Ποιήματα

Δεν έχω οξυγόνο

Δεν έχω οξυγόνο.
Πνίγομαι 
από την ανευθυνότητα 
των ιθυνόντων.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Στα πνευμόνια μου, 
η μυρωδιά των καμμένων ονείρων 
δε μ' αφήνει ν'αναπνεύσω.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή. 
Αυτό είναι το τέλος λοιπόν;

Δεν έχω οξυγόνο,
να πω δυο τελευταίες λέξεις 
σ' όσους με περιμένουν 
να γυρίσω ασφαλής. 

Δεν έχω οξυγόνο. 
Την τελευταία ανάσα μου, 
τη θάψαν στο τσιμέντο.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Στ' αποκαΐδια 
γλεντούν τον κόσμο 
που δακρύζει ακόμα
πάνω απ' τις στάχτες μου.

Δεν έχω ΟΞΥΓΟΝΟ.
Μα έχω μια τελευταία ΕΥΧΗ. 

"ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ".
Ν' ακουστεί παντού.
Και να σειστεί συθέμελα 
κάθε καρέκλα 
που πατά αδιάντροπα
στο σιδερένιο ομαδικό μας τάφο.

"ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ". 
Και ν'αποδοθεί.

Για να μη μείνει 
ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΠΑΙΔΙ 
ΧΩΡΙΣ ΟΞΥΓΟΝΟ.

Μεγάλη Εβδομάδα

Δευτέρα.
Η αρχή,
το ήμισυ του παντός
που αναζητά το έτερον.
Τρίτη.
Η γαλήνη διαταράσσεται
απ'της ρουτίνας
τα ροζιασμένα δάχτυλα.
Τετάρτη.
Στα μισά του γκρεμού
επιβράδυνεται η πτώση
με την πυξίδα
να δείχνει το θαύμα.
Πέμπτη.
Προδότης και προδομένος,
γύρω από δείπνους μυστικούς
μεθυσμένων πνευμάτων.
Παρασκευή.
Μια αχτίδα ο πόνος
σκίζει τα γκριζα σύννεφα
κι η άνοιξη δακρύζει.
Σάββατο.
Το φως απλώνεται
ν' αγκαλιάσει κομματιασμένα όνειρα.
Να τα ενώσει.
Κυριακή.
Ο Γολγοθάς ανθίζει.
Κόκκινα σαν το αίμα
άνθη.

Όχι επειδή μ’ αγάπησες

Πενθώ.
Όχι γιατί σε έχασα.
Μα για τον εαυτό
που σπατάλησα πλάι σου.

Δακρύζω.
Όχι γιατί με πόνεσες.
Μα για τη φροντίδα
που πίστεψα πως δεν αξίζω.

Πονώ.
Όχι για δε μ' αγάπησες.
Μα γιατί πίστεψα
πως έτσι είναι η αγάπη.

Αγανακτώ.
Όχι γιατί δεν πίστεψες σε μένα.
Μα για τα φτερά μου
που έσπασα
για να σ' ευχαριστήσω.

Και πάλι με έκρινες.
Και πάλι με πλήγωσες.
Και πάλι με μείωσες.

Δεν ήθελες να έχω μάτια,
να μη δω.
Δεν ήθελες να έχω μυαλό,
να μην καταλάβω.
Δεν ήθελες να έχω φτερά,
να μη σου φύγω.
Δεν ήθελες να έχω καρδιά,
να μην αγαπηθώ.

Μα κοίτα με!
Είδα.
Κατάλαβα.
Έφυγα.
Αγαπήθηκα.
Μακριά σου.

Κι αν ακόμα
τριγυρίζεις στη μνήμη μου,
είναι επειδή αρνούμαι να σκοτώσω
τα όμορφα που έζησα κοντά σου.

Όχι επειδή μ' αγάπησες.
Μα γιατί στην καρδιά μου
δε χωρούσε
κάτι άλλο
από την αγάπη.

Θέλει λευτεριά η αξιοπρέπεια

Έσκυψα πάνω
από την ποδοπατημένη
αξιοπρέπειά μου.
Η ζωή ήρθε
και με σκούντηξε στον ώμο.
"Εγώ σ'την έδωσα για λάβαρο"
μου είπε.
"Κι εσύ την έκανες χαλί
για να σκουπίζουν τα παπούτσια τους
ανάξιοι".

Έκλαψα.
Ξέπλυνα τις λάσπες
απ' τα πρέπει
του κάλπικου σεβασμού
και
ω του θαύματος,
γύρω μου φύσηξε
ένα αναζωογονητικό αγέρι.
Σαν νεογέννητο,
ούρλιαξα μ' όλη μου τη δύναμη
και πήρα,
σαν από καιρό χαμένη,
την πρώτη μου ανάσα.

"Θέλει λευτεριά η αξιοπρέπεια"
μου θύμισε η ζωή
και κύλησε.

Έρωτα προσκύνημα

14 Φεβρουαρίου, 2025,

Τα χείλη σου με ευλάβεια φιλώ
και πίνω τις λέξεις τους
σαν νάμα.
Μεθώ κι αφήνομαι
στο πλάι του λαιμού σου.
Λίγο πιο κάτω
- εκεί στο λακκάκι -
τα δάχτυλα ακουμπώ,
στην ταπεινή τούτη του πάθους λίμνη,
που πάλλεται στο άγγιγμα μου.
Στο στήθος σου
του έρωτα ναό
στέκω και προσκυνώ,
μετρώντας τους χτύπους έναν - έναν.
Κι εκείνο το ιερό φιλί
γυρνώ ξανά
να μεταλάβω.

Φαντάσματα επιθυμιών

Κάποτε
άρχισα να μετρώ
τους γύρω μου.
Οι πιο πολλοί,
φαντάσματα των επιθυμιών μου.
Οι λίγοι που άγγιξα,
οι μετρημένοι στα δάχτυλα,
με ξύπνησαν.
Με μάτια ορθάνοιχτα,
έδωσα τη ζυγαριά στην καρδιά.
"Φτάνει ο οίκτος"
της είπα.
"Δες πώς σβήνει η δίψα σου
στο αμοιβαίο.
Η προσμονή είναι ψέμα.
Κι εσύ
μεγάλωσες πια
για να πιστεύεις
σε φαντάσματα."

Να ονειρεύεσαι μιαν άνοιξη

Στην καρδιά του χειμώνα
να ονειρεύεσαι μιαν άνοιξη.
Να! Η δύναμη
για ν' αντέξεις την παγωνιά.
Δεν είναι υπόσχεση
η άνοιξη.
Βέβαιο μέλλον είναι.
Μα η ασυνέπεια του χρόνου
είναι το ελάττωμά της.

Φλεβάρης

Φλεβάρης.
Στις φλέβες του κυλά
μια άνοιξη κοιμισμένη.
Σιγανά ανδριώνεται
σαν χρυσαλλίδα στο κουκούλι,
ώσπου να φανούν
τα χελιδόνια.
Ο γερό-χειμώνας,
βαρύς στο νεκροκρέβατό του,
φυσά κατά ριπάς
τις τελευταίες του ανάσες.
Ψηλά,
ο ουρανός
σκουπίζει τα πινέλα του
και πασαλείβεται νωχελικά
με φωτεινό γαλάζιο.
Πάνω στα χρυσοκαφετιά κλαδιά
η σοφία αργοπεθαίνει
θάνατο λυτρωτικό.
Κι η ελπίδα που κοιλοπονεί,
καρτερικά προσμένει
τον διάδοχο
της αναγεννημένης νιότης.

Θεοφάνια

Φως και ύδωρ.
Αιώνιο και φθαρτό.
Ψυχή και σώμα.
Σύμπαν και φύση.
Θεός και άνθρωπος

Δίπολα κι αντιθέσεις
ταλανίζουν
το ανθρώπινο μυαλό
από τα σπάργανά του.
Από τούτα είναι φτιαγμένο
και το δίχως τους
μονάχα θάνατο υπόσχεται.

Μα σήμερα,
μέρα των Θεοφανίων,
δώσε Θεέ μου
Φως στο ύδωρ Σου
να δούμε κι εμείς οι ελάχιστοι,
νίπτοντας τις ζωές μας,
λίγο θεό στο μέσα μας.

Το άπιαστο φευγιό της ευτυχίας

Ποιο είναι αυτό
το διακριτικό ηχόχρωμα
που κάνει τη μια στιγμή
να διαφέρει από την άλλη;
Αυτή η εφήμερη μοναδικότητα
που χαράσσεται στη μνήμη
ως το άπιαστο φευγιό|
της ευτυχίας.
Περαστική κι ανέμελη
χαρίζει ένα χάδι
απειροελάχιστο
μπροστά στην αιωνιότητα
των στιγμών.

Πώς ακούγεται η ευτυχία;
Είναι μελωδική στ' αλήθεια;
Τι γεύση έχει;
Γλυκιά, θα πεις,
μα αμφιβάλλω.
Θαρρώ πως έχει
τη γεύση
της ανάγκης που καλύπτει.
Κι αν η ζωή της
είναι τόσο μικρή,
πώς γυρίζει
όταν δεν την γυρεύεις;
Θαρρώ
πως ανασταίνεται
η ευτυχία.
Ναι.
Κάθε φορά
που της κάνεις χώρο
στην καρδιά σου.

1 2 3 11