Ιστορίες

Ο καταραμένος

1 Δεκεμβρίου, 2018

Μες στις σκιές πλανάται αιώνες
Γιατί αρνήθηκε το Φως
Τι και αν άλλαξε χιτώνες
Ο όφις, φίδι μένει εντός.
Παραπλανά και παρασύρει
Σε ένα ψέμα δύο αλήθειες
Για να ‘χει ο άνθρωπος να φθείρει
Πνεύμα και νου, καρδιά, συνήθειες.
Θείους κανόνες παραβαίνει
Κάνει το ανίερο ιερό
Μόνο η βλασφήμια του απομένει
Θηρίο που πουλά Χριστό.
Στα κέρατα του οι εξουσίες
Και στα κεφάλια του λεφτά
Τα διαδήματα οι φήμες
Πως όσα λέει είν’ σωστά.
Πρόσωπα και μορφές αλλάζει
Και μαγαρίζει την αξία
Σε σοφιστή κι αν ομοιάζει
Σοφία του είναι η μαγεία.
Μα θα ‘ρθει η ώρα που η καλή του
Η ερωμένη Βαβυλών
Με μιας θα γκρεμιστεί μαζί του
Κι εκείνος θα είναι απ’ όλα απών.
Οι γελασμένοι που πονέσαν
Ξανά θα γίνουν γελαστοί
Γιατί ψυχή δεν απωλέσαν
Τώρα θ’ αλλάξουν οι καιροί.
Κιθαρωδοί με τις κιθάρες
Που υμνωδίες τραγουδούν
Εξορκισμό για τις κατάρες
Ευχή για όσους μετανοούν.
Κοπιώντες και πεφορτισμένοι
Θα αναπαυθούν μέσα στο Φως
Και οδός θα είναι η Αγάπη
Η Αγάπη, ο Λόγος κι ο Θεός.

Η λευκή πάπια

28 Νοεμβρίου, 2018

Κάποτε ήταν ένα αγόρι που αγαπούσε τις πάπιες. Όνειρο του ήταν να έχει μια πάπια για συντροφιά. Να μένει μαζί του κι εκείνος να τη φροντίζει. Όμως ζούσε σε διαμέρισμα κι έτσι δε θα μπορούσε να τη συντηρήσει. Να της προσφέρει στοργή, αλλά και λίγο από τη φύση της.

Είχε μελετήσει τα πάντα για τις πάπιες. Πώς γεννιούνται, πού ζουν, τι τρώνε, τη συμπεριφορά τους, μέχρι και την ανατομία τους. Όποιο ντοκιμαντέρ υπήρχε για πάπιες το είχε δει και όποιο βιβλίο το είχε διαβάσει. Η μόνη του παρηγοριά ήταν να πηγαίνει και να ταΐζει τις πάπιες που ζούσαν σ’ ένα δημόσιο κήπο κοντά στο σπίτι του. Αυτές ήταν η έμπνευση του, αυτές η παρέα του, αυτές και η απασχόληση του. Καθόταν ώρες και τις παρατηρούσε για να επαληθεύσει αυτά που είχε δει και διαβάσει.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να απομακρύνεται από τους ανθρώπους. Στη δουλειά του, είχε γίνει λακωνικός και τυπικός με τους συναδέλφους του. Τίποτα δεν έμοιαζε να τον ταράζει. Τίποτα δεν έμοιαζε να τον ενοχλεί. Ό,τι κι αν συνέβαινε, εκείνος ψύχραιμος συνέχιζε τη ζωή του. Ζούσε μακριά από τους συγγενείς του και με τους γείτονες δεν είχε ποτέ επαφές. Αν καθόταν να το καλοσκεφτεί, δεν είχε πια φίλους. Είχε μόνο τις πάπιες.

Κάποια μέρα, ενώ είχε βγει για τη συνηθισμένη του βόλτα στον κήπο, έμελλε να συναντήσει αυτό που θα του άλλαζε τη ζωή. Στη λίμνη με τις πάπιες είχαν φέρει ένα νέο μέλος. Μια πάπια ολόλευκη σαν το χιόνι. Καθώς οι σταγόνες του νερού λαμπύριζαν με την κίνηση των φτερών της, μαγνήτιζε όλα τα βλέμματα των παρευρισκομένων. Κολυμπούσε περήφανη επιδεικτικά σα να ήθελε να επισκιάσει τις υπόλοιπες με την ομορφιά της. Η αλαζονεία της ήταν τέτοια, που όταν οι άλλες την πλησίαζαν, πετούσε απότομα μακριά μην και της μαγαρίσουν τα ολόλευκα φτερά με την ασχήμια τους.

Το αγόρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Μια τέτοια πάπια ήθελε για συντροφιά και τώρα την είχε μπροστά στα μάτια του! Αν και η έκπληξη του ήταν μεγάλη, δεν έχασε καιρό και προσπάθησε να την πλησιάσει. Αυτή όμως πετούσε μακριά κάθε φορά. Της μίλησε, της χαμογέλασε, της εξομολογήθηκε πως αναζητούσε τη συντροφιά της, όμως αυτή εκεί. Συνέχεια απομακρυνόταν. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Δεν ήταν μόνο από τον κόπο του να την κυνηγάει. Ένιωθε ταραχή. Κάτι πιο μεγάλο από στενοχώρια. Μια ματαίωση των όσων είχε χτίσει τόσον καιρό μέσα του. Αυτή η πάπια δε φερόταν όπως οι άλλες. Ούτε όπως είχε διαβάσει, ούτε όπως είχε δει, ούτε όπως είχε παρατηρήσει.

Πιο πέρα στεκόταν μια κοπέλα. Τον κοιτούσε με προσοχή όση ώρα πάλευε να προσεγγίσει το ζώο.

«Είναι δύσκολη!» του είπε χαμογελώντας.

Γύρισε και την κοίταξε με το βλέμμα ενός ανθρώπου που το διακόπτουν από βαθιά μελέτη.

«Ορίστε;» αποκρίθηκε σαν να μην είχε ακούσει τι του είχε πει.

«Δε νομίζω ότι ωφελεί να την κυνηγάς.»

Σαν πρώτη αντίδραση του βγήκε να αγνοήσει την κοπέλα, όμως η καρδιά του, που βρισκόταν ήδη σε αναταραχή, είχε άλλα σχέδια.

«Έχεις ασχοληθεί με πάπιες;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον.

«Δε χρειάζεται. Απλά καταλαβαίνω ότι την τρομάζεις.»

«Την τρομάζω; Μα μόνο καλό θέλω να της προσφέρω!»

«Το ζώο δεν το καταλαβαίνει αυτό! Νιώθει την ταραχή σου και σε φοβάται.»

«Τι φοβάται;»

«Ότι θες να τη σκλαβώσεις.»

«Μα εγώ…»

«Μου επιτρέπεις;» τον ρώτησε.

Πήρε λίγα ψίχουλα από το χέρι του και τα έριξε στο νερό μπροστά της. Μόλις το είδε, η πάπια πλησίασε με απαλές κινήσεις, κουρασμένη και πεινασμένη από το κυνηγητό, κι άρχισε να τρώει.

«Αυτό ήθελε!» του είπε.

«Δηλαδή;» ρώτησε εκείνος με απορία.

«Ήθελε να σεβαστείς τη φύση και τις ανάγκες της. Ξέρεις είναι παρεξηγημένο ζώο η πάπια. Φαίνεται πως τίποτα δεν την επηρεάζει και πως προσαρμόζεται εύκολα ανάλογα με τις συνθήκες. Δεν είναι όμως έτσι. Κι αυτή φοβάται αν την απειλήσουν, κι αυτή στενοχωριέται αν της πειράξουν τα μικρά της, κι αυτή χαίρεται όταν είναι ελεύθερη. Αυτό που δείχνει είναι η άμυνα που της έδωσε η φύση της. Για να μπορέσεις πράγματι να την πλησιάσεις πρέπει να δεις πίσω από την άμυνα. Πρέπει να την νιώσεις. Όπως και όλα τα ζωντανά.»

Κατέβασε το κεφάλι του σκεπτικός. Αναλογίστηκε πώς και δεν το είχε σκεφτεί ο ίδιος αυτό μετά από τόση μελέτη. Όμως κατάλαβε. Είχε αφοσιωθεί τόσο στο να μάθει για τις πάπιες που έγινε ο ίδιος η άμυνα τους και έχασε τη φύση του. Χωρίς να το καταλάβει, κύλησαν δάκρυα από τα μάτια του. Δεν ήταν λύπης, ούτε χαράς. Ήταν δάκρυα αναγέννησης. Ξαφνικά θυμήθηκε ποιός είναι. Ποιός ήταν πριν αφήσει το πάθος του να τον παρασύρει. Είχε όρεξη για ζωή. Είχε φίλους. Θυμήθηκε την τέχνη του που παράτησε μέσα σε κάποιο υπόγειο μετά από κάποιες άσχημες τροπές της μοίρας.

«Γιατί στενοχωριέσαι τόσο πολύ;» ενδιαφέρθηκε η κοπέλα.

Την κοίταξε και χωρίς δισταγμό ξεκίνησε να της μιλάει. Όχι για τις πάπιες. Δεν είχαν πια σημασία. Για εκείνον. Για τη ζωή του. Εκείνη τον άκουγε με κατανόηση και δεχόταν την εξομολόγηση του σα να τον γνώριζε χρόνια. Στο τέλος της τα είπε όλα. Χωρίς φόβο, χωρίς πάθος. Με την ευκολία που λες ό,τι πιο δικό σου σε έναν άνθρωπο που είναι κομμάτι σου ή που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ στη ζωή σου.

Έφυγαν μαζί από το πάρκο εκείνη την ημέρα και έμειναν μαζί ως τα ξημερώματα συζητώντας.

Την επόμενη κιόλας μέρα της ζήτησε να πάνε μαζί στο ξεχασμένο υπόγειο και μετά πάλι στη λίμνη. Είχε πάρει ό,τι χρειαζόταν. Πινέλα, χρώματα, καμβά και την έμπνευση του. Θέμα του; «Η άμυνα είναι το προσωπείο της εικονικής δύναμης που πείθεις τον εαυτό σου ότι έχεις. Όταν πραγματικά βρεις τη δύναμη που έχεις μέσα σου, δε χρειάζεσαι άμυνα. Αμύνεσαι όταν φοβάσαι. Χωρίς εικονικότητα δεν υπάρχει φόβος. Υπάρχει μόνο Φως. Φως και δύναμη.»

Αυτή ήταν η επαγωγή της χτεσινής ημέρας.

Άρχισε να ζωγραφίζει ξανά. Όχι όμως την εικόνα που έβλεπαν τα μάτια του, αλλά αυτήν που ένιωθε η ψυχή του.

Tο γυάλινο σπίτι

27 Νοεμβρίου, 2018

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό κορίτσι που ζούσε σε ένα γυάλινο σπίτι. Θα περίμενε κανείς οι τοίχοι του να είναι διάφανοι, όμως στην πραγματικότητα ήταν θόλοι. Σκεπασμένοι με υδρατμούς σε όλο το μήκος τους. Πολλές φορές το κοριτσάκι άπλωνε το χέρι και ζωγράφιζε πάνω στους υδρατμούς για να παίξει. Άλλες φορές έγραφε λέξεις κι άλλες σχεδίαζε απλά σχήματα. Κάθε που άγγιζε με το δαχτυλάκι της τον τοίχο κι έσπαγε τη συνοχή των υδρατμών, έβλεπε λίγο έξω από το σπίτι. Προλάβαινε να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο πριν αυτοί σχηματιστούν ξανά για να την παγιδεύσουν στην υγρή αγκαλιά τους. Το σπίτι είχε πολλή υγρασία. Τόση υγρασία που τα πνευμόνια της είχαν μάθει να λειτουργούν με αυτήν.

Στο πίσω μέρος υπήρχε μια αυλή. Ξεχασμένη κι απεριποίητη. Από μικρή ήθελε να βγει στην αυλή. Να την δει από κοντά. Ποτέ δεν το έκανε. Πάντα την κοίταζε μέσα από τις ρωγμές των υδρατμών που ζωγράφιζε με το χέρι της. Μια μέρα, όταν είχε μεγάλωσε πια λίγο, τόλμησε να ανοίξει την πόρτα της αυλής. Στην αρχή ένιωσε τα πνευμόνια της να ξεραίνονται από τη διαφορά υγρασίας. Φοβήθηκε και ξανάκλεισε την πόρτα. Προσπάθησε κι άλλες φορές να βγει στην αυλή. Μάταια όμως. Κάθε φορά ο ίδιος φόβος: ότι δεν θα μπορέσει να ανασάνει δίχως την υγρασία που είχε συνηθίσει. Το μόνο που της έμενε να κάνει, ήταν να φτιάξει την αυλή όμορφη μέσα στο μυαλό της. Και αυτό έκανε. Με κάθε δαχτυλιά πάνω στους τοίχους προσέθετε με τη φαντασία της και κάτι στην αυλή. Ένα φυτό, ένα παγκάκι, μια κούνια, ένα δέντρο, ένα λουλούδι. Ώσπου στο τέλος της έδωσε τη μορφή των ονείρων της. Έναν υπέροχο κήπο ανθισμένο, έτοιμο να υποδεχτεί ένα παιδί και να του χαρίσει χαμόγελα κι ελευθερία. Ποτέ δεν της έφτασε όμως αυτό. Όσο μεγάλωνε, μεγάλωνε μαζί και η ανάγκη να δημιουργήσει αυτόν τον κήπο στ’ αλήθεια. Μόνη της όμως δε θα τολμούσε ποτέ να βγει στην αυλή. Ήταν πεπεισμένη πια ότι δεν μπορούσε.

Κάποτε, ενώ ζωγράφιζε στη γυάλινη επιφάνεια της εξώπορτας του σπιτιού, πέρασε απ’ έξω μια παρέα παιδιών. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Κι άλλες φορές είχαν περάσει παιδιά, αλλά κανένα δεν είχε δείξει ποτέ ενδιαφέρον. Την κοιτούσαν μόνο. Άλλα με απορία, άλλα με φόβο, αλλά με κριτική. Αυτή η παρέα όμως είχε κάτι διαφορετικό. Σαν να το ήθελε η μοίρα να περάσουν από εκεί. Τους κοιτούσε καθώς πλησίαζαν και τους παρατηρούσε. Όντως ήταν διαφορετικά αυτά τα παιδιά. Είχαν μια λάμψη στα μάτια τους και μια καθαρότητα καρδιάς στο βλέμμα τους. Την κοίταξαν. Για πρώτη φορά ένιωσε την ανάγκη να επικοινωνήσει με ανθρώπους. Πριν να το καταλάβει κι εκείνη σήκωσε το χέρι της και τους έγνεψε να έρθουν μέσα. Προς έκπληξη της, τα παιδιά, χωρίς να το σκεφτούν, άρχισαν να περπατούν προς το μέρος της. Όταν έφτασαν στο κατώφλι του σπιτιού, η καρδιά της από τη χαρά και την αγωνία κόντευε να σπάσει! Άνοιξε δειλά  την πόρτα και τους άφησε να περάσουν.

Πρώτο μπήκε ένα αγόρι. Την ακολούθησε σαν να ήθελε να του δείξει το σπίτι, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά περιπλανιόνταν μόνα τους στον χώρο. Από τη λαχτάρα της να μοιραστεί, τον πήγαινε από μέρος σε μέρος με τον ενθουσιασμό παιδιού που πηγαίνει για πρώτη φορά στην παιδική χαρά. Στη βιασύνη της όμως ξέχασε την αυλή. Μόλις τελείωσε η ξενάγηση, σταμάτησαν λίγο να ξαποστάσουν. Στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλον. Το κορίτσι σήκωσε ντροπαλά τα μάτια και αυτά συναντήσαν τα μάτια του αγοριού. Τι ήταν αυτό που είχαν τα μάτια του; Σαν τίποτα να μην μπορούσε να τους σταθεί εμπόδιο. Σαν να ήταν από έναν άλλον κόσμο που το κορίτσι δεν είχε καν φανταστεί. Κι όμως! Ξαφνικά θυμήθηκε την αυλή της! Ναι τα μάτια του είχαν κάτι από την αυλή της! Είχαν ελευθερία! Μόνο εκείνος θα μπορούσε να καταλάβει. Το ήξερε. Το ένιωθε. Εκείνον περίμενε! Του έπιασε ασυναίσθητα κι αυθόρμητα το χέρι και τον τράβηξε προς την αυλή. Εκείνος δεν αντιστάθηκε. Ήταν πάντα πρόθυμος. Το κορίτσι άρχισε να ζωγραφίζει με πάθος πάνω στο γυαλί αυτά που είχε φανταστεί και να του τα περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια. Το αγόρι κοιτούσε προσεκτικά, πότε με ενθουσιασμό, πότε με κατανόηση, πότε με χαμόγελο. Όμως κάτι τον κρατούσε πίσω. Δεν μιλούσε. Κι αυτό ανησυχούσε το κορίτσι.

Η μέρα κύλησε, ήρθε το βράδυ και τα παιδιά έμειναν εκεί. Πέρασαν μέρες. Πέρασαν χρόνια. Έκαναν το σπίτι της σπίτι τους. Άλλα συνήθισαν αμέσως την υγρασία σαν να την αναζητούσαν. Άλλα ένιωθαν συχνά δυσφορία, αλλά επέλεξαν να μείνουν. Κάποια τελικά έφυγαν. Τα έδιωξε το ίδιο το σπίτι. Το αγόρι πάντα δίπλα στο κορίτσι, αλλά πάντα σιωπηλό. Λίγα χρόνια αργότερα άρχισε να ανασαίνει βαριά. Φαινόταν ότι δεν άντεχε πια το κλίμα του σπιτιού, όμως δεν ήθελε να αφήσει το κορίτσι. Εκείνη τον έβλεπε ότι αρρώσταινε. Ανησυχούσε ότι θα τον χάσει. Δεν της περνούσε όμως ούτε κατά διάνοια να του πει να φύγουν. Ότι ήταν η υγρασία που έφταιγε. Προσευχόταν μόνο να συνηθίσει. Να προσαρμοστεί. Να γίνει καλά.

Με τον ερχομό των παιδιών μεταμορφώθηκε σιγά σιγά και το ίδιο σπίτι. Η υγρασία είχε γίνει πιο μεγάλη για να φτάνει για όλους. Ήταν τόση πια που οι εσωτερικοί τοίχοι του σπιτιού είχαν αρχίσει να ξεφλουδίζουν και να κάνουν ρωγμές. Μέχρι που ήρθε η πρώτη καταστροφή. Τέτοιο σεισμό δεν είχαν ξανανιώσει στη ζωή τους. Οι εσωτερικοί τοίχοι γκρεμίστηκαν ολοσχερώς. Έμεινε μόνο το γυάλινο περίβλημα. Το σπίτι στεκόταν πια στον αέρα. Δεν κατάλαβαν πως και γιατί ήρθε η καταστροφή. Το κορίτσι λύγισε. Ο πόνος της βουβός. Έχασε κάθε στήριγμα και έβλεπε το σπίτι μετέωρο. Φοβόταν. Ξέχασε την αυλή. Δεν μπορούσε να ονειρευτεί τίποτα πια. Το αγόρι όμως πάντα δίπλα της. Και τα παιδιά πάντα εκεί. Στο σπίτι που ήταν σαν δικό τους.

Μετά το σεισμό κάτι άλλαξε. Το αγόρι άρχισε να μιλά. Και σε εκείνη και σε όλα τα παιδιά. Είχε δει. Είχε καταλάβει πως ερχόταν το τέλος. Έψαχνε να ανοίξει τα παράθυρα. Μα παράθυρα δεν υπήρχαν. Άνοιγε συχνά τις πόρτες να παίρνουν αέρα τα παιδιά, μα αυτές έκλειναν ξανά με δύναμη και ορμή σαν θυμωμένες. Σκούπιζε τα τζάμια με το χέρι του να βλέπουν τα παιδιά έξω. Να μην ξεχάσουν τη θέα του έξω κόσμου. Να μην τη χάσουν. Το κορίτσι τον έβλεπε και χαιρόταν. Χαιρόταν γιατί επιτέλους μιλούσε και συμμετείχε. Δεν καταλάβαινε το πως και το γιατί το έκανε, αλλά χαιρόταν.

Το σπίτι αντιδρούσε έντονα, με περισσότερη υγρασία, τόση που θα μπορούσε να τους σκοτώσει, αν δεν ήταν το αγόρι να ανοίγει τις πόρτες. Άρχισαν και τα παιδιά να ανοίγουν τις πόρτες, να παίρνουν αέρα. Ακόμα και το κορίτσι βρήκε το θάρρος να ανασάνει. Αυτό το άνοιξε-κλείσε έφθειρε το σπίτι, ώσπου σε ένα κλείσιμο πόρτας έγινε η πρώτη μεγάλη ρωγμή. Όταν αντιλήφθηκαν τα παιδιά ότι το σπίτι άρχισε να σπάει και τα γυαλιά θα τους κάρφωναν θανάσιμα, έψαξαν για διέξοδο. Σχεδόν τράπηκαν σε φυγή. Το κορίτσι έπιασε ξανά το αγόρι από το χέρι, όπως εκείνη την πρώτη φορά που γνωρίστηκαν και τον τράβηξε προς την αυλή. Μόνο που αυτή την φορά βρήκε το θάρρος, άνοιξε την πόρτα και βγήκαν και οι δύο έξω. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους και το σπίτι άρχισε να καταρρέει. Έμειναν πιασμένοι χέρι-χέρι να το κοιτούν αποσβολωμένοι.

Το κορίτσι άρχισε να μην μπορεί να ανασάνει. Πνιγόταν. Ο λαιμός της ξερός και τα πνευμόνια της γέμιζαν με κάτι πρωτόγνωρο. Αέρα. Το αγόρι σήκωσε το κεφάλι στον ουρανό και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τόσο βαθιά που στην εκπνοή του έβγαλε μια κραυγή. Η δόνηση της κραυγής διέλυσε και το τελευταίο κομμάτι γυαλιού που είχε μείνει όρθιο στο σπίτι. Δεν έμειναν παρά θρύψαλα. Το κορίτσι γονάτισε. Τα δάκρυα της κυλούσαν με ορμή και πότιζαν το χώμα. Άνοιξε τα μάτια και είδε ένα μικρό πράσινο κλωνάρι να δροσίζεται από τα δάκρυα της. Όμως ήταν τόσα πολλά, που το κλωνάρι έγερνε από το βάρος. Το κορίτσι σταμάτησε να κλαίει. Έσκαψε με τα χέρια της, πήρε το μικρό κλωνάρι στη χούφτα της μαζί με λίγο χώμα και το έδειξε στο αγόρι.

«Αυτό είναι ζωή!» της είπε.

«Και τι χρειάζεται για να υπάρχει ζωή;» τον ρώτησε με τα δακρυσμένα μάτια της να τον κοιτούν διψασμένα.

«Αγάπη! Μόνο αγάπη χρειάζεται! Τίποτε άλλο».

Υποσχέθηκαν να φτιάξουν μαζί την αυλή των ονείρων της. Έναν κήπο με ό,τι όμορφο είχαν μέσα τους για να φυτέψουν το κλωνάρι και να το θρέφουν με αγάπη από την ψυχή τους.

Ο λοξός τοξοβόλος και το δηλητηριασμένο μήλο

26 Οκτωβρίου, 2017

Κάπου πέρα από τον χώρο και παλιά μέσα στον χρόνο, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας τοξοβόλος. Όλοι τον θαύμαζαν για το πόσο εύστοχος ήταν και μάλιστα έλεγαν πως τα βέλη του είχαν φτερά. Όποιον στόχο κι αν έβαζε τον πετύχαινε κι είχε περάσει με επιτυχία όλες τις δοκιμασίες που του είχε βάλει ο βασιλιάς. Γι ’αυτό και στο τέλος, για να τον τιμήσει για το ταλέντο του, τον προσκάλεσε να κατοικήσει στο παλάτι, όπου θα του προσέφεραν ό,τι ήθελε για όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Ο τοξοβόλος αρνήθηκε την τόσο δελεαστική πρόταση και όλο το βασίλειο θεώρησε ότι είναι τρελός. Από τότε του βγήκε και το παρατσούκλι «ο λοξός» που παρόλο που έβρισκε τον στόχο με το βέλος του, δεν πέτυχε στον στόχο της ζωής να μείνει στο παλάτι.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι τον έκανε να αρνηθεί. Μόνο ο ίδιος γνώριζε και δεν το εκμυστηρεύτηκε ποτέ σε κανέναν. Μετά από λίγο καιρό, έφυγε από το βασίλειο και τριγυρνούσε στα γύρω δάση. Οι κάτοικοι του βασιλείου επιβεβαίωσαν την πεποίθηση τους ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν.

Πέρασαν χρόνια πολλά από όταν τον είδαν τελευταία φορά, ώσπου κάποια μέρα, ένας αγγελιοφόρος του βασιλείου, που είχε βγει για να μεταφέρει ένα μήνυμα στο γειτονικό βασίλειο, βρήκε στον δρόμο του ένα δετό χειρόγραφο τυλιγμένο μέσα σε ένα κομμάτι δέρμα. Στην πρώτη σελίδα έγραφε «Ο στόχος της ζωής».

Ο αγγελιοφόρος το πήγε κατευθείαν στον βασιλιά, γιατί κατάλαβε ότι κάποια σχέση μπορεί να είχε με τον χαμένο τοξοβόλο. Πράγματι, ο βασιλιάς διαπίστωσε ότι ο τοξοβόλος είχε γράψει σε αυτές τις σελίδες για ποιον λόγο έφυγε από το βασίλειο και τι έκανε τα χρόνια που έλειπε. Κατάλαβε τόσα πολλά που θεώρησε ότι αυτό ήταν ένα δίδαγμα που έπρεπε να ακούσουν όλοι οι υπήκοοι του. Είπε, λοιπόν, να καλέσουν τον κόσμο να μαζευτεί στην αυλή του παλατιού και να τους ανακοινώσουν ότι ο βασιλιάς είχε να τους πει κάτι σημαντικό.

Έτσι κι έγινε. Όλοι αγωνιούσαν να ακούσουν τι το σημαντικό είχε να τους πει ο βασιλιάς και το κουτσομπολιό ανάμεσα τους έδινε κι έπαιρνε. Όταν όμως ο βασιλιάς φάνηκε στο μπαλκόνι του, όλοι έπαψαν με μιας.

«Πριν  μερικές μέρες, ο αγγελιοφόρος μου βρήκε αυτό στο δάσος» είπε δείχνοντας το χειρόγραφο.

«Θέλετε να μάθετε τι είναι;» τους ρώτησε.

«ΝΑΙ!» ακούστηκε σαν ομοβροντία.

«Είναι το χειρόγραφο του τοξοβόλου».

Όλοι σώπασαν αποσβολωμένοι.

«Το έγραψε λίγο πριν πεθάνει. Τον σκότωσαν στο γειτονικό βασίλειο γιατί θεώρησαν ότι η φυγή του από το δικό μας σήμαινε ότι ήταν προδότης και έπρεπε να τιμωρηθεί. Έτσι τον καταδίκασαν και τον έβαλαν να πετύχει τον τελευταίο του στόχο. Ένα δηλητηριασμένο μήλο. Το μήλο αυτό έφερε έπειτα και τον θάνατο του» είπε με θλίψη ο βασιλιάς.

Η σιωπή των υπηκόων τούς κάλυπτε σαν πέπλο βαρύ. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλον και μετά έριχναν ένοχα το βλέμμα τους στη γη.

«Ο τοξοβόλος έφυγε και δεν μπορούμε πια να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Εκείνος μας συγχώρεσε. Έγραψε όμως αυτό το χειρόγραφο για να μάθουμε από την ιστορία του. Είχε πει σ’ έναν από τους αυλικούς του γειτονικού βασιλείου που τον συμπαθούσε, πού να πάει και να το αφήσει για να το βρούμε. Θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα και σας διατάσσω να το βάλετε όλοι καλά στο μυαλό και την καρδιά σας».

«Δεν έφταιγαν εκείνοι. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τι σημαίνει στόχος. Ο στόχος είναι όπως οι φάσεις της ζωής. Αρχίζει μόλις βρεις αυτό που θα στοχεύσεις και τελειώνει μόλις το πετύχεις. Το δύσκολο είναι να βρεις ποιος θα είναι ο στόχος που θα είναι ωφέλιμος στη φάση τη ζωής που περνάς. Η δική μου δεν ήταν αυτή που μου ζητούσαν να ζήσω. Αν πήγαινα να μείνω στο βασίλειο, θα έπρεπε να σταματήσω να στοχεύω. Ο τοξοβόλος είναι ελεύθερο πνεύμα. Δε φυλακίζεται σε τείχη ούτε σε καταστάσεις. Είχα πολλά ακόμα να κάνω. Ήταν δύσκολο να το καταλάβουν. Δεν τους αδικώ. Εύχομαι όμως να νιώσουν κάποια στιγμή ότι όλη η ζωή είναι ένας μεγάλος στόχος. Αν τον πετύχεις, θα φύγεις από αυτήν ευδαίμων. Αν πάλι δεν τον πετύχεις, θα τρέμεις την ώρα και τη στιγμή που θα σε βρει ο θάνατος. Για μένα ήταν εύκολο. Είμαι τοξοβόλος. Ξέρω να βάζω στόχους και να τους πετυχαίνω. Ποτέ δεν πενθώ για τον στόχο που πέτυχα επειδή τελείωσε. Γνωρίζω το τέλος και βαδίζω προς μια νέα αρχή. Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Κι ας με βρει τώρα από αυτό που θα στοχεύσω. Άλλοι μου το επιβάλλουν. Ξέρω ότι αυτός ο στόχος θα φέρει το τέλος. Μα είμαι τοξοβόλος. Γνωρίζω ότι όλα κάποτε τελειώνουν. Μα πριν τελειώσουν πρόλαβα κι έμαθα. Έμαθα ποιος είμαι. Έμαθα τι είναι η ζωή. Κι η ζωή είναι ένας στόχος».

Η κάμπια που φοβόταν να γίνει πεταλούδα

26 Οκτωβρίου, 2017

Μια νεαρή κάμπια περπατούσε ανέμελη σε έναν ανθισμένο κήπο. Έτρωγε και λιαζόταν χωρίς να σκοτίζεται για τίποτα. Λίγο πιο πέρα, πάνω σε ένα όμορφο τριαντάφυλλο καθόταν μία μέλισσα. Μάζευε με επιμέλεια τη γύρη και εργατική όπως ήταν είδε την κάμπια και απόρησε με την ανεμελιά της.

«Καλημέρα» της είπε δειλά.
«Καλημέρα!» απάντησε η κάμπια μασουλώντας ένα μεγάλο καταπράσινο φύλλο.
«Βλέπω ότι απολαμβάνεις το γεύμα σου!».
«Ναι είναι πράγματι πολύ νόστιμο! Σωστή αμβροσία!».
«Και δε σε νοιάζει τίποτα άλλο σωστά;» είπε με νόημα η μέλισσα.
«Τι να με νοιάξει; Το φαγητό μου το έχω, τη δροσιά μου την έχω, νέα είμαι. Όλη η ζωή μπροστά μου!» απάντησε με σιγουριά η κάμπια.

«Δε σε απασχολεί καθόλου το μέλλον;».
«Το μέλλον γιατί; Μια κάμπια είμαι μόνο που ζει τη ζωή της! Τι θέλεις να πεις;».
«Να, ξέρω ότι εσείς οι κάμπιες μεταμορφώνεστε σε πεταλούδες και αναρωτιόμουν πώς αισθάνεσαι γι’ αυτήν τη μεταμόρφωση».
«Α πα πα πα πα! Τι ερωτήσεις είναι αυτές που κάνεις; Εγώ δε θα γίνω ποτέ πεταλούδα! Είναι πολύ δυστυχισμένο πλάσμα! Τρεμοπετάει εδώ κι εκεί συνέχεια και τρώει γύρη! Μπλιαχ! Σιχαίνομαι τη γύρη! Εγώ θα μείνω για πάντα κάμπια!» δήλωσε αυστηρά.
«Μα αν θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο είναι σαν να αρνείσαι τη φύση σου!!» είπε έκπληκτη η μέλισσα.
«Και ποιά είναι η φύση μου; Εκεί που κάθομαι όμορφα και ωραία, να πρέπει να ξεβολεύομαι για να αποκτήσω φτερά; Και τι να τα κάνω τα φτερά; Μια χαρά περπατάω! Άσε που έχω και κλειστοφοβία! Ακούω «κουκούλι» και τρέμω!» είπε κάνοντας μια χαρακτηριστική κίνηση τρεμουλιάσματος.

«Μα είναι τόσο όμορφο να πετάς! Μαθαίνεις πολλά και μπορείς να επισκεφτείς ένα σωρό κήπους! Το να αισθάνεσαι τον αέρα να κινεί τα φτερά σου είναι τόσο ωραίο! Νιώθεις ελεύθερα! Τα πάντα από ψηλά είναι πολύ πιο όμορφα! Στο λέω εκ πείρας!» είπε με ενθουσιασμό η μέλισσα.
«Α πα πα πα πα! Άσε με εδώ στην ησυχία μου! Φοβάμαι τα ύψη! Δεν μπορώ σου λέω!» απολογήθηκε η κάμπια.
«Μα και να θέλεις να μείνεις κάμπια, δεν μπορείς. Θα φτάσει η φάση της ζωής σου που θα σε αναγκάσει να γίνεις πεταλούδα. Αλλιώς θα πεθάνεις» προειδοποίησε απηυδυσμένη η μέλισσα.
«Φτου φτου φτου! Κουνήσου από τη θέση σου! Δηλαδή λες ότι ή θα γίνω πεταλούδα ή θα δω τα ραδίκια ανάποδα; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα! Α πα πα πα πα σου λέω! Τέλος! Εγώ θα μείνω εδώ και δεν πάω ούτε μπρος ούτε πίσω! Κι άμα θέλει κανείς ας με κουνήσει!» είπε η κάμπια αποφασισμένη.

Η μέλισσα κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να προσπαθεί να την πείσει ότι κάποια στιγμή θα γίνει πεταλούδα. Ήξερε ότι ο φόβος της να αλλάξει ήταν πολύ ισχυρός και λυπόταν που όταν θα ερχόταν η ιερή αυτή στιγμή, θα πονούσε και θα στενοχωριόταν τόσο πολύ. Με τη σοφία που είχε αποκτήσει όμως, ήξερε ότι η φύση γνωρίζει πώς να εξελίσσει τα πλάσματα της. Παρηγορήθηκε, λοιπόν, με τη σκέψη ότι ήθελε δεν ήθελε η κάμπια, κάποια στιγμή η ζωή θα την ανάγκαζε να γίνει πεταλούδα, κι ας πονούσε. Σημασία είχε ότι θα γινόταν πεταλούδα. Άλλη μια πεταλούδα που θα ομόρφαινε τόσο τον πολύχρωμο αυτόν κήπο.

Ο Κήπος της ψυχής

6 Οκτωβρίου, 2017

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν τρεις σοφοί συγγραφείς. Ήταν φίλοι αγαπημένοι και μαζεύονταν συχνά, πότε στο σπίτι του ενός, πότε στου άλλου και έγραφαν. Είχαν γράψει τόσα πολλά που είχαν γεμίσει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με τα βιβλία τους! Πότε έγραφαν αστυνομικές περιπέτειες, πότε ιστορικά κείμενα και βιογραφίες, πότε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Άλλοτε πάλι έγραφαν κοινωνικά μυθιστορήματα, άλλοτε θεατρικά έργα και άλλοτε έκαναν ολόκληρες επιστημονικές μελέτες. Ποτέ όμως, σ’ όλη τους τη συγγραφική ζωή δεν είχαν γράψει ένα παραμύθι.

Μια μέρα λοιπόν, καθώς είχαν μαζευτεί για να ξεκινήσουν ένα νέο βιβλίο, ο ένας από τους τρεις ήταν μελαγχολικός.

“Τι έχεις φίλε μας και είσαι τόσο συννεφιασμένος; Τι σου συμβαίνει;” τον ρώτησαν οι άλλοι δύο.

“Να… χτες όλο το βράδυ προσπαθούσα να βρω μια ιδέα για το τι θα είναι το επόμενο έργο μας” απαντάει.

“Και λοιπόν”; ξαναρωτούν.

“Να… αναλογίστηκα ότι έχουμε γράψει τόσα βιβλία, τόσα δοκίμια μέχρι και εγχειρίδια και άρθρα, αλλά ποτέ δεν γράψαμε ένα παραμύθι.”

“Μα τα παραμύθια είναι για παιδιά!” παρατήρησε ο δεύτερος.

“Ναι, αλλά αν θέλουμε να λεγόμαστε συγγραφείς πρέπει να γράφουμε για όλους και στον κόσμο μας δεν υπάρχουν μόνο μεγάλοι. Υπάρχουν και παιδιά.”

“Έχεις δίκιο λοιπόν! Ας γράψουμε ένα παραμύθι!” πρότεινε ο τρίτος με ενθουσιασμό.

“Μα πώς γράφεται ένα παραμύθι;” ρώτησε ο δεύτερος.

“Αυτό αναρωτιόμουν κι εγώ χτες βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω απάντηση. Γι’ αυτό είμαι μελαγχολικός” ξαναείπε ο πρώτος.

“Μην είστε ανόητοι!” πετάχτηκε ο τρίτος. “Ένα παραμύθι είναι πολύ εύκολο να γραφτεί! Απλά χρειάζεται μια όμορφη ιστορία και στο τέλος ένα ηθικό δίδαγμα!” πρόσθεσε γεμάτος αυτοπεποίθηση.

“Και πώς βγαίνει ένα ηθικό δίδαγμα;” απόρησε ο δεύτερος.

“Μα είναι απλό αγαπητοί μου φίλοι! Θα βρούμε τι θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά και αυτό θα βάλουμε ως ηθικό δίδαγμα!” απάντησε αμέσως ο τρίτος.

“Τι όμως θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά;” αναστέναξε μελαγχολικά ο πρώτος.

“Αυτό που θα τους διδάξουμε θα πρέπει να είναι κάτι όμορφο, όπως το να αγαπούν τα ζώα ή να είναι ευγενικοί” είπε συλλογιζόμενος ο δεύτερος.

“Σαφώς! Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν πώς να κάνουν όμορφα πράγματα, ώστε όταν μεγαλώσουν να γίνουν καλοί άνθρωποι για την κοινωνία. Διότι μια καλή κοινωνία αποτελείται από καλούς ανθρώπους” τόνισε ο τρίτος.

“Σωστά! Μα… έχουν γραφτεί χιλιάδες παραμύθια και έχουν διδάξει πολλά όμορφα πράγματα στα παιδιά. Όμως η κοινωνία μας δεν έχει γίνει καλύτερη. Γιατί τα παιδιά όταν γίνουν μεγάλοι ξεχνούν τα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών και δεν τα ακολουθούν στη ζωή τους” είπε με δισταγμό ο δεύτερος.

“Μα φυσικά! Αυτό είναι! Πώς δεν το είχα σκεφτεί! Όταν γίνουν μεγάλοι θεωρούν ότι τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά, όπως είπες κι εσύ στην αρχή! Άρα παύουν να πιστεύουν και στα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών!” είπε ο πρώτος.

“Όπως παύουν να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη” πρόσθεσε ο δεύτερος.

“Ακριβώς! Άρα αυτό που θα πρέπει να διδάξουμε στα παιδιά είναι πως να παραμείνουν παιδιά!”

Ο τρίτος, που άκουγε τόση ώρα σιωπηλός, κοίταξε τους άλλους δύο με νόημα και είπε με σιγανή φωνή:

“Τότε θα πρέπει να γράψουμε την ιστορία της καρδιάς και του εγκεφάλου.”

Έτσι κι έγινε. Κάθισαν γύρω από το μεγάλο τραπέζι τους, πήραν τα χαρτιά και τα μολύβια τους και ξεκίνησαν:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ένα κορίτσι που το έλεγαν Καρδιά τριγύριζε χαρωπά μέσα σε έναν πανέμορφο κήπο γεμάτο με τα πιο σπάνια άνθη. Τον κήπο της Ψυχής. Είχε κατακόκκινα μακριά μαλλιά και χόρευε συνεχώς με ρυθμό. Δεν σταματούσε ποτέ να χορεύει και να περιποιείται τα άνθη του κήπου της Ψυχής. Μια μέρα, όταν η Καρδιά ήταν πια κοπέλα, ένας άγνωστος περαστικός από τον κήπο της, την πλησίασε και την ρώτησε: “Καλή μου κοπέλα, μήπως μπορώ να κόψω ένα από τα τόσο όμορφα άνθη σου για να ομορφύνω τον κήπο μου;” “Ποιός είσαι εσύ;” απάντησε τρομαγμένη η Καρδιά. “Με συγχωρείς. Ξέχασα να συστηθώ. Με λένε Εγκέφαλο και ζω στον κήπο του Νοός. Όμως έχω παντρευτεί μια γυναίκα ανοικοκύρευτη και ακαμάτρα και δεν φροντίζει καθόλου τον κήπο μας. Σκέψη τη λένε. Μόνο να βλέπει, να ακούει και να κουτσομπολεύει τους άλλους κήπους τη νοιάζει. Παλιά δεν ήταν έτσι. Παλιά ήταν καλή και στοργική και ο κήπος μας ήταν όμορφος σαν τον δικό σου. Αλλά από τότε που άρχισε να ακούει τις συμβουλές του Εγωισμού, του γερομάγου του διπλανού χωριού, δεν μπορώ να τη συμμαζέψω. Γι’ αυτό σου λέω, δώσε μου καμιά ρίζα να βάλω κι εγώ στον κήπο μου γιατί έχει μαραθεί τελείως.” Η Καρδιά γενναιόδωρη και καλοσυνάτη όπως ήταν, ξερίζωσε και έδωσε στον Εγκέφαλο μερικά από τα ομορφότερα άνθη του κήπου της. Εκείνος την ευχαρίστησε και έφυγε.

Μετά από λίγες μέρες, να σου τον πάλι ήρθε και της ξαναζήτησε λουλούδια. Εκείνη του ξαναέδωσε με χαρά. Τον επόμενο μήνα ξαναήρθε και τον μεθεπόμενο, μέχρι που έφτασε να επισκέπτεται τον κήπο της Ψυχής σχεδόν κάθε μήνα. Η Καρδιά παρατήρησε ότι όσο ξερίζωνε τα λουλούδια της, τόσο πιο περίεργος γινόταν ο χορός της. Άλλες φορές πιο γρήγορος, άλλες πιο αργός. Κάποιες φορές μάλιστα ένιωθε να την πονούν τα πόδια της και δεν είχε καν κουράγιο να φροντίσει τον κήπο της. Όμως δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να χαρίζει δώρα στον επισκέπτη της.

Μετά από μερικούς μήνες, όταν ξαναήρθε ο Εγκέφαλος, η Καρδιά έτρεξε αμέσως να του προσφέρει νέες ρίζες. Τότε, έκπληκτη και έντρομη, είδε ότι είχε ήδη ξεριζώσει όλα τα άνθη του κήπου της Ψυχής και δεν είχε μείνει ούτε ένα! Ένιωσε το αίμα να φεύγει από επάνω της και τα μαλλιά της άσπρισαν! Έπεσε τότε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. “Τι έκανα η τρελή!! Τι έκανα!” άρχισε να φωνάζει. Ο Εγκέφαλος την άκουσε και έτρεξε να δει τι συνέβη. Κάτασπρη σαν το χιόνι όπως ήταν, την είδε και τρόμαξε. “Τι έπαθες; Τι σου συνέβη;” ρώτησε προσπαθώντας να την συνεφέρει. “Τα λουλούδια μου! Έκοψα όλα τα λουλούδια μου!” είπε εκείνη με δάκρυα στα μάτια. “Μην ανησυχείς! Θα φυτρώσουν άλλα!” την παρηγόρησε. “Εσύ φταις!” θύμωσε η Καρδιά. “Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα είχα κόψει τα λουλούδια μου! Κοίτα τώρα τον κήπο μου! Άδειασε! Πώς θα ζήσω! Δεν έπρεπε να σε εμπιστευτώ! Δεν έπρεπε!” ψέλλισε με αναφιλητά. “Καλή μου Καρδιά, θα σου πω ένα μυστικό. Η Σκέψη είχε καταστρέψει όλα τα λουλούδια του κήπου μας εδώ και καιρό. Όταν δεν είχε μείνει πια ούτε ένα πήγα να συμβουλευτώ τη Συνείδηση, την καλή νεράιδα της χώρας. Βλέπεις, τα άνθη του κήπου του Νοός αν ξεριζωθούν δεν ξαναφυτρώνουν. Τα άνθη όμως του κήπου της ψυχής, όσο και να τα κόβεις ξανανθίζουν. Γι’ αυτό χρειαζόμουν τη βοήθεια σου. Όμως τον τελευταίο μήνα πήγα να ξαναδώ τη Συνείδηση και μου είπε πως τα άνθη της ψυχής ξαναφυτρώνουν μόνο όταν τα κόβεις, όχι όταν τα ξεριζώνεις. ” “Τότε πάει, καταστράφηκε ο κήπος μου! ” απογοητεύτηκε η Καρδιά. “Μην βιάζεσαι. Όταν είπα στη Συνείδηση ότι σου ζήτησα να μου δώσεις ρίζες από τα φυτά σου, με μάλωσε γι’ αυτήν την ανοησία μου και μου ζήτησε να επανορθώσω για αυτό μου το σφάλμα, αλλιώς δεν θα με άφηνε ήσυχο. Βλέπεις η Συνείδηση είναι καλή νεράιδα, αλλά γίνεται πολύ αυστηρή όταν σφάλλεις. Όταν, λοιπόν, τη ρώτησα πως μπορούσα να επανορθώσω, κούνησε το μαγικό της ραβδί και εμφανίστηκε αυτό το αξιοθαύμαστο και σπάνιο λουλούδι! ” είπε ο Εγκέφαλος και το πρόσφερε στην Καρδιά. Εκείνη σταμάτησε αμέσως τα κλάματα και θαύμασε “Τι όμορφο που είναι! “. “Μου είπε ότι λέγεται Ελπίδα και είναι το πιο ανθεκτικό από όλα τα άνθη. Είπε επίσης πως αν το φυτέψεις θα ξαναφυτρώσουν όλα τα ονειρεμένα άνθη που είχες στον κήπο σου! Αυτό θα φροντίσει για όλα! ” “Σ ’ευχαριστώ! ” είπε ευγενικά η Καρδιά. “Και κάτι ακόμα! Μου έδωσε αυτή τη μαγική χρυσή σκόνη για να λούσεις τα μαλλιά σου. Είναι η χρυσόσκονη της Αγάπης. Αν λουστείς μ’ αυτήν, κανείς δεν θα μπορεί να σε εξαπατήσει και τα μαλλιά σου δεν θα χάσουν ποτέ ξανά το χρώμα τους. Θα γίνουν χρυσά σαν τον ήλιο και θα απολαμβάνουν το φως και τη θέρμη τους όλοι όσοι έρχονται κοντά σου! ” “Σ’ ευχαριστώ και πάλι”, είπε η Καρδιά και έτρεξε να φυτέψει την Ελπίδα στον κήπο της Ψυχής και να λουστεί με την Αγάπη, για να μην μπορεί ποτέ πια κανείς να την πληγώσει.»


Άφησαν κάτω τα μολύβια και κοιτάχτηκαν με μια αίσθηση ικανοποίησης και ολοκλήρωσης.

“Όμως… Δεν γράψαμε το ηθικό δίδαγμα!” είπε ο δεύτερος.

“Νομίζω ότι τα «παιδιά» θα καταλάβουν” είπε ο πρώτος.

“Κι εγώ το ίδιο!” συμφώνησε ο τρίτος.

Δεν ειμαι δικος ‘Σου πια’

1 Ιουνίου, 2016

«Δεν είμαι δικός σου πια» είπε κι απομακρύνθηκε από τον Δυνάστη. Αυτό ήταν! Είχε κάνει την επανάστασή του. Όλοι τον θαύμασαν για το κουράγιο και την αποφασιστικότητα του. Και η έκφραση του έμεινε στην ιστορία. «Δεν είμαι δικός σου πια. Δεν είμαι δικός σου πια…  δικός σου πια… δικός σου πια… σου πια… σου πια… Σουπιά.» Και κάπως έτσι του βγήκε το παρατσούκλι «ο Σουπιάς». Ήταν το ηχόχρωμα των λόγων και ο απόηχος της πράξης του να αποδεσμευτεί από ό,τι κρατούσε το πνεύμα του σκλαβωμένο και δέσμιο του Δυνάστη Ύλη.

Και τότε έκατσε κι έγραψε. Έγραψε σε ένα χαρτί ό,τι τον πόνεσε, το έβαλε σε ένα μπουκάλι κι έριξε το μπουκάλι στη θάλασσα. Κι έτσι το μελάνι σκέπασε το παρελθόν με ένα πέπλο λήθης και η θάλασσα του υποσχέθηκε ότι θα φυλάξει το μυστικό του όσο καλά μπορούσε. Όμως η θάλασσα είναι γυναίκα… και ως γυναίκα δεν ξέρει να κρατά μυστικά. Ξέρει όμως να τα εκμυστηρεύεται εκεί που αξίζει. Και το μπουκάλι του Σουπιά ταξίδεψε. Ταξίδεψε. Και μόλις η θάλασσα βρήκε τα άξια χέρια, το μπουκάλι βγήκε στην επιφάνεια και φάνηκε ξανά. Γιατί το μελάνι γράφει, μα δε σβήνει. Κι ό,τι γράφει, μένει. Κι ό,τι μένει, είναι για να διαβάζεται. Κι όταν διαβάζεται, μοιράζεται. Κι όταν μοιράζεται, ξεχνιέται. Μόνο τότε σβήνει. Όχι από το χαρτί, μα από την καρδιά.

Ο γίγαντας με τα κρυστάλλινα δάκρια

11 Οκτωβρίου, 2015

Σ’ ένα ψηλό μοναχικό βουνό κάπου στις πεδιάδες της μοναξιάς, ζούσε ένας όμορφος γίγαντας. Ήταν γενναίος και άφοβος και τίποτα δεν σκίαζε το καθαρό μυαλό του. Είχε φίλους κι άλλους γίγαντες που ζούσαν στα τριγύρω βουνά και συχνά μαζεύονταν, συζητούσαν και γλεντούσαν με τραγούδια και χορούς. Σε κανέναν όμως δεν είχε εκμυστηρευτεί ποτέ το μεγάλο του μυστικό.

Σαν παιδί μεγάλωσε σε μια ευτυχισμένη οικογένεια. Δεν είχε αδέρφια και οι γονείς του τον αγαπούσαν όσο τίποτα στον κόσμο κι εκείνος τους αγαπούσε το ίδιο. Όταν έφτασε στα έντεκα του χρόνια, την ημέρα των γενεθλίων του, πριν φυσήξει τα έντεκα κεριά, ευχήθηκε να έχει πάντα κοντά του την αγάπη των γονιών του. Όμως δεν άργησε να φανεί πως η ευχή του δεν θα έβγαινε αληθινή, αφού λίγες μέρες αργότερα, η μητέρα του σκοτώθηκε από ένα κοπάδι πεινασμένων λύκων, ενώ είχε βγει στο δάσος να μαζέψει σπάνια βότανα. Ο θρήνος ήταν μεγάλος για την οικογένεια και το πλήγμα για τον πατέρα του τόσο βαρύ που δεν μπόρεσε να το αντέξει. Έτσι μετά από ένα περίπου χρόνο πέθανε κι αυτός, αφήνοντας το μικρό παιδί μόνο. Ο γίγαντας έκλαψε τόσο πολύ για το χαμό των γονιών του, που ένα βράδυ, όπως καθόταν μόνος του στο δωμάτιο του κι έκλαιγε απαρηγόρητος για ώρες, άρχισαν να τον πονούν τα μάτια του. Ξαφνικά ένιωσε τσιμπήματα στο πρόσωπο του. Αμέσως έτρεξε στον καθρέφτη να δει τι συνέβαινε. Έμεινε άφωνος! Τα δάκρυα που έβγαιναν από τα μάτια του μετατρέπονταν σε μικρά, αστραφτερά, κρυστάλλινα πετραδάκια! Κι όσο συνέχιζε να κλαίει τόσο τον πονούσαν τα μάτια του! Εκείνη τη νύχτα λοιπόν υποσχέθηκε στον εαυτό του πως δεν θα ξανακλάψει ποτέ ξανά για τίποτα και για κανέναν. Τον πονούσαν πια τόσο τα δάκρυα! Σε κανέναν όμως ποτέ δεν διηγήθηκε αυτή την ιστορία από φόβο μην τον κοροϊδέψουν.

Τα χρόνια πέρασαν κι ενώ έγινε ένας θαρραλέος γίγαντας, ο μεγαλύτερος φόβος του ήταν τα δάκρυα του. Έτσι πάντα απέφευγε τις καταστάσεις που θα του έφερναν συγκίνηση ή στεναχώρια και ακόμα και το γέλιο του ήταν συγκρατημένο. Ήταν πάντα ευδιάθετος και καλοσυνάτος στην παρέα με τους άλλους γίγαντες, όμως ποτέ δεν μιλούσε για τον εαυτό του, ούτε άφηνε κανέναν να τον πλησιάσει πολύ. Και με τις γυναίκες ήταν πολύ απόμακρος γιατί είχε ακούσει από τους σοφούς του χωριού πως «οι γυναίκες πάντα φέρνουν μεγάλα δάκρυα».

Κάποια μέρα, θα’ ταν καλοκαίρι, δέχτηκε μια απρόσμενη επίσκεψη.

Ήταν μια όμορφη κοπέλα, καινούρια στην περιοχή, που είχε ανέβει στο βουνό για να μαζέψει βότανα. Είχε κουραστεί τόσο από την πεζοπορία και τη ζέστη, που μόλις είδε το σπίτι του γίγαντα έσπευσε να χτυπήσει την πόρτα για να ζητήσει ένα ποτήρι νερό. Εκείνος άνοιξε ανυποψίαστος, μα μόλις την αντίκρισε ένιωσε μια έκπληξη βαθιά μέσα του. «Τι να ζητά μια κοπέλα μόνη εδώ πάνω;» σκέφτηκε. «Κι είναι τόσο όμορφη!» συλλογίστηκε.

«Καλησπέρα» του είπε εκείνη. «Με συγχωρείτε για την ενόχληση, αλλά ανέβηκα στο βουνό να μαζέψω βότανα κι είμαι εξαντλημένη από την κούραση. Κάνει και τόση ζέστη! Μήπως θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι νερό;» .

«Φυσικά!» απάντησε εκείνος λίγο φοβισμένος και της πρότεινε να περάσει μέσα να ξαποστάσει.

«Τι όμορφο σπίτι που έχετε! Μόνος σας μένετε εδώ;» τον ρώτησε για να σπάσει τον πάγο. «Ναι. Μόνος» της αποκρίθηκε μονολεκτικά.

«Είναι πολύ όμορφος τόπος. Ξέρετε εγώ μόλις μετακόμισα μαζί με τους γονείς μου στους πρόποδες του βουνού» συνέχισε εκείνη με ενθουσιασμό αλλά και λίγο διστακτικά μήπως τον ενοχλούσε με την φλυαρία της. Εκείνος απλά χαμογέλασε από ευγένεια και δεν είπε λέξη. Χωρίς να χάσει το θάρρος της η κοπέλα πήρε το ποτήρι με το νερό που της πρόσφερε και κατευθύνθηκε προς το παράθυρο.

«Τι όμορφη θέα που έχετε από εδώ! Όλα φαίνονται τόσο φωτεινά!» θαύμασε. Ο γίγαντας παραξενεύτηκε σαν διαπίστωσε πως τόσα χρόνια, από όταν πέθαναν οι γονείς του, δεν είχε κοιτάξει ποτέ έξω από το παράθυρο. Καθώς σκεφτόταν, αναπόλησε πόσο όμορφα ήταν όταν καθόταν με τη μητέρα του και κοιτούσε τη βροχή ενώ εκείνη του διάβαζε το αγαπημένο του παραμύθι.

«Να πηγαίνω τώρα. Σας ευχαριστώ πολύ για το νερό και με συγχωρείτε για την ενόχληση» τον διέκοψε η κοπέλα.

«Παρακαλώ… Καμία ενόχληση» ψέλλισε αφού εκείνη είχε πια απομακρυνθεί.

Έμεινε εκεί ώρες, όρθιος στην ανοιχτή πόρτα να αναρωτιέται γιατί οι σοφοί λένε πως οι γυναίκες φέρνουν μεγάλα δάκρυα. Πότε σκεφτόταν φοβισμένος τα δάκρυα του και πότε ονειρευόταν την στιγμή που θα την ξανασυναντούσε. Τον έκανε να νιώσει τόσο όμορφα μετά από τόσα χρόνια!

Η στιγμή που θα ξανασυναντιόνταν δεν άργησε να έρθει. Για την ακρίβεια συναντήθηκαν πολλές φορές από τότε. Ο γίγαντας κατέβαινε συχνά στους πρόποδες για προμήθειες κι έτσι πήγαινε ανελλιπώς στο μαγαζί που είχε ανοίξει ο πατέρα της κοπέλας για να βρίσκει και την ευκαιρία να την βλέπει. Εκείνη όποτε τον έβλεπε, χαμογελούσε τόσο που έλαμπε το πρόσωπό της. Εκείνος, ντροπαλός και φοβισμένος, ήταν λιγομίλητος, ίσως και απότομος αλλά πάντα ευγενικός. Την παρατηρούσε κάθε φορά πως εξυπηρετούσε τον κόσμο, πόσο καλοσυνάτη και φιλεύσπλαχνη ήταν με όλους. Έφτασε σε σημείο να κατεβαίνει κάθε μέρα από το βουνό μόνο και μόνο για να την βλέπει. Ένιωθε ότι είχε τόση ανάγκη το φως που εξέπεμπε. Του είχε τόσο λείψει.

Κάποια μέρα μετά από καιρό, είχε φτάσει άνοιξη πια, η κοπέλα ξανανέβηκε στο βουνό να μαζέψει λουλούδια κι άλλα βοτάνια για το μαγαζί του πατέρα της. Έφτασε κοντά στο σπίτι του γίγαντα χωρίς να το καταλάβει. Εκείνος καθόταν σε μια γωνιά στην αυλή, αλλά ήταν τόσο χαρούμενος που την είδε και τόσο απορροφημένος στο να την κοιτάζει, που δεν πήγε να της μιλήσει.

Καθώς τακτοποιούσε τα άνθη στο καλάθι της άρχισε να σιγοτραγουδά ένα παλιό τραγούδι. Ο γίγαντας όταν το άκουσε από την γλυκιά φωνή της μαρμάρωσε. Τη στιγμή εκείνη γύρισε και τον είδε. Από την ντροπή της, έσκυψε το κεφάλι, χαμογέλασε και σταμάτησε να τραγουδά. «Συνέχισε! Μη σταματάς!» της φώναξε ο γίγαντας.

Συνέχισε να τραγουδά λίγο δειλά στην αρχή, αλλά όσο έβλεπε ότι τον ευχαριστούσε, τόσο δυνάμωνε τη φωνή κι έβαζε πάθος στο τραγούδι της, το οποίο ήταν το αγαπημένο των γονιών του. Η φωνή της, η όψη της, ο τρόπος που το έλεγε τον έκαναν να συγκινηθεί τόσο, που άρχισαν δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του. Ο πόνος των δακρύων του τον έκανε να γονατίσει, αλλά δε σταμάτησε να κλαίει.

Η κοπέλα έτρεξε κοντά του σαστισμένη, έπιασε το πρόσωπο του με τα δυο της χέρια και βλέποντας τα κρύσταλλα να κυλούν, του άγγιξε τα μάτια και άρχισε πάλι να τραγουδά, πιο δυνατά από πριν. Ξάφνου, το θαύμα συνέβη! Τα κρύσταλλα άρχισαν να λιώνουν για να δώσουν τη θέση τους σε κανονικά δάκρυα. Μόλις ένιωσε ότι ο πόνος είχε φύγει, σταμάτησε το τραγούδι και τον αγκάλιασε.

«Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ! Σ’ ευχαριστώ!» της έλεγε εκείνος ξανά και ξανά με ανακούφιση. «Το φως σου έδιωξε το φόβο μου. Σ’ ευχαριστώ!».

«Εγώ σ’ ευχαριστώ» του απάντησε.

«Για χρόνια έβλεπα στο όνειρο μου ένα κρυστάλλινο σπίτι να λιώνει και μέσα έναν άνδρα να πνίγεται από το νερό κι αυτό το τραγούδι να ακούγεται σιγανά από πίσω. Ξυπνούσα ταραγμένη κι έκλαιγα που δεν μπορούσα να κάνω κάτι να τον βοηθήσω. Τώρα καταλαβαίνω!»

 «Μείνε εδώ κοντά μου» την παρακάλεσε.

Του χαμογέλασε και κοιτώντας τον στα μάτια τού είπε «Μα πως μπορώ να φύγω από τον άνθρωπο που δέχθηκε την αγάπη μου γι’ αυτόν και την έκανε δάκρυ γιατρειάς;».

Κι έτσι έζησαν μαζί ως τα βαθιά γεράματα γνωρίζοντας πια πως το μόνο πράγμα στον κόσμο που δεν πονά είναι η αγάπη. 

Η λίμνη των δροσοσταλίδων

11 Οκτωβρίου, 2015

Επάνω από μια λίμνη με ήρεμα νερά
Μία δροσοσταλίδα κυλά στη φυλλωσιά
Του δένδρου που στεκόταν σαν παλικάρι ορθό
Κι αχνά καθρεφτιζόταν στο ήρεμο νερό.

«Πού πας κι απομακρύνεσαι απ’ τα κλαδιά τα ίσια;
Εγώ δε σε προφύλαξα απ’ της βροχής τη λύσσα;»
«Στη λίμνη πάω τ’ αδέρφια μου τ’ άλλα για να τα βρω
Που κολυμπούν στον όμορφο και μαγικό βυθό».

«Μ’ αν φύγεις από μένα και πέσεις στο νερό
Κι εσύ νερό θα γίνεις, δε θα σε ξαναδώ.
Ένα με μένα γίνε και θα σ’ ευγνωμονώ
Αν τη δροσιά σου δώσεις, λίγο να δροσιστώ».

«Μικρή σταγόνα είμαι εδώ και ποια η δύναμη μου;
Άσε με νά μπω στο νερό ν’ ανοίξει η ψυχή μου.
Και τότε σου υπόσχομαι πως θα δεθώ μαζί σου
Αφού απ’ τις ρίζες θα φιλώ το ξύλινο κορμί σου».

Με μιας, λοιπόν, βουτάει, η μικρή δροσοσταλιά
Να βρει τις αδελφές της στης λίμνης τα νερά.
Το δένδρο τη φωνάζει για να βεβαιωθεί
Πως δεν θα τον ξεχάσει στη λίμνη σαν χαθεί.

Αμέσως τότε νιώθει στις ρίζες του απαλά
Να τον γλυκοφιλάει μια όμορφη δροσιά.
Αυτή είναι η αγάπη, ποτέ δε λησμονεί.
Μονάχα μεγαλώνει σαν λάμψει η ψυχή.

Μελοποίηση

4 Σεπτεμβρίου, 2014

Ω Μούσα εσύ,
προστάτιδα της Μουσικής κι ιέρεια
βοήθησε με, εμέ το δούλο της τον ταπεινό
το βίο της επάξια, λιτά να εξιστορήσω.
Ήταν παλιά, πολύ παλιά τότε που εκείνη ζούσε
κόρη σαν άνθος λεμονιάς κι αγνή ήταν σαν κρίνος
έπαιζε με τα χρώματα και σιγοτραγουδούσε.
Σιγόλεγε ήχους γλυκούς, Νότες αποκαλούνταν
κι ήτανε φίλες της καλές και στοργικές σαν κόρες.
Μια μέρα καθώς γύρναγε από τα πέρα μέρη
συνάντησε στο δρόμο της ωραίο παλικάρι.
Ήταν ψηλός σαν άνεμος κι είχε στα χέρια πένα
ήτανε δάσκαλος καλός, Λόγο τον εφωνάζαν.
Είχε την όψη σοβαρή, στα χείλη χαρμολύπη
Και σαν εκείνη αντίκρισε στάθηκε κι απορούσε:
«Σ’ όλης της Γης τα πέρατα και στων βουνών τα ύψη
τέτοια αρμονία ανήκουστη τα μάτια μου δεν είδαν.
Ω κόρη εσύ της ομορφιάς! Της μελωδίας χάρη!
Τ’ αυτιά πώς να πιστέψουνε, θρόισμα της αγάπης;»
Εκείνη χαμογέλασε, σεμνή πάντα όπως ήταν
και έδωσε τις Λέξεις του στις Νότες να τις πούνε.
Σαν άκουσε ο δάσκαλος τις Λέξεις τις δικές του
πώς Νότες ταξιδεύανε με τόση αιθέρια χάρη,
την πένα έπιασε ευθύς και άρχισε να γράφει
ό,τι η Θεά η Έμπνευση του έστελνε από πάνω.
Οι Νότες συνεχίζανε τις Λέξεις να χορεύουν
κι η Μουσική συνέθετε σεμνά τα βήματά τους.
Σαν τέλειωσε το μαγικό ταξίδι των ονείρων,
η Μουσική πια στάθηκε λίγο να ξαποστάσει.
Ο Λόγος, όμως, ο γραφεύς, μ’ ακούραστη την πένα
έσπευσε τον απόγονο μ’ όνομα να στολίσει.
«Μελοποίηση!» φωνάζει αχνά, μην τύχει και ακούσουν
κάποιοι τυχόν περαστικοί, άδειοι απ’ αρμονία.
Η Μουσική συναίνεσε, έγνεψε το κεφάλι
και το παιδί αγκάλιασε μ’ όλη της την αγάπη.
Ο Λόγος και η Μουσική για χρόνια ζουν, αιώνες
και πάντα προστατεύουνε απ’ τ’ Ουρανού τα ύψη
την κόρη την μονάκριβη την πολυαγαπημένη.


1 5 6 7 8