Ποιήματα

Άθλιο καρναβάλι

Χρώματα ριγμένα
ανακατεμένα κατά γης.
Σώματα σαν φίδια,
της χαράς στολίδια,
θα δεις.

Στου χορού τη δίνη,
μάσκες κι αρλεκίνοι
ανυπομονούν.
Λίγο να γελάσουν
τις σιωπές να σπάσουν,
αν μπορούν.

Πρόσωπα κρυμμένα,
μάτια διψασμένα
στην αναμονή.
Μια ανάσα μένει
στη σκιά δεμένη
να ελευθερωθεί.

Λόγια του ανέμου
σ' άρμα μεθυσμένου
αντηχούν.
Άρχουσα αναρχία
ζάλη κι αμαρτία
να καραδοκούν.

Άθλιο καρναβάλι,
ψέμα και κραιπάλη
δίχως ενοχή.
Πίσω από κουρτίνες
σβήνουν πια ευθύνες
ήθος κι η ντροπή.

Όταν ξημερώσει
ποιος θα μετανιώσει
και ποιος θα κρυφτεί;
Ρότα πώς θ' αλλάξει
πάθη ν' αποτάξει
μήπως και σωθεί;

Φοίνικας πόθος

Αλωνίζω στ’ αμετάβλητα σοκάκια της ρουτίνας
μ’ έναν πόθο μασκαρεμένο αδιαφορία.
Τον προστατεύω στοργικά κάτω από τη φτερούγα
των ονείρων που μοιράζομαι μ’ ένα τραχύ μαξιλάρι,
μουσκεμένο από τα δάκρυα της ματωμένης ελπίδας μου.
Ποιος θα νοιαστεί για τα ανείπωτα;
Ποιος ενδιαφέρεται για ό, τι δεν έχει φωνή;
Τι κι αν κραυγάζει πιο δυνατά
κι από την ακούρδιστη μπάντα του χαμένου χρόνου.
Τι κι αν φαίνεται πιο καθαρά
κι από τον ξάστερο ουρανό της ειλικρίνειας
σε δυο μάτια που δεν έμαθαν να λένε ψέματα.
Ποιος νιώθει το αδιόρατο
αν όχι μέσα από την παραμελημένη ενσυναίσθηση
που λαχταρά ν’ αφυπνιστεί;
Ποτέ ο πόθος δεν πέθανε από τα χέρια του αντικειμένου του.
Αυτόχειρας που σέρνεται
στα σκοτεινά στενά της λήθης
δηλητηριασμένος από την πίκρα της απογοήτευσης.
Εκεί, που η ρουτίνα επιβάλλεται της μνήμης
και απωθεί πεισματικά την απώλεια,
θα γεννηθεί ξανά.
Ο φοίνικας πόθος που σβήνει τον θάνατο
με την αέναη ομορφιά της ζωής.

Αν μ’αγαπάς, να με προσέχεις

Αν μ' αγαπάς...
Σε μια υπόθεση ακουμπώ δειλά την ελπίδα μου.
Αν...
Από δυο γράμματα εξαρτάται η αγάπη σου.
Να με προσέχεις.
Μια επιθυμία της ψυχής μου.
Να...
Σε δυο γράμματα κλείνω την καρδιά μου και στη δωρίζω.
Δεν είναι απαίτηση.
Όταν αγαπά πραγματικά η καρδιά, δε ζητά για να πάρει.
Μονάχα συμβουλή είναι.
Αν μ' αγαπάς, να με προσέχεις.

Νοσταλγικό φεγγάρι

Νοσταλγικό απόψε το φεγγάρι.
Αναζητά το άλλο του μισό.
Εκείνο που αχόρταγα του ‘κρυψε το σκοτάδι
κι έμεινε μοναχό σ’ έναν ατέρμονο αγώνα
πλήρωσης κι εκπλήρωσης.

Η επαφή

Και τι κατάλαβες που έβαλες λέξεις σε αυτά που δεν εκφράζονται;
Τα έζησες ή χάθηκες στην προσπάθεια να βρεις τις κατάλληλες;
Έζησες τη μαγεία του λόγου, λες.
Εκείνη που σου ανοίγει το δρόμο προς το βαθύ, το ουσιώδες,
το ανείπωτο μέσα από μια κλειδαρότρυπα της καρδιάς.
Την άγγιξες κι ηλεκτρίστηκες ηδονισμένος.
Μα λίγο κρατά η ηδονή σου.
"Καλύτερα ο λόγος παρά ο άνθρωπος", λες.
"Ο πρώτος εξαγνίζει, ο δεύτερος πληγώνει".
"Ποιος ζει;" θα σε ρωτήσω.
"Εκείνος που βρίσκει καταφύγιο και επιζεί πνιγμένος στο μαύρο πέπλο της ελπίδας
ή εκείνος που ορθώνεται μπρος στη θάλασσα,
γεύεται την αλμύρα της ως τα μύχια της ψυχής του
και γυρνά στη βάση του μισοθανής μα ευεργετημένος;".
Η επαφή.
Με τον κόσμο, τους γύρω σου, το μέσα σου.
Αυτή είναι η θάλασσα της ζωής.
Κι ο λόγος, ένα χρυσόκτιστο κουπί στο χέρι σου.
Σε τι χρησιμεύει ένα κουπί, αν όχι σε ταξίδι;
Διακοσμητικό θα μείνει να εξυμνεί το ιδανικό
όσων δεν τόλμησες να ζήσεις.

Για μιαν υπέρβαση

Ευερέθιστες οι δυσκολίες.
Σαν σύννεφα καραδοκούν να σε μουσκέψουν
με το ηδονικό υγρό τους.
Απρόσμενα.
Σταγόνες από σίδερο πληγιάζουν το δέρμα σου
και θραύσματά τους εισχωρούν στο αίμα.
Μολυσμένο από τη θλίψη μεταφέρει το μήνυμα
από την καρδιά στο μυαλό κι αντίστροφα,
σαν άχαρος αγγελιοφόρος θανάτου.
Πώς να σταθείς με το μαύρο μίασμα
να κυκλοφορεί παντού μέσα σου;
Να καταπνίγει αισθήσεις, σκέψεις κι αισθήματα
σαν λεπτό στρώμα άκαμπτου πάγου
που κράτα βίαια το δροσερό νερό από κάτω του.

Οι αναμνήσεις, χείμαρρος που ξυπνά
κι ενσωματώνει τη νεοφερμένη λύπη.
Κοιτάς και θυμάσαι ένα γαϊτανάκι άσχημων στιγμών
που τις ενώνει μια κοινή μοίρα, λες.
Αγγίζεις παντού έναν ιστό πλεγμένο από δυσαρέσκεια
και γεύεσαι την πικρία σαν καταραμένο μαντζούνι.
Η παρεξήγηση φωλιάζει σε ό, τι ακούς και επωάζει
προσβολές και παρανοήσεις σε κάθε σου σκέψη.
Η όσφρηση νεκρώνεται.
Δε σε προειδοποιεί για τίποτα πια.
Μα μήπως κι οι άλλες αισθήσεις δουλεύουν;
Καθαρότητα θέλουν για να λειτουργήσουν.
Μα που να τη βρουν με τέτοια συννεφιά;

Η επιλογή είναι το μόνο όπλο που έχει ο άνθρωπος
σε τούτη τη ζήση.
Ή θα παραδοθείς και θα το στρέψεις πάνω σου
ή θα σταθείς όρθιος και θα παλέψεις.
Η πρόσκαιρη αμφιταλάντευσή σου ανάμεσά τους
μη σε τρομάζει.
Το καταστάλαγμα μετρά.
Στα σύννεφα των δυσκολιών να μη μείνεις ένα με τη βροχή.
Να γίνεις ουρανός που στέκει πιο ψηλά κι απ’ το ακατόρθωτο.

«Μα πώς εγώ ο αδύναμος να φτάσω τέτοια ύψη;» θα μου πεις.
Μέσα από την άβυσσο αποκαλύπτεται
το μεγαλείο του παραδείσου.
Άλλωστε, για μιαν υπέρβαση ζούμε.

Μια θάλασσα πληγές

Βούτα στη θάλασσα καρδιά μου!
Να ξεπλύνεις τις πληγές σου στην αλμύρα της.
Χωρίς φόβο.
Γίνε φύλλο με οδηγό τον άνεμο και πυξίδα τα κύματα.
Φτάνουν πια τα δάκρυα.
Αλμύρα είναι κι αυτά.
Άστα να ενωθούν με τη μητρική αγκαλιά της θάλασσας
και να χαθούν στο σκοτεινό βυθό της μαζί με ό, τι λύτρωσαν.
Προσπάθησες, μα έχασες από τα ξεχασμένα θραύσματα
που έσπειραν σε ξένες καρδιές.
Αναπόφευκτα, μα υπ' ευθύνη σου, σε πλήγωσαν κι εσένα.
Δεν αγαπούν όλες οι καρδιές το ανέφελο ταξίδι, καρδιά μου!
Ξάπλωσε απαλά να ξαποστάσεις.
Μια θάλασσα πληγές γέμισες.

Ένα κι ένα

Ένα κι ένα, κάποιες φορές, κάνουν πολύ περισσότερα από δυο.
Ένα σύμπαν ολόκληρο από δυο κόσμους άρρηκτα δεμένους.
Χιλιάδες όνειρα σαν άστρα του ουρανού τους.
Μια ψυχή χωρισμένη σε δυο καρδιές χρυσασφάλιστες.
Αμέτρητα χαμόγελα αβίαστης ομορφιάς.
Εκατομμύρια λέξεις στολισμένες τα "σ'αγαπώ" τους.
Δυο κορμιά παραδομένα στην ηδονή
και δυο ζευγάρια χέρια να σφιχταγκαλιάζουν τον έρωτα.

Αν… Μια πύλη προς μια παράλληλη ζωή

Αν…
Δυο γράμματα.
Μία πύλη προς μία άλλη ζωή.
Καλύτερη ή χειρότερη;
Σίγουρα διαφορετική.

Δυο γράμματα σαράκι της καρδιάς και φωτιά της λογικής.
Στοιχειώνουν το παρελθόν, υποθηκεύουν το μέλλον και απενεργοποιούν το παρόν.
Καταβροχθίζουν όνειρα και οργιάζουν με μια φαντασία διεστραμμένη από πόθο και φόβο.
Γίνονται σενάρια σε ένα έργο παράλληλο, οικείο μα και τόσο ξένο, άπιαστο και μακρινό.

Η αρχή της μάστιγας του άγχους.
Ό, τι δε ζεις σε αγχώνει.
Είτε για να το ζήσεις, είτε για να το αποφύγεις.
Σφυροκοπάς τα κάγκελα του κλουβιού σου
κι είτε ακούς φάλτσα, είτε μελωδίες, η φυλακή παραμένει μέσα σου.

Σταμάτα!
Αυτό που τόσο μειλίχια σου υπόσχονται αυτά τα δυο γράμματα δεν υπάρχει.
Εκείνο που σε τρομοκρατεί στην πιθανότητα του να συμβεί, δεν υπάρχει ούτε αυτό.
Η μόνη αλήθεια είναι πως αυτή τη στιγμή αναλώνεσαι σε κάτι ανυπόστατο.
Χαραμίζεις αυτή τη μοναδική στιγμή ζωής που δε θα ξανάρθει σε ουτοπίες και φαντάσματα.

Μόνο ένα "αν" αξίζει.
Εκείνο που σου ψιθυρίζει πως αν θες να ζήσεις, μην αργείς.
Μην αφήνεις να σου μικραίνουν τη ζωή δυο γράμματα.

Σαν το παλιό κρασί

Να μεγαλώνεις σαν το παλιό κρασί.
Να κρατάς το απόσταγμα των ζυμώσεων
που σε έκαναν αυτό που είσαι.
Η υπομονή πάντα ανταμείβεται,
αν στη διάρκειά της εξελίσσεσαι.

Το άρωμα σου να αναδύει τη δύναμη
και την προσωπικότητά σου.
Το χρώμα σου να προκαλεί τον σεβασμό
όσων γνωρίζουν να εκτιμήσουν το βαθύ του,
επειδή κατανοούν πόσο σκοτάδι δέχτηκες για να το αποκτήσεις.

Η γεύση σου να γίνεται φιλί γλυκό κι αξέχαστο
γι’ αυτόν που είχε την υπομονή να στέκει πλάι σου
και να σε βλέπει να ωριμάζεις.

Γίνε κρασί και βάλε πνεύμα στον οίνο σου
για να γλεντούν όσοι σε αγαπούν
κι όσοι χαμογελούν με την καρδιά τους σαν σε βλέπουν.
Δώσε κέφι και σύρε το χορό της ζωής
μακριά από την απογοήτευση και τη μιζέρια.

Γίνε κρασί και να μεθάς
όσους σε πολιορκούν μ’ ανειλικρίνεια,
μήπως και μες στη ζάλη τους
σταθούν αντίκρυ στη συνείδησή τους.

1 3 4 5 6 7 11