Ποιήματα

Έμαθα

Έμαθα να δίνομαι και σκορπίστηκα.
Έμαθα να σωπαίνω και φιμώθηκα.
Έμαθα ν' αφήνομαι και μ' εκμεταλλεύτηκαν.
Έμαθα να κλείνομαι κι έμεινα μόνη.
Έμαθα να κρίνω και κρίθηκα.

Όμως άλλαξα.

Έμαθα να δίνω κι έλαβα.
Έμαθα να μιλάω κι ακούστηκα.
Έμαθα να εμπιστεύομαι κι εκτιμήθηκα.
Έμαθα ν' ανοίγομαι και βρήκα φίλους.
Έμαθα ν' αγαπώ κι αγαπήθηκα.

Μην αφήνεσαι έρμαιο της σιωπής και της μοναξιάς.
Μόνο πόνο θα γευτείς, απ' αυτόν που μυρίζονται τα άγρια θηρία και ορμάνε.

Εμπιστεύσου τον εαυτό σου, μίλα και δώσε χωρίς να δίνεσαι.
Η αγάπη σου θα έλξει ανθρώπους που θα την αναγνωρίσουν
και θα τη δεχτούν γιατί την κρύβουν και οι ίδιοι μέσα τους,
ψάχνοντας ανθρώπους να τη διαθέσουν.

Μείνε μακριά από τα θηρία και βρες ανθρώπους.

Πρώτα από όλα μέσα σου.

Ο κόσμος που έχτισε η αγάπη

Δώσε μου λίγο χρόνο και θα σου ζωγραφίσω με την πένα μου
έναν κόσμο που δε φαντάστηκες ποτέ.
Μα θα είναι ολότελα δικός σου.
Μέσα από τις πιο κρυφές πτυχές σου θα ανοίξω την πόρτα.
Θα στρώσω δρόμους από τις αποφάσεις
που δεν τόλμησες ποτέ να πάρεις.
Θα χτίσω σπίτια καταφύγια για τα συναισθήματα
που δεν αντιμετώπισες, μα έθαψες βαθιά.
Θα απλώσω έναν ουρανό γαλάζιο
σαν την αύρα των ματιών σου όταν μου λένε σ'αγαπώ.
Ο ήλιος που θα τον φωτίσει θα είναι παρμένος από τη φωτιά του έρωτα μου
κι οι αχτίδες του τα χέρια μου όταν χαϊδεύουν το πρόσωπο σου
μόλις έχεις ξυπνήσει.
Το θρόισμα του αέρα θα πνέει από τα λόγια μου
που θα σου ψιθυρίζουν όλον τον πλούτο της καρδιάς μου που σου ανήκει.
Η θάλασσα! Πώς θα μπορούσε να λείπει η θάλασσα;
Με τα πελάγη της γεμάτα από τη δροσιά των δακρύων μας.
Δάκρυα συγκίνησης και πόνου σε μια αιώνια μάχη εξορκισμού.
Θα φτιάξω ορίζοντα την αγκαλιά σου,
που σαν ανοίγει γίνεσαι εσύ το μόνο που θέλω να κοιτώ,
με μάτια που έπειτα κλείνουν από ευτυχία.
Μόνο ανθρώπους μη μου ζητήσεις να βάλω.
Αυτός ο κόσμος χώρα μόνο εσένα.
Είναι ο κόσμος που έχτισε η αγάπη μου.

Είμαι μια γυναίκα

Είμαι μια γυναίκα με μικρότητες
που κρύβει μέσα της ένα μεγαλείο.
Είμαι μια γυναίκα αναθρεμμένη με ηθική
που της στερεί την ανάδειξη του ήθους.
Είμαι μια γυναίκα μεγαλωμένη σε μια κοινωνία
που όσο πιο ανεξάρτητη γίνεται μια γυναίκα
τόσο σκλαβώνει την ψυχή και το συναίσθημα της.
Είμαι μια γυναίκα που διψά για αγάπη,
αλλά αναλώνεται στους ρηχούς και μάταιους έρωτες.
Είμαι μια Παναγιά
που δεν μπορεί να πείσει τον εαυτό της
ότι δεν είναι Εύα.

Αθέλητη πληγή

Αν επέλεξα να είσαι όλα αυτά που για μένα σημαίνει η αγάπη,
τότε ακόμα κι ο πόνος που θα με κεράσεις θα γίνει βάλσαμο.
Γιατί για να σε θέλει η ψυχή μου και να γεμίζει από την αγάπη σου,
σημαίνει πως ό,τι κι αν κάνεις που να με πληγώσει, θα είναι άθελά σου.
Έχω, λοιπόν, μέσα μου κρυμμένη πάντα μια συγχώρεση για σένα.
Όπως ξέρω ότι έχεις κι εσύ για μένα μία φυλαγμένη.
Γιατί πιο πολύ από όλα μετράει η πρόθεση στον άνθρωπο.
Όποιος πληγώνει σκόπιμα δεν ξέρει ν’ αγαπά.
Μα όποιος ξέρει ν’ αγαπά, γνωρίζει πως και να πληγώσει άθελά του,
θα έχει το γιατρικό της αγάπης του για να γιατρέψει την πληγή.
Πλάσμα των αντιθέσεων είναι ο άνθρωπος.
Αν είναι λοιπόν να γευτώ την ευτυχία και τον πόνο από το ίδιο πρόσωπο,
δε θέλω να είναι από κάποιον που θα γκρεμίζει την ευτυχία μου συνεχώς για να την κάνει πόνο.
Προτιμώ να τα γευτώ από εκείνον που θα παλεύει συνεχώς,
τον όποιο πόνο μου να τον μετουσιώνει σε ευτυχία.
Αυτό είναι αγάπη.
Ακόμα και τον πόνο που ο ίδιος προκάλεσες,
να έχεις τη δύναμη να τον κάνεις χαμόγελο στα χείλη του άλλου.

Φόβος, αυτό το σκιάχτρο

Κάποιος από παλιά τον εγκατέστησε μέσα σου.
Κρυφά.
Εσύ έπαιζες ανέμελος και παρατηρούσες τον κόσμο γύρω σου.
Τόσα πολλά καινούρια όμορφα πράγματα.
Μα για σένα και τα άσχημα καινούρια ήταν.
Γιατί ήσουν μικρός.
Δεν έπαιρνες τα πράγματα τόσο στα σοβαρά.
Πολλά ούτε καν που τα θυμάσαι.
Όμως αυτός ήρθε και φώλιασε στη μικρή καρδούλα σου.
Αυτή που χτυπούσε τόσο δυνατά όταν σε φόβιζε που νόμιζες ότι θα σπάσει.
Τα χρόνια πέρασαν.
Μεγάλωσες.
Κι αυτός μεγάλωσε μαζί σου.
Έγινε κομμάτι σου.
Έμεινε εκεί μες στα χωράφια της ψυχής σου σαν σκιάχτρο,
να τρομάζει ο,τι όμορφο πάει να βγει από μέσα σου.
Κι εσύ τον έχεις πια συνηθίσει.
Ακόμα σε πιάνει αυτό το σφίξιμο στην καρδιά όταν τον συναντήσεις,
μα έχεις μάθει πια να το αποφεύγεις.
Άμυνα. Η λύση που εφηύρες για να επιβιώσεις από την τρομοκρατία του.
Μα εκείνος βολεύτηκε στις άμυνες σου.
Δεν χρειάζεται πια να κάνει κάτι.
Αρκεί κάποιος να τις ρίξει για αναζωπυρωθεί η φλόγα του και να σε κάψει.
Έχεις δοκιμάσει να τον κάψεις εσύ ο ίδιος.
Σκιάχτρο είναι εξάλλου. Εύφλεκτο, σκέφτηκες.
Τόλμησες.
Μα μόλις κάτι δεν πήγε καλά, η φωτιά που του έβαλες,
αντί να τον κάψει, σε καταρράκωσε.
Σε γέμισε στάχτες.
Κι είπες δε θα το ξανακάνεις.
Θα ζήσεις με το σκιάχτρο σου.
Αυτό το κακέκτυπο του λούτρινου που αγαπούσες μικρός.
Τι κακό να κάνει ένα σκιάχτρο;
Ίσα ίσα που διώχνει αυτούς που πάνε να εκμεταλλευτούν
τους καρπούς των κόπων σου.
Τον δικαιολόγησες πολύ καλά.
Κι έμεινες μόνος.
Εσύ κι ο φόβος σου.
Ο φονιάς της καρδιάς σου.
Κι έτσι το σφίξιμο έμεινε κι αυτό.
Μόνιμο.
Μα πώς μπορείς να αγαπήσεις ένα σκιάχτρο;
Αυτό το άψυχο τρομακτικό παράσιτο μέσα σου τρέφεται από την αγάπη σου.
Την κατατρώει σιγά σιγά ώσπου να απομείνεις ένα άδειο κουφάρι.
Ώσπου να του μοιάσεις.
Ώσπου να γίνεις ο ίδιος φόβος και τρόμος για τους άλλους γύρω σου.
Γιατί όποιος προκαλεί τον φόβο στους άλλους,
τον έχει καλλιεργήσει πρώτα μέσα του.
Έχει ταυτιστεί μαζί του.
Γιατί ποτέ δεν μπόρεσε να τον νικήσει.
Δεν πίστεψε στην αγάπη.
Ο φόβος τον έπεισε ότι δεν υπάρχει.
Ότι η αγάπη είναι μια παιδιάστικη ουτοπία.
Είναι αλήθεια ότι κι εκείνος τότε την έθαψε μέσα του. Όταν ήταν παιδί.
Μα η αγάπη υπάρχει.
Η αγάπη είναι οι καρποί που υποτίθεται ότι φυλάει το σκιάχτρο,
ενώ στην πραγματικότητα είναι εκείνο που τους τρώει.
Μην το επιτρέπεις.
Γεννήθηκες με αγάπη μέσα σου.
Αυτή σου ανήκει.
Αυτή είναι κομμάτι σου, όχι ο φόβος.
Και δε χρειάζεσαι κανέναν να τη φυλάει.
Γιατί η αγάπη υπάρχει για να μοιράζεται.
Ποτέ δεν ευτύχησε αυτός που κράτησε την αγάπη για τον εαυτό του.
Μη φοβάσαι λοιπόν.
Σκόρπα τα στάχυα του σκιάχτρου κι αγάπησε.
Αγάπησε.
Άφοβα.

Δυο – τρία βήματα

Δεν υπάρχει κανείς.
Ο δρόμος μπροστά σου άδειος.
Καινούριος κι αδιάβατος.
Πόσο τρομακτικό είναι το άγνωστο!
Κι όμως η αλλαγή από το σκληροτράχηλο μονοπάτι σου,
φαντάζει τόσο ποθητή στην ψυχή σου.
Κάνεις ένα βήμα.
Καμία αλλαγή.
Κάνεις και δεύτερο.
Τα ίδια.

Μα ποιος σου είπε ότι δυο τρία βήματα φτάνουν να διανύσουν
μια απόσταση από την αρχή ως το τέλος;
Τίποτα στη ζωή δε σου χαρίζεται με δυο τρία βήματα.
Τίποτα που να μένει μόνιμο, κεκτημένο μέσα σου.
Θέλει πόλεμο η ζωή.
Χρειάζονται πολλές νίκες για να γίνουν τα απαραίτητα βήματα.

Κανείς δρόμος τόσο μικρός, όσο δυο τρία βήματα.
Όλα μακριά κι όλα σε απόσταση. 
Πόσο παρήγορο μέσα στη δυσκολία του όμως,
το ότι είναι στο χέρι σου να τραβήξεις μπροστά. 
Να σταθείς στα πόδια σου και απλά να προχωρήσεις.
Χωρίς δεκανίκια.
Χωρίς ανασφάλειες.
Χωρίς βαρίδια να σε τραβούν πίσω.
Χωρίς φόβο.
Το κεφάλι είναι για να κοιτά μπροστά
και τα πόδια για να σε στηρίζουν. 
Την κατεύθυνση την έχεις στα χέρια σου.
Εσύ κρατάς τον χάρτη της ζωής σου.

Όσο για την καρδιά…
Εκείνη απλά ακολουθεί. 
Την παίρνεις μαζί σου με τις πληγές της,
τα σημάδια της, τις δικές της αγάπες.
Κάνει κι αυτή τις επιλογές της.
Τους απολογισμούς της.
Θα μάθει.
Θα θεραπευτεί.
Είναι ευπροσάρμοστη η καρδιά.
Πιο ευπροσάρμοστη από το μυαλό.
Η καρδιά δεν υπακούει σε συνήθειες.
Ξέρει μόνο από δύναμη.
Κι αν τα πόδια σου σε τραβήξουν μπροστά, θα ακολουθήσει.
Αρκεί το μυαλό σου να θέσει ως στόχο τον προορισμό του χάρτη.
Να χαράξει πορεία χωρίς παρελθόν.

Και τότε η απόσταση από την αρχή ως την αλλαγή θα σου φανεί όσο δυο τρία βήματα.
Γιατί τελικά, υπάρχει μια απόσταση που μετράει μόνο τόσο.
Το μυαλό από την καρδιά…
Δυο τρία βήματα είναι μόνο.


Πέτρα ή ζωή

Έτσι είναι η ζωή μερικές φορές.
Δε φυτρώνει σε κήπους ούτε σε παρτέρια.
Αρκείται σε λίγο νερό.
Κι αποφασίζει να δώσει λίγη ομορφιά εκεί που δεν υπάρχει.
Και τότε η πέτρα έχει δύο επιλογές.
Ή θα δεχτεί να ομορφύνει και θα ανοίξει μια χαραγματιά
για να επιτρέψει στη ζωή να φανεί
ή θα γίνει εμπόδιο μέχρι να βρει μόνη της η ζωή δρόμο προς τα έξω.
Όπως και να έχει η ζωή πάντα νικά.
Η ζωή είναι πιο δυνατή.
Πιο δυνατή από την πέτρα.
Πιο δυνατή από την απανθρωπιά.
Πιο δυνατή από τον θάνατο.
Διαλεξε λοιπόν τι θες να είσαι.
Πέτρα ή ζωή;

Η αλλαγή

Τόσα χρόνια ζούσε στο ψύχος.
Όμως η καρδιά του αναζητούσε τη θέρμη.
Η καρδιά ζει από τη θέρμη.
Χωρίς αυτήν αποπροσανατολίζεται.
Στο ψύχος μουδιάζει.
Εκείνος είχε την αίσθηση πως όλα είχαν παγώσει.
Το μυαλό, οι αισθήσεις, το σώμα του.
Όλα.

Μόνο η θέληση του έμενε.
Να βρει τη θέρμη.
Να ζεστάνει ξανά την καρδιά του.
Το σκοτάδι τον είχε βαρύνει πολύ.
Τόσο πολύ που ακόμα κι ο θυμός του,
βαρύς σαν μολύβι, τον καταπλάκωνε.

Δεν μπορούσε να ξεσπάσει.
Να πετάξει το βάρος.
Θαρρείς κι ήταν παλτό που του φορτώσαν
κι ένιωθε ότι το χρειαζόταν
μέχρι να βρει τρόπο και κουράγιο να ζεσταθεί.

Το σκοτάδι του επέτρεψε
να διατηρήσει για χρόνια μέσα του μια φλόγα μόνο.
Τη φλόγα της ελπίδας.
Το σκοτάδι τρέφεται από αυτήν.
Και τη συντηρεί για να φαίνεται μεγαλόπρεπο μπροστά της.
Τρέφεται από την ψευδαίσθηση ότι είναι μεγάλο κι εκείνη μικρή.
Ότι υπερτερεί.
Δεν την αφήνει όμως να δυναμώσει.
Φοβάται ότι θα χαθεί στη θέα του φωτός της.
Γιατί γνωρίζει ότι όσο μικρή κι αν είναι, δεν παύει να είναι φως.

Εκείνος είχε τόσο φως στην καρδιά του.
Τόσο που η καλοσύνη του άγγιζε
και αγκάλιαζε όποιον βρισκόταν κοντά του.
Πάντα έδινε.
Έπαιρνε τη φλόγα και την έκανε φωτιά
για να ζεστάνει όποια ψυχή πονούσε.
Κι ας είχε εκείνος το ψύχος τριγύρω.
Κι ας τον πονούσε που η θερμή για εκείνον ήταν μακριά.
Η αγάπη της καρδιάς του ήταν βάλσαμο για τους άλλους.
Εκείνον τον κρατούσε μονάχα η υπομονή.

Όμως τώρα είχε μουδιάσει.
Το βάρος πολύ.
Ο δρόμος μακρύς.
Η φλόγα μέσα του.
Η θέληση του, ήταν η μόνη θέρμη του.
Το ψύχος είχε φύγει πια.
Το σκοτάδι είχε απομακρυνθεί,
γιατί εκείνος έφυγε.
Δραπέτευσε.
Ελευθερώθηκε.
Όμως αυτό το μούδιασμα του έκοβε τα πόδια.

Έκανε να ανασηκωθεί,
μήπως βγάλει το παλτό, μα έπεσε πάλι.
Κανείς τριγύρω.
Τα μάτια του θολά ακόμα από το κρύο.
Δεν ήξερε καν αν έβλεπε.
Δοκίμασε πάλι.
Πτώση ξανά.
Μα δεν παραιτήθηκε.
Η θέληση του δυνατή.
Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να πέσει και τρίτη φορά.
Δεν είναι μόνο ότι δε θα του άξιζε.
Είναι ότι ο μόνος δρόμος πια για εκείνον ήταν προς τα επάνω.
Μα το μούδιασμα θέλει χρόνο για να φύγει.
Να κυλήσει ξανά το αίμα στο σώμα και να φτάσει στην καρδιά.
Χρόνο και κίνηση.
Να μην σταματά να κινείται.

Αυτό είχε κατά νου.
Η κάθε μικρή κίνηση να φέρει αλλαγή.
Την αλλαγή που τόσο χρειαζόταν.
Η απότομη μεταφορά από το ψύχος στη θέρμη
θα έκαιγε την καρδιά του.
Το γνώριζε καλά και δεν θα το επέτρεπε ούτε αυτό.
Η άσκηση της υπομονής του τόσα χρόνια τον είχε μάθει να περιμένει.
Τώρα δε θα ήταν πια μάταιο.
Δε θα ήταν ψεύτικη η ελπίδα του.
Τώρα πια θα μεγάλωνε τη φλόγα του για εκείνον.
Για την καρδιά του.
Αυτή ήταν η αλλαγή που χρειαζόταν.

Κράτα μου το χέρι


Κράτα μου το χέρι.
Μην το αφήσεις.
Κι ας έρθουν θύελλες να μας χωρίσουν.
Όσο κι αν κρυώνουμε. Όσο κι αν φυσάει.
Μην το αφήσεις.
Κι η βροχή ακόμα δε θα φτάσει να κάνει τα χέρια μας
να γλιστρήσουν.
Θα σε κρατώ γερά.
Κι εκεί που μπορεί να μουδιάσω και να κουραστώ,
εκεί θα σου σφίγγω το χέρι ακόμα πιο πολύ
για να νιώσω το αίμα να κυλά ξανά.
Να κυλά εκεί που αξίζει.
Κι όταν θα νιώθω τον ιδρώτα από την κούραση
να κινείται ύπουλα ανάμεσα μας,
δε θ’ αφεθώ.
Στα χέρια μας είναι να μείνουν μαζί.

Μη μου αφήσεις το χέρι.

Η ψυχή ένα ταξίδι

Άδεια γίναν τα ταξίδια μας.
Μια μεταφορά από το ένα μέρος στο άλλο.
Διαδικαστικά, σε μια θέση ανώνυμη
μέσα σε ξένο μέσο μεταφοράς.
Τίποτα το οικείο.
Οι ενδιάμεσοι σταθμοί αδιάφοροι.
Ούτε μαθήματα, ούτε απόλαυση.
Υπάρχουν μόνο ως προορισμός των άλλων.
Η μισή μας ζωή μια αναμονή
για τη μεταφορά από την αφετηρία στον προορισμό.
Είτε ίδιο είτε διαφορετικό, εξίσου ανούσιο.
Χάθηκαν πια οι Ιθάκες.
Χάθηκε ο νόστος.
Όλα άνοστα.
Όλα μια μεταφορά κι η ειλικρίνεια της κυριολεξίας ξένη.
Η μισή ζωή μας με ξένους απέναντι και σε απόσταση.
Κορμιά που αγγίζονται, περιφέρονται, μετακινούνται.
Λικνίζονται στη συνήθεια.
Κουβαλούν ψυχές που διψούν για το ταξίδι.
Από τον εαυτόν στον πλησίον κι από τον πλησίον στον εαυτό.
Αφετηρία και προορισμός με την ίδια ουσία.
Άφιξη κι επιστροφή με άδειες αποσκευές.
Επιλογές που υφαίνουν τη μοίρα με νήματα ψυχής.
Γιατί και η ψυχή ένα ταξίδι είναι.

1 8 9 10 11