Ψυχολογικές αποχρώσεις

Όχι επειδή μ’ αγάπησες

Πενθώ.
Όχι γιατί σε έχασα.
Μα για τον εαυτό
που σπατάλησα πλάι σου.

Δακρύζω.
Όχι γιατί με πόνεσες.
Μα για τη φροντίδα
που πίστεψα πως δεν αξίζω.

Πονώ.
Όχι για δε μ' αγάπησες.
Μα γιατί πίστεψα
πως έτσι είναι η αγάπη.

Αγανακτώ.
Όχι γιατί δεν πίστεψες σε μένα.
Μα για τα φτερά μου
που έσπασα
για να σ' ευχαριστήσω.

Και πάλι με έκρινες.
Και πάλι με πλήγωσες.
Και πάλι με μείωσες.

Δεν ήθελες να έχω μάτια,
να μη δω.
Δεν ήθελες να έχω μυαλό,
να μην καταλάβω.
Δεν ήθελες να έχω φτερά,
να μη σου φύγω.
Δεν ήθελες να έχω καρδιά,
να μην αγαπηθώ.

Μα κοίτα με!
Είδα.
Κατάλαβα.
Έφυγα.
Αγαπήθηκα.
Μακριά σου.

Κι αν ακόμα
τριγυρίζεις στη μνήμη μου,
είναι επειδή αρνούμαι να σκοτώσω
τα όμορφα που έζησα κοντά σου.

Όχι επειδή μ' αγάπησες.
Μα γιατί στην καρδιά μου
δε χωρούσε
κάτι άλλο
από την αγάπη.

Θέλει λευτεριά η αξιοπρέπεια

Έσκυψα πάνω
από την ποδοπατημένη
αξιοπρέπειά μου.
Η ζωή ήρθε
και με σκούντηξε στον ώμο.
"Εγώ σ'την έδωσα για λάβαρο"
μου είπε.
"Κι εσύ την έκανες χαλί
για να σκουπίζουν τα παπούτσια τους
ανάξιοι".

Έκλαψα.
Ξέπλυνα τις λάσπες
απ' τα πρέπει
του κάλπικου σεβασμού
και
ω του θαύματος,
γύρω μου φύσηξε
ένα αναζωογονητικό αγέρι.
Σαν νεογέννητο,
ούρλιαξα μ' όλη μου τη δύναμη
και πήρα,
σαν από καιρό χαμένη,
την πρώτη μου ανάσα.

"Θέλει λευτεριά η αξιοπρέπεια"
μου θύμισε η ζωή
και κύλησε.

Φαντάσματα επιθυμιών

Κάποτε
άρχισα να μετρώ
τους γύρω μου.
Οι πιο πολλοί,
φαντάσματα των επιθυμιών μου.
Οι λίγοι που άγγιξα,
οι μετρημένοι στα δάχτυλα,
με ξύπνησαν.
Με μάτια ορθάνοιχτα,
έδωσα τη ζυγαριά στην καρδιά.
"Φτάνει ο οίκτος"
της είπα.
"Δες πώς σβήνει η δίψα σου
στο αμοιβαίο.
Η προσμονή είναι ψέμα.
Κι εσύ
μεγάλωσες πια
για να πιστεύεις
σε φαντάσματα."

Χώρος αναμονής

30 Ιανουαρίου, 2025

Αναμονή.
Κάποτε μόνη,
πια συντροφιά
μ' ένα βιός στην πλάτη.
Με βαραίνει θαρρείς;
Δεν κουβαλώ
πάνω από αυτό που αντέχω.
Στο φως αναπολώ
και στο σκοτάδι ακόμα
θα επιπλεύσω.

Σαν άλλος Ίκαρος

Πέτα όνειρό μου!
Πέτα ψηλά σαν χαρταετός στα χέρια ενός παιδιού!
Δώσε μου την ελπίδα κι άσε με ν' αγγίξω 
λίγο από τον αιθέριο ουρανό σου!
Από εσένα, μου είπαν, έχω φτιαχτεί 
κι είναι στη φύση μου να κοιτώ κει πάνω. 
Να ψάχνω μέσα στα νέφη να σε βρω.
Μην έχεις μπλεχτεί μες στης μολυσμένης πόλης τα καλώδια.
Μην έχεις ξεσκιστεί από άγρια κλαδιά
που βρέθηκαν στον δρόμο σου.

Πρέπει να σε βρω όνειρό μου!
Μη μου απομακρύνεσαι!
Είμαστε δεμένοι οι δύο μας 
μ' αυτόν τον σχοίνινο ομφάλιο λώρο 
που δίνει πνοή στο σάρκινο κορμί μου.

Έλα να πετάξουμε ψηλά μαζί. 
Έχω τόση ανάγκη από μια πτήση.
Κουράστηκα από τις κακοτοπιές και την κακία.
Απηύδησα από των κακότροπων ανθρώπων
την απανθρωπιά.
Πήγαινε με ανάμεσα στα ουράνια πτηνά
να νιώσω την ελευθερία
να κυλά κατά μήκος των χεριών μου.

Μην ανησυχείς. 
Θα φροντίσει η ζωή να με κατεβάσει ξανά. 
Έχει τον τρόπο της να προσγειώνει
όσους δε τους μέλλει να πετούν αιώνια.

Μα κι αν πέσω,
δε θ' αφήσω το σχοινί σου από τα χέρια μου. 
Στην πρώτη ευκαιρία θ' απογειωθώ ξανά. 
Είναι στη φύση μου να αγαπώ τα ύψη. 
Σαν άλλος Ίκαρος σταυρωμένος 
πάνω στον φλεγόμενο χαρταετό του.

Η χημεία της αγάπης

Θάρρος είναι για αφέλεια άραγε, άνθρωπε, πως αγαπάς,
ενώ σε μια στιγμή μπορείς όλα να τα χάσεις;
Είσαι η πιο επισφαλής επιχείρηση, μα το προϊόν της αγάπης σου αποφέρει το μεγαλύτερο κέρδος.
Να 'ναι η πίστη σου σ' αυτό, που σε κάνει να προχωράς πάσει θυσία
ή η ψευδαίσθηση πως είναι το μόνο που θα πάρεις μαζί σου,
φεύγοντας από τούτη τη μάταιη κι επίπονη ζωή;
Μήπως γεμίζεις τα μπαγκάζια σου χτίζοντας σχέσεις στην άμμο της αβεβαιότητας,
για ν' απολαύσεις μαθήματα κι αισθήματα σε μιαν άλλη ζωή αφθαρσίας;


Αχ και να 'ξερες, άνθρωπε, γιατί κανεις όσα κάνεις και γιατί ζεις όπως ζεις.
Ίσως να γλίτωνες πόνο και κόπο, αλλά, καλέ μου άνθρωπε,
πώς θα μπορούσες να βάλεις ως στόχο την αγάπη;
Αυτή προκύπτει ανεξέλεγκτα κι όσο την κυνηγάς, τόσο την πληγώνεις.
Είναι χημεία ουσιών που δεν μπορείς τη βάση τους να τη γνωρίσεις,
από κόσμο αλλούτερο που οι φτωχές αισθήσεις σου δε φτάνουν να ερευνήσουν.
Μ' αν θες στ' αλήθεια να μάθεις τη χημεία την αγάπης, κάνε ο,τι κάνεις και ζήσε όπως ζεις.
Στον πόνο, τον μόχθο και την ανασφάλεια.
Μονάχα ο ακροβάτης νιώθει το απέραντο κενό που τον χωρίζει από το έδαφος,
μα συνεχίζει κρατώντας τα μάτια του μπροστά.
Κι ας ματώνουν τα πόδια του πάνω στο σκληρό σχοινί.
Ο φόβος της απώλειας σε υποχρεώνει είτε να γκρεμιστείς κοιτώντας τον κίνδυνο κατάματα
είτε ν'αγαπήσεις πιο έντονα χωρίς να νοιάζεσαι για το τι και πώς.

Ω άνθρωπε! Tι δύσκολη ζωή σου δώσαν!
Απ' όλα τα ζωντανά, μονάχα εσύ να έχεις επιλογή στην αγάπη!
Με όπλα ασαφή κι άμυνες συγκεχυμένες, πορεύεσαι κι όπου βγει...
Δε σε ζηλεύω άνθρωπε...μα σε θαυμάζω που,
παρά τον φόβο, τον πόνο και την ανασφάλεια,
εθίζεσαι, τόσο αυθαδώς, στη χημεία της αγάπης!

Αποποίηση

Της είπαν πως μοιάζει εύθραυστη σαν νεράιδα
και γοητευτική σαν πριγκίπισσα.
Της είπαν πως η ομορφιά της είναι η δύναμή της.
Τότε εκείνη υποκλίθηκε μ'ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη.
Έβγαλε το στέμμα που της φόρεσαν,
σήκωσε τα μανίκια,
έκανε το ραβδί της κατσαβίδι κι άρχισε να μαστορεύει,
ευθαρσώς κι επιδέξια, τις αιώνιες ρωγμές της.

Η φυγή

Σαγηνευτική δύναμη με καλεί σαν τον δραπέτη
Να τρέξω, ν’ απομακρυνθώ, να χαθώ.
Σ’ έναν κόσμο πιο φιλόξενο
για την πληγωμένη ευαισθησία μου.
Δε μου υπόσχεται ακριβή προορισμό.
Μια ασαφή ιδέα για πυξίδα μόνο.
Τριγύρω όλα ξένα με αύρα εχθρική.
Από τ’ ασήμαντα ως τα πιο ουσιώδη.
Αναταράσσουν με τις δονήσεις τους
την ήδη ταραγμένη ψυχή μου.
Δε χωρά κανέναν και τίποτα αυτή τη στιγμή.
Μόνο εκείνην που με την προστατευτική της χροιά
με καλύπτει.
Λόγια στριμωγμένα στο μυαλό μου,
αδιάλειπτα κι ακατανόητα, βαραίνουν την καρδιά.
Πονάω.
Μόνο αυτή μου μένει.
Με καλεί σαν θεραπεία που γνωρίζω πως δεν είναι.
Ποθώ να βουτηχτώ στη δειλία μου, παρά να σταθώ.
Αυτή τη στιγμή που απουσιάζει το κουράγιο.
Ίσως αργότερα, κάπου ανάμεσα σ’ ένα όμορφο θέαμα,
σε μια όμορφη σκέψη ή λέξη να το βρω.
Μα τώρα χάνομαι κι εκείνη με περιμένει.
Μιλά ψιθυριστά μέσα στο μυαλό μου σαν ερωμένη.
Μουδιάζει τη σκέψη μου.
Σχεδόν δεν αισθάνομαι.
Δε θα μου δώσει απαντήσεις,
δε θα μου βρει λύσεις.
Ίσως στο ταξίδι τις βρω κρυμμένες
στην εναλλαγή παραστάσεων.
Προς το παρόν υπακούω στην ορμητική της έλξη.
Δεν περιμένω τίποτα.
Δεν επιθυμώ τίποτα.
Μονάχα εκείνη.
Με καλεί.
Με περιμένει.
Η φυγή από τον επώδυνο βάλτο των πληγών.

Ένας αόρατος θάνατος

Η αιχμηρή λεπίδα κρέμεται διαρκώς
σε απόσταση αναπνοής από τη βάση του λαιμού σου.
Εσύ σκυφτή κι ανήμπορη ν' αντιδράσεις,
αγκιστρωμένη από τον εφιάλτη.
Ο φόβος δυνάστης σε παραδίδει
στον τρόμο του επερχόμενου.
Μια απειλή που γεννάται
σαν παραμορφωμένο έκτρωμα
και φιλοδοξεί να ενηλικιωθεί μέσα σου.
Θα υλοποιηθεί;
Θα παραμείνει στα λόγια;

Πόσα "αν" και "μήπως" σε κράτησαν ξύπνιο
και σε παρακολουθούσαν να δακρύζεις αθόρυβα;
Πόσα νόθα "πρέπει" υιοθέτησες
για να προστατευτείς;
Όσα σου ανήκαν στ' αλήθεια
κρύφτηκαν στο θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου
για να μη μαγαριστούν.

Μα ο καιρός πέρασε.
Τα λησμόνησες.
Η λεπίδα δεν έφυγε από πάνω σου
κι ας μην έπεσε ποτέ.
Η μήπως έπεσε;
Είσαι ζωντανή;
Ή παραδόθηκες στον αόρατο θάνατο
που σε σκότωνε ξανά και ξανά,
βασανιστικά κι αδυσώπητα;

Κοιτάς γύρω σου.
Κοιτάς μέσα σου.
Δε γνωρίζεις πια τι είναι δικό σου
και τι επίκτητο.
Τι πιο βίαιο από τη φυλακή της ψυχής;
Τα χρόνια που πέρασες σκυφτή
βάρυναν τους ώμους σου.
Δεν ορθώνουν ανάστημα,
όσο κι αν ο θυμός σιγοβράζει μέσα σου
σαν την ύστατη προσπάθεια του καταρρακωμένου σου εαυτού
ν' απελευθερωθεί από τα δεινά του.

Δεν υπάρχει πια λεπίδα.
Το φάντασμά της αιωρείται μονάχα
από πάνω σου.
Κι εσύ μεγάλωσες πια.
Ήρθε ο καιρός να πάψεις να πιστεύεις στα φαντάσματα.
Το ορατά αόρατο που καταπιεζόταν μέσα σου
ήρθε η ώρα να σου διδάξει
πώς τα αόρατα του ορατού
δεν μπορούν να σε αγγίξουν
παρά μόνο αν εσύ πια το θελήσεις.

Άνοιξε το θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου.
Ο θάνατος, είτε ορατός είτε αόρατος,
με μια ανάσταση νικάται.

Ποτέ δεν είναι αργά

Η θέληση δε μετράει τα χρόνια.
Με σύμμαχο την εμπειρία από τα λάθη
και τη σκέψη που κατεργάστηκε η ζωή,
προχωρά γεμίζοντάς σε με τον νεανικό ζήλο,
τη γεύση του οποίου είχες λησμονήσει.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά ή γρήγορα θα πετύχεις τον στόχο σου.
Σκαλοπάτια που σε ανεβάζουν προς το ποθούμενο
οι επιλογές, οι αποφάσεις, οι πράξεις σου.
Οι εκπλήξεις κι οι αναποδιές που επιφυλάσσει η μοίρα
είναι στροφές της κλίμακας.
Όσο υπακούς στη θέληση, τόσο πλησιάζεις.
Όσο γίνεσαι ένα με τον στόχο σου, τόσο τον ελκύεις.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά είναι μόνο όταν παραιτηθείς.
Όταν πειστείς να σταματήσεις
και να παραδοθείς στην αδράνεια.

Ποιο νόημα τροφοδοτεί τη θέληση;
Μην το ψάχνεις γύρω σου, σε όσα σου λείπουν ή σε όσα στερήθηκες.
Τα τραύματα δεν καθορίζουν στόχους.
Αποζητούν μονάχα εκδίκηση.
Θολώνουν τα μάτια κι απομακρύνουν το ζητούμενο.
Αν οι στόχοι σου βασιστούν σε απωθημένα,
η επίτευξη τους δε θα κατορθώσει να σε ολοκληρώσει.

Ψάξε μέσα σου.
Τι αγαπάς;
Τι ονειρεύεσαι;
Τι ζητά η ψυχή σου για να γαληνέψει;
Βρες το και κυνήγησέ το πεισματικά επειδή το αξίζεις.
Ποτέ δεν είναι αργά για να νιώσεις ολόκληρος.

Κύκλους γεμάτη είναι η ζωή.
Κάνε τη θέληση διαβήτη και κλείσ' τους.
Και μέσα εκεί στη θαλπωρή των επιτευγμάτων σου,
θα δεις πως ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσεις.

1 2 3 4 5