Στο παλιό σπίτι,
το ξεκούρδιστο πια ρολόι
δε χτυπά.
Κάποτε
μετρούσε λύπες και χαρές.
Οι σκονισμένες κουρτίνες
δεν παίζουν πια κρυφτό
με το φως και το σκοτάδι.
Τα ξύλινα παραθυρόφυλλα,
δεν αποτρέπουν τις εποχές
ούτε τα αδιάκριτα γειτονικά βλέμματα.
Τι όμορφο που ήταν!
Το λευκό τραπεζομάντηλο.
Τα κρυστάλλινα ποτήρια.
Το σαλόνι για τους ξένους.
Η οικογένεια γύρω από το τραπέζι.
Δε θυμάμαι
το σκοτεινό υπόγειο,
το γεμάτο μυστικά και ψέματα.
Τα απώθησε η καρδιά
για να επιβιώσει.
Κράτησε
μονάχα τα ωραία.
Ξέχασε τον πόνο, τον μόχθο,
τα βραδινά δάκρυα,
τα ανείπωτα λόγια
και τα καλά κρυμμένα τραύματα.
Στο καινούριο σπίτι,
το μαξιλάρι
μυρίζει μοναξιά.
Ο ύπνος στοιχειώνει,
στριφογυρνώντας μαρτυρικά
στα βαμβακερά σεντόνια.
Τα μάτια δεν κλείνουν.
Ψάχνουν συντροφιά
σε κενές εικόνες
πάνω στην επίπεδη οθόνη.
Το πρωί
τα πόδια δε βαστούν.
Το ψηφιακό ρολόι τρέχει.
Χαϊδεύω τις παλιές φωτογραφίες
με μια νοσταλγία να κυλά
στην κόγχη των ματιών.
Ποθώ
να γυρίσω στο παρελθόν.
Εκεί που κατοικούν
οι έγνοιες των άλλων.
Των τότε μεγάλων.
Εκείνες δε με αγγίζουν.
Δε με τρομάζουν.
Δε μου ανήκουν.
Όσο ο κόμπος δεν είναι
στον δικό μου λαιμό,
θα θέλω πάντα να γυρίσω πίσω
και το τότε
θα είναι πάντα καλύτερο,
όταν στο τώρα
αρνούμαι να ζήσω.



