Στην καρδιά του χειμώνα
να ονειρεύεσαι μιαν άνοιξη.
Να! Η δύναμη
για ν' αντέξεις την παγωνιά.
Δεν είναι υπόσχεση
η άνοιξη.
Βέβαιο μέλλον είναι.
Μα η ασυνέπεια του χρόνου
είναι το ελάττωμά της.
Στην καρδιά του χειμώνα
να ονειρεύεσαι μιαν άνοιξη.
Να! Η δύναμη
για ν' αντέξεις την παγωνιά.
Δεν είναι υπόσχεση
η άνοιξη.
Βέβαιο μέλλον είναι.
Μα η ασυνέπεια του χρόνου
είναι το ελάττωμά της.
Φλεβάρης.
Στις φλέβες του κυλά
μια άνοιξη κοιμισμένη.
Σιγανά ανδριώνεται
σαν χρυσαλλίδα στο κουκούλι,
ώσπου να φανούν
τα χελιδόνια.
Ο γερό-χειμώνας,
βαρύς στο νεκροκρέβατό του,
φυσά κατά ριπάς
τις τελευταίες του ανάσες.
Ψηλά,
ο ουρανός
σκουπίζει τα πινέλα του
και πασαλείβεται νωχελικά
με φωτεινό γαλάζιο.
Πάνω στα χρυσοκαφετιά κλαδιά
η σοφία αργοπεθαίνει
θάνατο λυτρωτικό.
Κι η ελπίδα που κοιλοπονεί,
καρτερικά προσμένει
τον διάδοχο
της αναγεννημένης νιότης.
Ποιο είναι αυτό
το διακριτικό ηχόχρωμα
που κάνει τη μια στιγμή
να διαφέρει από την άλλη;
Αυτή η εφήμερη μοναδικότητα
που χαράσσεται στη μνήμη
ως το άπιαστο φευγιό|
της ευτυχίας.
Περαστική κι ανέμελη
χαρίζει ένα χάδι
απειροελάχιστο
μπροστά στην αιωνιότητα
των στιγμών.
Πώς ακούγεται η ευτυχία;
Είναι μελωδική στ' αλήθεια;
Τι γεύση έχει;
Γλυκιά, θα πεις,
μα αμφιβάλλω.
Θαρρώ πως έχει
τη γεύση
της ανάγκης που καλύπτει.
Κι αν η ζωή της
είναι τόσο μικρή,
πώς γυρίζει
όταν δεν την γυρεύεις;
Θαρρώ
πως ανασταίνεται
η ευτυχία.
Ναι.
Κάθε φορά
που της κάνεις χώρο
στην καρδιά σου.
Μια λευκή αυγή
βάφτηκε στα κοραλλένια.
Βγήκε ν’ αγναντέψει
πάνω από σώματα
που περιπλανιόνται αδιάλειπτα.
Μια ποικιλία ζωηρών αποχρώσεων
της ανθρώπινης ύπαρξης
θα στολίσει
και πάλι τη μέρα της.
Τυχαίες συναντήσεις,
μεγάλες αποφάσεις,
στροφές της μοίρας.
Θα δει δάκρυα κάθε λογής,
χαμόγελα ειλικρινά,
ερωτικά και ψεύτικα,
θυμό, απογοήτευση,
χαρά και γαλήνη.
‘Πώς καταφέρνει ο άνθρωπος
να κρύβεται
κάτω από τόσο φως;’
αναρωτιέται.
Στο φως φαίνονται όλα,
αρκεί τα μάτια
να θέλουν να δουν.
Αναστέναξε,
στέλνοντας ένα σύννεφο μακριά.
Κάπου,
πίσω από κάτι κλειστά παραθυρόφυλλα,
αντίκρισε τη μιζέρια.
Εκεί, δεν την άφησαν να μπει
και να χαρίσει απλόχερα
τη ζεστασιά της.
Την αγνοούσαν.
Μα ήταν και κάποιες αυλές
γεμάτες λουλούδια,
αρώματα κι ευγένεια
που δε χρειάστηκε
καν πόρτα για να μπει.
Ήταν πάντα ορθάνοιχτα,
κάθε που ξημέρωνε.
Εκεί χαιρόταν ν’ αλωνίζει
και ν’ απολαμβάνει
τα παιχνιδίσματα των δροσοσταλίδων
πάνω σε σκέψεις
και συναισθήματα.
Αφού χόρτασε εικόνες,
η αυγή έδυσε
και μαζί απέσυρε το φως της.
Άφησε τους ανθρώπους
στη μοίρα που η νύχτα τους φυλάει
κι έκανε τον απολογισμό της.
‘Όποιος ανέχεται το σκοτάδι μέσα του,
δε θα με δει ποτέ’ συλλογίστηκε.
‘Όποιος παλεύει να σωθεί απ’ αυτό,
με έχει ανάγκη.
Μα όποιος διψά έστω
για μια ηλιαχτίδα,
θα με προσμένει να γυρίσω’
καθησυχάστηκε
κι έγειρε ν’ αποκοιμηθεί.
‘Αντίο, άνθρωπε.
Εις το επανιδείν’.
Ζήσε το καλοκαίρι σου.
Απόλαυσε τη θέρμη του αυγουστιάτικου ήλιου
σαν το φιλί του κεραυνοβόλου έρωτα.
Άφησε τη θάλασσα να σβήσει τα βήματά σου από την άμμο μαζί με τα λάθη σου.
Βούτα στ' αλμυρά τα κύματα χωρίς φόβο μα με πάθος.
Αγνάντεψε το ηλιοβασίλεμα
και δώσ'του να ταξιδέψει τα όνειρά σου.
Στον αέρα του δειλινού δώσε ένα άρωμα από γιασεμί.
Βάλε στη νύχτα μια νότα από απαλή μπαλάντα.
Κάνε αυθόρμητα μια ευχή στο αστέρι
που σου χαρίζει απόψε μια ευκαιρία με την πτώση του.
Και πού ξέρεις...
Στην καρδιά του φετινού Αυγούστου,
ίσως ν'ανοίξουν οι ουρανοί και να εισακουστούν οι προσευχές σου!
Θα ήθελα να 'χα
ένα μαχαίρι κι ένα μαγικό πινέλο.
Με το μαχαίρι θ' αφαιρούσα κάθε ασχήμια
και με το πινέλο θα ζωγράφιζα
χαμόγελα στις ψυχές των ανθρώπων.
Αλλά πάλι.... με ξέρω.
Στο τέλος,
θα έβαφα και το μαχαίρι
να μην μπορεί κανένα κακό να τρυπώσει
σε τούτο δω το παραμύθι!
Ένας σωρός από παλιοσίδερα
Κομμάτια ασυνάρτητα, ασύνδετα.
Τόσο μόνα που καταντούν μοναχικά.
Τίποτα από ό, τι ήταν δε θυμίζουν πια…
Σκόρπιες αναμνήσεις
σκορπισμένες σ'ένα έδαφος
ξένο κι αφιλόξενο.
Σε ποιον ανήκαν;
Ποιανού τη μνήμη στοίχειωσαν
σαν καταραμένα φαντάσματα,
καταδικασμένα να κείτονται αιώνια
στο νεκροταφείο της λησμονιάς;
Τα τελευταία ίχνη τους
φεγγίζουν μέσα από ασήμαντα αντικείμενα
και ξεθωριασμένες φωτογραφίες.
Εναγωνίως θα κραυγάζουν σιωπηλά
ώσπου κι αυτά να φθαρούν
από το ανελέητο χέρι του χρόνου.
Ώσπου να μη μείνει τίποτε υλικό μήτε άυλο
που να αποδεικνύει την αλήθεια τους.
Ταγμένες στη μοναξιά τους
θα αφήσουν αυτόν τον κόσμο στην άγνοιά του
να επαναλαμβάνει αδιάκοπα
τα ίδια και τα ίδια.
Η ανυπαρξία απλώνει τα χέρια
και τις καλοδέχεται.
Εκεί ανήκουν πια.
Τα χρόνια τις κατάπιαν
όπως η μάνα γη το σώμα
από το οποίο γεννήθηκαν.
Κανένα μυαλό δεν τις αποζητά.
Κανένα συναίσθημα δεν τις ερωτεύτηκε.
Τις αναμνήσεις μιας ζωής που δεν υπάρχει πια.
Ένα καλοκαίρι σβήνει στα βήματά σου.
Φεύγει σιωπηλά να υποδεχτεί
ένα θλιμμένο φθινόπωρο.
Όπως η λύπη που διαδέχεται νομοτελειακά τη χαρά.
Μα μέσα σου η αποχώρησή του φωνάζει από ευτυχία.
Εκείνη που σου άφησε η γεύση της αλμύρας στα χείλη
κι η αίσθηση της ελευθερίας στην καρδιά.
Νοσταλγικό απόψε το φεγγάρι.
Αναζητά το άλλο του μισό.
Εκείνο που αχόρταγα του ‘κρυψε το σκοτάδι
κι έμεινε μοναχό σ’ έναν ατέρμονο αγώνα
πλήρωσης κι εκπλήρωσης.
Τίποτα δε γίνεται φυλακή χωρίς τη θέλησή μας.
Ένα μικρό παράθυρο αρκεί.
Για να ονειρευτείς, να ταξιδέψεις, να ερωτευτείς.
Ένας μικρός ελευθερωτής του μυαλού να σου επιτρέπει
ν' ατενίζεις τον ορίζοντα της έμπνευσης.
Τότε όλα τα ανέφικτα γίνονται εφικτά
κι όλα τα μακρινά γεμίζουν την αγκαλιά σου.
Νοητά για το σώμα, αληθινά για την ψυχή.
Όλα χωρούν στη θέα ενός παραθύρου.
