Ποιήματα

Τα μαύρα γυαλιά

Αγαπώ τα μαύρα μου γυαλιά. Δεν είναι ούτε ακριβά, θρεμμένα από τη ματαιοδοξία μου, ούτε πολύ φθηνά, αγορασμένα από το σταντ κάποιου τουριστικού. Μέσα τους κρύβω το βλέμμα μου. Προστατεύομαι από το φως του ήλιου και το σκοτάδι των ανθρώπων. Πίσω από τους σκοτεινούς καθρέφτες, παρατηρώ τον κόσμο. Δε μου στερούν τα χρώματα.

Κάποτε οι φακοί τους ήταν ροζ. Όλα έμοιαζαν όμορφα κι ακίνδυνα τότε. Ώσπου έφαγα το πρώτο χαστούκι. Τα ροζ γυαλιά έπεσαν κι έγιναν θρύψαλα. Έσκυψα και τα κοιτούσα με δάκρυα στα μάτια. Πρώτη φορά ένιωσα τόσο εκτεθειμένη. Γυμνή. Τα χρώματα τριγύρω έχασαν το παλ χρώμα τους και ζωήρεψαν τόσο που τα μάτια μου άρχισαν να πονούν. Δεν ήταν φωτεινά. Ήταν βρώμικα.

Τότε, πήρα τα μαύρα μου γυαλιά, προκάλυμμα της αισιοδοξίας μου. Ο κόσμος δεν αντέχει την καλοσύνη απροκάλυπτη. Την περνά για επίδειξη και νιώθει ότι απειλείται. Λέει λόγια σκληρά και κριτικές δήθεν καλοπροαίρετες, για να προστατεύσει τα δικά του θολά γυαλιά, που έχουν γίνει ένα με τα μάτια του. Άλλοτε χρησιμοποιεί επαίνους και κρύβει το μαχαίρι μέχρι να βγάλεις τα γυαλιά. Τότε σε τυφλώνει, σαν διεστραμμένος Οδυσσέας, ύπουλα κι εκδικητικά. Αφού δεν μπορείς να δεις όπως βλέπει, προτιμότερο να μην ξαναδείς κανένα χρώμα.

Γλίτωσα οριακά την τύφλωση. Κάτι μέσα μου την αρνιόταν. Τα μαύρα γυαλιά ήταν το πιο ανώδυνο υποκατάστατο. Έδειχναν αυτό που οι άλλοι ποθούσαν, χωρίς να μου στερούν την ταυτότητά. Έμαθα να τα βγάζω για να ξεκουράζω λίγο τα μάτια μου. Λίγοι ξέρουν το αληθινό χρώμα των ματιών μου. Είναι αυτοί που ποτέ δε πίστεψαν πως χρειάζομαι γυαλιά για ν’ αντικρίζω τον κόσμο.

Άφθαρτη ενοχή

Δεν είμαι θεός.
Είμαι απλώς ένας άνθρωπος.
Δεν μπορώ να ελέγξω
τον θάνατο.
Δεν μπορώ να ελέγξω
τους άλλους.
Εδώ, καλά καλά,
δεν μπορώ να ελέγξω
τον εαυτό μου.

Δεν είμαι παντογνώστης,
πανταχού παρών,
παντεπόπτης
και πανδαμάτωρ.
Έχω όρια.
Σωματικά, νοητικά, ψυχικά.

Είμαι φθαρτός.
Μα πιο φθαρτές
οι αντοχές μου
κι η ανοχή πως
κι οι δικοί μου
είναι κι αυτοί φθαρτοί.
Η ενοχή μου όμως,
άφθαρτη κι ακούραστη,
προσπαθεί πάντοτε να με πείσει
πως μπορούσα και καλύτερα.
Αν είχα κάνει εκείνο ή το άλλο.
Αν είχα προσπαθήσει λίγο παραπάνω.
Αν είχα γίνει θεός.
Αν δεν ήμουν άνθρωπος.
Κι εγώ την άκουγα
και την υπηρετούσα.
Δίνοντας αίμα και σθένος
σε κάθε τι που έκανα.
Να γίνει λίγο πιο καλό.
Ν' αγγίξει λίγο το τέλειο.
Τι πλάνη!

Το τέλειο φέρνει το τέλος.
Μα εγώ τελείες
ξέρω να βάζω
μονάχα στις προτάσεις.
Ποτέ δεν κατάφερα
κάτι παραπάνω από αυτό.
Ίσως στα φαινόμενα,
εκεί, να ήμουν καλή.
Ώσπου στο τέλος,
εξαπάτησα
και τον εαυτό μου.

Είμαι άνθρωπος.
Μπορώ λίγα
κι ας θέλω πολλά.
Μου πήρε χρόνια
να καταλάβω 
πως κάποιες φορές
δε φτάνει μόνο να θέλω
για να μπορώ.

Ενοχή μου,
Συγχώρεσε με. 

Στην ντουλάπα

Κλείστηκα στην ντουλάπα.
Έχει ησυχία εδώ μέσα.
Κι αυτή η μυρωδιά λεβάντας
με νανουρίζει.
Δε φοβάμαι το σκοτάδι.
Πιότερο με τρομάζουν
οι φωνές των ανθρώπων
που μιλούν για όσα δεν ξέρουν.

Τα ρούχα είναι απαλά
σε αντίθεση με τα λόγια.
Δε διαχωρίζω χρώματα ή σχέδια.
Στην αφή είναι όλα ένα χρώμα.
Άλλο μακρύ, άλλο κοντό.
Άλλο λεπτό, άλλο χοντρό.
Υφάσματα λογιών λογιών.
Μα ξέρω πως όλα μου ταιριάζουν γάντι.

Μου πήρε χρόνια να τα διαλέξω.
Να μάθω τι μου πηγαίνει και τι όχι.
Μπέρδεψα τις εποχές,
άκουσα τους ανέμους,
πήγα κόντρα στον καιρό.
Ξεπάγιασα και κάηκα.

Έχει ησυχία εδώ μέσα.
Τα λάθη δεν κάνουν φασαρία.
Θα φορέσω κάτι στην τύχη.
Στο κάτω κάτω,
τι σημασία έχει;
Τα ρούχα δεν κάνουν την ψυχή.

Δεν έχω οξυγόνο

Δεν έχω οξυγόνο.
Πνίγομαι 
από την ανευθυνότητα 
των ιθυνόντων.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Στα πνευμόνια μου, 
η μυρωδιά των καμμένων ονείρων 
δε μ' αφήνει ν'αναπνεύσω.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή. 
Αυτό είναι το τέλος λοιπόν;

Δεν έχω οξυγόνο,
να πω δυο τελευταίες λέξεις 
σ' όσους με περιμένουν 
να γυρίσω ασφαλής. 

Δεν έχω οξυγόνο. 
Την τελευταία ανάσα μου, 
τη θάψαν στο τσιμέντο.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Στ' αποκαΐδια 
γλεντούν τον κόσμο 
που δακρύζει ακόμα
πάνω απ' τις στάχτες μου.

Δεν έχω ΟΞΥΓΟΝΟ.
Μα έχω μια τελευταία ΕΥΧΗ. 

"ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ".
Ν' ακουστεί παντού.
Και να σειστεί συθέμελα 
κάθε καρέκλα 
που πατά αδιάντροπα
στο σιδερένιο ομαδικό μας τάφο.

"ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ". 
Και ν'αποδοθεί.

Για να μη μείνει 
ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΠΑΙΔΙ 
ΧΩΡΙΣ ΟΞΥΓΟΝΟ.

Μεγάλη Εβδομάδα

Δευτέρα.
Η αρχή,
το ήμισυ του παντός
που αναζητά το έτερον.
Τρίτη.
Η γαλήνη διαταράσσεται
απ'της ρουτίνας
τα ροζιασμένα δάχτυλα.
Τετάρτη.
Στα μισά του γκρεμού
επιβράδυνεται η πτώση
με την πυξίδα
να δείχνει το θαύμα.
Πέμπτη.
Προδότης και προδομένος,
γύρω από δείπνους μυστικούς
μεθυσμένων πνευμάτων.
Παρασκευή.
Μια αχτίδα ο πόνος
σκίζει τα γκριζα σύννεφα
κι η άνοιξη δακρύζει.
Σάββατο.
Το φως απλώνεται
ν' αγκαλιάσει κομματιασμένα όνειρα.
Να τα ενώσει.
Κυριακή.
Ο Γολγοθάς ανθίζει.
Κόκκινα σαν το αίμα
άνθη.

Όχι επειδή μ’ αγάπησες

Πενθώ.
Όχι γιατί σε έχασα.
Μα για τον εαυτό
που σπατάλησα πλάι σου.

Δακρύζω.
Όχι γιατί με πόνεσες.
Μα για τη φροντίδα
που πίστεψα πως δεν αξίζω.

Πονώ.
Όχι για δε μ' αγάπησες.
Μα γιατί πίστεψα
πως έτσι είναι η αγάπη.

Αγανακτώ.
Όχι γιατί δεν πίστεψες σε μένα.
Μα για τα φτερά μου
που έσπασα
για να σ' ευχαριστήσω.

Και πάλι με έκρινες.
Και πάλι με πλήγωσες.
Και πάλι με μείωσες.

Δεν ήθελες να έχω μάτια,
να μη δω.
Δεν ήθελες να έχω μυαλό,
να μην καταλάβω.
Δεν ήθελες να έχω φτερά,
να μη σου φύγω.
Δεν ήθελες να έχω καρδιά,
να μην αγαπηθώ.

Μα κοίτα με!
Είδα.
Κατάλαβα.
Έφυγα.
Αγαπήθηκα.
Μακριά σου.

Κι αν ακόμα
τριγυρίζεις στη μνήμη μου,
είναι επειδή αρνούμαι να σκοτώσω
τα όμορφα που έζησα κοντά σου.

Όχι επειδή μ' αγάπησες.
Μα γιατί στην καρδιά μου
δε χωρούσε
κάτι άλλο
από την αγάπη.

Θέλει λευτεριά η αξιοπρέπεια

Έσκυψα πάνω
από την ποδοπατημένη
αξιοπρέπειά μου.
Η ζωή ήρθε
και με σκούντηξε στον ώμο.
"Εγώ σ'την έδωσα για λάβαρο"
μου είπε.
"Κι εσύ την έκανες χαλί
για να σκουπίζουν τα παπούτσια τους
ανάξιοι".

Έκλαψα.
Ξέπλυνα τις λάσπες
απ' τα πρέπει
του κάλπικου σεβασμού
και
ω του θαύματος,
γύρω μου φύσηξε
ένα αναζωογονητικό αγέρι.
Σαν νεογέννητο,
ούρλιαξα μ' όλη μου τη δύναμη
και πήρα,
σαν από καιρό χαμένη,
την πρώτη μου ανάσα.

"Θέλει λευτεριά η αξιοπρέπεια"
μου θύμισε η ζωή
και κύλησε.

Έρωτα προσκύνημα

14 Φεβρουαρίου, 2025,

Τα χείλη σου με ευλάβεια φιλώ
και πίνω τις λέξεις τους
σαν νάμα.
Μεθώ κι αφήνομαι
στο πλάι του λαιμού σου.
Λίγο πιο κάτω
- εκεί στο λακκάκι -
τα δάχτυλα ακουμπώ,
στην ταπεινή τούτη του πάθους λίμνη,
που πάλλεται στο άγγιγμα μου.
Στο στήθος σου
του έρωτα ναό
στέκω και προσκυνώ,
μετρώντας τους χτύπους έναν - έναν.
Κι εκείνο το ιερό φιλί
γυρνώ ξανά
να μεταλάβω.

Φαντάσματα επιθυμιών

Κάποτε
άρχισα να μετρώ
τους γύρω μου.
Οι πιο πολλοί,
φαντάσματα των επιθυμιών μου.
Οι λίγοι που άγγιξα,
οι μετρημένοι στα δάχτυλα,
με ξύπνησαν.
Με μάτια ορθάνοιχτα,
έδωσα τη ζυγαριά στην καρδιά.
"Φτάνει ο οίκτος"
της είπα.
"Δες πώς σβήνει η δίψα σου
στο αμοιβαίο.
Η προσμονή είναι ψέμα.
Κι εσύ
μεγάλωσες πια
για να πιστεύεις
σε φαντάσματα."

Να ονειρεύεσαι μιαν άνοιξη

Στην καρδιά του χειμώνα
να ονειρεύεσαι μιαν άνοιξη.
Να! Η δύναμη
για ν' αντέξεις την παγωνιά.
Δεν είναι υπόσχεση
η άνοιξη.
Βέβαιο μέλλον είναι.
Μα η ασυνέπεια του χρόνου
είναι το ελάττωμά της.

1 2 3 11