Ποιήματα

Άγγιγμα μητρικό

20 Αυγούστου, 2026

Ακούμπα το χέρι σου
στο δικό μου.
Έτσι, ανοιχτό,
για να νιώθω πως
δε σε σφίγγω με την αγάπη μου.
Να είμαι στήριγμα
κι όχι κράτημα
που θα σε τραβήξει πίσω.

Αφήσου στο άγγιγμά μου
και ρούφηξε όση στοργή
αποζητά η καρδούλα σου.
Είναι όλη και πάντα δική σου.

Πλέξε τα δάχτυλά σου
παιχνιδιάρικα
μέσα στα δικά μου.
Η ασφάλεια
είναι πολυτέλεια στη ζωή,
μα εγώ στη φυλάω για δεδομένο.

Νιώσε τον άνεμο
στην παλάμη σου
κι άπλωσέ τη.
Μη φοβηθείς τον καιρό.
Το άγγιγμά μας
έφτιαξε τα φτερά σου.
Πόσο υπερήφανη είμαι γι'αυτό!

Κι αν ποτέ σε ρωτήσουν
"Τι έμαθες από τη μαμά σου;"
να τους αποκριθείς
"Έμαθα πώς είναι
να σου κρατούν το χέρι
μέχρι ν' αρχίσεις
πρώτα να βαδίζεις
κι ύστερα να πετάς".

Φύγε
όταν θα είσαι έτοιμη.
Εδώ θα είμαι
και θα σε καμαρώνω.
Πάντα εδώ.
Μια ρίζα ενός δέντρου
που έμαθε να πετά.

Στα ρηχά της ασφάλειας

Μεθυστική η ευτυχία.
Σαν γλυκόπιοτο κόκκινο κρασί
που με βαρά στο κεφάλι.
Η ματιά θολώνει.
Μου φτιάχνει τη διάθεση.
Η δυστυχία των γύρω,
ένας περαστικός στον δρόμο
που δε με αφορά.

Χασκογελώ κι αφήνομαι
με χέρια σε έκταση
και ψυχή σε ανάταση.
Λικνίζομαι
κι επιτρέπω στο ρεύμα
να με παρασύρει.
Τα γλυκά δάκρυα
δεν τσούζουν στα μάτια.
Τα έχω ανάγκη.
Τα αξίζω.

Ξέρω πως
οι δείκτες του ρολογιού
μετρούν αντίστροφα.
Δε θα κρατήσει πολύ.
Κάθε χτύπος όμως
–του ρολογιού
και της καρδιάς μου–
μετρά αναμνήσεις.
Μικρά βράχια για να πιαστώ
στην επόμενη θαλασσοταραχή.
Σημάδια που χαράσσουν
τον χάρτη της ζωής μου.
Κι εγώ,
ευτυχής ναυαγός
στα ρηχά της ασφάλειας.

Παλιές φωτογραφίες

Στο παλιό σπίτι,
το ξεκούρδιστο πια ρολόι
δε χτυπά.
Κάποτε
μετρούσε λύπες και χαρές.
Οι σκονισμένες κουρτίνες
δεν παίζουν πια κρυφτό
με το φως και το σκοτάδι.
Τα ξύλινα παραθυρόφυλλα,
δεν αποτρέπουν τις εποχές
ούτε τα αδιάκριτα γειτονικά βλέμματα.

Τι όμορφο που ήταν!
Το λευκό τραπεζομάντηλο.
Τα κρυστάλλινα ποτήρια.
Το σαλόνι για τους ξένους.
Η οικογένεια γύρω από το τραπέζι.
Δε θυμάμαι
το σκοτεινό υπόγειο,
το γεμάτο μυστικά και ψέματα.
Τα απώθησε η καρδιά
για να επιβιώσει.
Κράτησε
μονάχα τα ωραία.
Ξέχασε τον πόνο, τον μόχθο,
τα βραδινά δάκρυα,
τα ανείπωτα λόγια
και τα καλά κρυμμένα τραύματα.

Στο καινούριο σπίτι,
το μαξιλάρι 
μυρίζει μοναξιά.
Ο ύπνος στοιχειώνει,
στριφογυρνώντας μαρτυρικά
στα βαμβακερά σεντόνια.
Τα μάτια δεν κλείνουν.
Ψάχνουν συντροφιά
σε κενές εικόνες
πάνω στην επίπεδη οθόνη.
Το πρωί
τα πόδια δε βαστούν.
Το ψηφιακό ρολόι τρέχει.

Χαϊδεύω τις παλιές φωτογραφίες
με μια νοσταλγία να κυλά
στην κόγχη των ματιών.
Ποθώ
να γυρίσω στο παρελθόν.
Εκεί που κατοικούν
οι έγνοιες των άλλων.
Των τότε μεγάλων.
Εκείνες δε με αγγίζουν.
Δε με τρομάζουν.
Δε μου ανήκουν.

Όσο ο κόμπος δεν είναι
στον δικό μου λαιμό,
θα θέλω πάντα να γυρίσω πίσω
και το τότε
θα είναι πάντα καλύτερο,
όταν στο τώρα
αρνούμαι να ζήσω.

Τα μαύρα γυαλιά

Αγαπώ τα μαύρα μου γυαλιά. Δεν είναι ούτε ακριβά, θρεμμένα από τη ματαιοδοξία μου, ούτε πολύ φθηνά, αγορασμένα από το σταντ κάποιου τουριστικού. Μέσα τους κρύβω το βλέμμα μου. Προστατεύομαι από το φως του ήλιου και το σκοτάδι των ανθρώπων. Πίσω από τους σκοτεινούς καθρέφτες, παρατηρώ τον κόσμο. Δε μου στερούν τα χρώματα.

Κάποτε οι φακοί τους ήταν ροζ. Όλα έμοιαζαν όμορφα κι ακίνδυνα τότε. Ώσπου έφαγα το πρώτο χαστούκι. Τα ροζ γυαλιά έπεσαν κι έγιναν θρύψαλα. Έσκυψα και τα κοιτούσα με δάκρυα στα μάτια. Πρώτη φορά ένιωσα τόσο εκτεθειμένη. Γυμνή. Τα χρώματα τριγύρω έχασαν το παλ χρώμα τους και ζωήρεψαν τόσο που τα μάτια μου άρχισαν να πονούν. Δεν ήταν φωτεινά. Ήταν βρώμικα.

Τότε, πήρα τα μαύρα μου γυαλιά, προκάλυμμα της αισιοδοξίας μου. Ο κόσμος δεν αντέχει την καλοσύνη απροκάλυπτη. Την περνά για επίδειξη και νιώθει ότι απειλείται. Λέει λόγια σκληρά και κριτικές δήθεν καλοπροαίρετες, για να προστατεύσει τα δικά του θολά γυαλιά, που έχουν γίνει ένα με τα μάτια του. Άλλοτε χρησιμοποιεί επαίνους και κρύβει το μαχαίρι μέχρι να βγάλεις τα γυαλιά. Τότε σε τυφλώνει, σαν διεστραμμένος Οδυσσέας, ύπουλα κι εκδικητικά. Αφού δεν μπορείς να δεις όπως βλέπει, προτιμότερο να μην ξαναδείς κανένα χρώμα.

Γλίτωσα οριακά την τύφλωση. Κάτι μέσα μου την αρνιόταν. Τα μαύρα γυαλιά ήταν το πιο ανώδυνο υποκατάστατο. Έδειχναν αυτό που οι άλλοι ποθούσαν, χωρίς να μου στερούν την ταυτότητά. Έμαθα να τα βγάζω για να ξεκουράζω λίγο τα μάτια μου. Λίγοι ξέρουν το αληθινό χρώμα των ματιών μου. Είναι αυτοί που ποτέ δε πίστεψαν πως χρειάζομαι γυαλιά για ν’ αντικρίζω τον κόσμο.

Άφθαρτη ενοχή

Δεν είμαι θεός.
Είμαι απλώς ένας άνθρωπος.
Δεν μπορώ να ελέγξω
τον θάνατο.
Δεν μπορώ να ελέγξω
τους άλλους.
Εδώ, καλά καλά,
δεν μπορώ να ελέγξω
τον εαυτό μου.

Δεν είμαι παντογνώστης,
πανταχού παρών,
παντεπόπτης
και πανδαμάτωρ.
Έχω όρια.
Σωματικά, νοητικά, ψυχικά.

Είμαι φθαρτός.
Μα πιο φθαρτές
οι αντοχές μου
κι η ανοχή πως
κι οι δικοί μου
είναι κι αυτοί φθαρτοί.
Η ενοχή μου όμως,
άφθαρτη κι ακούραστη,
προσπαθεί πάντοτε να με πείσει
πως μπορούσα και καλύτερα.
Αν είχα κάνει εκείνο ή το άλλο.
Αν είχα προσπαθήσει λίγο παραπάνω.
Αν είχα γίνει θεός.
Αν δεν ήμουν άνθρωπος.
Κι εγώ την άκουγα
και την υπηρετούσα.
Δίνοντας αίμα και σθένος
σε κάθε τι που έκανα.
Να γίνει λίγο πιο καλό.
Ν' αγγίξει λίγο το τέλειο.
Τι πλάνη!

Το τέλειο φέρνει το τέλος.
Μα εγώ τελείες
ξέρω να βάζω
μονάχα στις προτάσεις.
Ποτέ δεν κατάφερα
κάτι παραπάνω από αυτό.
Ίσως στα φαινόμενα,
εκεί, να ήμουν καλή.
Ώσπου στο τέλος,
εξαπάτησα
και τον εαυτό μου.

Είμαι άνθρωπος.
Μπορώ λίγα
κι ας θέλω πολλά.
Μου πήρε χρόνια
να καταλάβω 
πως κάποιες φορές
δε φτάνει μόνο να θέλω
για να μπορώ.

Ενοχή μου,
Συγχώρεσε με. 

Στην ντουλάπα

Κλείστηκα στην ντουλάπα.
Έχει ησυχία εδώ μέσα.
Κι αυτή η μυρωδιά λεβάντας
με νανουρίζει.
Δε φοβάμαι το σκοτάδι.
Πιότερο με τρομάζουν
οι φωνές των ανθρώπων
που μιλούν για όσα δεν ξέρουν.

Τα ρούχα είναι απαλά
σε αντίθεση με τα λόγια.
Δε διαχωρίζω χρώματα ή σχέδια.
Στην αφή είναι όλα ένα χρώμα.
Άλλο μακρύ, άλλο κοντό.
Άλλο λεπτό, άλλο χοντρό.
Υφάσματα λογιών λογιών.
Μα ξέρω πως όλα μου ταιριάζουν γάντι.

Μου πήρε χρόνια να τα διαλέξω.
Να μάθω τι μου πηγαίνει και τι όχι.
Μπέρδεψα τις εποχές,
άκουσα τους ανέμους,
πήγα κόντρα στον καιρό.
Ξεπάγιασα και κάηκα.

Έχει ησυχία εδώ μέσα.
Τα λάθη δεν κάνουν φασαρία.
Θα φορέσω κάτι στην τύχη.
Στο κάτω κάτω,
τι σημασία έχει;
Τα ρούχα δεν κάνουν την ψυχή.

Δεν έχω οξυγόνο

Δεν έχω οξυγόνο.
Πνίγομαι 
από την ανευθυνότητα 
των ιθυνόντων.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Στα πνευμόνια μου, 
η μυρωδιά των καμμένων ονείρων 
δε μ' αφήνει ν'αναπνεύσω.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή. 
Αυτό είναι το τέλος λοιπόν;

Δεν έχω οξυγόνο,
να πω δυο τελευταίες λέξεις 
σ' όσους με περιμένουν 
να γυρίσω ασφαλής. 

Δεν έχω οξυγόνο. 
Την τελευταία ανάσα μου, 
τη θάψαν στο τσιμέντο.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Στ' αποκαΐδια 
γλεντούν τον κόσμο 
που δακρύζει ακόμα
πάνω απ' τις στάχτες μου.

Δεν έχω ΟΞΥΓΟΝΟ.
Μα έχω μια τελευταία ΕΥΧΗ. 

"ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ".
Ν' ακουστεί παντού.
Και να σειστεί συθέμελα 
κάθε καρέκλα 
που πατά αδιάντροπα
στο σιδερένιο ομαδικό μας τάφο.

"ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ". 
Και ν'αποδοθεί.

Για να μη μείνει 
ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΠΑΙΔΙ 
ΧΩΡΙΣ ΟΞΥΓΟΝΟ.

Μεγάλη Εβδομάδα

Δευτέρα.
Η αρχή,
το ήμισυ του παντός
που αναζητά το έτερον.
Τρίτη.
Η γαλήνη διαταράσσεται
απ'της ρουτίνας
τα ροζιασμένα δάχτυλα.
Τετάρτη.
Στα μισά του γκρεμού
επιβράδυνεται η πτώση
με την πυξίδα
να δείχνει το θαύμα.
Πέμπτη.
Προδότης και προδομένος,
γύρω από δείπνους μυστικούς
μεθυσμένων πνευμάτων.
Παρασκευή.
Μια αχτίδα ο πόνος
σκίζει τα γκριζα σύννεφα
κι η άνοιξη δακρύζει.
Σάββατο.
Το φως απλώνεται
ν' αγκαλιάσει κομματιασμένα όνειρα.
Να τα ενώσει.
Κυριακή.
Ο Γολγοθάς ανθίζει.
Κόκκινα σαν το αίμα
άνθη.

Όχι επειδή μ’ αγάπησες

Πενθώ.
Όχι γιατί σε έχασα.
Μα για τον εαυτό
που σπατάλησα πλάι σου.

Δακρύζω.
Όχι γιατί με πόνεσες.
Μα για τη φροντίδα
που πίστεψα πως δεν αξίζω.

Πονώ.
Όχι για δε μ' αγάπησες.
Μα γιατί πίστεψα
πως έτσι είναι η αγάπη.

Αγανακτώ.
Όχι γιατί δεν πίστεψες σε μένα.
Μα για τα φτερά μου
που έσπασα
για να σ' ευχαριστήσω.

Και πάλι με έκρινες.
Και πάλι με πλήγωσες.
Και πάλι με μείωσες.

Δεν ήθελες να έχω μάτια,
να μη δω.
Δεν ήθελες να έχω μυαλό,
να μην καταλάβω.
Δεν ήθελες να έχω φτερά,
να μη σου φύγω.
Δεν ήθελες να έχω καρδιά,
να μην αγαπηθώ.

Μα κοίτα με!
Είδα.
Κατάλαβα.
Έφυγα.
Αγαπήθηκα.
Μακριά σου.

Κι αν ακόμα
τριγυρίζεις στη μνήμη μου,
είναι επειδή αρνούμαι να σκοτώσω
τα όμορφα που έζησα κοντά σου.

Όχι επειδή μ' αγάπησες.
Μα γιατί στην καρδιά μου
δε χωρούσε
κάτι άλλο
από την αγάπη.

Θέλει λευτεριά η αξιοπρέπεια

Έσκυψα πάνω
από την ποδοπατημένη
αξιοπρέπειά μου.
Η ζωή ήρθε
και με σκούντηξε στον ώμο.
"Εγώ σ'την έδωσα για λάβαρο"
μου είπε.
"Κι εσύ την έκανες χαλί
για να σκουπίζουν τα παπούτσια τους
ανάξιοι".

Έκλαψα.
Ξέπλυνα τις λάσπες
απ' τα πρέπει
του κάλπικου σεβασμού
και
ω του θαύματος,
γύρω μου φύσηξε
ένα αναζωογονητικό αγέρι.
Σαν νεογέννητο,
ούρλιαξα μ' όλη μου τη δύναμη
και πήρα,
σαν από καιρό χαμένη,
την πρώτη μου ανάσα.

"Θέλει λευτεριά η αξιοπρέπεια"
μου θύμισε η ζωή
και κύλησε.

1 2 3 11