Ψυχολογικές αποχρώσεις

Η φυγή

Σαγηνευτική δύναμη με καλεί σαν τον δραπέτη
Να τρέξω, ν’ απομακρυνθώ, να χαθώ.
Σ’ έναν κόσμο πιο φιλόξενο
για την πληγωμένη ευαισθησία μου.
Δε μου υπόσχεται ακριβή προορισμό.
Μια ασαφή ιδέα για πυξίδα μόνο.
Τριγύρω όλα ξένα με αύρα εχθρική.
Από τ’ ασήμαντα ως τα πιο ουσιώδη.
Αναταράσσουν με τις δονήσεις τους
την ήδη ταραγμένη ψυχή μου.
Δε χωρά κανέναν και τίποτα αυτή τη στιγμή.
Μόνο εκείνην που με την προστατευτική της χροιά
με καλύπτει.
Λόγια στριμωγμένα στο μυαλό μου,
αδιάλειπτα κι ακατανόητα, βαραίνουν την καρδιά.
Πονάω.
Μόνο αυτή μου μένει.
Με καλεί σαν θεραπεία που γνωρίζω πως δεν είναι.
Ποθώ να βουτηχτώ στη δειλία μου, παρά να σταθώ.
Αυτή τη στιγμή που απουσιάζει το κουράγιο.
Ίσως αργότερα, κάπου ανάμεσα σ’ ένα όμορφο θέαμα,
σε μια όμορφη σκέψη ή λέξη να το βρω.
Μα τώρα χάνομαι κι εκείνη με περιμένει.
Μιλά ψιθυριστά μέσα στο μυαλό μου σαν ερωμένη.
Μουδιάζει τη σκέψη μου.
Σχεδόν δεν αισθάνομαι.
Δε θα μου δώσει απαντήσεις,
δε θα μου βρει λύσεις.
Ίσως στο ταξίδι τις βρω κρυμμένες
στην εναλλαγή παραστάσεων.
Προς το παρόν υπακούω στην ορμητική της έλξη.
Δεν περιμένω τίποτα.
Δεν επιθυμώ τίποτα.
Μονάχα εκείνη.
Με καλεί.
Με περιμένει.
Η φυγή από τον επώδυνο βάλτο των πληγών.

Ένας αόρατος θάνατος

Η αιχμηρή λεπίδα κρέμεται διαρκώς
σε απόσταση αναπνοής από τη βάση του λαιμού σου.
Εσύ σκυφτή κι ανήμπορη ν' αντιδράσεις,
αγκιστρωμένη από τον εφιάλτη.
Ο φόβος δυνάστης σε παραδίδει
στον τρόμο του επερχόμενου.
Μια απειλή που γεννάται
σαν παραμορφωμένο έκτρωμα
και φιλοδοξεί να ενηλικιωθεί μέσα σου.
Θα υλοποιηθεί;
Θα παραμείνει στα λόγια;

Πόσα "αν" και "μήπως" σε κράτησαν ξύπνιο
και σε παρακολουθούσαν να δακρύζεις αθόρυβα;
Πόσα νόθα "πρέπει" υιοθέτησες
για να προστατευτείς;
Όσα σου ανήκαν στ' αλήθεια
κρύφτηκαν στο θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου
για να μη μαγαριστούν.

Μα ο καιρός πέρασε.
Τα λησμόνησες.
Η λεπίδα δεν έφυγε από πάνω σου
κι ας μην έπεσε ποτέ.
Η μήπως έπεσε;
Είσαι ζωντανή;
Ή παραδόθηκες στον αόρατο θάνατο
που σε σκότωνε ξανά και ξανά,
βασανιστικά κι αδυσώπητα;

Κοιτάς γύρω σου.
Κοιτάς μέσα σου.
Δε γνωρίζεις πια τι είναι δικό σου
και τι επίκτητο.
Τι πιο βίαιο από τη φυλακή της ψυχής;
Τα χρόνια που πέρασες σκυφτή
βάρυναν τους ώμους σου.
Δεν ορθώνουν ανάστημα,
όσο κι αν ο θυμός σιγοβράζει μέσα σου
σαν την ύστατη προσπάθεια του καταρρακωμένου σου εαυτού
ν' απελευθερωθεί από τα δεινά του.

Δεν υπάρχει πια λεπίδα.
Το φάντασμά της αιωρείται μονάχα
από πάνω σου.
Κι εσύ μεγάλωσες πια.
Ήρθε ο καιρός να πάψεις να πιστεύεις στα φαντάσματα.
Το ορατά αόρατο που καταπιεζόταν μέσα σου
ήρθε η ώρα να σου διδάξει
πώς τα αόρατα του ορατού
δεν μπορούν να σε αγγίξουν
παρά μόνο αν εσύ πια το θελήσεις.

Άνοιξε το θησαυροφυλάκιο της ψυχής σου.
Ο θάνατος, είτε ορατός είτε αόρατος,
με μια ανάσταση νικάται.

Ποτέ δεν είναι αργά

Η θέληση δε μετράει τα χρόνια.
Με σύμμαχο την εμπειρία από τα λάθη
και τη σκέψη που κατεργάστηκε η ζωή,
προχωρά γεμίζοντάς σε με τον νεανικό ζήλο,
τη γεύση του οποίου είχες λησμονήσει.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά ή γρήγορα θα πετύχεις τον στόχο σου.
Σκαλοπάτια που σε ανεβάζουν προς το ποθούμενο
οι επιλογές, οι αποφάσεις, οι πράξεις σου.
Οι εκπλήξεις κι οι αναποδιές που επιφυλάσσει η μοίρα
είναι στροφές της κλίμακας.
Όσο υπακούς στη θέληση, τόσο πλησιάζεις.
Όσο γίνεσαι ένα με τον στόχο σου, τόσο τον ελκύεις.

Δεν υπάρχει αργά.
Αργά είναι μόνο όταν παραιτηθείς.
Όταν πειστείς να σταματήσεις
και να παραδοθείς στην αδράνεια.

Ποιο νόημα τροφοδοτεί τη θέληση;
Μην το ψάχνεις γύρω σου, σε όσα σου λείπουν ή σε όσα στερήθηκες.
Τα τραύματα δεν καθορίζουν στόχους.
Αποζητούν μονάχα εκδίκηση.
Θολώνουν τα μάτια κι απομακρύνουν το ζητούμενο.
Αν οι στόχοι σου βασιστούν σε απωθημένα,
η επίτευξη τους δε θα κατορθώσει να σε ολοκληρώσει.

Ψάξε μέσα σου.
Τι αγαπάς;
Τι ονειρεύεσαι;
Τι ζητά η ψυχή σου για να γαληνέψει;
Βρες το και κυνήγησέ το πεισματικά επειδή το αξίζεις.
Ποτέ δεν είναι αργά για να νιώσεις ολόκληρος.

Κύκλους γεμάτη είναι η ζωή.
Κάνε τη θέληση διαβήτη και κλείσ' τους.
Και μέσα εκεί στη θαλπωρή των επιτευγμάτων σου,
θα δεις πως ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσεις.

Αρκεί να συνεχίσεις να προχωράς

Ένα βήμα για να σε πάει κάπου χρειάζεται δυο κινήσεις.
Μια σε μετακινεί μπροστά
και μια δεύτερη επιβεβαιώνει την πρόθεσή σου να προχωρήσεις.
Όσο δεν επιβεβαιώνεις την επιλογή σου,
θα μένεις μετέωρος ανάμεσα σ' αυτό που σκοπεύεις
κι αυτό που φοβάσαι.
Αν κάνεις λάθος;
Οι δρόμοι για να περπατήσεις είναι αμέτρητοι
κι η ευκαιρία ν' αλλάξεις κατεύθυνση,
παρούσα την κάθε στιγμή.
Αρκεί να συνεχίσεις να προχωράς.

Μαγνήτες είμαστε οι άνθρωποι

Αν χρειάζεται να εξηγήσεις,
σημαίνει πως δε σε κατανοούν.
Αν σε υποτιμούν,
δε σε σέβονται.
Αν αισθάνεσαι φόβο, σε απειλούν,
είτε σωματικά είτε ψυχικά.
Αν χάνεις τον εαυτό σου,
δεν ανήκεις εκεί.
Αν σε κατακρίνουν,
δε σ' αγαπούν.

Μαγνήτες είμαστε οι άνθρωποι.
Ό, τι νιώθουμε για τον εαυτό μας,
αυτό έλκουμε από τους "αντίστοιχους" άλλους.
Αν θέλεις να εισπράξεις αγάπη, λοιπόν,
ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.

Στη χώρα των ψεμάτων

Η Αλίκη δεν μπορεί πια
να βυθιστεί στο όνειρο.
Εκεί που τα λευκά κουνέλια
δεν πιάνονται σε παγίδες,
οι απάτες είναι αθώα μαγικά
και - το κυριότερο -
μπορείς να ξυπνήσεις όποτε θέλεις.

Η Αλίκη μεγάλωσε.
Αν όμως κάτι έμαθε
από τη χώρα των Θαυμάτων
είναι πως το ψέμα
διψά για οικειότητα
και φωλιάζει
σε ό, τι αγαπάς.
Μην το ψάχνεις
σαν κάτι μαγικό ή εμφανές.
Η καθημερινότητα
είναι η κρυψώνα του
και η συνήθεια
η τροφός του.
Μονάχα ένας τρελοκαπελάς
μπορεί να σε σώσει.
Η τρέλα
δεν πιστεύει στα ψέματα,
γιατί γνωρίζει πολύ καλά
πώς να κάνει
τα όνειρα πραγματικότητα.

Φοίνικας πόθος

Αλωνίζω στ’ αμετάβλητα σοκάκια της ρουτίνας
μ’ έναν πόθο μασκαρεμένο αδιαφορία.
Τον προστατεύω στοργικά κάτω από τη φτερούγα
των ονείρων που μοιράζομαι μ’ ένα τραχύ μαξιλάρι,
μουσκεμένο από τα δάκρυα της ματωμένης ελπίδας μου.
Ποιος θα νοιαστεί για τα ανείπωτα;
Ποιος ενδιαφέρεται για ό, τι δεν έχει φωνή;
Τι κι αν κραυγάζει πιο δυνατά
κι από την ακούρδιστη μπάντα του χαμένου χρόνου.
Τι κι αν φαίνεται πιο καθαρά
κι από τον ξάστερο ουρανό της ειλικρίνειας
σε δυο μάτια που δεν έμαθαν να λένε ψέματα.
Ποιος νιώθει το αδιόρατο
αν όχι μέσα από την παραμελημένη ενσυναίσθηση
που λαχταρά ν’ αφυπνιστεί;
Ποτέ ο πόθος δεν πέθανε από τα χέρια του αντικειμένου του.
Αυτόχειρας που σέρνεται
στα σκοτεινά στενά της λήθης
δηλητηριασμένος από την πίκρα της απογοήτευσης.
Εκεί, που η ρουτίνα επιβάλλεται της μνήμης
και απωθεί πεισματικά την απώλεια,
θα γεννηθεί ξανά.
Ο φοίνικας πόθος που σβήνει τον θάνατο
με την αέναη ομορφιά της ζωής.

Η επαφή

Και τι κατάλαβες που έβαλες λέξεις σε αυτά που δεν εκφράζονται;
Τα έζησες ή χάθηκες στην προσπάθεια να βρεις τις κατάλληλες;
Έζησες τη μαγεία του λόγου, λες.
Εκείνη που σου ανοίγει το δρόμο προς το βαθύ, το ουσιώδες,
το ανείπωτο μέσα από μια κλειδαρότρυπα της καρδιάς.
Την άγγιξες κι ηλεκτρίστηκες ηδονισμένος.
Μα λίγο κρατά η ηδονή σου.
"Καλύτερα ο λόγος παρά ο άνθρωπος", λες.
"Ο πρώτος εξαγνίζει, ο δεύτερος πληγώνει".
"Ποιος ζει;" θα σε ρωτήσω.
"Εκείνος που βρίσκει καταφύγιο και επιζεί πνιγμένος στο μαύρο πέπλο της ελπίδας
ή εκείνος που ορθώνεται μπρος στη θάλασσα,
γεύεται την αλμύρα της ως τα μύχια της ψυχής του
και γυρνά στη βάση του μισοθανής μα ευεργετημένος;".
Η επαφή.
Με τον κόσμο, τους γύρω σου, το μέσα σου.
Αυτή είναι η θάλασσα της ζωής.
Κι ο λόγος, ένα χρυσόκτιστο κουπί στο χέρι σου.
Σε τι χρησιμεύει ένα κουπί, αν όχι σε ταξίδι;
Διακοσμητικό θα μείνει να εξυμνεί το ιδανικό
όσων δεν τόλμησες να ζήσεις.

Για μιαν υπέρβαση

Ευερέθιστες οι δυσκολίες.
Σαν σύννεφα καραδοκούν να σε μουσκέψουν
με το ηδονικό υγρό τους.
Απρόσμενα.
Σταγόνες από σίδερο πληγιάζουν το δέρμα σου
και θραύσματά τους εισχωρούν στο αίμα.
Μολυσμένο από τη θλίψη μεταφέρει το μήνυμα
από την καρδιά στο μυαλό κι αντίστροφα,
σαν άχαρος αγγελιοφόρος θανάτου.
Πώς να σταθείς με το μαύρο μίασμα
να κυκλοφορεί παντού μέσα σου;
Να καταπνίγει αισθήσεις, σκέψεις κι αισθήματα
σαν λεπτό στρώμα άκαμπτου πάγου
που κράτα βίαια το δροσερό νερό από κάτω του.

Οι αναμνήσεις, χείμαρρος που ξυπνά
κι ενσωματώνει τη νεοφερμένη λύπη.
Κοιτάς και θυμάσαι ένα γαϊτανάκι άσχημων στιγμών
που τις ενώνει μια κοινή μοίρα, λες.
Αγγίζεις παντού έναν ιστό πλεγμένο από δυσαρέσκεια
και γεύεσαι την πικρία σαν καταραμένο μαντζούνι.
Η παρεξήγηση φωλιάζει σε ό, τι ακούς και επωάζει
προσβολές και παρανοήσεις σε κάθε σου σκέψη.
Η όσφρηση νεκρώνεται.
Δε σε προειδοποιεί για τίποτα πια.
Μα μήπως κι οι άλλες αισθήσεις δουλεύουν;
Καθαρότητα θέλουν για να λειτουργήσουν.
Μα που να τη βρουν με τέτοια συννεφιά;

Η επιλογή είναι το μόνο όπλο που έχει ο άνθρωπος
σε τούτη τη ζήση.
Ή θα παραδοθείς και θα το στρέψεις πάνω σου
ή θα σταθείς όρθιος και θα παλέψεις.
Η πρόσκαιρη αμφιταλάντευσή σου ανάμεσά τους
μη σε τρομάζει.
Το καταστάλαγμα μετρά.
Στα σύννεφα των δυσκολιών να μη μείνεις ένα με τη βροχή.
Να γίνεις ουρανός που στέκει πιο ψηλά κι απ’ το ακατόρθωτο.

«Μα πώς εγώ ο αδύναμος να φτάσω τέτοια ύψη;» θα μου πεις.
Μέσα από την άβυσσο αποκαλύπτεται
το μεγαλείο του παραδείσου.
Άλλωστε, για μιαν υπέρβαση ζούμε.

Μια θάλασσα πληγές

Βούτα στη θάλασσα καρδιά μου!
Να ξεπλύνεις τις πληγές σου στην αλμύρα της.
Χωρίς φόβο.
Γίνε φύλλο με οδηγό τον άνεμο και πυξίδα τα κύματα.
Φτάνουν πια τα δάκρυα.
Αλμύρα είναι κι αυτά.
Άστα να ενωθούν με τη μητρική αγκαλιά της θάλασσας
και να χαθούν στο σκοτεινό βυθό της μαζί με ό, τι λύτρωσαν.
Προσπάθησες, μα έχασες από τα ξεχασμένα θραύσματα
που έσπειραν σε ξένες καρδιές.
Αναπόφευκτα, μα υπ' ευθύνη σου, σε πλήγωσαν κι εσένα.
Δεν αγαπούν όλες οι καρδιές το ανέφελο ταξίδι, καρδιά μου!
Ξάπλωσε απαλά να ξαποστάσεις.
Μια θάλασσα πληγές γέμισες.

1 2 3 4 5