Ποιήματα

Το Λαϊκό Δικαστήριο των Βαΐων

Βάγια απλώνονται.
Φωνές ενθουσιασμένες, ένθερμες, φανατικές ακούγονται.
Η ελπίδα αναζωπυρώνεται.
Ο καθένας της δίνει προσωπική χροιά.
Το συμφέρον χτυπάει στο ρυθμό της καρδιάς και ορίζει τη σκέψη.
Αυτός που δεν υποσχέθηκε τίποτα πρέπει να τηρήσει
όλα όσα οι γύρω του επιθυμούν από εκείνον.
Επευφημούν, όσο πιστεύουν ότι έχουν λαμβάνειν.
Ήρθε ο λυτρωμός!
Άραγε από ποια δεινά μπορεί να σωθεί κάποιος που περιμένει να τον σώσουν;
Ποιος μπορεί να τον σώσει από τον εαυτό του τον ίδιο;

Εκείνος προχωρούσε σκυφτός πάνω στο γαϊδουράκι.
Άκουγε.
Γνώριζε.
Εκείνοι που χωρίς να σε πιστεύουν σε στηρίζουν,
θα σε κατηγορήσουν με την πρώτη ευκαιρία.
Εκείνοι που σου κολλούν ταμπέλες πομπώδεις,
θα σε χρίσουν ζητιάνο σε μια στιγμή.
Εκείνοι που ποτέ δε θέλησαν να δουν με την ψυχή τους,
θα σε σταυρώσουν μην τυχόν τους σώσεις από την άγνοιά τους.

Κανείς δεν ξεφεύγει από το λαϊκό δικαστήριο που άγεται και φέρεται.
Είτε φταίχτης είτε αθώος.
Δικαστές που προβάλλουν το σκοτάδι και τους φόβους τους
στο πρώτο εξιλαστήριο θύμα.
Που φαντασιώνονται ότι είναι άξιοι ακόλουθοι ικανών ηγετών.
Που δικάζουν τον συνάνθρωπο με κριτήριο το πάθος τους.
Φανατικοί αποθεωτές και σταυρωτές
που στροβιλίζονται σ’ ένα θέατρο κοινωνικού παραλόγου.

Κι Εκείνος να περνά και να θλίβεται
για τις τόσες ψυχές που μένουν φυλακισμένες
μέσα στα ατελή εγώ τους.

Αρκεί να συνεχίσεις να προχωράς

Ένα βήμα για να σε πάει κάπου χρειάζεται δυο κινήσεις.
Μια σε μετακινεί μπροστά
και μια δεύτερη επιβεβαιώνει την πρόθεσή σου να προχωρήσεις.
Όσο δεν επιβεβαιώνεις την επιλογή σου,
θα μένεις μετέωρος ανάμεσα σ' αυτό που σκοπεύεις
κι αυτό που φοβάσαι.
Αν κάνεις λάθος;
Οι δρόμοι για να περπατήσεις είναι αμέτρητοι
κι η ευκαιρία ν' αλλάξεις κατεύθυνση,
παρούσα την κάθε στιγμή.
Αρκεί να συνεχίσεις να προχωράς.

Μια ανορθόδοξη άνοιξη

Μια ανορθόδοξη άνοιξη
στα τέλη του Οκτώβρη,
παραμονές γιορτής,
φωνάζει ΝΑΙ στην ομορφιά
της δίκαιης λευτεριάς
κι ΟΧΙ στων λίγων την αιώνια τυραννία.

Είθε ν' ανθίσουν οι ψυχές
και να φυτρώσουν τα ΟΧΙ,
αγέρωχα, υπερήφανα,
στο γόνιμο περιβόλι της ειρήνης,
να στολιστεί η γη
μ' αγάπη, χαρά, ζωή
και παιδικά χαμόγελα.

Μαγνήτες είμαστε οι άνθρωποι

Αν χρειάζεται να εξηγήσεις,
σημαίνει πως δε σε κατανοούν.
Αν σε υποτιμούν,
δε σε σέβονται.
Αν αισθάνεσαι φόβο, σε απειλούν,
είτε σωματικά είτε ψυχικά.
Αν χάνεις τον εαυτό σου,
δεν ανήκεις εκεί.
Αν σε κατακρίνουν,
δε σ' αγαπούν.

Μαγνήτες είμαστε οι άνθρωποι.
Ό, τι νιώθουμε για τον εαυτό μας,
αυτό έλκουμε από τους "αντίστοιχους" άλλους.
Αν θέλεις να εισπράξεις αγάπη, λοιπόν,
ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.

Στη χώρα των ψεμάτων

Η Αλίκη δεν μπορεί πια
να βυθιστεί στο όνειρο.
Εκεί που τα λευκά κουνέλια
δεν πιάνονται σε παγίδες,
οι απάτες είναι αθώα μαγικά
και - το κυριότερο -
μπορείς να ξυπνήσεις όποτε θέλεις.

Η Αλίκη μεγάλωσε.
Αν όμως κάτι έμαθε
από τη χώρα των Θαυμάτων
είναι πως το ψέμα
διψά για οικειότητα
και φωλιάζει
σε ό, τι αγαπάς.
Μην το ψάχνεις
σαν κάτι μαγικό ή εμφανές.
Η καθημερινότητα
είναι η κρυψώνα του
και η συνήθεια
η τροφός του.
Μονάχα ένας τρελοκαπελάς
μπορεί να σε σώσει.
Η τρέλα
δεν πιστεύει στα ψέματα,
γιατί γνωρίζει πολύ καλά
πώς να κάνει
τα όνειρα πραγματικότητα.

Χαρταετοί

Το κατάλαβες;
Γίναμε χαρταετοί.
Προσωρινά κατασκευάσματα χωρίς φτερά
που φτιάχτηκαν για να πετούν υπό όρους.
Το σκοινί κρατιέται γερά,
η απόσταση ορίζεται από την καλούμπα
κι ο χρόνος της πτήσης από τις καιρικές συνθήκες.
Το έμαθες;
Φέτος δε θα τηρηθεί το έθιμο.
Απαγορεύεται να πετάμε χαρταετό.
Απαγορεύεται να πετάμε.
Κοίτα!
Ένα παιδί εκεί στην άκρη του πάρκου παρανομεί.
Έκοψε το σκοινί, ελευθέρωσε τον χαρταετό του
και χαμογελά.

Άθλιο καρναβάλι

Χρώματα ριγμένα
ανακατεμένα κατά γης.
Σώματα σαν φίδια,
της χαράς στολίδια,
θα δεις.

Στου χορού τη δίνη,
μάσκες κι αρλεκίνοι
ανυπομονούν.
Λίγο να γελάσουν
τις σιωπές να σπάσουν,
αν μπορούν.

Πρόσωπα κρυμμένα,
μάτια διψασμένα
στην αναμονή.
Μια ανάσα μένει
στη σκιά δεμένη
να ελευθερωθεί.

Λόγια του ανέμου
σ' άρμα μεθυσμένου
αντηχούν.
Άρχουσα αναρχία
ζάλη κι αμαρτία
να καραδοκούν.

Άθλιο καρναβάλι,
ψέμα και κραιπάλη
δίχως ενοχή.
Πίσω από κουρτίνες
σβήνουν πια ευθύνες
ήθος κι η ντροπή.

Όταν ξημερώσει
ποιος θα μετανιώσει
και ποιος θα κρυφτεί;
Ρότα πώς θ' αλλάξει
πάθη ν' αποτάξει
μήπως και σωθεί;

Φοίνικας πόθος

Αλωνίζω στ’ αμετάβλητα σοκάκια της ρουτίνας
μ’ έναν πόθο μασκαρεμένο αδιαφορία.
Τον προστατεύω στοργικά κάτω από τη φτερούγα
των ονείρων που μοιράζομαι μ’ ένα τραχύ μαξιλάρι,
μουσκεμένο από τα δάκρυα της ματωμένης ελπίδας μου.
Ποιος θα νοιαστεί για τα ανείπωτα;
Ποιος ενδιαφέρεται για ό, τι δεν έχει φωνή;
Τι κι αν κραυγάζει πιο δυνατά
κι από την ακούρδιστη μπάντα του χαμένου χρόνου.
Τι κι αν φαίνεται πιο καθαρά
κι από τον ξάστερο ουρανό της ειλικρίνειας
σε δυο μάτια που δεν έμαθαν να λένε ψέματα.
Ποιος νιώθει το αδιόρατο
αν όχι μέσα από την παραμελημένη ενσυναίσθηση
που λαχταρά ν’ αφυπνιστεί;
Ποτέ ο πόθος δεν πέθανε από τα χέρια του αντικειμένου του.
Αυτόχειρας που σέρνεται
στα σκοτεινά στενά της λήθης
δηλητηριασμένος από την πίκρα της απογοήτευσης.
Εκεί, που η ρουτίνα επιβάλλεται της μνήμης
και απωθεί πεισματικά την απώλεια,
θα γεννηθεί ξανά.
Ο φοίνικας πόθος που σβήνει τον θάνατο
με την αέναη ομορφιά της ζωής.

Αν μ’αγαπάς, να με προσέχεις

Αν μ' αγαπάς...
Σε μια υπόθεση ακουμπώ δειλά την ελπίδα μου.
Αν...
Από δυο γράμματα εξαρτάται η αγάπη σου.
Να με προσέχεις.
Μια επιθυμία της ψυχής μου.
Να...
Σε δυο γράμματα κλείνω την καρδιά μου και στη δωρίζω.
Δεν είναι απαίτηση.
Όταν αγαπά πραγματικά η καρδιά, δε ζητά για να πάρει.
Μονάχα συμβουλή είναι.
Αν μ' αγαπάς, να με προσέχεις.

Νοσταλγικό φεγγάρι

Νοσταλγικό απόψε το φεγγάρι.
Αναζητά το άλλο του μισό.
Εκείνο που αχόρταγα του ‘κρυψε το σκοτάδι
κι έμεινε μοναχό σ’ έναν ατέρμονο αγώνα
πλήρωσης κι εκπλήρωσης.

1 3 4 5 6 7 11