Χρώματα ριγμένα
ανακατεμένα κατά γης.
Σώματα σαν φίδια,
της χαράς στολίδια,
θα δεις.
Στου χορού τη δίνη,
μάσκες κι αρλεκίνοι
ανυπομονούν.
Λίγο να γελάσουν
τις σιωπές να σπάσουν,
αν μπορούν.
Πρόσωπα κρυμμένα,
μάτια διψασμένα
στην αναμονή.
Μια ανάσα μένει
στη σκιά δεμένη
να ελευθερωθεί.
Λόγια του ανέμου
σ' άρμα μεθυσμένου
αντηχούν.
Άρχουσα αναρχία
ζάλη κι αμαρτία
να καραδοκούν.
Άθλιο καρναβάλι,
ψέμα και κραιπάλη
δίχως ενοχή.
Πίσω από κουρτίνες
σβήνουν πια ευθύνες
ήθος κι η ντροπή.
Όταν ξημερώσει
ποιος θα μετανιώσει
και ποιος θα κρυφτεί;
Ρότα πώς θ' αλλάξει
πάθη ν' αποτάξει
μήπως και σωθεί;










