Ψυχολογικές αποχρώσεις

Φόβος, αυτό το σκιάχτρο

Κάποιος από παλιά τον εγκατέστησε μέσα σου.
Κρυφά.
Εσύ έπαιζες ανέμελος και παρατηρούσες τον κόσμο γύρω σου.
Τόσα πολλά καινούρια όμορφα πράγματα.
Μα για σένα και τα άσχημα καινούρια ήταν.
Γιατί ήσουν μικρός.
Δεν έπαιρνες τα πράγματα τόσο στα σοβαρά.
Πολλά ούτε καν που τα θυμάσαι.
Όμως αυτός ήρθε και φώλιασε στη μικρή καρδούλα σου.
Αυτή που χτυπούσε τόσο δυνατά όταν σε φόβιζε που νόμιζες ότι θα σπάσει.
Τα χρόνια πέρασαν.
Μεγάλωσες.
Κι αυτός μεγάλωσε μαζί σου.
Έγινε κομμάτι σου.
Έμεινε εκεί μες στα χωράφια της ψυχής σου σαν σκιάχτρο,
να τρομάζει ο,τι όμορφο πάει να βγει από μέσα σου.
Κι εσύ τον έχεις πια συνηθίσει.
Ακόμα σε πιάνει αυτό το σφίξιμο στην καρδιά όταν τον συναντήσεις,
μα έχεις μάθει πια να το αποφεύγεις.
Άμυνα. Η λύση που εφηύρες για να επιβιώσεις από την τρομοκρατία του.
Μα εκείνος βολεύτηκε στις άμυνες σου.
Δεν χρειάζεται πια να κάνει κάτι.
Αρκεί κάποιος να τις ρίξει για αναζωπυρωθεί η φλόγα του και να σε κάψει.
Έχεις δοκιμάσει να τον κάψεις εσύ ο ίδιος.
Σκιάχτρο είναι εξάλλου. Εύφλεκτο, σκέφτηκες.
Τόλμησες.
Μα μόλις κάτι δεν πήγε καλά, η φωτιά που του έβαλες,
αντί να τον κάψει, σε καταρράκωσε.
Σε γέμισε στάχτες.
Κι είπες δε θα το ξανακάνεις.
Θα ζήσεις με το σκιάχτρο σου.
Αυτό το κακέκτυπο του λούτρινου που αγαπούσες μικρός.
Τι κακό να κάνει ένα σκιάχτρο;
Ίσα ίσα που διώχνει αυτούς που πάνε να εκμεταλλευτούν
τους καρπούς των κόπων σου.
Τον δικαιολόγησες πολύ καλά.
Κι έμεινες μόνος.
Εσύ κι ο φόβος σου.
Ο φονιάς της καρδιάς σου.
Κι έτσι το σφίξιμο έμεινε κι αυτό.
Μόνιμο.
Μα πώς μπορείς να αγαπήσεις ένα σκιάχτρο;
Αυτό το άψυχο τρομακτικό παράσιτο μέσα σου τρέφεται από την αγάπη σου.
Την κατατρώει σιγά σιγά ώσπου να απομείνεις ένα άδειο κουφάρι.
Ώσπου να του μοιάσεις.
Ώσπου να γίνεις ο ίδιος φόβος και τρόμος για τους άλλους γύρω σου.
Γιατί όποιος προκαλεί τον φόβο στους άλλους,
τον έχει καλλιεργήσει πρώτα μέσα του.
Έχει ταυτιστεί μαζί του.
Γιατί ποτέ δεν μπόρεσε να τον νικήσει.
Δεν πίστεψε στην αγάπη.
Ο φόβος τον έπεισε ότι δεν υπάρχει.
Ότι η αγάπη είναι μια παιδιάστικη ουτοπία.
Είναι αλήθεια ότι κι εκείνος τότε την έθαψε μέσα του. Όταν ήταν παιδί.
Μα η αγάπη υπάρχει.
Η αγάπη είναι οι καρποί που υποτίθεται ότι φυλάει το σκιάχτρο,
ενώ στην πραγματικότητα είναι εκείνο που τους τρώει.
Μην το επιτρέπεις.
Γεννήθηκες με αγάπη μέσα σου.
Αυτή σου ανήκει.
Αυτή είναι κομμάτι σου, όχι ο φόβος.
Και δε χρειάζεσαι κανέναν να τη φυλάει.
Γιατί η αγάπη υπάρχει για να μοιράζεται.
Ποτέ δεν ευτύχησε αυτός που κράτησε την αγάπη για τον εαυτό του.
Μη φοβάσαι λοιπόν.
Σκόρπα τα στάχυα του σκιάχτρου κι αγάπησε.
Αγάπησε.
Άφοβα.

Δυο – τρία βήματα

Δεν υπάρχει κανείς.
Ο δρόμος μπροστά σου άδειος.
Καινούριος κι αδιάβατος.
Πόσο τρομακτικό είναι το άγνωστο!
Κι όμως η αλλαγή από το σκληροτράχηλο μονοπάτι σου,
φαντάζει τόσο ποθητή στην ψυχή σου.
Κάνεις ένα βήμα.
Καμία αλλαγή.
Κάνεις και δεύτερο.
Τα ίδια.

Μα ποιος σου είπε ότι δυο τρία βήματα φτάνουν να διανύσουν
μια απόσταση από την αρχή ως το τέλος;
Τίποτα στη ζωή δε σου χαρίζεται με δυο τρία βήματα.
Τίποτα που να μένει μόνιμο, κεκτημένο μέσα σου.
Θέλει πόλεμο η ζωή.
Χρειάζονται πολλές νίκες για να γίνουν τα απαραίτητα βήματα.

Κανείς δρόμος τόσο μικρός, όσο δυο τρία βήματα.
Όλα μακριά κι όλα σε απόσταση. 
Πόσο παρήγορο μέσα στη δυσκολία του όμως,
το ότι είναι στο χέρι σου να τραβήξεις μπροστά. 
Να σταθείς στα πόδια σου και απλά να προχωρήσεις.
Χωρίς δεκανίκια.
Χωρίς ανασφάλειες.
Χωρίς βαρίδια να σε τραβούν πίσω.
Χωρίς φόβο.
Το κεφάλι είναι για να κοιτά μπροστά
και τα πόδια για να σε στηρίζουν. 
Την κατεύθυνση την έχεις στα χέρια σου.
Εσύ κρατάς τον χάρτη της ζωής σου.

Όσο για την καρδιά…
Εκείνη απλά ακολουθεί. 
Την παίρνεις μαζί σου με τις πληγές της,
τα σημάδια της, τις δικές της αγάπες.
Κάνει κι αυτή τις επιλογές της.
Τους απολογισμούς της.
Θα μάθει.
Θα θεραπευτεί.
Είναι ευπροσάρμοστη η καρδιά.
Πιο ευπροσάρμοστη από το μυαλό.
Η καρδιά δεν υπακούει σε συνήθειες.
Ξέρει μόνο από δύναμη.
Κι αν τα πόδια σου σε τραβήξουν μπροστά, θα ακολουθήσει.
Αρκεί το μυαλό σου να θέσει ως στόχο τον προορισμό του χάρτη.
Να χαράξει πορεία χωρίς παρελθόν.

Και τότε η απόσταση από την αρχή ως την αλλαγή θα σου φανεί όσο δυο τρία βήματα.
Γιατί τελικά, υπάρχει μια απόσταση που μετράει μόνο τόσο.
Το μυαλό από την καρδιά…
Δυο τρία βήματα είναι μόνο.


Πέτρα ή ζωή

Έτσι είναι η ζωή μερικές φορές.
Δε φυτρώνει σε κήπους ούτε σε παρτέρια.
Αρκείται σε λίγο νερό.
Κι αποφασίζει να δώσει λίγη ομορφιά εκεί που δεν υπάρχει.
Και τότε η πέτρα έχει δύο επιλογές.
Ή θα δεχτεί να ομορφύνει και θα ανοίξει μια χαραγματιά
για να επιτρέψει στη ζωή να φανεί
ή θα γίνει εμπόδιο μέχρι να βρει μόνη της η ζωή δρόμο προς τα έξω.
Όπως και να έχει η ζωή πάντα νικά.
Η ζωή είναι πιο δυνατή.
Πιο δυνατή από την πέτρα.
Πιο δυνατή από την απανθρωπιά.
Πιο δυνατή από τον θάνατο.
Διαλεξε λοιπόν τι θες να είσαι.
Πέτρα ή ζωή;

Η αλλαγή

Τόσα χρόνια ζούσε στο ψύχος.
Όμως η καρδιά του αναζητούσε τη θέρμη.
Η καρδιά ζει από τη θέρμη.
Χωρίς αυτήν αποπροσανατολίζεται.
Στο ψύχος μουδιάζει.
Εκείνος είχε την αίσθηση πως όλα είχαν παγώσει.
Το μυαλό, οι αισθήσεις, το σώμα του.
Όλα.

Μόνο η θέληση του έμενε.
Να βρει τη θέρμη.
Να ζεστάνει ξανά την καρδιά του.
Το σκοτάδι τον είχε βαρύνει πολύ.
Τόσο πολύ που ακόμα κι ο θυμός του,
βαρύς σαν μολύβι, τον καταπλάκωνε.

Δεν μπορούσε να ξεσπάσει.
Να πετάξει το βάρος.
Θαρρείς κι ήταν παλτό που του φορτώσαν
κι ένιωθε ότι το χρειαζόταν
μέχρι να βρει τρόπο και κουράγιο να ζεσταθεί.

Το σκοτάδι του επέτρεψε
να διατηρήσει για χρόνια μέσα του μια φλόγα μόνο.
Τη φλόγα της ελπίδας.
Το σκοτάδι τρέφεται από αυτήν.
Και τη συντηρεί για να φαίνεται μεγαλόπρεπο μπροστά της.
Τρέφεται από την ψευδαίσθηση ότι είναι μεγάλο κι εκείνη μικρή.
Ότι υπερτερεί.
Δεν την αφήνει όμως να δυναμώσει.
Φοβάται ότι θα χαθεί στη θέα του φωτός της.
Γιατί γνωρίζει ότι όσο μικρή κι αν είναι, δεν παύει να είναι φως.

Εκείνος είχε τόσο φως στην καρδιά του.
Τόσο που η καλοσύνη του άγγιζε
και αγκάλιαζε όποιον βρισκόταν κοντά του.
Πάντα έδινε.
Έπαιρνε τη φλόγα και την έκανε φωτιά
για να ζεστάνει όποια ψυχή πονούσε.
Κι ας είχε εκείνος το ψύχος τριγύρω.
Κι ας τον πονούσε που η θερμή για εκείνον ήταν μακριά.
Η αγάπη της καρδιάς του ήταν βάλσαμο για τους άλλους.
Εκείνον τον κρατούσε μονάχα η υπομονή.

Όμως τώρα είχε μουδιάσει.
Το βάρος πολύ.
Ο δρόμος μακρύς.
Η φλόγα μέσα του.
Η θέληση του, ήταν η μόνη θέρμη του.
Το ψύχος είχε φύγει πια.
Το σκοτάδι είχε απομακρυνθεί,
γιατί εκείνος έφυγε.
Δραπέτευσε.
Ελευθερώθηκε.
Όμως αυτό το μούδιασμα του έκοβε τα πόδια.

Έκανε να ανασηκωθεί,
μήπως βγάλει το παλτό, μα έπεσε πάλι.
Κανείς τριγύρω.
Τα μάτια του θολά ακόμα από το κρύο.
Δεν ήξερε καν αν έβλεπε.
Δοκίμασε πάλι.
Πτώση ξανά.
Μα δεν παραιτήθηκε.
Η θέληση του δυνατή.
Δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να πέσει και τρίτη φορά.
Δεν είναι μόνο ότι δε θα του άξιζε.
Είναι ότι ο μόνος δρόμος πια για εκείνον ήταν προς τα επάνω.
Μα το μούδιασμα θέλει χρόνο για να φύγει.
Να κυλήσει ξανά το αίμα στο σώμα και να φτάσει στην καρδιά.
Χρόνο και κίνηση.
Να μην σταματά να κινείται.

Αυτό είχε κατά νου.
Η κάθε μικρή κίνηση να φέρει αλλαγή.
Την αλλαγή που τόσο χρειαζόταν.
Η απότομη μεταφορά από το ψύχος στη θέρμη
θα έκαιγε την καρδιά του.
Το γνώριζε καλά και δεν θα το επέτρεπε ούτε αυτό.
Η άσκηση της υπομονής του τόσα χρόνια τον είχε μάθει να περιμένει.
Τώρα δε θα ήταν πια μάταιο.
Δε θα ήταν ψεύτικη η ελπίδα του.
Τώρα πια θα μεγάλωνε τη φλόγα του για εκείνον.
Για την καρδιά του.
Αυτή ήταν η αλλαγή που χρειαζόταν.

Καθρέφτες

Καθρέφτης.
Τι είναι αυτό το άχρωμο γυαλί
που παίρνει το χρώμα που του δίνεις;
Θλίβεσαι, θλίβεται.
Γελάς, γελάει.
Θυμώνεις, θυμώνει.
Δεν έχει όμως μνήμη.
Μόλις φύγεις από μπροστά του όλα σβήνουν.
Έτσι είναι η εικονικότητα.
Υπάρχει μόνο όταν της δίνεις την ενέργεια σου.

Είναι όπως το σκοτάδι.
Υπάρχει αφαιρετικά.
Ελλείψει φωτός.
Κι ό,τι δεν υπάρχει δημιουργεί φόβο.
Γιατί στερεί γνώση δημιουργώντας μυστήριο.
Είναι ετερόφωτος ο καθρέφτης.
Όπως η Σελήνη.
Αντανακλά το φως
που θα ακουμπήσεις στην επιφάνεια του.
Κι όπως η Σελήνη,
έχει άμεση σχέση με το νερό.
Το νερό ήταν ο πρώτος καθρέφτης.
Μόνο που ο φυσικός καθρέφτης
δε σβήνει την ανάμνηση ότι σε καθρέφτισε.
Την κρατά σφιχτά μαζί με κάθε αποτύπωμα
που αφήνει η ύλη στο υγρό του σώμα.

Το νερό είναι ζωντανό.
Είναι αυτόφωτο.
Κι όμως γίνεται καθρέφτης.
Ποια η διαφορά σ' αυτούς τους δύο καθρέφτες;
Ο Θεός επέτρεψε στο νερό να γίνεται καθρέφτης
για να αποκτά ο άνθρωπος γνώση της ύλης του.
Γι' αυτό και δεν δημιουργεί φόβο.
Μόνο ζωή δίνει.

Ο άνθρωπος, αχάριστος κληρονόμος,
απομόνωσε αυτή την ιδιότητα του νερού
και την χάρισε σε ένα άψυχο γυαλί.
Μα κάθε τι που απομονώνεται
από το σύνολο της σοφίας του Δημιουργού
χάνει την ουσία και το νόημα του.
Έτσι ο γυάλινος καθρέφτης
αφαιρεί γνώση από τον άνθρωπο
δείχνοντας του ένα είδωλο που δε θα γίνει ποτέ.
Του δείχνει την αντίθεση του.

Κι όμως...πόσο όμοιος μοιάζει!
Τον παραπλανά και τον ωθεί
να εμπλουτίσει το είδωλο που του παρουσιάζει
αντί για τον εαυτό του τον ίδιο.
Όμως ο Θεός προνόησε κι έδωσε στον άνθρωπο
κι έναν εσωτερικό καθρέφτη.

Τα μάτια.
Τα μάτια έχουν χρώμα.
Θλίβονται, γελάνε, θυμώνουν.
Δημιουργούν μνήμη.
Μέσω του φωτός.
Αυτός ο καθρέφτης όμως δεν έχει είδωλα.
Δεν αντικατοπτρίζει.
Εκπέμπει.
Κι είναι ο μόνος καθρέφτης
που δεν μπορεί ο άνθρωπος
ν' αντικρίσει χωρίς υλικό μέσον.
Χρειάζεται καθρέφτης για να δει ο άνθρωπος
τον καθρέφτη των ματιών του.
Και ποιος καλύτερος καθρέφτης γι' αυτό
από τον συνάνθρωπο του;

Τα μάτια δόθηκαν για να φτιάχνουν κοινωνίες.
Τα μάτια δόθηκαν για να ενώνουν.
Δίνουν εικόνα της ψυχής στα μάτια που τα βλέπουν.
Τα μάτια υπάρχουν για να επικοινωνούν οι ψυχές.
Για να σπάνε τους υλικούς καθρέφτες.

Αν κοιτάξεις έναν άνθρωπο στα μάτια
και σε κοιτάξει κι εκείνος με αγάπη,
μην τον αφήσεις να φύγει.
Δέχτηκε να σπάσεις τον καθρέφτη του
κι έχει τη δύναμη να το κάνει κι εκείνος για σένα.

Κι από τα θραύσματα ανασταίνεται η εικόνα του ανθρώπου.
Απαλλαγμένη από είδωλα και αντιθέσεις.
Αγνή.
Κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση Θεού.

Το ποτήρι

Η πόρτα μισάνοιχτη
Η ανάσα ελαφριά κι ο παλμός αδύναμος.
Ησυχία.
Κανένας θόρυβος, κανένας χτύπος.
Θαρρώ πως όλα είναι εντάξει.
Σε τάξη και με απόλυτη ασφάλεια.
Πλάι μου ένα ποτήρι νερό
Ξεχασμένο και μισογεμάτο
Αφήνω το χέρι μου αγγίξει το ποτήρι
Και κλείνω τα μάτια.

Ο Μορφέας αποκαλύπτει τις μαγικές του δυνάμεις
Και τ’ όνειρο με παρασύρει.
Πλανιέμαι σ’ άλλους γαλαξίες.
Περπατώ σε ουράνιους δρόμους.
Μ’ άγνωστο προορισμό.
Μόνη.
Στην πορεία συναντώ άστρα, πλανήτες,
Ένα σύμπαν από λάμψεις και θαύματα.
Αναρωτιέμαι αν κάπου ανάμεσα τους κρύβεται κάποιος…

Η απορία θα απαντηθεί
Ενώ ο ωραιότερο πλανήτης αναδύεται εμπρός μου.
Τον εξερευνώ ανενόχλητη κι ευτυχισμένη.
Μια φωνή διακόπτει τα πάντα.
Κίνηση, σκέψη, αναπνοή.
Σαν όαση σε μια απέραντη ουράνια έρημο
Μια ολόλαμπρη μορφή ξεπροβάλλει.
Με καλωσορίζει θερμά
Και μου προσφέρει ύδωρ
Για να ξεδιψάσω από το μακρινό ταξίδι.

Η γεύση του αιθέρια και λεπτή
Σαν λόγος που γεμίζει την ψυχή μου εικόνες οράματος.
Η αναζήτηση υποκλίνεται στην ολοκλήρωση
Και το όνειρο στην πραγματικότητα.
Ανοίγω τα μάτια.
Η ησυχία έχει χαθεί μες στους ήχους της φύσης.
Η πόρτα ορθάνοιχτη.
Η ανάσα γρήγορη κι ο παλμός δυνατός.
Μα στο πλάι αντικρίζω το θαύμα…
Το ποτήρι είναι πια γεμάτο!

1 2 3 4 5