Ποιήματα

Λάζαρος

Λάζαρε, δεύρω έξω
να δεις τους ζωντανούς.
Εκείνους που τυλιγμένοι στο θερμό σαρκίο τους
περιφέρονται και διατείνονται πως ζουν.
Εκείνους που βαλτωμένοι στο βούρκο της συνήθειας
έχουν ξεχάσει το φως της ημέρας και τη λάμψη της σελήνης.
Έχουν αισθήσεις, παλμό και κίνηση,
μα καμία συναίσθηση, κανένα καρδιοχτύπι
και κανένα κίνητρο δεν τους ωθεί.

Λάζαρε, δεύρω έξω
κι αποκρίσου.
Εσύ που είδες.
Εσύ που ξέρεις.
Τι πιότερο να επιθυμεί κανείς;
Μια αιώνια ζωή ντυμένη μες στο σάβανο
ή έναν ύπνο μακάριο στο γέρμα ενός βίου άξιου κι ευτυχή;

Δεύρω έξω
κι ομολόγησε από το σκοτεινό κατώφλι του θανάτου
ποια σωτηρία σ’ αποτράβηξε;
Ποια ζωή θα είναι ίδια μετά το πέρασμα
και πόση μοναξιά κρύβει μια ανάσταση
ανάμεσα στους ζωντανούς νεκρούς;

Λάζαρε, δεύρω έξω.
Ο θάνατος έφυγε.
Γύρε και κοιμήσου τ’ όνειρο της αναγέννησης.
Τούτο τ’ απόβραδο νικήσανε τ’ αστέρια.

Δεν υπάρχει γιορτή

Στη μνήμη των θυμάτων
οι γυναίκες ακουμπούν λουλούδια στο προσκέφαλο. 
Τα τραύματα ακόμα αιμορραγούν. 
Δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα ένα μούδιασμα στα σπλάχνα που γεύονται την απώλεια. 

Ο μόνος που γιορτάζει τούτη τη μέρα είναι ο θάνατος. 
Είτε με τη μορφή του Χάροντα είτε του Αγγέλου
διακόσμησε γιορτινά τον ουρανό με νεανικές ψυχές. 
Εδώ δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα θρήνος. 

Πώς να γιορτάσει η γυναίκα όταν η μάνα πενθεί;
Για να γιορτάσει πρέπει να είναι ολόκληρη. 
Τώρα περιφέρεται σα να της ξεριζώσαν την καρδιά. 
Θα πάρει χρόνο, χρόνια. 
Χρόνια πολλά για να απαλύνει λίγο ο πόνος της. 

Οι υπόλοιπες; 
Γινόμαστε ένα αόρατο τείχος προστασίας,
μήπως οι προσευχές μας αφαιρέσουν λίγο βάρος
και συνοδέψουν τα παιδιά στο τελευταίο ταξίδι τους. 
Είμαστε συνεπιβάτες σ' ένα εθνικό μνημόσυνο. 
Καμιά γιορτή δε μας χωρά απόψε. 

Πάμε κι όπου βγει…

Σήμερα η αρμόδια τύχη "απεργούσε".
Σήμερα οι ανεύθυνοι υπεύθυνοι είχαν βάρδια.
Σήμερα το ταξίδι άλλαξε προορισμό.
Σήμερα ο θάνατος αγρυπνούσε.
Οι γραμμές της μοίρας συγκρούστηκαν μοιραία.

Πόσα λόγια να έμειναν μισά;
Τι εικόνες ν' αντίκρισαν τα μάτια
λίγο πριν κλείσουν για πάντα;

Σήμερα άδειασαν αγκαλιές.
Σήμερα πάγωσαν καρδιές.
Σήμερα εκτροχιάστηκαν ζωές.
Σήμερα το μήνυμα "έφτασα" δεν ήρθε.

Οι οθόνες έσβησαν μαζί με τις ψυχές.
Τα βαγόνια γίναν φέρετρα
και οι φωνές κραυγές.

Αύριο;

Δε βαριέσαι... "Πάμε κι όπου βγει"...

Ένας αόρατος θάνατος

Η αιχμηρή λεπίδα κρέμεται διαρκώς
σε απόσταση αναπνοής από τη βάση του λαιμού σου.
Εσύ σκυφτή κι ανήμπορη ν' αντιδράσεις,
αγκιστρωμένη από τον εφιάλτη.
Ο φόβος δυνάστης σε παραδίδει
στον τρόμο του επερχόμενου.
Μια απειλή που γεννάται
σαν παραμορφωμένο έκτρωμα
και φιλοδοξεί να ενηλικιωθεί μέσα σου.
Θα υλοποιηθεί;
Θα παραμείνει στα λόγια;

Πόσα "αν" και "μήπως" σε κράτησαν ξύπνιο
και σε παρακολουθούσαν να δακρύζεις αθόρυβα;
Πόσα νόθα "πρέπει" υιοθέτησες
για να προστατευτείς;
Όσα σου ανήκαν στ' αλήθεια
κρύφτηκαν στο θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου
για να μη μαγαριστούν.

Μα ο καιρός πέρασε.
Τα λησμόνησες.
Η λεπίδα δεν έφυγε από πάνω σου
κι ας μην έπεσε ποτέ.
Η μήπως έπεσε;
Είσαι ζωντανή;
Ή παραδόθηκες στον αόρατο θάνατο
που σε σκότωνε ξανά και ξανά,
βασανιστικά κι αδυσώπητα;

Κοιτάς γύρω σου.
Κοιτάς μέσα σου.
Δε γνωρίζεις πια τι είναι δικό σου
και τι επίκτητο.
Τι πιο βίαιο από τη φυλακή της ψυχής;
Τα χρόνια που πέρασες σκυφτή
βάρυναν τους ώμους σου.
Δεν ορθώνουν ανάστημα,
όσο κι αν ο θυμός σιγοβράζει μέσα σου
σαν την ύστατη προσπάθεια του καταρρακωμένου σου εαυτού
ν' απελευθερωθεί από τα δεινά του.

Δεν υπάρχει πια λεπίδα.
Το φάντασμά της αιωρείται μονάχα
από πάνω σου.
Κι εσύ μεγάλωσες πια.
Ήρθε ο καιρός να πάψεις να πιστεύεις στα φαντάσματα.
Το ορατά αόρατο που καταπιεζόταν μέσα σου
ήρθε η ώρα να σου διδάξει
πώς τα αόρατα του ορατού
δεν μπορούν να σε αγγίξουν
παρά μόνο αν εσύ πια το θελήσεις.

Άνοιξε το θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου.
Ο θάνατος, είτε ορατός είτε αόρατος,
με μια ανάσταση νικάται.

Μελωδία από “παιδιά”

Σε μια θάλασσα από ανθρώπους
λογιών λογιών κεφάλια ξεχωρίζουν.
Κάποια συζητούν,
κάποια μάχονται εγωιστικά,
άλλα αντιτίθενται δήθεν πολιτισμένα.

Κάτω από την επιφάνεια, οι καρδιές μιλούν.
Χτυπούν γρήγορα, εύθυμα, θλιμμένα, βαριά.
Μα κανείς δεν ακούει.
Η φωνή τους δε φτάνει ως έξω.
Το νερό τη σκεπάζει.

Τα κεφάλια συνεχίζουν να φλυαρούν,
μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει στο βυθό των άλλων
κι ας μοιράζονται όλοι την ίδια θάλασσα.

Λίγο πιο πέρα μια παρέα παιδιών κολυμπά ανάσκελα.
Οι νεανικές καρδιές τους ακούγονται μελωδικά
μέσα στις παράταιρες φωνές των εγκεφάλων.
Τα κεφάλια γυρίζουν προς το μέρος τους.
Βιάζονται να κρίνουν την ωριμότητα
και την ευσέβειά τους.
"Επιπόλαιη και απερίσκεπτη η νεότητα".

Η παρέα βουτά το σώμα στη θάλασσα και πλησιάζει.
Μα δεν είναι παιδιά...
Μικρές ρυτιδιασμένες γραμμές
αυλακώνουν τα πρόσωπά τους.
Αποτυπώσεις πόνου και μόχθου
στα καθαρά τους μάτια.
Τα κεφάλια είχαν αποδώσει τη νεότητα στο μυαλό,
θαρρείς κι είναι προνόμιο των αριθμών
να φέρνουν το γήρας.

Η μελωδία της καρδιάς τους ακουγόταν ακόμα.
Υπόκωφα και διακριτικά.
Ξεχώριζε μέσα στην οχλαγωγία των κενών λέξεων.

Μια μελωδία από παιδιά.
Τα "παιδιά" που δε φοβήθηκαν
ν' ακούσουν και ν' ακουστούν.
Σκέφτηκαν κι ένιωσαν μαζί.
Τα παιδιά που διέφεραν
και θα διαφέρουν πάντα.

Ποτέ δεν είναι αργά

Η θέληση δε μετράει τα χρόνια.
Με σύμμαχο την εμπειρία από τα λάθη
και τη σκέψη που κατεργάστηκε η ζωή,
προχωρά γεμίζοντάς σε με τον νεανικό ζήλο,
τη γεύση του οποίου είχες λησμονήσει.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά ή γρήγορα θα πετύχεις τον στόχο σου.
Σκαλοπάτια που σε ανεβάζουν προς το ποθούμενο
οι επιλογές, οι αποφάσεις, οι πράξεις σου.
Οι εκπλήξεις κι οι αναποδιές που επιφυλάσσει η μοίρα
είναι στροφές της κλίμακας.
Όσο υπακούς στη θέληση, τόσο πλησιάζεις.
Όσο γίνεσαι ένα με τον στόχο σου, τόσο τον ελκύεις.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά είναι μόνο όταν παραιτηθείς.
Όταν πειστείς να σταματήσεις
και να παραδοθείς στην αδράνεια.

Ποιο νόημα τροφοδοτεί τη θέληση;
Μην το ψάχνεις γύρω σου, σε όσα σου λείπουν ή σε όσα στερήθηκες.
Τα τραύματα δεν καθορίζουν στόχους.
Αποζητούν μονάχα εκδίκηση.
Θολώνουν τα μάτια κι απομακρύνουν το ζητούμενο.
Αν οι στόχοι σου βασιστούν σε απωθημένα,
η επίτευξη τους δε θα κατορθώσει να σε ολοκληρώσει.

Ψάξε μέσα σου.
Τι αγαπάς;
Τι ονειρεύεσαι;
Τι ζητά η ψυχή σου για να γαληνέψει;
Βρες το και κυνήγησέ το πεισματικά επειδή το αξίζεις.
Ποτέ δεν είναι αργά για να νιώσεις ολόκληρος.

Κύκλους γεμάτη είναι η ζωή.
Κάνε τη θέληση διαβήτη και κλείσ' τους.
Και μέσα εκεί στη θαλπωρή των επιτευγμάτων σου,
θα δεις πως ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσεις.

Ο θάνατος των μοναχικών αναμνήσεων

Ένας σωρός από παλιοσίδερα
Κομμάτια ασυνάρτητα, ασύνδετα. 
Τόσο μόνα που καταντούν μοναχικά. 
Τίποτα από ό, τι ήταν δε θυμίζουν πια… 

Σκόρπιες αναμνήσεις 
σκορπισμένες σ'ένα έδαφος 
ξένο κι αφιλόξενο. 
Σε ποιον ανήκαν;
Ποιανού τη μνήμη στοίχειωσαν
σαν καταραμένα φαντάσματα, 
καταδικασμένα να κείτονται αιώνια
στο νεκροταφείο της λησμονιάς;
Τα τελευταία ίχνη τους
φεγγίζουν μέσα από ασήμαντα αντικείμενα
και ξεθωριασμένες φωτογραφίες. 
Εναγωνίως θα κραυγάζουν σιωπηλά
ώσπου κι αυτά να φθαρούν
από το ανελέητο χέρι του χρόνου. 
Ώσπου να μη μείνει τίποτε υλικό μήτε άυλο
που να αποδεικνύει την αλήθεια τους. 
Ταγμένες στη μοναξιά τους
θα αφήσουν αυτόν τον κόσμο στην άγνοιά του
να επαναλαμβάνει αδιάκοπα
τα ίδια και τα ίδια.
Η ανυπαρξία απλώνει τα χέρια
και τις καλοδέχεται.
Εκεί ανήκουν πια.
Τα χρόνια τις κατάπιαν
όπως η μάνα γη το σώμα
από το οποίο γεννήθηκαν. 
Κανένα μυαλό δεν τις αποζητά. 
Κανένα συναίσθημα δεν τις ερωτεύτηκε.
Τις αναμνήσεις μιας ζωής που δεν υπάρχει πια. 

Το Λαϊκό Δικαστήριο των Βαΐων

Βάγια απλώνονται.
Φωνές ενθουσιασμένες, ένθερμες, φανατικές ακούγονται.
Η ελπίδα αναζωπυρώνεται.
Ο καθένας της δίνει προσωπική χροιά.
Το συμφέρον χτυπάει στο ρυθμό της καρδιάς και ορίζει τη σκέψη.
Αυτός που δεν υποσχέθηκε τίποτα πρέπει να τηρήσει
όλα όσα οι γύρω του επιθυμούν από εκείνον.
Επευφημούν, όσο πιστεύουν ότι έχουν λαμβάνειν.
Ήρθε ο λυτρωμός!
Άραγε από ποια δεινά μπορεί να σωθεί κάποιος που περιμένει να τον σώσουν;
Ποιος μπορεί να τον σώσει από τον εαυτό του τον ίδιο;

Εκείνος προχωρούσε σκυφτός πάνω στο γαϊδουράκι.
Άκουγε.
Γνώριζε.
Εκείνοι που χωρίς να σε πιστεύουν σε στηρίζουν,
θα σε κατηγορήσουν με την πρώτη ευκαιρία.
Εκείνοι που σου κολλούν ταμπέλες πομπώδεις,
θα σε χρίσουν ζητιάνο σε μια στιγμή.
Εκείνοι που ποτέ δε θέλησαν να δουν με την ψυχή τους,
θα σε σταυρώσουν μην τυχόν τους σώσεις από την άγνοιά τους.

Κανείς δεν ξεφεύγει από το λαϊκό δικαστήριο που άγεται και φέρεται.
Είτε φταίχτης είτε αθώος.
Δικαστές που προβάλλουν το σκοτάδι και τους φόβους τους
στο πρώτο εξιλαστήριο θύμα.
Που φαντασιώνονται ότι είναι άξιοι ακόλουθοι ικανών ηγετών.
Που δικάζουν τον συνάνθρωπο με κριτήριο το πάθος τους.
Φανατικοί αποθεωτές και σταυρωτές
που στροβιλίζονται σ’ ένα θέατρο κοινωνικού παραλόγου.

Κι Εκείνος να περνά και να θλίβεται
για τις τόσες ψυχές που μένουν φυλακισμένες
μέσα στα ατελή εγώ τους.

Αρκεί να συνεχίσεις να προχωράς

Ένα βήμα για να σε πάει κάπου χρειάζεται δυο κινήσεις.
Μια σε μετακινεί μπροστά
και μια δεύτερη επιβεβαιώνει την πρόθεσή σου να προχωρήσεις.
Όσο δεν επιβεβαιώνεις την επιλογή σου,
θα μένεις μετέωρος ανάμεσα σ' αυτό που σκοπεύεις
κι αυτό που φοβάσαι.
Αν κάνεις λάθος;
Οι δρόμοι για να περπατήσεις είναι αμέτρητοι
κι η ευκαιρία ν' αλλάξεις κατεύθυνση,
παρούσα την κάθε στιγμή.
Αρκεί να συνεχίσεις να προχωράς.

Μια ανορθόδοξη άνοιξη

Μια ανορθόδοξη άνοιξη
στα τέλη του Οκτώβρη,
παραμονές γιορτής,
φωνάζει ΝΑΙ στην ομορφιά
της δίκαιης λευτεριάς
κι ΟΧΙ στων λίγων την αιώνια τυραννία.

Είθε ν' ανθίσουν οι ψυχές
και να φυτρώσουν τα ΟΧΙ,
αγέρωχα, υπερήφανα,
στο γόνιμο περιβόλι της ειρήνης,
να στολιστεί η γη
μ' αγάπη, χαρά, ζωή
και παιδικά χαμόγελα.

1 2 3 4 5 6 11