Ποιήματα

Οι μάσκες

Πόσες φορές πέρασες όμορφα με ανθρώπους
που τελικά φορούσαν μάσκες;
Πώς αφέθηκες να αισθανθείς καλά ανάμεσα σε αυτούς
που προσποιούνταν ακόμα και το συναίσθημα;
Μη γελιέσαι.
Δεν αλλοιώθηκες.
Δεν ήταν επειδή σου άρεσε
ή κατά βάθος σε έπεισε η ηθοποιία τους.
Ούτε επειδή θέλησες να τους πιστέψεις.
Ήταν που την ψυχή στα μάτια σου
καμία μάσκα δεν μπόρεσε να τη σκεπάσει.

Λευκό και μαύρο

Λευκό και μαύρο, μαύρο και λευκό.
Τι σημασία έχει η απόχρωση που βλέπουν τα μάτια;
Όποιος κι αν είσαι, ένα χρώμα έχει η σάρκα.
Το σκοτάδι των παθών, που μόνο μια βαθιά βουτιά
στη λυτρωτική παλέτα της ψυχής μπορεί να το φωτίσει.

Να διαβάζεις

Να διαβάζεις, να μοσχοβολά η καρδιά σου λέξεις.
Να διαβάζεις, να πλημμυρίζουν τα μάτια σου εικόνες
να κολυμπούν τα δάκρυα.
Να διαβάζεις, να γεννιούνται κόσμοι στο μυαλό σου.
Να διαβάζεις, να εξαϋλώνεται μια στιγμή το σώμα σου
να ελευθερώνεται η ψυχή σου.

Σκληρή ζωή

Σκληρή, πεισματάρα ζωή.
Πάντα το δικό σου θες να γίνεται.
Μ’ αφήνεις να παλεύω και γελάς.
Γιατί ξέρεις πως σε αυτά που κανονίζεις θα γυρίσω
κι ας έχω άλλα σχέδια.
Ακούραστη, με τιμωρείς να χάνω ό,τι αγαπώ
και να λούζομαι ό,τι κοροϊδεύω.
Νόμο το ‘κανες πια.
Μα ποια είμαι εγώ για να σε κρίνω;
Εσύ αυτό που ξέρεις θα κάνεις
κι άσε με εμένα να σπάω καθρέφτες,
μπας και ρίξω κλεφτά
μια ειλικρινή ματιά στο μέσα μου.

Ο ύπνος των αταξίδευτων ονείρων

Ξεπάγωσα τη νιότη μου από τα θησαυροφυλάκια του νου.
Εκεί που φυλαγμένη καρτερούσε να τη ζήσω,
Μα εγώ σπατάλησα φιλόδοξα τα χρόνια μου
Σε υπερφίαλες ματαιότητες που φουσκώναν το μυαλό
Κι αλυσοδέναν την καρδιά στα κατάβαθα των σκοτεινών φυλακών της.
Θέλησα έστω και τώρα στα μεσουρανήματά μου να τη δω
Να χαίρεται με εκείνη τη γεύση λησμονιάς στα μάτια
Για όσα απροκάλυπτα κι αμετανόητα της φόρτωσαν.
Μήπως κι ετούτη, η στερνή χαρά, λευτερώσει θύμισες
Και συλλάβει χίμαιρες του άστοργου παρελθόντος μου.
Φεύγω σαν αποδημητικό πουλί της νοσταλγίας
για άπιαστους τόπους που αποκάλυψα στα γκρεμισμένα ονείρατά μου.
Εκεί στη θλιβερή αγκάλη της ληστεμένης ξενιτιάς
Θα βρω ένα προσκέφαλο απαλό για να πλαγιάσω.
Θα κλείσω τα κουρασμένα από ζωή βλέφαρα
Και θα κοιμηθώ τον ύπνο των αταξίδευτων ονείρων.
Ίσως εκεί τα νιάτα μου να περιμένουν στωικά
Τη δεύτερη, ασώματη ευκαιρία να τα ζήσω.

Πυροτέχνημα

Πυροτέχνημα. Η τέχνη της φωτιάς.
Η τέχνη του άσβεστου πόθου που ξεκινά από την καρδιά.
Πόσο όμορφη μοιάζει στα μάτια!
Τα θαμπώνει θαρρείς, σχεδόν τα τυφλώνει.
Μένεις να θαυμάζεις το άπιαστο, το μαγικό.
Στιγμές ουτοπικές που μόνο ένα παιδί έχει μάθει να μετρά στη μνήμη του.
Οι μεγάλοι ξεχνάμε γρήγορα τα πυροτεχνήματα.
Δε μας κάνουν εντύπωση πια.
Εκτός αν σκάσουν κοντά στην καρδιά μας
και την πάρουν τα σκάγια.
Τότε ανάβει μια φλόγα που μας σιγοκαίει τα σωθικά
για το φως που δεν μπορέσαμε να σώσουμε.
Για εκείνη τη λάμψη που δε θα μείνει για πάντα κοντά μας.
Μα αν το μόνο βέβαιο είναι ο θάνατος,
τι κρατά για πάντα;
Η ματαιοδοξία μας τρέφεται με πυροτεχνήματα
για να μας πείσει ότι ζούμε.
Μα μήπως δεν είμαστε κι οι ίδιοι ένα πυροτέχνημα;
Υψωνόμαστε, φτάνουμε στη στιγμή της μεγάλης δόξας
και μετά φθίνουμε.
Μα για στάσου.
Δεν είμαστε μόνο αυτό.
Όσο υπάρχει η μνήμη που αναπαράγει τα πυροτεχνήματα
και αναπτερώνει την καρδιά με το φως και τη χαρά της θέασης τους,
υπάρχει «για πάντα».
Εκείνο το «για πάντα» που διαρκεί
όσο το χρειαζόμαστε.
Όσο του επιτρέπουμε να διατηρεί μέσα μας
το παιδί που ακόμα θαυμάζει τα πυροτεχνήματα.


Έμαθα

Έμαθα να δίνομαι και σκορπίστηκα.
Έμαθα να σωπαίνω και φιμώθηκα.
Έμαθα ν' αφήνομαι και μ' εκμεταλλεύτηκαν.
Έμαθα να κλείνομαι κι έμεινα μόνη.
Έμαθα να κρίνω και κρίθηκα.

Όμως άλλαξα.

Έμαθα να δίνω κι έλαβα.
Έμαθα να μιλάω κι ακούστηκα.
Έμαθα να εμπιστεύομαι κι εκτιμήθηκα.
Έμαθα ν' ανοίγομαι και βρήκα φίλους.
Έμαθα ν' αγαπώ κι αγαπήθηκα.

Μην αφήνεσαι έρμαιο της σιωπής και της μοναξιάς.
Μόνο πόνο θα γευτείς, απ' αυτόν που μυρίζονται τα άγρια θηρία και ορμάνε.

Εμπιστεύσου τον εαυτό σου, μίλα και δώσε χωρίς να δίνεσαι.
Η αγάπη σου θα έλξει ανθρώπους που θα την αναγνωρίσουν
και θα τη δεχτούν γιατί την κρύβουν και οι ίδιοι μέσα τους,
ψάχνοντας ανθρώπους να τη διαθέσουν.

Μείνε μακριά από τα θηρία και βρες ανθρώπους.

Πρώτα από όλα μέσα σου.

Ο κόσμος που έχτισε η αγάπη

Δώσε μου λίγο χρόνο και θα σου ζωγραφίσω με την πένα μου
έναν κόσμο που δε φαντάστηκες ποτέ.
Μα θα είναι ολότελα δικός σου.
Μέσα από τις πιο κρυφές πτυχές σου θα ανοίξω την πόρτα.
Θα στρώσω δρόμους από τις αποφάσεις
που δεν τόλμησες ποτέ να πάρεις.
Θα χτίσω σπίτια καταφύγια για τα συναισθήματα
που δεν αντιμετώπισες, μα έθαψες βαθιά.
Θα απλώσω έναν ουρανό γαλάζιο
σαν την αύρα των ματιών σου όταν μου λένε σ'αγαπώ.
Ο ήλιος που θα τον φωτίσει θα είναι παρμένος από τη φωτιά του έρωτα μου
κι οι αχτίδες του τα χέρια μου όταν χαϊδεύουν το πρόσωπο σου
μόλις έχεις ξυπνήσει.
Το θρόισμα του αέρα θα πνέει από τα λόγια μου
που θα σου ψιθυρίζουν όλον τον πλούτο της καρδιάς μου που σου ανήκει.
Η θάλασσα! Πώς θα μπορούσε να λείπει η θάλασσα;
Με τα πελάγη της γεμάτα από τη δροσιά των δακρύων μας.
Δάκρυα συγκίνησης και πόνου σε μια αιώνια μάχη εξορκισμού.
Θα φτιάξω ορίζοντα την αγκαλιά σου,
που σαν ανοίγει γίνεσαι εσύ το μόνο που θέλω να κοιτώ,
με μάτια που έπειτα κλείνουν από ευτυχία.
Μόνο ανθρώπους μη μου ζητήσεις να βάλω.
Αυτός ο κόσμος χώρα μόνο εσένα.
Είναι ο κόσμος που έχτισε η αγάπη μου.

Είμαι μια γυναίκα

Είμαι μια γυναίκα με μικρότητες
που κρύβει μέσα της ένα μεγαλείο.
Είμαι μια γυναίκα αναθρεμμένη με ηθική
που της στερεί την ανάδειξη του ήθους.
Είμαι μια γυναίκα μεγαλωμένη σε μια κοινωνία
που όσο πιο ανεξάρτητη γίνεται μια γυναίκα
τόσο σκλαβώνει την ψυχή και το συναίσθημα της.
Είμαι μια γυναίκα που διψά για αγάπη,
αλλά αναλώνεται στους ρηχούς και μάταιους έρωτες.
Είμαι μια Παναγιά
που δεν μπορεί να πείσει τον εαυτό της
ότι δεν είναι Εύα.

Αθέλητη πληγή

Αν επέλεξα να είσαι όλα αυτά που για μένα σημαίνει η αγάπη,
τότε ακόμα κι ο πόνος που θα με κεράσεις θα γίνει βάλσαμο.
Γιατί για να σε θέλει η ψυχή μου και να γεμίζει από την αγάπη σου,
σημαίνει πως ό,τι κι αν κάνεις που να με πληγώσει, θα είναι άθελά σου.
Έχω, λοιπόν, μέσα μου κρυμμένη πάντα μια συγχώρεση για σένα.
Όπως ξέρω ότι έχεις κι εσύ για μένα μία φυλαγμένη.
Γιατί πιο πολύ από όλα μετράει η πρόθεση στον άνθρωπο.
Όποιος πληγώνει σκόπιμα δεν ξέρει ν’ αγαπά.
Μα όποιος ξέρει ν’ αγαπά, γνωρίζει πως και να πληγώσει άθελά του,
θα έχει το γιατρικό της αγάπης του για να γιατρέψει την πληγή.
Πλάσμα των αντιθέσεων είναι ο άνθρωπος.
Αν είναι λοιπόν να γευτώ την ευτυχία και τον πόνο από το ίδιο πρόσωπο,
δε θέλω να είναι από κάποιον που θα γκρεμίζει την ευτυχία μου συνεχώς για να την κάνει πόνο.
Προτιμώ να τα γευτώ από εκείνον που θα παλεύει συνεχώς,
τον όποιο πόνο μου να τον μετουσιώνει σε ευτυχία.
Αυτό είναι αγάπη.
Ακόμα και τον πόνο που ο ίδιος προκάλεσες,
να έχεις τη δύναμη να τον κάνεις χαμόγελο στα χείλη του άλλου.

1 8 9 10 11