By

Φωτοσταλίδα

Η Σιωπηλή Ασθενής – Alex Michaelides

3 Δεκεμβρίου, 2025

Ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται γύρω από έναν μυστήριο φόνο και ένα έργο του Ευριπίδη. Η Αλίσια, διάσημη ζωγράφος, σκοτώνει τον σύζυγο με τον οποίο διατηρούσαν την τέλεια σχέση. Μετά τον φόνο ζωγραφίζει έναν πίνακα με το όνομα «Άλκηστις» και παύει να μιλά. Οι φήμες φουντώνουν, πλάθοντας ένα προφίλ τρομακτικό για την καλλιτέχνη. Γιατί δε μιλά; Τι κρύβει η σιωπή της; Η Αλίσια καταδικάζεται χωρίς καν να υπερασπιστεί τον εαυτό της και μεταφέρεται σε μια ψυχιατρική μονάδα ύψιστης ασφαλείας. Ο μόνος που ενδιαφέρεται να σπάσει τη σιωπή της είναι ο Θίο. Ένας ψυχοθεραπευτής που ενώ ζει το δικό του προσωπικό δράμα θέτει ως σκοπό της ζωής και της καριέρας του να κάνει την Αλίσια να μιλήσει. Θα τα καταφέρει; Κι αν ναι, ποια θα είναι τελικά η αλήθεια που σφραγίζει τα χείλη της Αλίσια;

Ο Alex Michaelides βουτά την πένα του στο μυστήριο και την ψυχιατρική ισόποσα και πλέκει μια ιστορία στην οποία, ενώ γνωρίζουμε τον δολοφόνο, τίποτα δε μοιάζει βέβαιο για την ενοχή και τα κίνητρά του. Καλά χτισμένοι χαρακτήρες και μια γλώσσα που ρέει, συνθέτουν, μαζί με την πρωτότυπη πλοκή, ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Διηγούμενος την ιστορία μέσα από τα μάτια του ψυχοθεραπευτή, ο συγγραφέας δράττεται της ευκαιρίας να σκιαγραφήσει τα προβλήματα και τις αδυναμίες των ψυχιατρικών ιδρυμάτων. Αγγίζει επίσης θέματα όπως τα γονεϊκά τραύματα, η εκμετάλλευση των καλλιτεχνών από τους έμπορους τέχνης, η αυτοθυσία, η απιστία και οι καταπιεσμένες ορμές που βρίσκουν τρόπο να ξεσπάσουν, πάντα με ολέθρια αποτελέσματα.

Η εναλλαγή των οπτικών ανάμεσα στους ήρωες κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και γι’ αυτό είναι ένα βιβλίο που δύσκολα αφήνεις από τα χέρια σου. Η σιωπηλή ασθενής γίνεται πρωταγωνίστρια μιας σύγχρονης τραγωδίας και μέσα από ένα σύμπλεγμα συγκυριών τιμωρεί τους θύτες και δικαιώνει τα θύματα, ακόμα κι αν αυτό μπορεί να σημάνει τον ίδιο της τον θάνατο.

Εξαιρετικό για όσους αγαπούν τη λογοτεχνία μυστηρίου.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Διόπτρα

Αχόρταγη μοναξιά

30 Νοεμβρίου, 2025

Δεν την περίμενε αυτήν την πρόταση. Τον έβλεπε που ερχόταν συχνά στο μαγαζί, είχε πιάσει τη ματιά του να την καρφώνει όποτε τον εξυπηρετούσε και τα φωτεινά χαμόγελα που της χάριζε. Όμως δεν μπορεί να ήθελε κάτι παραπάνω από εκείνη. Ήταν απλά ευγενικός. Η μειωμένη της αυτοπεποίθηση σώπαινε βίαια το γυναικείο της ένστικτο. Δεν ήταν αρκετά όμορφη, δεν ήταν αρκετά αδύνατη. Παρότι η καρδιά της λαχταρούσε να τον δει να μπαίνει και να της ζητά το καθιερωμένο πρωινό του εσπρεσσάκι, οτιδήποτε παραπάνω από αυτήν την συναλλαγή θεωρούσε ότι ήταν αποκύημα της φαντασίας της. Ήταν άλλωστε συνηθισμένη στη ματαίωση. Ένα πρωί, όμως, διαψεύστηκε.

«Θα μπορούσα να σε ρωτήσω τι ώρα σχολάς;»

Η Δήμητρα ένιωσε το δέρμα της να φλέγεται. Σιωπή.

«Δε θέλω να φανώ πιεστικός ή περίεργος. Έλεγα μόνο μήπως ήθελες να βγεις καμιά μέρα από την άλλη μεριά της μπάρας και να πιούμε μαζί έναν καφέ».

«Στις 6. Σχολάω στις 6» κατάφερε να αρθρώσει.

«Τέλεια! Θα είμαι εδώ. Δε σε πειράζει να πάμε κάπου αλλού, έτσι;»

Του έκανε ένα αρνητικό νεύμα και χαμογέλασε. Τα λακκάκια στα μάγουλά της βάθυναν.

Όπως το υποσχέθηκε, ο Θάνος ήταν συνεπής στο ραντεβού τους. Βγήκαν, μίλησαν με τις ώρες και απόλαυσαν ο ένας την παρέα του άλλου. Άρχισαν ν’ ανταλλάσσουν μηνύματα καθημερινά και να διηγούνται δειλά δειλά την προσωπική τους ιστορία. Προστατευμένοι πίσω από τις οθόνες, έριχναν τις άμυνές τους και γίνονταν φλύαροι στον γραπτό λόγο. Έμαθε ότι ήταν τριάντα χρόνων, ελεύθερος, δούλευε ως υπάλληλος σε μια ασφαλιστική εταιρεία και αγαπούσε τα άλογα και το καλό φαγητό. Είχε καλή σχέση με τους γονείς του που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και με τον αδερφό του που σπούδαζε ακόμα στην Πάτρα. Μοιράζονταν το ίδιο γούστο στις ταινίες και τις ίδιες απόψεις για τη ζωή. Σιχαινόταν τις διακρίσεις, δήλωνε υπέρμαχος της διαφορετικότητας και του δικαιώματος ο καθένας να ορίζει το σώμα του καταπώς θέλει. Την έκανε να νιώθει όμορφα και κυρίως ασφαλής να είναι ο εαυτός της.

Πέρασε ένας μήνας. Ερχόταν κάθε μέρα στο μαγαζί, αλλά δεν της είχε ζητήσει να ξαναβγούν. Εκείνη το απέδωσε στις προετοιμασίες για το συνέδριο ασφαλιστών που –όπως της είχε πει– η εταιρεία θα τους υποχρέωνε να παρευρεθούν στο τέλος του μήνα. Αν και μέσα της, ο φόβος της απόρριψης θέριευε. Λίγο μόνο καθησυχάστηκε, όταν της ζήτησε προκαταβολικά συγγνώμη που δε θα ήταν διαθέσιμος εκείνο το Σαββατοκύριακο. Την Παρασκευή πριν το συνέδριο και με δικαιολογία ότι θ’ αργούσαν να ξαναμιλήσουν, μάζεψε όλο της το θάρρος και του πρότεινε να πάει το βράδυ από το σπίτι της να του κάνει το τραπέζι. Θα μαγείρευε τη σπεσιαλιτέ της˙ αρνάκι με μυρωδικά και πατάτες στο φούρνο. Ο Θάνος δέχτηκε με ενθουσιασμό.

Η Δήμητρα έφυγε τρέχοντας από τη δουλειά να πάει να ψωνίσει και να τα ετοιμάσει όλα. Συγύρισε στα γρήγορα το σπίτι κι έπειτα μπήκε στην κουζίνα. Ακολούθησε τη γνωστή της μαγειρική ιεροτελεστία και σε δυο ώρες το αρνάκι ήταν έτοιμο. Δοκίμασε ελάχιστα για να σιγουρευτεί πως ήταν όπως ακριβώς το ήθελε κι έκανε ατμόσφαιρα στο σαλόνι. Φόρεσε ένα φόρεμα που ήξερε πως κολάκευε κι έκρυβε επιμελώς τις πληθωρικές καμπύλες της και κάθισε να τον περιμένει.

Η ώρα εννιά. Ούτε τηλέφωνο, ούτε μήνυμα. Εννιά και τέταρτο. Τίποτα. Εννιά και μισή. Είχε αρχίσει να αγχώνεται. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι, βούτηξε τη σακούλα με τα μπισκότα κι έκατσε στον καναπέ. Σκεφτόταν κι έτρωγε. Έτρωγε και σκεφτόταν. Ψίχουλα έπεφταν στο φόρεμά της, αλλά δεν την ένοιαζε. Ο Θάνος είχε μετανιώσει. Και γιατί να μη μετάνιωνε άλλωστε; Δεν της άξιζε ένας τόσο γοητευτικός σύντροφος. Ήταν άσχημη, παχιά κι ανασφαλής. Δέκα παρά τέταρτο. Καμιά της σχέση δεν είχε κρατήσει. Κανείς δεν την άντεχε. Όλοι την παρατούσαν με την πρώτη ευκαιρία κι έμενε μόνη. Το μόνο που της έμενε ήταν το φαγητό. Μ’ αυτό ένιωθε ασφάλεια. Χόρταινε τη μοναξιά της. Γέμιζε το στομάχι της για να καλύπτει την άδεια της καρδιά. Δέκα η ώρα. Η σακούλα με τα μπισκότα άδειασε. Την ώρα που την πετούσε στο τραπεζάκι του σαλονιού, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνος.

«Χίλια συγγνώμη, Δήμητρά μου! Μας κράτησαν υπερωρία σήμερα λόγω του συνεδρίου και δε σηκώσαμε κεφάλι. Είμαι στον δρόμο! Σε πέντε λεπτά είμαι εκεί! Αν ακόμα φυσικά θέλεις να έρθω…»

Παύση.

«Ναι, φυσικά. Καταλαβαίνω. Σε περιμένω. Μην αργήσεις. Θα κρυώσει».

Σαν να την τσίμπησε σφήκα, πετάχτηκε πάνω κι άρχισε να μαζεύει τον χαμό από τρίμματα πάνω στον καναπέ. Έτρεξε στον καθρέφτη να διορθώσει το κραγιόν της, έστρωσε τα μαλλιά της κι άκουσε το κουδούνι να χτυπά διακριτικά. Άφησε τα λακκάκια στα μάγουλά της να φανούν με ένα πλατύ χαμόγελο και του άνοιξε. Ίσως τελικά να είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να χορτάσει από ευτυχία.

Δυο λίμνες με ίδια βότσαλα

23 Νοεμβρίου, 2025

Από μικρός ήταν διαφορετικός. Όταν τα άλλα παιδάκια έπαιζαν ομαδικά παιχνίδια, ο Αχιλλέας προτιμούσε να βάζει τα αυτοκινητάκια του στη σειρά, πάντα με τον ίδιο τρόπο. Από το πιο μεγάλο στο πιο μικρό. Τα στοίχιζε με τις ώρες, ώστε να έχουν ίσες αποστάσεις κι ύστερα καθόταν και τα κοιτούσε. Αν κάποιο παιδί ερχόταν και του τα χαλούσε, θύμωνε και γινόταν επιθετικός. Η μητέρα του τον μάλωνε.

 «Εντάξει δε σου έκανε και τίποτα! Ένα αυτοκινητάκι πήρε να παίξει κι αυτό! Τόσα έχεις πια! Μην τα θέλεις όλα δικά σου! Μοναχοφάη!»

Δεν καταλάβαινε πως το σπάσιμο της ακολουθίας που είχε φτιάξει στο μυαλό του ο Αχιλλέας σήμαινε αυτόματα εσωτερική ανισορροπία. Μια μικρή καταστροφή, ένα χάος μέσα στο οποίο δεν μπορούσε να λειτουργήσει.

Μεγαλώνοντας, την ανάγκη του για ασφάλεια μέσα από τη συμμετρία και την οργάνωση τη μετέτρεψε σε χόμπι. Συνέλλεγε σελιδοδείκτες. Οι λίγοι φίλοι που είχε αποκτήσει σέβονταν τη «μανία» του, αλλά πού και πού τον πείραζαν.

«Φίλε αν αποφασίσεις να τους πουλήσεις, παίζει να γεμίσεις με σελιδοδείκτες όλα τα βιβλία του κόσμου!!»

Είχε σελιδοδείκτες σε διάφορα σχήματα και χρώματα, φτιαγμένους από διαφορετικά υλικά. Χαρτί, ξύλο, μέταλλο, πολυμερικό πηλό. Τους χώριζε με σχολαστικότητα σε ντοσιέ ανάλογα την ποιότητα και το θέμα που απεικόνιζαν. Για τον Αχιλλέα, οι συλλογές του ήταν ο τρόπος να αντέχει τον κόσμο γύρω του. Μια μικρή πνοή μέσα στο άγχος και την ανασφάλεια που του προκαλούσαν οι κοινωνικές επαφές και οι ανθρώπινες συμπεριφορές.

Μέσα από την ψυχοθεραπεία που πήρε την πρωτοβουλία να ξεκινήσει μετά την ενηλικίωσή του, διαπίστωσε πως το «πρόβλημα» που οι άλλοι έβλεπαν σ’ αυτόν είχε όνομα και λεγόταν «αυτισμός υψηλής λειτουργικότητας». Ο εγκέφαλος του λειτουργούσε διαφορετικά και δεν έφταιγε που ήταν αντικοινωνικός. Δεν ήταν επιλογή του, όπως τον κατηγορούσαν κατά καιρούς. Ήταν πάντα πολύ πιο έξυπνος στα μαθήματα από τους συνομήλικους του, αλλά οι κοινωνικές δεξιότητές του κυμαίνονταν στο ναδίρ.

Με τη βοήθεια της ψυχοθεραπεύτριάς του, εξάσκησε την ανθεκτικότητά του στις εισβολές των εξωτερικών ερεθισμάτων που το μυαλό του προσλάμβανε ως απειλή. Φανταζόταν κάθε εισβολή σαν ένα βότσαλο που έπεφτε στη λίμνη του ψυχισμού του. Σταδιακά, άρχισε να οπτικοποιεί το βότσαλο και εφαρμόζοντας τεχνικές χαλάρωσης, κατάφερνε να το αφαιρεί εγκαίρως από το ταραγμένο μυαλό του.

Ο Αχιλλέας ήταν παράδειγμα θεραπευόμενου. Είχε τόση θέληση να προσαρμοστεί, που στις ομαδικές συνεδρίες αναρωτιούνταν αν όντως έχει αυτισμό. Η καλοσυνάτη συμπεριφορά του, ο ευγενικός τόνος στη φωνή του και η συμπόνοια στο βλέμμα του ήταν στοιχεία που είχαν μπερδέψει ακόμα και κάποιους από τους θεραπευτές που συμμετείχαν στην ομάδα.

Εκεί γνώρισε την Αμαλία, μια συνθεραπευόμενη. Ήξερε πως δεν του ήταν εύκολο να συνάψει ερωτική σχέση. Η εμπειρία του αυτό είχε δείξει. Ήταν αρκετά «παράξενος» στην καθημερινή του ζωή με όλες αυτές τις ρουτίνες που χρειαζόταν για να νιώσει καλά και τη δυσκολία του να λεκτικοποιεί τα συναισθήματά του. Η Αμαλία όμως του έδειξε αδυναμία από την αρχή. Χαμογελούσε όποτε εκείνος έπαιρνε τον λόγο, του έλεγε πάντα καλησπέρα και καληνύχτα και επεδίωκε να κάθεται πάντα απέναντί του για να τον βλέπει. Ήταν όμορφη κοπέλα. Ίσως λίγο πιο όμορφη από τις κοπέλες που φανταζόταν ο Αχιλλέας ότι θα τον επέλεγαν για σύντροφο. Κι αυτό φούντωνε περισσότερο τη φυσική συστολή του.

Μια μέρα, η θεραπεύτρια τους χώρισε σε ομάδες των δυο για να συζητήσουν μεταξύ τους ένα θέμα, με σκοπό την βελτίωση των διαλεκτικών τους ικανοτήτων. Πριν καλά καλά το καταλάβει, ο Αχιλλέας βρέθηκε να είναι ζευγάρι με την Αμαλία και το θέμα που έπρεπε να αναλύσουν ήταν ο έρωτας. Δειλά στην αρχή, ξεκίνησαν να λένε πράγματα που είχαν διαβάσει σε βιβλία, προκειμένου να μην εμπλακούν συναισθηματικά. Ο Αχιλλέας, ως συνήθως, είχε στα χέρια του τον αγαπημένο του μεταλλικό σελιδοδείκτη και τον μετέφερε από το ένα χέρι στο άλλο με τις ίδιες ακριβώς κινήσεις κάθε φορά. Αφού εξάντλησαν τα θεωρητικά, σώπασαν. Το βλέμμα της Αμαλίας έπεσε στον σελιδοδείκτη. Προς έκπληξη του Αχιλλέα, δεν του ζήτησε να τον πάρει˙ του ήταν δύσκολο να τον αποχωρίζεται. Ένιωθε σαν να του έκλεβαν κομμάτι του εαυτού του. Η Αμαλία περιορίστηκε στο να του πει ότι ήταν πολύ όμορφος. Την ευχαρίστησε και τη ρώτησε με τη σειρά του αν είχε κι εκείνη κάποιο αγαπημένο αντικείμενο. Χωρίς να το αντιληφθούν, άρχισαν να μιλούν ο καθένας για τον έρωτα που είχαν για συγκεκριμένα αντικείμενα και να αναλύουν το πώς αυτά τους έκαναν να αισθάνονται ασφαλείς.

Όταν η ψυχοθεραπεύτρια σήμανε τη λήξη των συνομιλιών, το ζευγάρι ένιωθε πως είχε κι άλλα να πει. Τότε ο Αχιλλέας, με την έξαψη του μοιράσματος ακόμα στην καρδιά του, της ζήτησε να βγουν για έναν καφέ μετά τη συνεδρία. Η Αμαλία δέχτηκε με χαρά.

Η σχέση τους κράτησε χρόνια. Καταλάβαιναν ο ένας τις ιδιαιτερότητες του άλλου και είχαν βρει έναν δικό τους κώδικα για να επικοινωνούν τι τους ενοχλούσε ή τους θύμωνε. Με κινητήριο δύναμη την αγάπη τους, έφτιαξαν μια υγιή οικογένεια. Μέσα από τις όμορφες στιγμές και τις προκλήσεις, μέσα από ανέκφραστα συναισθήματα και ανέλπιστες εξομολογήσεις, ο Αχιλλέας και η Αμαλία έμαθαν να βρίσκουν την ισορροπία και την ασφάλεια. Έγιναν ο ένας για τον άλλον μια ήρεμη λίμνη. Ακόμα κι αν καμιά φορά έπεφταν βότσαλα, εκείνο που φρόντιζαν ήταν, ποτέ μα ποτέ, να μην τ’ αφήνουν να φτάνουν στο βυθό τους.

Το βιβλίο που θα ήθελες να είχαν διαβάσει οι γονείς σου – Philippa Perry

18 Νοεμβρίου, 2025

«Το βιβλίο που θα ήθελες να είχαν διαβάσει οι γονείς σου» είναι ο πολύ πετυχημένος τίτλος του αφηγηματικού εγχειριδίου της Philippa Perry για τη σύγχρονη γονεϊκότητα που πασχίζει ν’ αλλάξει δρόμο. Το βιβλίο αφορά γονείς που επιθυμούν να σπάσουν την διαγενεαλογική αλυσίδα και ν’ ακολουθήσουν για τα παιδιά τους μια ανατροφή βασισμένη στην κατανόηση και την ενσυναίσθηση.

Κύριο στοιχείο του βιβλίου είναι η παραίνεση να κατανοήσουμε τον εαυτό και τις συμπεριφορές μας, πριν προβούμε σε οποιαδήποτε αντίδραση απέναντι στις συμπεριφορές των παιδιών μας. Μέσα από καθημερινά παραδείγματα, η ψυχοθεραπεύτρια Perry δίνει την αίσθηση του οικείου και την επιβεβαίωση πως κανένας γονιός δεν είναι μόνος. Χωρίς κριτική, δίνει συμβουλές που αποσκοπούν στο να μας οδηγήσουν στην αυτογνωσία, η οποία αποτελεί θεμέλιο λίθο στην κατανόηση των παιδιών μας.

Ξεκινώντας από το παρελθόν και την αντιμετώπιση της δικής του ιστορίας, ο γονιός εξερευνά το περιβάλλον του παιδιού του, ανεξάρτητα από τη σύσταση της οικογένειας και μαθαίνει κάτι που κανείς δεν τον δίδαξε˙ να διαχειρίζεται, πρώτα απ’ όλα, τα δικά του συναισθήματα. Στην ανατροφή των παιδιών, τα συναισθήματα είναι σαφέστατα η μεγαλύτερη πρόκληση. Η νέα γενιά γονέων καλείται να πάψει να θάβει τα ζητήματα κάτω από το χαλί, όπως έμαθε από τους δικούς της γονείς, ν’ αναγνωρίσει τόσο τα δικά της συναισθήματα όσο και των παιδιών της και να συμφιλιωθεί με την αναγκαιότητα της ύπαρξής τους.

Η Perry θέτει τον δεσμό και την επικοινωνία γονέα- παιδιού ως βάση για να επιτευχθεί μια υγιής σχέση, ξεκινώντας από την πρώιμη περίοδο της εγκυμοσύνης. Συζητά με τον αναγνώστη για τα καθημερινά προσκόμματα που μπορεί να παρουσιαστούν κατά το χτίσιμο αυτού του δεσμού, παραθέτοντας περιπτώσεις προς μελέτη και ταύτιση. Τέλος, ακολουθεί, παρατηρεί και εξετάζει την πορεία της σχέσης όσο το παιδί μεγαλώνει μέχρι να φτάσει στην ενηλικίωση.

Όπως κάθε βιβλίο γονεϊκότητας, δεν υπόσχεται να δώσει συνταγές επιτυχίας, αφού κάθε σχέση είναι μοναδική. Οι συμβουλές που προσφέρει είναι διαφωτιστικές και βοηθούν τον γονιό ν’ ανοίξει τα μάτια και το μυαλό για να τις προσαρμόσει στη δική του περίπτωση, παραδεχόμενος ότι σίγουρα αυτό είναι ένα βιβλίο που θα ήθελε να είχαν διαβάσει κι οι δικοί του γονείς.

Βιβλίο γονεϊκότητας - Εκδόσεις Διόπτρα

Αγάπη “Παναγιωταρά”

15 Νοεμβρίου, 2025

Σηκώθηκε, όπως πάντα, πρώτη απ’ όλους. Ετοίμασε το πρωινό, έβαλε το κολατσιό των παιδιών στις τσάντες τους κι έπλυνε τα χθεσινοβραδινά πιάτα στον νεροχύτη. Η ώρα 7.00. Ξύπνησε τα παιδιά με γλυκόλογα για ν’ αποφύγει την πρωινή γκρίνια και τα έστειλε να πλύνουν το πρόσωπό τους και να πάνε τουαλέτα. Με το που απλώθηκε η μυρωδιά του καφέ στο σπίτι, σηκώθηκε κι ο Αντώνης. Έφαγαν πρωινό, ενώ εκείνη τους γυρόφερνε για να τακτοποιεί παράλληλα την κουζίνα.

«Αγάπη, σήμερα παίζει ν’ αργήσω λίγο. Το αφεντικό μάς θέλει λέει για meeting το μεσημέρι και δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει. Τον ξέρεις τώρα τον Θεοχάρη!» είπε ο Αντώνης μασουλώντας ακόμη το τοστ του. Η Αγάπη κατένευσε.

«Εγώ μπορώ να πάω στου Γιάννη μετά να διαβάσουμε; Θα έρθει να τον πάρει η μαμά του» ρώτησε ο μεγάλος.

«Σίγουρα θα διαβάσετε;» ρώτησε η Αγάπη με το φρύδι σηκωμένο κι ένα πειρακτικό χαμόγελο στα χείλη.

«Ναι, ρε μαμά! Έλα, σε παρακαλώ!!»

«Εντάξει, θα πάρω τη μαμά του να τη ρωτήσω».

Η ώρα 7.30. Πήρε το σακουλάκι με τα αμύγδαλα από τον πάγκο και το έχωσε βιαστικά στην τσάντα του Αντώνη. Παραλίγο θα ξέχναγε το αγαπημένο του σνακ. Μα η Αγάπη δεν δικαιούταν να ξεχάσει. Τους αποχαιρέτησε όλους στην πόρτα, αφού σιγουρεύτηκε ότι φορούσαν τα σωστά μπουφάν, τα σωστά παπούτσια κι είχαν τις τσάντες τους μαζί.

«Γεια, μαμά!» φώναξαν τα παιδιά.

«Γεια σου, αγάπη μου!» είπε κι ο Αντώνης και τη φίλησε στα πεταχτά.

Είχε μάθει να ξεχωρίζει πότε το «αγάπη» του Αντώνη αναφερόταν στο όνομά της και πότε στα αισθήματά του για εκείνη. Όταν έβαζε την κτητική αντωνυμία δίπλα, ο τόνος της φωνής του άλλαζε και γινόταν πιο τρυφερός. Της άρεσε να διακρίνει αυτές τις λεπτομέρειες. Θα έλεγε κανείς ότι οι λεπτομέρειες ήταν η «δουλειά» της. Κάθε τι μέσα στο σπίτι περνούσε από τα χέρια της. Τόσα μικροπράγματα που κρατούσαν το σπίτι καθαρό και τακτοποιημένο και τον άντρα και τα παιδιά της φροντισμένους στην τρίχα και χαρούμενους. Εκείνην όμως;

Από τότε που τα παιδιά άρχισαν να πηγαίνουν μόνα τους στο σχολείο, η στιγμή που έκλεινε την πόρτα κι έμενε μόνη, ήταν από τις πιο πολύτιμες της ημέρας. Επιτέλους, ησυχία. Πήρε την κούπα με τον καφέ της και βγήκε στο μπαλκόνι. Τον άφησε στο τραπέζι και πριν καθίσει ν’ απολαύσει την πρώτη γουλιά, θυμήθηκε ότι πρέπει να ποτίσει τον βασιλικό. Έκοψε και δυο-τρία ξερά φύλλα από την τριανταφυλλιά και μετά βολεύτηκε στην καρέκλα. Έφερε την κούπα στα χείλη κι ήπιε με λαιμαργία. Η απογοητευμένη γκριμάτσα υπονόησε αυτόματα ότι ο καφές είχε ήδη κρυώσει. Πήρε απρόθυμα το μπουκαλάκι με τις σαπουνόφουσκες από δίπλα κι άρχισε να ξεφυσάει μέσα από την κυκλική του άκρη, γεμίζοντας τον αέρα με ιριδίζουσες σφαίρες. Ήταν ένα κόλπο που είχε δει στο Tiktok και υποτίθεται ότι βοηθούσε όσους είχαν κόψει πρόσφατα το κάπνισμα, σε στιγμές που αποζητούσαν διακαώς ένα τσιγάρο.

Η Αγάπη είχε κόψει το κάπνισμα εδώ κι έξι μήνες. Το είχε ξανασταματήσει στις δυο εγκυμοσύνες της και στον πρώτο χρόνο του κάθε παιδιού. Μόλις όμως μεγάλωσαν λίγο, υπέκυψε και πάλι στην αδυναμία της. Αυτό θεωρούσε πως ήταν το κάπνισμα. Μια αδυναμία, που όμως τη βοηθούσε να ηρεμεί. Το γεγονός ότι ο Αντώνης δεν ήταν καπνιστής την έκανε να νιώθει ακόμα περισσότερες ενοχές. Δεν κάπνιζε ποτέ μπροστά στα παιδιά. Πάντα όταν έλειπαν ή αργά το βράδυ όταν κοιμούνταν, έβγαινε στο μπαλκόνι να ξεχαρμανιάσει. Είχε υποσχεθεί στον Αντώνη ότι θα το κόψει. Μα την τελευταία φορά, το υποσχέθηκε περισσότερο στον εαυτό της. Ήθελε να φανεί δυνατή, χωρίς να είναι κάποιος άλλος η αιτία. Θα το έκοβε επειδή το επιθυμούσε εκείνη. Και το έκανε. Δεν το είχε πια τόσο ανάγκη. Οι φούσκες ήταν απλώς ένα διασκεδαστικό υποκατάστατο για τις δύσκολες ώρες.

Μετά από μερικές γουλιές ακόμη, σήκωσε τα μανίκια και ξαναμπήκε στο σπίτι. Μάζεψε το τραπέζι, έπλυνε τον νεροχύτη, έστρωσε τα κρεβάτια, έβαλε πλυντήριο, μάζεψε τα απλωμένα από το μπαλκόνι, τακτοποίησε λίγο τα δωμάτια των παιδιών, άλλαξε σακούλες σκουπιδιών σε μπάνιο και κουζίνα, έβαλε χαρτί υγείας στις θήκες δίπλα στην τουαλέτα και καινούριο χαρτί κουζίνας στον πάγκο και πριν πιάσει το σίδερο, ξεσκόνισε λίγο το σαλόνι.

Στην κρεβατοκάμαρα, ένα βουνό με ρούχα την περίμενε. Ξεδιάλυνε πρώτα ποια είναι ποιανού κι ύστερα έβγαλε τη σιδερώστρα. Όσο σιδέρωνε, το μυαλό της έτρεχε. Ονειρευόταν βόλτες, εκδρομές, παραλίες, μα το μόνο που είχε ήταν μια θάλασσα δουλειές. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα που έβγαιναν οικογενειακώς, εκείνη έπρεπε να τα προετοιμάσει όλα κι όταν γύριζαν, να τα μαζέψει. Κι ύστερα της έλεγε ο Αντώνης ότι δεν χαλαρώνει κι είναι συνέχεια στην τσίτα. Πώς να αφεθεί; Πώς να ονειρευτεί; Ώρες ώρες αναρωτιόταν ακόμα κι αν μπορούσε πια να το κάνει. Πού ήταν το κορίτσι που θα ταξίδευε σ’ όλον τον κόσμο μ’ ένα σακίδιο στην πλάτη; Ένιωθε ποια μια άλλη Αγάπη. Είχε χάσει πολλά κομμάτια του εαυτού της στην πορεία και κάποια τα είχε εγκαταλείψει εντελώς. Μα δε βγαίνει έτσι η ζωή.

Τα όνειρά της είχαν γίνει τελικά λεπτομέρειες. Και μεταφορικά και κυριολεκτικά. Τόσα πολλά και μικρά θέματα απασχολούσαν το μυαλό της, που τον τελευταίο καιρό, μέχρι να πιάσει το ένα ξεχνούσε το άλλο. Στην αρχή, ανησύχησε μήπως έχει θέμα με την μνήμη της. Ο παντογνώστης του διαδικτύου τής άνοιξε τα μάτια. Πολλές σύγχρονες μητέρες υποφέρουν από “διανοητική υπερφόρτωση”. Στην αρχή, ένιωσε μια ανακούφιση που δεν ήταν η μόνη. Μα η πραγματική ανακούφιση θα ερχόταν από τη μείωση του φόρτου.

Τελείωσε το σίδερο. Το συνονθύλευμα αρνητικών και θετικών σκέψεων έσκασε σαν κύμα και της έφερε πονοκέφαλο. Πήρε ένα παυσίπονο και πήγε ξανά στο υπνοδωμάτιο. Έβγαλε τα ρούχα της για να πάει για μπάνιο και κοίταξε τον γυμνό εαυτό της στον καθρέφτη. Ψηλάφισε το πρόσωπό της. Τράβηξε με τα δάχτυλα τις ρυτίδες της να ισιώσουν. Τσίμπησε το λίπος που είχε συσσωρευτεί στην κοιλιά της. Τη ρούφηξε προς τα μέσα και την άφησε πάλι ελεύθερη. Πρέπει να φύγει αυτό, σκέφτηκε απογοητευμένη. Μα μια άλλη σκέψη μπήκε εμβόλιμη. Πρώτα, πρέπει να φύγει αυτό. Οι λεπτομέρειες...

Υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι το βράδυ, όταν όλοι θα έχουν κοιμηθεί, θα βάλει ένα ποτηράκι κρασί να ξεκουραστεί και να οργανωθεί. Θα μιλούσε και με τον Αντώνη για τις αποφάσεις της. Πρώτα απ’ όλα, από Δευτέρα θα ξεκινούσε γυμναστήριο. Και μετά ίσως ξανάπιανε και το θέατρο με την παλιά της θεατρική ομάδα. Έπρεπε επιτέλους να κάνει κάτι και για εκείνη. Μήπως και κάπου εκεί, ανάμεσα στις λεπτομέρειες, θυμηθεί την ουσία της και ξαναβρεί την Αγάπη. Εκείνο το ταξιδιάρικο κορίτσι, που τόσο της είχε λείψει.

CHIAROSCURO – Καλλιόπη Βελόνια

11 Νοεμβρίου, 2025

Με μια γραφή μεστή και μια γλώσσα άμεση που δε φοβάται να μπήξει το μαχαίρι στο κόκαλο, τα διηγήματα της Καλλιόπης Βελόνια ακροβατούν ανάμεσα σε θέματα ταμπού και πρωτόγονα ένστικτα που βρίσκουν διέξοδο σε ακραίες συμπεριφορές. Το Chiaroscuro όμως δεν είναι μόνο αυτό. Έχει και μια ευαίσθητη πλευρά, μια ποιητική φλέβα που μέσα στο σκοτάδι του ασυνειδήτου, γίνεται φως, γίνεται δάκρυ και χαμόγελο.

Η Καλλιόπη ζωντανεύει με λόγο την τεχνική της ζωγραφικής του τίτλου και παίζει με τις σκιές της ύπαρξης, κατευθύνοντας το βλέμμα του θεατή στο δράμα που φωτίζει με τον προβολέα της πένας της. Η μικρή φόρμα δεν είναι εύκολη. Πρέπει να επιλέξεις τις κατάλληλες λέξεις με οικονομία, για να αποδώσεις όσο καλύτερα το νόημα που θες, χωρίς ωστόσο να κάνεις έκπτωση στο συναίσθημα.

Με τη γνωστή της συγγραφική δεινότητα, η Καλλιόπη καταφέρνει ν' αγγίξει τον αναγνώστη, να τον σοκάρει, να τον συγκινήσει, ενώ παράλληλα στηλιτεύει συμπεριφορές, αναδεικνύει κοινωνικές καταστάσεις και υμνεί την διαφορετικότητα. Τολμά, δε, να δοκιμάσει διάφορα είδη γραφής και να παίξει με τον μαγικό ρεαλισμό, το χιούμορ, την προσωποποίηση, την ημερολογιακή γραφή, επιτυγχάνοντας ένα άρτιο αποτέλεσμα. 

Συνοψίζοντας, το Chiaroscuro είναι μια συλλογή διηγημάτων που καταφέρνει να ισορροπήσει την αφηγηματικότητα με τον ποιητικό λυρισμό, το κοινωνικό με το φανταστικό και το άγριο με το ευγενές, δείχνοντας πως η φύση, αν και γεμάτη αποχρώσεις, συμπυκνώνει την ουσία της ενώνοντας τα άκρα. Το λευκό και το μαύρο, τη σκιά και το φως. 

Διηγήματα - Εκδόσεις ΤΡΙ.ΕΝΑ Πολιτισμού

Έκτορας

8 Νοεμβρίου, 2025

Με τον Έκτορα ήταν μαζί από όταν ήταν παιδί. Την διάλεξε μέσα σε μια μάντρα που είχαν πάει με τους γονείς της για να υιοθετήσουν ένα σκυλί. Η Χαρά ήταν πέντε ετών. Μόλις άκουσε το γάβγισμά του να την καλεί, έτρεξε κατά πάνω του. Ο πατέρας της προσπάθησε να τη σταματήσει, μα ο εκπαιδευτής τού έκανε νόημα να μην ανησυχεί. Αν και θεόρατος γερμανικός ποιμενικός, ο Έκτορας ήταν φιλικός με τα παιδιά. Το μικρό κορίτσι στάθηκε μπροστά από τον σκύλο και τον χάζευε. Εκείνος της κλαψούρισε σαν κουτάβι, παρακαλώντας την να τον χαϊδέψει. Σαν να κατάλαβε τι της ζητούσε, τον αγκάλιασε σφιχτά από τον λαιμό, που έφτανε σχεδόν στο ύψος της και του ψιθύρισε «Εσένα θέλω! Εσένα αγαπώ!» Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.

«Αυτόν θα πάρεις» δήλωσε ο εκπαιδευτής στον πατέρα του κοριτσιού. «Σας διάλεξε κι αυτό σημαίνει ότι θα τα πάτε άψογα!»

Αφού πήραν το βιβλιάριο υγείας του κι υπέγραψαν τα σχετικά χαρτιά, έβαλαν τον Έκτορα στο πίσω κάθισμα μαζί με τη Χαρά. Εκείνος ξάπλωσε μπρούμυτα κι ακούμπησε το κεφαλάκι του στα πόδια της, απολαμβάνοντας τα χάδια της σ’ όλη τη διαδρομή. Στο σπίτι, εγκλιματίστηκε αμέσως. Δεν έκανε ζημιές, ήταν υπάκουος -καθότι εκπαιδευμένος- και η δουλειά του ήταν να προστατεύει την οικογένεια από κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Η Χαρά, όμως, ήταν η μεγάλη του αδυναμία. Κανείς δεν τολμούσε να την πειράξει, όσο ο Έκτορας βρισκόταν δίπλα της. Την άφηνε να τον καβαλάει και να την πηγαίνει βόλτα, να τον κάνει καναπέ για τις κούκλες της, να του πετάει το μπαλάκι κι εκείνος να της το πηγαίνει πίσω. Οι δυο τους έγιναν αχώριστοι.

Τα χρόνια πέρασαν κι η Χαρά μεγάλωσε. Από το νηπιαγωγείο πήγε στο δημοτικό, στο γυμνάσιο, στο λύκειο. Μα ο Έκτορας, πάντα στο πλάι της, άγρυπνος φρουρός. Αυτός την ξυπνούσε το πρωί στο πρώτο χτύπημα του ξυπνητηριού, αυτός την καλωσόριζε μόλις γυρνούσε από το σχολείο, αυτός της έκανε παρέα όταν διάβαζε, αυτός ξαγρυπνούσε τα βράδια δίπλα από το κρεβάτι της μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Είχαν μάθει τόσο καλά ο ένας τις συνήθειες του άλλου, που αρκούσε ένα νεύμα για να συνεννοηθούν.

Όταν η Χαρά ήταν πια στην τρίτη λυκείου, ο Έκτορας κατάπεσε. Τα πίσω πόδια του δεν τον κρατούσαν πια. Σταδιακά παρέλυσαν και δεν μπορούσε πια να σταθεί. Με τη μητέρα της τον φρόντιζαν εναλλάξ. Του έβαζαν πάνες για να κάνει την ανάγκη του, τον έπλεναν και τον χτένιζαν, δίνοντάς του απλόχερα τη στοργή που χρειάζεται κάθε ηλικιωμένο πλάσμα. Ο Έκτορας δεχόταν τη φροντίδα τους, μα η μελαγχολία στα μάτια του δεν έλεγε να φύγει. Του στοίχιζε που δεν μπορούσε πια να τρέξει. Εκείνος που πηδούσε εμπόδια ύψους δυο μέτρων και κάλπαζε γοργά σαν άλογο. Η Χαρά χανόταν στα μελιά του μάτια που την κοιτούσαν με παράπονο και προσπαθούσε να τον παρηγορήσει. Όταν ήρθε η ώρα να δώσει πανελλήνιες, ο Έκτορας έτρωγε πια με το ζόρι. Η Χαρά προσπαθούσε να ισορροπήσει τον χρόνο της ανάμεσα στις εξετάσεις και τη φροντίδα του. Έφευγε το πρωί για να δώσει μάθημα και το μεσημέρι, στον δρόμο για τον γυρισμό, προσευχόταν να τον βρει ζωντανό.

Την ημέρα που τελείωσαν οι εξετάσεις, τέλειωσαν κι οι δυνάμεις του Έκτορα, σαν να είχε ολοκληρώσει την αποστολή του. Η ανάσα του έγινε βαριά κι η καρδιά του χτυπούσε αργά. Η Χαρά καθόταν πάνω στην κουβερτούλα του και τον είχε αγκαλιά. Του μιλούσε ασταμάτητα και του θύμιζε όλες τις όμορφες στιγμές που είχαν περάσει. Τις εκδρομές τους στο εξοχικό, τον τσακωμό του με τον κόκκορα του κοτετσιού που παραλίγο να του βγάλει το μάτι, τη φορά που γύρισαν σπίτι φέρνοντας καλεσμένους για τη γιορτή της κι εκείνος είχε φάει όλα τα γλυκά από το τραπεζάκι του σαλονιού μαζί με τα χρυσόχαρτα! Γελούσε η Χαρά και τα μάτια της τρέχαν ποτάμια από νοσταλγία και θλίψη μαζί. Έτρεχαν και τα μάτια του Έκτορα• κι ας λένε πως τα ζώα δεν κλαίνε. Του τα σκούπιζε η Χαρά μ’ ένα χαρτί και του εξομολογούταν.

«Αχ, ποτέ δεν θα βρω ξανά κάτι σαν εσένα, καλό μου. Το ξέρω. Μη λυπάσαι όμως, τα δάκρυα είναι γι’ αυτούς που δεν θα ιδωθούν ξανά. Και εμείς... εμείς θα βρεθούμε, θα το δεις».

Σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Έκτορας, της έγλειψε στα πεταχτά το χέρι, έκλεισε τα μάτια του κι εκεί, στην αγκαλιά του αγαπημένου του κοριτσιού, η καρδιά του σταμάτησε για πάντα.

«Αντίο, καλό μου… Θα βρεθούμε… Θα το δεις».

Confiteor – Jaume Cabré

4 Νοεμβρίου, 2025

Το Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ είναι ένα βιβλίο πρόκληση για κάθε βιβλιόφιλο. Πέρα από το γεγονός ότι αριθμεί περισσότερες από 700 σελίδες, σε μέγεθος μεγαλύτερο από ένα τυπικό βιβλίο, η πλοκή και η γραφή του είναι μοναδικές. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε διαφορετικές εποχές με συνδετικό κρίκο ένα βιολί, το θρυλικό «Βιάλ», κατασκευής Στοριόνι, η πορεία του οποίου περνά από την εποχή της Ιεράς εξέτασης έως το Άουσβιτς για να φτάσει στα χέρια του πρωταγωνιστή, Αντριά Αρντέβολ.

Ο Αντριά μεγάλωσε σε ένα σπίτι με αντικρουόμενα μηνύματα εκ μέρους των γονιών του, σχετικά με τις απαιτήσεις τους από εκείνον. Επιθυμούσε δε, διακαώς ν’ ανακαλύψει την οικογενειακή του ιστορία, την οποία και αφηγείται βήμα βήμα, ακολουθώντας το νήμα της μνήμης και της ιστορίας.

Διαφορετικές αφηγήσεις ξεπηδούν κι εμπλουτίζουν την κεντρική πλοκή με ιστορικά στοιχεία, σασπένς και ανθρωπολογικά μηνύματα. Οι στοχασμοί που προκύπτουν είναι αναρίθμητοι και οι διάσπαρτες αποφθεγματικές προτάσεις συμπυκνώνουν τα νοήματα που ο συγγραφέας προσδοκά να περάσει για το ανθρώπινο είδος.

Ο Αντριά, ως αφηγητής, εναλλάσσει την οπτική της αφήγησης από πρώτο σε τρίτο πρόσωπο σε πολλά σημεία του κειμένου -ακόμα και μέσα στην ίδια πρόταση- διατηρώντας, όμως, την συνοχή του νοήματος. Ο σκοπός της γλωσσικής αυτής τεχνικής αποκαλύπτεται στο τέλος του βιβλίου και είναι απόλυτα συνεπής με την πνευματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο πρωταγωνιστής.

Η θεματική του Confiteor είναι πολύπλευρη. Άπτεται θεμάτων όπως η θεολογία, η ανθρωπολογία, η ψυχολογία, η φιλοσοφία. Εξετάζει το καθένα μέσα από το πρίσμα των γεγονότων της κάθε εποχής, αποκαλύπτοντας τη διαχρονικότητα της διαμάχης του καλού και του κακού, το οποίο δεν τοποθετεί στο εσωτερικό του κάθε ανθρώπου. Η μουσική παίζει επίσης καίριο ρόλο, εφόσον είναι αυτή που συνοδεύει τον Αντριά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, τον συνδέει με τους γονείς του και εν γένει διατρέχει όλο το βιβλίο διακριτικά, σαν μια συμπαντική θάλασσα που περιβάλλει χαρακτήρες και γεγονότα και τα μεταφέρει μέσα στον χρόνο και τον χώρο.

Δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα. Προσωπικά, θα έλεγα πως το Confiteor δεν είναι βιβλίο, αλλά μια ολόκληρη αναγνωστική εμπειρία, γεμάτη σκηνές απαράμιλλης συγγραφικής δεινότητας που φτάνουν να συγκινήσουν έως ανατριχιάσουν τον αναγνώστη.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Πόλις

Ψεύτικοι άνθρωποι

1 Νοεμβρίου, 2025

«Δε φταίει κανένας άλλος. Εγώ φταίω που σε νοιάζομαι!»

«Μα δε σου έριξα ευθύνη, Γιώργο. Απλώς εξέφρασα το πώς νιώθω».

«Και πώς νιώθεις δηλαδή;»

«Να σ’το ξαναπώ. Νιώθω καταπιεσμένη. Σαν να μην έχω χώρο ν’ ανασάνω».

«Και σε καταπιέζω εγώ με τη ζήλια μου!»

«Μα δεν είπα αυτό!»

«Το υπονόησες! Γι’ αυτό σου λέω. Εγώ φταίω που σε φροντίζω και θέλω να είμαστε μαζί. Αλλά βέβαια, πάντα έτσι γίνεται. Μόλις ανοιχτείς λίγο έρχεται ο άλλος και σου λέει “με πνίγεις” κι άμα αδιαφορήσεις αρχίζουν τα “δε μ’αγαπάς”. Αποφάσισε λοιπόν τι θέλεις, να ξέρω κι εγώ τι θα κάνω. Γιατί αν κάποιος σε αυτήν τη σχέση δεν αγαπά, αυτός δεν είμαι εγώ».

«Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι δε σ’ αγαπώ!»

«Δεν ξέρω πια τι να πιστέψω, Κορίνα! Το ένα σου βρομάει, το άλλο σου ξινίζει…»

«Μα δεν…»

«Τι άλλο να κάνω για να είσαι ευχαριστημένη;»

Η Κορίνα δε μίλησε. Οι τύψεις τη βάραιναν σαν χειμωνιάτικο παλτό που κάποιος έριξε απότομα στην πλάτη της. Μα αυτό το πνίξιμο την έτρωγε δυο χρόνια τώρα. Η ψυχή της δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Δεν άντεχε άλλο.

Το επόμενο πρωί, ο Γιώργος έφυγε για το μαγαζί μουτρωμένος. Ο Λευτέρης δεν είχε έρθει ακόμα. Όταν φάνηκε, ο Γιώργος βρήκε ευκαιρία να ξεσπάσει τα νεύρα του.

«Τι ώρα είναι αυτή;»

«Συγγνώμη, αφεντικό. Μόνο 5 λεπτά άργησα. Δεν έβρισκα να παρκάρω».

«Τι λες, ρε Λευτέρη! Πού ακούστηκε να έρχεται το αφεντικό πριν από τους υπαλλήλους!»

«Μα…»

«Δεν έχει μα… Αυτό που σου λέω!»

«Εντάξει, αφεντικό, δε θα ξαναγίνει.»

«Αυτό έλειπε να ξαναγίνει! Εμ σας χρυσοπληρώνω εδώ μέσα, εμ να έρχεστε κι όποτε θέλετε! Δεν πάει έτσι Λευτεράκη! Δεν πάει καθόλου έτσι! Αλλά είπαμε, εγώ φταίω που σας έχω σαν παιδιά μου εδώ μέσα και δε μου κάνει καρδιά να σας δώσω τα παπούτσια στο χέρι με το πρώτο στραβοπάτημα! Αλλά το εκτιμάτε; Δεν το εκτιμάτε!» Πέταξε με δύναμη τον κατάλογο που κρατούσε και σηκώθηκε κι έφυγε ανακουφισμένος. Στην πόρτα, συνάντησε την Κορίνα, η οποία είχε ακούσει άθελά της όλο το σκηνικό και για άλλη μια φορά βεβαιώθηκε για την απόφασή της.

«Τι έγινε, αγάπη μου; Πώς κι από εδώ; Δεν πήγες στη δουλειά;» μίλησε σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

«Ζήτησα άδεια για σήμερα» εξήγησε η Κορίνα.

«Τι έπαθες; Μήπως δεν αισθάνεσαι καλά; Έλα να καθίσεις!»

«Καλά είμαι, Γιώργο. Απλώς θέλω να μιλήσουμε».

«Φυσικά! Ό,τι θέλει το κορίτσι μου!»

«Δεν ξέρω πώς θα σου ακουστεί αυτό που έχω να σου πω…αλλά…θέλω να χωρίσουμε».

Ο Γιώργος γούρλωσε τα μάτια.

«Τι έκανε λέει;» φώναξε.

«Γιώργο πιο σιγά! Θα μας ακούσει όλο το μαγαζί!» ψιθύρισε η Κορίνα.

«Να μας ακούσει και να μάθει πόσο αχάριστη είσαι! Ύστερα από όλα όσα έχω κάνει για σένα, όλη την αγάπη που σου έχω δώσει, έρχεσαι μέσα στο ίδιο μου το μαγαζί και μου ζητάς να χωρίσουμε; Λέγε! Ποιος είναι;»

«Ποιος είναι ποιος;»

«Αυτός που σε ξεμυάλισε!»

«Τι λες, Γιώργο; Δεν υπάρχει κανείς!» παραπονέθηκε η κοπέλα.

«Και γιατί τότε, ρε ματάκια μου, θες να μ’αφήσεις; Δεν περνάμε ωραία μαζί; Και τις βολτούλες μας πάμε και το σπιτάκι μας έχουμε! Τι άλλο θέλεις; Τι σου λείπει;» ρώτησε μαλακώνοντας τη φωνή του.

«Εγώ μου λείπω, Γιώργο! Έχω χάσει τον εαυτό μου!»

«Ε να τον βρούμε μαζί!»

«Δε γίνεται…δεν μπορώ…»

«Γιατί;»

«Δε θέλω».

Ο Γιώργος, σκεπτικός, χτύπησε απαλά πέντε-έξι φορές τα δάχτυλά του στο τραπέζι και κατέβασε το βλέμμα στο χέρι του.

«Καλά, Κορινάκι, καλά. Να φύγεις. Αφού είμαι εμπόδιο στην ευτυχία σου, να φύγεις. Εγώ θέλω να είσαι καλά κι ας είσαι μακριά μου. Σ’ αγαπάω, Κορινάκι. Δεν πειράζει, όμως… Φύγε κι άσε με στη μοναξιά μου… Αλλά να ξέρεις, εγώ δε θα το αφήσω έτσι. Θα σε ξανακερδίσω!»

Η Κορίνα τον είδε να σηκώνεται τρίβοντας τα μάτια του, για να σκουπίσει τα δάκρυα που δήθεν κυλούσαν. Της γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε στο εσωτερικό του μαγαζιού.

Μια ικανοποίηση έλαμψε στα μάτια της. Τα είχε καταφέρει. Τέσσερις μήνες τώρα πάλευε να το πάρει απόφαση. Όσα είχαν συζητήσει με την ψυχολόγο -που είχε αρχίσει να επισκέπτεται εν αγνοία του Γιώργου- οδηγούσαν στο ότι, για να μπορέσει να θεραπεύσει την πληγωμένη της αυτοπεποίθηση, έπρεπε ν’ απομακρυνθεί από την τοξικότητα του συντρόφου της. Η τελευταία κουβέντα της ψυχολόγου ήταν για την Κορίνα η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι˙ «Οι ψεύτικοι άνθρωποι είναι σαν σπασμένοι καθρέφτες που κρύβουν την ψυχή τους στις αντανακλάσεις τους». Αυτό ήταν εκείνη για τον Γιώργο. Μια αντανάκλαση του εγωισμού του, που χρησίμευε για να τρέφεται από την ψυχή της, ώστε ν’ αντέχει τη φυλακή της δικής του. Μα η ψυχή της Κορίνας διψούσε απεγνωσμένα για ειλικρίνεια κι ελευθερία.

ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΕΣ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ – Ιωάννα Σταθοπούλου

28 Οκτωβρίου, 2025

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Ιωάννας Σταθοπούλου με τίτλο "Υποσυνείδητες Υποσχέσεις" είναι μια ωδή στη ματαίωση του έρωτα, αλλά και των ονείρων, των επιθυμιών και των υποσχέσεων που στοιχειώνουν τις καρδιές των ερωτευμένων.

Η πένα της Ιωάννας έχει μια χαρακτηριστική δυναμική και δε διστάζει να βουτήξει βαθιά και να παρασύρει τον αναγνώστη σ' ένα ταξίδι που περνά μέσα από τα Τάρταρα για να φτάσει στη λύτρωση.

Με επίκεντρο τον έρωτα και τις πλείστες αποχρώσεις του, παίζει με τον ελεύθερο στίχο ανάμεσα στο πρώτο και δεύτερο πρόσωπο και μας προσκαλεί να βυθιστούμε σε εικόνες έντονες, γεμάτες αρώματα, χρώματα και θλίψη κι άλλες που αφήνουν την ασχήμια της ζωής να κονταροχτυπιέται με την ουσία της ποίησης και της παραβολής, για χάρη του νοήματος και της ανακάλυψης μιας αλήθειας.

Η Ιωάννα σκάβει στα μύχια του εγώ και ανασύρει τον πόνο του χωρισμού και τις υποσχέσεις που έμειναν στη μέση, εξαιτίας ασυμβίβαστων χαρακτήρων και επιθυμιών. Τα ποιήματά της αποπνέουν μια μοναχικοτητα, την οποία παλεύει να σβήσει η ανάγκη για έρωτα κι αγάπη, κι ακροβατούν ανάμεσα στο οικείο των υλικών ανθρώπινων βιωμάτων και το βαθιά κρυμμένο στην ψυχή.

Μέσα από τις αντιθέσεις που χρησιμοποιεί, η ποιήτρια μάς κάνει θεατές μιας πάλης που μοιάζει με ερωτικό ταγκό ανάμεσα στα ελαττώματα που δε φανερώθηκαν εγκαίρως και τις υποσχέσεις που δόθηκαν μα δεν κρατήθηκαν, ενώ είχαν όλα τα φόντα ν' αγγίξουν το άπιαστο. Φέρνει σε συνεχή αντιδιαστολή την ύλη με το όνειρο και μας δείχνει πως όσο κι αν η σάρκα ποθεί, αν η ψυχή δε βρει την πλήρωση, θα μένουν πάντα ανεκπλήρωτες και υποσυνείδητες οι υποσχέσεις.

Το πολύ ταιριαστό και καλαίσθητο εικαστικό του εξωφύλλου το έχει επιμεληθεί η ίδια και μας προϊδεάζει επιτυχημένα για το πώς η μοναξιά βάφεται ροζ όταν πλανάται από τα δίχτυα του έρωτα.

Ποίηση - Εκδόσεις Κούρος

1 2 3 4 5 29