Ποιήματα

Φλεβάρης

Φλεβάρης.
Στις φλέβες του κυλά
μια άνοιξη κοιμισμένη.
Σιγανά ανδριώνεται
σαν χρυσαλλίδα στο κουκούλι,
ώσπου να φανούν
τα χελιδόνια.
Ο γερό-χειμώνας,
βαρύς στο νεκροκρέβατό του,
φυσά κατά ριπάς
τις τελευταίες του ανάσες.
Ψηλά,
ο ουρανός
σκουπίζει τα πινέλα του
και πασαλείβεται νωχελικά
με φωτεινό γαλάζιο.
Πάνω στα χρυσοκαφετιά κλαδιά
η σοφία αργοπεθαίνει
θάνατο λυτρωτικό.
Κι η ελπίδα που κοιλοπονεί,
καρτερικά προσμένει
τον διάδοχο
της αναγεννημένης νιότης.

Θεοφάνια

Φως και ύδωρ.
Αιώνιο και φθαρτό.
Ψυχή και σώμα.
Σύμπαν και φύση.
Θεός και άνθρωπος

Δίπολα κι αντιθέσεις
ταλανίζουν
το ανθρώπινο μυαλό
από τα σπάργανά του.
Από τούτα είναι φτιαγμένο
και το δίχως τους
μονάχα θάνατο υπόσχεται.

Μα σήμερα,
μέρα των Θεοφανίων,
δώσε Θεέ μου
Φως στο ύδωρ Σου
να δούμε κι εμείς οι ελάχιστοι,
νίπτοντας τις ζωές μας,
λίγο θεό στο μέσα μας.

Το άπιαστο φευγιό της ευτυχίας

Ποιο είναι αυτό
το διακριτικό ηχόχρωμα
που κάνει τη μια στιγμή
να διαφέρει από την άλλη;
Αυτή η εφήμερη μοναδικότητα
που χαράσσεται στη μνήμη
ως το άπιαστο φευγιό|
της ευτυχίας.
Περαστική κι ανέμελη
χαρίζει ένα χάδι
απειροελάχιστο
μπροστά στην αιωνιότητα
των στιγμών.

Πώς ακούγεται η ευτυχία;
Είναι μελωδική στ' αλήθεια;
Τι γεύση έχει;
Γλυκιά, θα πεις,
μα αμφιβάλλω.
Θαρρώ πως έχει
τη γεύση
της ανάγκης που καλύπτει.
Κι αν η ζωή της
είναι τόσο μικρή,
πώς γυρίζει
όταν δεν την γυρεύεις;
Θαρρώ
πως ανασταίνεται
η ευτυχία.
Ναι.
Κάθε φορά
που της κάνεις χώρο
στην καρδιά σου.

Σαν άλλος Ίκαρος

Πέτα όνειρό μου!
Πέτα ψηλά σαν χαρταετός στα χέρια ενός παιδιού!
Δώσε μου την ελπίδα κι άσε με ν' αγγίξω 
λίγο από τον αιθέριο ουρανό σου!
Από εσένα, μου είπαν, έχω φτιαχτεί 
κι είναι στη φύση μου να κοιτώ κει πάνω. 
Να ψάχνω μέσα στα νέφη να σε βρω.
Μην έχεις μπλεχτεί μες στης μολυσμένης πόλης τα καλώδια.
Μην έχεις ξεσκιστεί από άγρια κλαδιά
που βρέθηκαν στον δρόμο σου.

Πρέπει να σε βρω όνειρό μου!
Μη μου απομακρύνεσαι!
Είμαστε δεμένοι οι δύο μας 
μ' αυτόν τον σχοίνινο ομφάλιο λώρο 
που δίνει πνοή στο σάρκινο κορμί μου.

Έλα να πετάξουμε ψηλά μαζί. 
Έχω τόση ανάγκη από μια πτήση.
Κουράστηκα από τις κακοτοπιές και την κακία.
Απηύδησα από των κακότροπων ανθρώπων
την απανθρωπιά.
Πήγαινε με ανάμεσα στα ουράνια πτηνά
να νιώσω την ελευθερία
να κυλά κατά μήκος των χεριών μου.

Μην ανησυχείς. 
Θα φροντίσει η ζωή να με κατεβάσει ξανά. 
Έχει τον τρόπο της να προσγειώνει
όσους δε τους μέλλει να πετούν αιώνια.

Μα κι αν πέσω,
δε θ' αφήσω το σχοινί σου από τα χέρια μου. 
Στην πρώτη ευκαιρία θ' απογειωθώ ξανά. 
Είναι στη φύση μου να αγαπώ τα ύψη. 
Σαν άλλος Ίκαρος σταυρωμένος 
πάνω στον φλεγόμενο χαρταετό του.

Το καρναβάλι της ζωής

Μάσκες.
Άμυνες έναντι τραυμάτων,
χτισμένες από πόνο και ψέμα.
Διακοσμούν πρόσωπα
κι αποσιωπούν προθέσεις.

Μα κανένα φτιασίδι
- παρά την σαγήνη του -
δεν γίνεται σάρκα επί σαρκός.
Ξενιστής είναι,
που σφετερίστηκε την αξία
και κάθισε στον θρόνο της
ως άλλος βασιλιάς.

Μα ο βασιλιάς γυμνώνεται
από τ' ανοιχτά τα μάτια
κι ο κακογραμμένος ρόλος του
ηχεί αποτρόπαιος στην καρδιά.

Οι μάσκες κατακρημνίζονται
στα πόδια αυτών
που στάθηκαν στο ύψος τους.
Κι η αλήθεια γδύνεται τη γοητεία
και στάζει το φαρμάκι.

Στο καρναβάλι της ζωής
το βάλσαμο πίνεται στο τέλος.
Δε μεθά.
Αφυπνίζει.
Κι ο βασιλιάς Καρνάβαλος,
ηττημένος πια,
μύθος γίνεται
ν' ακούν οι νέες γενιές
για τ' αναπόφευκτα
που θα φέρει
η δική τους Αποκριά.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Στης παραμονής τη γωνία,
ακούμπησε τη λύπη σου κι άσε την πίσω
στον χρόνο που φεύγει.
Κράτα μονάχα όσα σου δίδαξε.

Στην ανατολή του έτους,
άρπαξε την ελπίδα σφιχτά από το χέρι
και κάνε ποδαρικό χορεύοντας
κείνο το παλιό βαλσάκι
που σε γλυκονανούριζε τα βράδια
μέσα στο μουσικό κουτί του.

Κοίτα ψηλά κι ευχήσου.
Κοίταξε μέσα σου κι άλλαξε.
Κοίτα γύρω σου κι αγάπησε.
Κοίτα μπροστά και προχώρα.

Μαζεύουμε στιγμές

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, πολύτιμες αχτίδες χαράς
που πέφτουν σαν αγνές χιονονιφάδες
στο σκοτάδι της εσωτερικής μας θλίψης.
Παντού τριγύρω καραδοκούν
σαν μικρές νεράιδες των αναμνήσεων.

Τις φυλάμε στο μικρό
Χριστουγεννιάτικο κουτί,
εκείνο το στολισμένο με χρυσόσκονη,
και γεμίζουμε τις αποθήκες μας
με χαμόγελα και ζεστασιά
για τις ώρες της μοναξιάς
που θα έρθουν αγκαζέ
με τον καινούριο χρόνο.
Όσα κι αν φέρει,
είτε όμορφα όμορφα είτε άσχημα,
εμείς θα έχουμε εφοδιαστεί με...

Στιγμές που αγγίζουν.
Στιγμές που μας γεμίζουν.
Στιγμές συντρόφους της ψυχής.

Μαζεύουμε στιγμές.
Ένα λαχείο που κληρώνεται
κάθε Χριστούγεννα
και καλύπτει τα συναισθηματικά έξοδα
της χρονιάς που ακολουθεί.

Ματιές, εξομολογήσεις, συγγνώμες,
σ'αγαπώ, συνδέσεις άρρηκτες χωρίς εγωισμούς.
Λόγια και εικόνες, σκέψεις και αισθήματα.
Όλα στιγμές
που θα καταναλώσουμε αχόρταγα
σαν αίδεσμα παραδεισένιο.

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, όμορφες, μοναδικές.

Αυγής ταξίδι

Μια λευκή αυγή
βάφτηκε στα κοραλλένια.
Βγήκε ν’ αγναντέψει
πάνω από σώματα
που περιπλανιόνται αδιάλειπτα.
Μια ποικιλία ζωηρών αποχρώσεων
της ανθρώπινης ύπαρξης
θα στολίσει
και πάλι τη μέρα της.
Τυχαίες συναντήσεις,
μεγάλες αποφάσεις,
στροφές της μοίρας.
Θα δει δάκρυα κάθε λογής,
χαμόγελα ειλικρινά,
ερωτικά και ψεύτικα,
θυμό, απογοήτευση,
χαρά και γαλήνη.
‘Πώς καταφέρνει ο άνθρωπος
να κρύβεται
κάτω από τόσο φως;’
αναρωτιέται.
Στο φως φαίνονται όλα,
αρκεί τα μάτια
να θέλουν να δουν.

Αναστέναξε,
στέλνοντας ένα σύννεφο μακριά.
Κάπου,
πίσω από κάτι κλειστά παραθυρόφυλλα,
αντίκρισε τη μιζέρια.
Εκεί, δεν την άφησαν να μπει
και να χαρίσει απλόχερα
τη ζεστασιά της.
Την αγνοούσαν.
Μα ήταν και κάποιες αυλές
γεμάτες λουλούδια,
αρώματα κι ευγένεια
που δε χρειάστηκε
καν πόρτα για να μπει.
Ήταν πάντα ορθάνοιχτα,
κάθε που ξημέρωνε.
Εκεί χαιρόταν ν’ αλωνίζει
και ν’ απολαμβάνει
τα παιχνιδίσματα των δροσοσταλίδων
πάνω σε σκέψεις
και συναισθήματα.

Αφού χόρτασε εικόνες,
η αυγή έδυσε
και μαζί απέσυρε το φως της.
Άφησε τους ανθρώπους
στη μοίρα που η νύχτα τους φυλάει
κι έκανε τον απολογισμό της.
‘Όποιος ανέχεται το σκοτάδι μέσα του,
δε θα με δει ποτέ’ συλλογίστηκε.
‘Όποιος παλεύει να σωθεί απ’ αυτό,
με έχει ανάγκη.
Μα όποιος διψά έστω
για μια ηλιαχτίδα,
θα με προσμένει να γυρίσω’
καθησυχάστηκε
κι έγειρε ν’ αποκοιμηθεί.

‘Αντίο, άνθρωπε.
Εις το επανιδείν’.

Η χημεία της αγάπης

Θάρρος είναι για αφέλεια άραγε, άνθρωπε, πως αγαπάς,
ενώ σε μια στιγμή μπορείς όλα να τα χάσεις;
Είσαι η πιο επισφαλής επιχείρηση, μα το προϊόν της αγάπης σου αποφέρει το μεγαλύτερο κέρδος.
Να 'ναι η πίστη σου σ' αυτό, που σε κάνει να προχωράς πάσει θυσία
ή η ψευδαίσθηση πως είναι το μόνο που θα πάρεις μαζί σου,
φεύγοντας από τούτη τη μάταιη κι επίπονη ζωή;
Μήπως γεμίζεις τα μπαγκάζια σου χτίζοντας σχέσεις στην άμμο της αβεβαιότητας,
για ν' απολαύσεις μαθήματα κι αισθήματα σε μιαν άλλη ζωή αφθαρσίας;


Αχ και να 'ξερες, άνθρωπε, γιατί κανεις όσα κάνεις και γιατί ζεις όπως ζεις.
Ίσως να γλίτωνες πόνο και κόπο, αλλά, καλέ μου άνθρωπε,
πώς θα μπορούσες να βάλεις ως στόχο την αγάπη;
Αυτή προκύπτει ανεξέλεγκτα κι όσο την κυνηγάς, τόσο την πληγώνεις.
Είναι χημεία ουσιών που δεν μπορείς τη βάση τους να τη γνωρίσεις,
από κόσμο αλλούτερο που οι φτωχές αισθήσεις σου δε φτάνουν να ερευνήσουν.
Μ' αν θες στ' αλήθεια να μάθεις τη χημεία την αγάπης, κάνε ο,τι κάνεις και ζήσε όπως ζεις.
Στον πόνο, τον μόχθο και την ανασφάλεια.
Μονάχα ο ακροβάτης νιώθει το απέραντο κενό που τον χωρίζει από το έδαφος,
μα συνεχίζει κρατώντας τα μάτια του μπροστά.
Κι ας ματώνουν τα πόδια του πάνω στο σκληρό σχοινί.
Ο φόβος της απώλειας σε υποχρεώνει είτε να γκρεμιστείς κοιτώντας τον κίνδυνο κατάματα
είτε ν'αγαπήσεις πιο έντονα χωρίς να νοιάζεσαι για το τι και πώς.

Ω άνθρωπε! Tι δύσκολη ζωή σου δώσαν!
Απ' όλα τα ζωντανά, μονάχα εσύ να έχεις επιλογή στην αγάπη!
Με όπλα ασαφή κι άμυνες συγκεχυμένες, πορεύεσαι κι όπου βγει...
Δε σε ζηλεύω άνθρωπε...μα σε θαυμάζω που,
παρά τον φόβο, τον πόνο και την ανασφάλεια,
εθίζεσαι, τόσο αυθαδώς, στη χημεία της αγάπης!

Το στοιχειό της φύσης

Θεριό ανήμερο ο άνθρωπος,
που αν δεν το μερώσει η αγάπη,
σπέρνει καταστροφές,
σκορπίζει θάνατο
και ερημώνουν τόποι.

1 2 3 4 11