Ψυχολογικές αποχρώσεις

Στα ρηχά της ασφάλειας

Μεθυστική η ευτυχία.
Σαν γλυκόπιοτο κόκκινο κρασί
που με βαρά στο κεφάλι.
Η ματιά θολώνει.
Μου φτιάχνει τη διάθεση.
Η δυστυχία των γύρω,
ένας περαστικός στον δρόμο
που δε με αφορά.

Χασκογελώ κι αφήνομαι
με χέρια σε έκταση
και ψυχή σε ανάταση.
Λικνίζομαι
κι επιτρέπω στο ρεύμα
να με παρασύρει.
Τα γλυκά δάκρυα
δεν τσούζουν στα μάτια.
Τα έχω ανάγκη.
Τα αξίζω.

Ξέρω πως
οι δείκτες του ρολογιού
μετρούν αντίστροφα.
Δε θα κρατήσει πολύ.
Κάθε χτύπος όμως
–του ρολογιού
και της καρδιάς μου–
μετρά αναμνήσεις.
Μικρά βράχια για να πιαστώ
στην επόμενη θαλασσοταραχή.
Σημάδια που χαράσσουν
τον χάρτη της ζωής μου.
Κι εγώ,
ευτυχής ναυαγός
στα ρηχά της ασφάλειας.

Άφθαρτη ενοχή

Δεν είμαι θεός.
Είμαι απλώς ένας άνθρωπος.
Δεν μπορώ να ελέγξω
τον θάνατο.
Δεν μπορώ να ελέγξω
τους άλλους.
Εδώ, καλά καλά,
δεν μπορώ να ελέγξω
τον εαυτό μου.

Δεν είμαι παντογνώστης,
πανταχού παρών,
παντεπόπτης
και πανδαμάτωρ.
Έχω όρια.
Σωματικά, νοητικά, ψυχικά.

Είμαι φθαρτός.
Μα πιο φθαρτές
οι αντοχές μου
κι η ανοχή πως
κι οι δικοί μου
είναι κι αυτοί φθαρτοί.
Η ενοχή μου όμως,
άφθαρτη κι ακούραστη,
προσπαθεί πάντοτε να με πείσει
πως μπορούσα και καλύτερα.
Αν είχα κάνει εκείνο ή το άλλο.
Αν είχα προσπαθήσει λίγο παραπάνω.
Αν είχα γίνει θεός.
Αν δεν ήμουν άνθρωπος.
Κι εγώ την άκουγα
και την υπηρετούσα.
Δίνοντας αίμα και σθένος
σε κάθε τι που έκανα.
Να γίνει λίγο πιο καλό.
Ν' αγγίξει λίγο το τέλειο.
Τι πλάνη!

Το τέλειο φέρνει το τέλος.
Μα εγώ τελείες
ξέρω να βάζω
μονάχα στις προτάσεις.
Ποτέ δεν κατάφερα
κάτι παραπάνω από αυτό.
Ίσως στα φαινόμενα,
εκεί, να ήμουν καλή.
Ώσπου στο τέλος,
εξαπάτησα
και τον εαυτό μου.

Είμαι άνθρωπος.
Μπορώ λίγα
κι ας θέλω πολλά.
Μου πήρε χρόνια
να καταλάβω 
πως κάποιες φορές
δε φτάνει μόνο να θέλω
για να μπορώ.

Ενοχή μου,
Συγχώρεσε με. 

Το χέρσο χωράφι

Υπάρχει ένα χωράφι σκοτεινό.
Τα μάτια δεν το βλέπουν.
Τα λόγια δεν το φτάνουν.
Οι σκέψεις εκεί δε φυτρώνουν.
Μονάχα αποθηκεύονται
και περιμένουν.

Τα χρόνια περνούν.
Οι σκέψεις μαραζώνουν.
Σαπίζουν και γίνονται
λίπασμα ασθενειών κι απωθημένων
για όσα δεν είπα.
Κι όλα τα ανέκφραστα
γίναν στοιχειά
που με τρομάζουν τα βράδια.

Ανάμεσά τους ριζώσαν ζιζάνια.
Συναισθήματα πελώρια
δεμένα σε δεμάτια.
Πολλά μαζί, αδιαχώριστα.
Μπλέκονται στα μαλλιά μου,
ερεθίζουν τα μάτια μου,
σφραγίζουν τα χείλη μου,
σφίγγουν την καρδιά μου.
Κλείνω τ'αυτιά
στις ακαθόριστες κραυγές τους
που ουρλιάζουν μέσα στο κεφάλι
χωρίς κανένα νόημα.

Το χωράφι ακαλλιέργητο.
Ανάμεσα στο σκέφτομαι και το λέω
ένα χάσμα αγεφύρωτο.
Κι εσύ να ρωτάς...
"Τι έχεις;"
"Τίποτα".
Μόνη σοδειά η σιωπή.
Ναι.
Δεν έχω τίποτα να πω.
Ζιζάνια και σάπιους σπόρους
δεν ξερω να τα κάνω λέξεις.
Δεν αντέχω τη δυσωδία.
Τι να σου πω;

"Συναισθηματικός αναλφαβητισμός"
είπε ο γιατρός
και σύστησε να γράφω τι νιώθω.
Μα εγώ πάντα έγραφα τι νιώθω.
Πώς να σ'τα πω είναι το θέμα.
Ν' αρθρώσω τις σωστές λέξεις.
Να σφουγγίξω με τα γράμματα
το συναίσθημα.
Μήπως και κάποια βραδιά
πιάσουν τόπο τα δάκρυα
και θερίσω λίγη αγάπη.

Στην ντουλάπα

Κλείστηκα στην ντουλάπα.
Έχει ησυχία εδώ μέσα.
Κι αυτή η μυρωδιά λεβάντας
με νανουρίζει.
Δε φοβάμαι το σκοτάδι.
Πιότερο με τρομάζουν
οι φωνές των ανθρώπων
που μιλούν για όσα δεν ξέρουν.

Τα ρούχα είναι απαλά
σε αντίθεση με τα λόγια.
Δε διαχωρίζω χρώματα ή σχέδια.
Στην αφή είναι όλα ένα χρώμα.
Άλλο μακρύ, άλλο κοντό.
Άλλο λεπτό, άλλο χοντρό.
Υφάσματα λογιών λογιών.
Μα ξέρω πως όλα μου ταιριάζουν γάντι.

Μου πήρε χρόνια να τα διαλέξω.
Να μάθω τι μου πηγαίνει και τι όχι.
Μπέρδεψα τις εποχές,
άκουσα τους ανέμους,
πήγα κόντρα στον καιρό.
Ξεπάγιασα και κάηκα.

Έχει ησυχία εδώ μέσα.
Τα λάθη δεν κάνουν φασαρία.
Θα φορέσω κάτι στην τύχη.
Στο κάτω κάτω,
τι σημασία έχει;
Τα ρούχα δεν κάνουν την ψυχή.

Αλλαγή εποχής

Άδειασα την ντουλάπα μου.
Κράτησα μόνο ένα πουκάμισο
λευκό σαν τη σελήνη
και φωτεινό σαν τον ήλιο.
Σε κάποια μέρη που το φόρεσα,
λεκιάστηκε
από δήθεν φιλικά χτυπήματα στην πλάτη
και σφιχτές αγκαλιές που πνίγουν την ελπίδα.
Οι στάμπες με δυσκόλεψαν για να βγουν.
Μάτωσα, μα το έπλυνα στο χέρι.
Τώρα, πάω μονάχα
όπου βλέπω χέρια καθαρά.

Όχι επειδή μ’ αγάπησες

Πενθώ.
Όχι γιατί σε έχασα.
Μα για τον εαυτό
που σπατάλησα πλάι σου.

Δακρύζω.
Όχι γιατί με πόνεσες.
Μα για τη φροντίδα
που πίστεψα πως δεν αξίζω.

Πονώ.
Όχι για δε μ' αγάπησες.
Μα γιατί πίστεψα
πως έτσι είναι η αγάπη.

Αγανακτώ.
Όχι γιατί δεν πίστεψες σε μένα.
Μα για τα φτερά μου
που έσπασα
για να σ' ευχαριστήσω.

Και πάλι με έκρινες.
Και πάλι με πλήγωσες.
Και πάλι με μείωσες.

Δεν ήθελες να έχω μάτια,
να μη δω.
Δεν ήθελες να έχω μυαλό,
να μην καταλάβω.
Δεν ήθελες να έχω φτερά,
να μη σου φύγω.
Δεν ήθελες να έχω καρδιά,
να μην αγαπηθώ.

Μα κοίτα με!
Είδα.
Κατάλαβα.
Έφυγα.
Αγαπήθηκα.
Μακριά σου.

Κι αν ακόμα
τριγυρίζεις στη μνήμη μου,
είναι επειδή αρνούμαι να σκοτώσω
τα όμορφα που έζησα κοντά σου.

Όχι επειδή μ' αγάπησες.
Μα γιατί στην καρδιά μου
δε χωρούσε
κάτι άλλο
από την αγάπη.

Θέλει λευτεριά η αξιοπρέπεια

Έσκυψα πάνω
από την ποδοπατημένη
αξιοπρέπειά μου.
Η ζωή ήρθε
και με σκούντηξε στον ώμο.
"Εγώ σ'την έδωσα για λάβαρο"
μου είπε.
"Κι εσύ την έκανες χαλί
για να σκουπίζουν τα παπούτσια τους
ανάξιοι".

Έκλαψα.
Ξέπλυνα τις λάσπες
απ' τα πρέπει
του κάλπικου σεβασμού
και
ω του θαύματος,
γύρω μου φύσηξε
ένα αναζωογονητικό αγέρι.
Σαν νεογέννητο,
ούρλιαξα μ' όλη μου τη δύναμη
και πήρα,
σαν από καιρό χαμένη,
την πρώτη μου ανάσα.

"Θέλει λευτεριά η αξιοπρέπεια"
μου θύμισε η ζωή
και κύλησε.

Φαντάσματα επιθυμιών

Κάποτε
άρχισα να μετρώ
τους γύρω μου.
Οι πιο πολλοί,
φαντάσματα των επιθυμιών μου.
Οι λίγοι που άγγιξα,
οι μετρημένοι στα δάχτυλα,
με ξύπνησαν.
Με μάτια ορθάνοιχτα,
έδωσα τη ζυγαριά στην καρδιά.
"Φτάνει ο οίκτος"
της είπα.
"Δες πώς σβήνει η δίψα σου
στο αμοιβαίο.
Η προσμονή είναι ψέμα.
Κι εσύ
μεγάλωσες πια
για να πιστεύεις
σε φαντάσματα."

Χώρος αναμονής

30 Ιανουαρίου, 2025

Αναμονή.
Κάποτε μόνη,
πια συντροφιά
μ' ένα βιός στην πλάτη.
Με βαραίνει θαρρείς;
Δεν κουβαλώ
πάνω από αυτό που αντέχω.
Στο φως αναπολώ
και στο σκοτάδι ακόμα
θα επιπλεύσω.

Σαν άλλος Ίκαρος

Πέτα όνειρό μου!
Πέτα ψηλά σαν χαρταετός στα χέρια ενός παιδιού!
Δώσε μου την ελπίδα κι άσε με ν' αγγίξω 
λίγο από τον αιθέριο ουρανό σου!
Από εσένα, μου είπαν, έχω φτιαχτεί 
κι είναι στη φύση μου να κοιτώ κει πάνω. 
Να ψάχνω μέσα στα νέφη να σε βρω.
Μην έχεις μπλεχτεί μες στης μολυσμένης πόλης τα καλώδια.
Μην έχεις ξεσκιστεί από άγρια κλαδιά
που βρέθηκαν στον δρόμο σου.

Πρέπει να σε βρω όνειρό μου!
Μη μου απομακρύνεσαι!
Είμαστε δεμένοι οι δύο μας 
μ' αυτόν τον σχοίνινο ομφάλιο λώρο 
που δίνει πνοή στο σάρκινο κορμί μου.

Έλα να πετάξουμε ψηλά μαζί. 
Έχω τόση ανάγκη από μια πτήση.
Κουράστηκα από τις κακοτοπιές και την κακία.
Απηύδησα από των κακότροπων ανθρώπων
την απανθρωπιά.
Πήγαινε με ανάμεσα στα ουράνια πτηνά
να νιώσω την ελευθερία
να κυλά κατά μήκος των χεριών μου.

Μην ανησυχείς. 
Θα φροντίσει η ζωή να με κατεβάσει ξανά. 
Έχει τον τρόπο της να προσγειώνει
όσους δε τους μέλλει να πετούν αιώνια.

Μα κι αν πέσω,
δε θ' αφήσω το σχοινί σου από τα χέρια μου. 
Στην πρώτη ευκαιρία θ' απογειωθώ ξανά. 
Είναι στη φύση μου να αγαπώ τα ύψη. 
Σαν άλλος Ίκαρος σταυρωμένος 
πάνω στον φλεγόμενο χαρταετό του.

1 2 3 4 5