Ποιήματα

Προσευχή

Τι πιο όμορφο από το να ταπεινώθεις εμπρός στο φώς;
Γυμνός, λυτρωμένος, ελεύθερος.
Τότε υπομένονται τα πάθη.
Όταν δεν μπορούν πια να σ'αγγίξουν.
Όταν η αρετή της ταπεινοφροσύνης φτάνει
στο μεγαλείο της για να συναντήσει
το μεγαλείο του Θεού.
Δια της ταπείνωσης οδηγούμαστε στα ύψη.
Σ'εκείνα τα ύψη που νικούν τον φόβο
και καλλιεργούν την ασφάλεια της ύπαρξης.

Η πρόσκρουση

Εκεί που τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα,
φρέναρε ξάφνου η ζωή
κι από την πρόσκρουση πετάχτηκαν
συνήθειες, μάσκες, φτιασιδώματα και συμπεριφορές.
Γέμισε ο τόπος ακρωτηριασμένους χαρακτήρες
να παλεύουν να παραμείνουν ζωντανοί στην εντατική του σπιτιού τους.
Κι ένας εαυτός παραμελημένος και κατακρεουργημένος
να παρακαλά για λίγη φροντίδα, δείχνοντας τα χρόνια τραύματά του,
με την ελπίδα, στην αδράνεια των θυτών του, να γιατρευτεί.

Αγκάλιασε τον εαυτό σου

Ποτέ η αγκαλιά σου να μη μένει αδειανή,
όταν εκείνος που την έχει μεγαλύτερη ανάγκη είναι ο εαυτός σου.
Σπίτι είναι η αγκαλιά και εσύ ο κύριος κάτοικός της.
Μην αγκαλιάζεις τον εαυτό σου μόνο για να σκεπάσεις τη θλίψη του.
Στέγασε το χαμόγελο και τη χαρά του.
Αν μάθεις να αγκαλιάζεις εσένα κάθε στιγμή, ευχάριστη ή δυσάρεστη,
η αγκαλιά σου θα γίνει βάλσαμο και για οποίον τη μοιραστεί μαζί σου.

Πρωταπριλιά

Είναι έμφυτη η ανάγκη του ανθρώπου να αναζητά την αλήθεια,
μα επίκτητη τάση του να παγιδεύεται εύκολα στο ψέμα.
Όσο εύκολο είναι να πιστέψεις ένα ψέμα που φαίνεται αληθινό,
τόση δύναμη θέλει για να αποδεχθείς μια αλήθεια που μοιάζει με ψέμα.

Οι μεγάλοι έρωτες

Είναι οι «μεγάλοι» έρωτες, ηφαίστεια που εκρήγνυνται
και σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους,
αφήνοντας πίσω τους καρδιές αποκαΐδια.
Μα είναι κι εκείνοι οι έρωτες, οι «καθημερινοί»,
σαν τα μικρά ρυάκια που κυλούν δίπλα στις πλαγιές
και δροσίζουν ό,τι ζωντανό συναντήσουν στο διάβα τους.
Σκορπώντας σταγόνες ζωής απλόχερα, να ξεδιψά η ψυχή σου.

Το ουράνιο τόξο

Μετάνιωσε η άνοιξη σαν έλειψαν οι ανθρώποι.
Θέλησε να παραιτηθεί στην έρμη μοναξιά της.
Μα άκουσε το φθινόπωρο το βροχερό της κλάμα
Κι απ' τα δεινά της σκέφτηκε να την ελευθερώσει.
«Όσο λυπούνται οι άνθρωποι στη θέση σου θα μείνω.
Μα όταν θα στάξουν οι καρδιές ξανά γλυκό το μέλι,
θα τρέξω σαν τον άνεμο γοργά να σε φωνάξω.
Για δε νοείται να φτιαχτεί μαγιάτικο στεφάνι
δίχως εσέ να τριγυρνάς με την καλοκαιριά σου,
να προϋπαντήσεις χαρωπά το ολόθερμο το θέρος».
Δάκρυσε πάλι η άνοιξη εμπρός στην καλοσύνη
Κι αμέσως αποκρίθηκε πως δε θ’ αποχωρήσει
«Μ' έχουν ανάγκη οι άνθρωποι, δεν τους εγκαταλείπω.
Μονάχα κράτα με γερά τα δάκρυα να στεγνώσω.
Στ’ άνθη μου με χαμόγελο του ήλιου να γυρίσω.
Σαν την ελπίδα ευαίσθητη, είμαι μα δεν πεθαίνω,
Σε μέρες ομορφότερες σκυτάλη εγώ πριν δώσω».
Τότε στα ουράνια φάνηκε δειλά χρωματισμένο
Το τόξο που η άνοιξη είχε για μόνο όπλο
Του ανθρώπου την απελπισιά με τούτο να σκοτώνει
Και να τον κάνει τη ματιά ψηλά να ορθώνει πάλι.
Κι αν για το βέλος του έρωτα κατάστηθα είναι ο στόχος
Μες την ψυχή, της άνοιξης, βγαίνει το ουράνιο τόξο.

Όρκος ελευθερίας

Σαν αρχινώ ο άνθρωπος να κάμω το σταυρό μου
τα δάχτυλα ακουμπώ σφιχτά, γερά αγκαλιασμένα
τρία είναι τον αριθμό, μέρη τσ' Αγίας Τριάδας
μέσα κλείω την κεφαλή, καρδία και χέρια δύο.

Να 'ναι μυαλό και 'σθήματα και πράξεις ένα σώμα
τριάδα να 'ναι ανθρώπινη, στη σάρκα εγκλωβισμένη
για του Θεού Βασίλειο σιμά συνταξιδιώτες
μαζί με τα θερμά, πνιχτά τα παρακαλετά μου
στης Παναγιάς ζεστή αγκαλιά Εκείνος να μ' ακούσει.

Να είν' η θωριά μου καθαρή στ' ορίζοντα την πλώρη
και να με βγάλει μακριά 'πό πάθια κι από λάθια.
Τη μάνα που στα σπλάχνα της μήνες με κουβαλούσε
με την καρδιά αφροσκέπαστη κι αλμυρογιατρεμένη
για μια στερνή φορά στα μάτια ν’αντικρίσω.

Μ’ ελεύθερο το φρόνημα κι ασκλάβωτο το πνεύμα
που 'κείνη μου ανέθρεψε μ' αίμα και με θυσίες,
πριν το φευγιό γίνει αφορμή κεφάλι να σηκώσω
κι απ' τους θανατερούς χαλκάδες μου της φυλακής γλιτώσω.

Πως είναι κάστρο απόρθητο να πω θε στεριωμένο
μεσ' την ψυχή την ταπεινή ευλαβικά χτισμένο.
Εκείνα τα διδάγματα δάσκαλοι που μου 'δώσαν
αρχαίοι μα και κληρικοί, νέοι κι επαναστάτες
οι πρόγονοι που τους χρωστώ πικρή ευγνωμοσύνη.

Με μιαν ευχή για να σταθώ κι εγώ αντάξιός τους
σε μιαν ελεύθερη ζωή το χέρι ορκίζω τούτο
τώρα που κάμει το σταυρό κι από τα δάκρυα τρέμει
να μη σκιαχτώ, γονατιστός ποτέ να μη λυγίσω
μονάχα ορθός να περπατώ ζωσμένος το σταυρό μου
και μια σημαία κατάστηθα για αλάβωτη ασπίδα.

Λουλούδια θερμοκηπίου

Ημέρεψαν τ' αγριολούλουδα.
Τα φύτεψαν σε γλάστρες
και τα 'κλείσαν πίσω από τζάμια για την ασφάλειά τους.
Μα εκείνα δεν είπαν όχι.
Δέχτηκαν την πρόσκαιρη απομόνωσή τους.
Παρά την ανεξάρτητη φύση τους.
Για να ξαναξημερώσει η μέρα που θ' αντικρίσουν τα λιβάδια τους
και μεθυσμένα από το λίκνισμα του ανέμου, θα χορέψουν και πάλι.
Λουλούδια θερμοκηπίου γίναμε.
Ανθίζουμε κλεισμένα.
Σημασία όμως έχει το "κλεισμένα" ή το "ανθίζουμε";
Μην ανησυχείτε, λοιπόν.
Θα ξημερώσει και πάλι!

Το παράθυρο

Τίποτα δε γίνεται φυλακή χωρίς τη θέλησή μας.
Ένα μικρό παράθυρο αρκεί.
Για να ονειρευτείς, να ταξιδέψεις, να ερωτευτείς.
Ένας μικρός ελευθερωτής του μυαλού να σου επιτρέπει
ν' ατενίζεις τον ορίζοντα της έμπνευσης.
Τότε όλα τα ανέφικτα γίνονται εφικτά
κι όλα τα μακρινά γεμίζουν την αγκαλιά σου.
Νοητά για το σώμα, αληθινά για την ψυχή.
Όλα χωρούν στη θέα ενός παραθύρου.

Τίποτα

Όταν η σιωπή δείχνει αδιέξοδο και φωνάζει βοήθεια...
Μην τρομάξεις.
Κι αν σε ρωτήσουν «τι έχεις;»
απάντησε «Πού να σου λέω τώρα...»
Δεν έχει σημασία αν όντως θα τους πεις.
Θα βοηθηθείς όμως εσύ στο να βρεις την άκρη του νήματος.
Μην απελπιστείς.
Μπόρα είναι και θα περάσει.
Δώσε χρόνο στον εαυτό σου.
Κάνε επανάσταση στις σκέψεις σου
και χάρισε τους κάτι χαρούμενο ή έστω διαφορετικό.
Μην αφήνεις ένα «τίποτα» να σου κλείνει το στόμα βίαια
και να φυλακίζει μέσα στα τείχη του μυαλού σου τον χείμαρρο που σε πνίγει.
Ένα «τίποτα» δεν αξίζει τη θλίψη σου.

1 6 7 8 9 10 11