Αγαπώ τα μαύρα μου γυαλιά. Δεν είναι ούτε ακριβά, θρεμμένα από τη ματαιοδοξία μου, ούτε πολύ φθηνά, αγορασμένα από το σταντ κάποιου τουριστικού. Μέσα τους κρύβω το βλέμμα μου. Προστατεύομαι από το φως του ήλιου και το σκοτάδι των ανθρώπων. Πίσω από τους σκοτεινούς καθρέφτες, παρατηρώ τον κόσμο. Δε μου στερούν τα χρώματα.
Κάποτε οι φακοί τους ήταν ροζ. Όλα έμοιαζαν όμορφα κι ακίνδυνα τότε. Ώσπου έφαγα το πρώτο χαστούκι. Τα ροζ γυαλιά έπεσαν κι έγιναν θρύψαλα. Έσκυψα και τα κοιτούσα με δάκρυα στα μάτια. Πρώτη φορά ένιωσα τόσο εκτεθειμένη. Γυμνή. Τα χρώματα τριγύρω έχασαν το παλ χρώμα τους και ζωήρεψαν τόσο που τα μάτια μου άρχισαν να πονούν. Δεν ήταν φωτεινά. Ήταν βρώμικα.
Τότε, πήρα τα μαύρα μου γυαλιά, προκάλυμμα της αισιοδοξίας μου. Ο κόσμος δεν αντέχει την καλοσύνη απροκάλυπτη. Την περνά για επίδειξη και νιώθει ότι απειλείται. Λέει λόγια σκληρά και κριτικές δήθεν καλοπροαίρετες, για να προστατεύσει τα δικά του θολά γυαλιά, που έχουν γίνει ένα με τα μάτια του. Άλλοτε χρησιμοποιεί επαίνους και κρύβει το μαχαίρι μέχρι να βγάλεις τα γυαλιά. Τότε σε τυφλώνει, σαν διεστραμμένος Οδυσσέας, ύπουλα κι εκδικητικά. Αφού δεν μπορείς να δεις όπως βλέπει, προτιμότερο να μην ξαναδείς κανένα χρώμα.
Γλίτωσα οριακά την τύφλωση. Κάτι μέσα μου την αρνιόταν. Τα μαύρα γυαλιά ήταν το πιο ανώδυνο υποκατάστατο. Έδειχναν αυτό που οι άλλοι ποθούσαν, χωρίς να μου στερούν την ταυτότητά. Έμαθα να τα βγάζω για να ξεκουράζω λίγο τα μάτια μου. Λίγοι ξέρουν το αληθινό χρώμα των ματιών μου. Είναι αυτοί που ποτέ δε πίστεψαν πως χρειάζομαι γυαλιά για ν’ αντικρίζω τον κόσμο.



