάτια για τον άνθρωπο του σπηλαίου που μετά από πολύ καιρό βγαίνει ξανά στο φως; Ή μήπως, ακόμα χειρότερα, θα βγούμε ως άλλοι δικαστές να κρίνουμε και να βάλουμε τον καθένα στη θέση που του αξίζει, επειδή εμείς «έχουμε δει και ξέρουμε»; 
 
Πριν μπούμε στον πειρασμό να γίνουμε θεοί κριτές, ας θυμηθούμε λίγο τις λέξεις «ανωτερότητα» και «αγάπη». Αυτές είναι που αφυπνίζουν το θεϊκό στοιχείο μέσα μας, καλλιεργώντας τη μαγική έννοια της ενσυναίσθησης. Της ικανότητας εκείνης να μπαίνουμε στη θέση του άλλου και να δείχνουμε κατανόηση αντί να τον κρίνουμε άδικα.
 
Εύχομαι, λοιπόν, μετά από όλη αυτήν την πρωτόγνωρη εμπειρία να μην αφεθούμε στη δίνη της συνήθειας και της καθημερινότητας σαν να μη συνέβη τίποτα. Η ελευθερία μας δεν είναι δεδομένη κι αυτό ήταν ένα μάθημα που άξιζε να το πάρουμε. Ας μείνουμε ή ας γίνουμε άνθρωποι, ακόμα κι όταν όλο αυτό θα έχει τελειώσει και θα ανήκει πια στη νεότερη ιστορία. Συμμετείχαμε, πονέσαμε μα διδαχθήκαμε. Αυτό έχει σημασία.
 
Εξάλλου, εκεί φαίνεται η πραγματική ελευθερία του ανθρώπου. Στο να μην αφήνει οποιαδήποτε κατάσταση να αλλάξει αυτό που είναι, παρά μόνο προς το καλύτερο.

Όρκος ελευθερίας

Σαν αρχινώ ο άνθρωπος να κάμω το σταυρό μου
τα δάχτυλα ακουμπώ σφιχτά, γερά αγκαλιασμένα
τρία είναι τον αριθμό, μέρη τσ' Αγίας Τριάδας
μέσα κλείω την κεφαλή, καρδία και χέρια δύο.

Να 'ναι μυαλό και 'σθήματα και πράξεις ένα σώμα
τριάδα να 'ναι ανθρώπινη, στη σάρκα εγκλωβισμένη
για του Θεού Βασίλειο σιμά συνταξιδιώτες
μαζί με τα θερμά, πνιχτά τα παρακαλετά μου
στης Παναγιάς ζεστή αγκαλιά Εκείνος να μ' ακούσει.

Να είν' η θωριά μου καθαρή στ' ορίζοντα την πλώρη
και να με βγάλει μακριά 'πό πάθια κι από λάθια.
Τη μάνα που στα σπλάχνα της μήνες με κουβαλούσε
με την καρδιά αφροσκέπαστη κι αλμυρογιατρεμένη
για μια στερνή φορά στα μάτια ν’αντικρίσω.

Μ’ ελεύθερο το φρόνημα κι ασκλάβωτο το πνεύμα
που 'κείνη μου ανέθρεψε μ' αίμα και με θυσίες,
πριν το φευγιό γίνει αφορμή κεφάλι να σηκώσω
κι απ' τους θανατερούς χαλκάδες μου της φυλακής γλιτώσω.

Πως είναι κάστρο απόρθητο να πω θε στεριωμένο
μεσ' την ψυχή την ταπεινή ευλαβικά χτισμένο.
Εκείνα τα διδάγματα δάσκαλοι που μου 'δώσαν
αρχαίοι μα και κληρικοί, νέοι κι επαναστάτες
οι πρόγονοι που τους χρωστώ πικρή ευγνωμοσύνη.

Με μιαν ευχή για να σταθώ κι εγώ αντάξιός τους
σε μιαν ελεύθερη ζωή το χέρι ορκίζω τούτο
τώρα που κάμει το σταυρό κι από τα δάκρυα τρέμει
να μη σκιαχτώ, γονατιστός ποτέ να μη λυγίσω
μονάχα ορθός να περπατώ ζωσμένος το σταυρό μου
και μια σημαία κατάστηθα για αλάβωτη ασπίδα.

1 17 18 19 20 21 29