Ένα παράξενο όνειρο

«Πού είναι ο Λεβάντες;» ρώτησε με αγωνία η Τραμουντάνα, τυλιγμένη στην κατάλευκη γούνα της.

«Φέρνει άσχημα μαντάτα. Τα πόδια του θα βάρυναν από τη στενοχώρια» απάντησε με έγνοια η Όστρια, όμοια με μαύρη καλλονή. Τα πυκνά σγουρά μαλλιά της έπεφταν ως τους ώμους της και το μελαμψό της δέρμα γυάλιζε στον πρωινό ήλιο.

Οι άνεμοι είχαν μαζευτεί για το καθιερωμένο τους συμβούλιο. Κάθε που συνεδρίαζαν, το είχαν παράδοση να παίρνει ο καθένας τη μορφή που έχουν οι άνθρωποι στις χώρες από τις οποίες προέρχονται. Μιλούσαν για τα προβλήματα των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα, μα τα λόγια δεν ήταν λόγια του αέρα. Καταγράφονταν στα σύννεφα και μεταφέρονταν ύστερα σε κάθε γωνιά της γης, για να ενημερώσουν τον Βασιλιά Ήλιο, το Φεγγάρι, τα βουνά και τη θάλασσα για τα καμώματα των ανθρώπων.

«Ας ξεκινήσουμε» πρότεινε η Τραμουντάνα και τα γαλάζια μάτια της ανοιγόκλεισαν. Πάνω στα ξανθά μαλλιά της, το φως του πολικού αστέρα χόρευε, χαρίζοντάς της χρυσές ανταύγειες. «Τι νέα από τη Δύση, Ζέφυρε;»

Ο Πουνέντες, που προτιμούσε να τον φωνάζουν Ζέφυρο, έκανε ένα βήμα μπροστά. Απ’ όλους τους ανέμους, ήταν εκείνος με την πιο παράξενη μορφή. Με πρόσωπό ηλιοκαμμένο και μαλλιά καστανά, φορούσε ένα κοντομάνικο πουκάμισο γεμάτο λαχούρια. Τα χέρια του ξεπρόβαλαν κατάλευκα από τον αγκώνα και κάτω, το ίδιο και τα πόδια του μέσα από τη μονόχρωμη βερμούδα του. Φορούσε στο ένα πόδι σπορτέξ με αθλητική κάλτσα και στο άλλο μια ξεφτισμένη σαγιονάρα. Στο κεφάλι του είχε ένα μεξικάνικο σομπρέρο και στο λαιμό του κρεμόταν μια βαριά χρυσή αλυσίδα. Απαραίτητα αξεσουάρ του, τα ακριβά γυαλιά ηλίου, ένα χρυσό ρολό και μια φθαρμένη μπάλα ποδοσφαίρου, που κρατούσε αγκαλιά.

«Τα ίδια, κυρά μου. Φτώχεια κι απληστία. Στα μέρη μου, οι άνθρωποι είναι σαν κόκκοι άμμου. Όπου τους φυσήξεις πάνε, αρκεί να μην πατήσεις πάνω τους. Τότε γίνονται θεριά ανήμερα και ξεσκίζουν σάρκες. Μα θα στα πει καλύτερα ο Λεβάντες, όταν έρθει».

«Εσύ, Όστρια;»

Η Όστρια κοίταξε τον Σιρόκο με στοργή. Οι δυο τους ήταν αναμφίβολα το πιο όμορφο ζευγάρι ανέμων, έτσι όπως περιφέρονταν μέσα στην χρυσαφιά αύρα τους, που ήταν φτιαγμένη από άμμο της ερήμου.

«Ούτε εμείς έχουμε νέα, κυρά μου. Οι άνθρωποί μας υποφέρουν, μα το χαμόγελο δε χάνεται από τα χείλη τους. Φυσά πολλή καλοσύνη εκεί κάτω, ανθρωπιά και ταλέντο».

Ο Σιρόκος κούνησε το κεφάλι συγκατανεύοντας. Εκείνη τη στιγμή έφτασε κι ο Λεβάντες, λαχανιασμένος και κατάκοπος.

«Με συγχωρείτε που άργησα. Οι άνθρωποί μου βρίσκονται σε πόλεμο και δέχτηκα πυρά. Βόμβες έσκαγαν πάνω μου, μα δεν κατάφερα να τις σταματήσω. Η τεχνολογία τους έχει ξεφύγει από τις δυνατότητές μας. Είδα μικρά παιδιά να σκοτώνονται. Είδα μανάδες να κλαίνε πάνω από τάφους. Άνθρωποι άμαχοι έτρεχαν πανικόβλητοι να βρουν καταφύγιο κι άλλοι, που είχαν την εξουσία στα χέρια τους, φώναζαν κι ορκίζονταν πιο αιματηρή εκδίκηση από αυτή που τους βρήκε».

«Είναι κι οι δικοί μου στο παιχνίδι. Μόνο που πάντα στα δυτικά φυσά η ασφάλεια και οι σφαγές προορίζονται για την ανατολή» εξήγησε ο Ζέφυρος.

«Κατάλαβα» είπε θλιμμένα η Τραμουντάνα. «Δε θ’ αργήσει η στιγμή που θα επέμβουν κι οι δικοί μου. Υπέρμαχοι του πολιτισμού και της προόδου, μα όταν η εξουσία τους καλεί δυσκολεύονται ν’ αγνοήσουν στο κάλεσμα».

Ο Λεβάντες σωριάστηκε σ’ ένα σύννεφο και ίσιωσε το σαρίκι του. Τα λινά του ρούχα ήταν βρώμικα και ταλαιπωρημένα.

«Αν τα όπλα τους έχουν γίνει τόσο ισχυρά, ο ρόλος μας δυστυχώς μένει μονάχα στην παρατήρηση» διαπίστωσε με πικρία η Τραμουντάνα.

«Και θα τους αφήσουμε να σκοτωθούν;» επενέβη η Όστρια.

Μια φωνή ακούστηκε πίσω τους.

«Θεέ μου! Τι όμορφοι που είστε!»

Ήταν ένα μικρό παιδί. Φαινόταν να κατάγεται από τα μέρη της Τραμουντάνας.

«Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;» το ρώτησε ο Ζέφυρος.

«Ε…δεν ξέρω. Έπεσα στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ και μόλις έκλεισα τα μάτια μου, βρέθηκα εδώ. Ποιοι είστε εσείς;» ρώτησε το αγόρι.

«Είμαστε οι Άνεμοι. Καλωσόρισες!» του απευθύνθηκε η Τραμουντάνα. «Πες μας, γνωρίζεις τίποτα για όσα γίνονται αυτήν τη στιγμή στον κόσμο;»

«Ναι. Δηλαδή, όχι πολλά. Ό,τι βλέπω στις ειδήσεις, όταν οι γονείς μου βάζουν τηλεόραση. Δεν έχω καταλάβει, αλλά νιώθω ότι κάτι πολύ κακό συμβαίνει. Άκουσα ότι κάπου σκοτώθηκαν πολλά παιδιά. Έπιασα τη μαμά μου να κλαίει κρυφά στην κουζίνα. Με πήρε χαμπάρι ότι κρυφοκοίταζα, σκούπισε γρήγορα τα μάτια της και με φώναξε να πάω κοντά της. Με έσφιξε στην αγκαλιά της και μου υποσχέθηκε πως όλα θα πάνε καλά. Καθησυχάστηκα λίγο, αλλά πώς μπορεί να πάνε όλα καλά, αν σκοτώνονται παιδιά;»

Οι Άνεμοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.

«Εσύ τι έχεις να προτείνεις;» τον ρώτησε ο Σιρόκος.

«Εγώ; Τι να προτείνω εγώ; Να σταματήσει ο πόλεμος. Αλλά ξέρω πως δεν είναι εύκολο. Οι μεγάλοι είναι πολύ ξεροκέφαλοι. Και μετά λένε για εμάς τα παιδιά. Εμένα αν ένα άλλο παιδί μου πάρει το παιχνίδι θα νευριάσω και μπορεί και να του φωνάξω ή να το σπρώξω. Μετά ντρέπομαι γι’ αυτό που έκανα, αλλά χαίρομαι που έχω ξανά το παιχνίδι μου. Την άλλη μέρα μπορεί να το αφήσω να το πάρει και να μη με νοιάξει ή να παίξουμε και μαζί. Οι μεγάλοι είναι διαφορετικοί».

«Δηλαδή;» απόρησε ο Ζέφυρος.

«Να, οι μεγάλοι θέλουν τα πράγματά τους μόνο για τον εαυτό τους. Δεν ξέρουν να μοιράζονται κι ας απαιτούν από εμάς να το κάνουμε. Αλλά έχω παρατηρήσει και κάτι άλλο. Οι μεγάλοι κλέβουν κιόλας!»

«Τι εννοείς;» επενέβη η Όστρια.

«Δεν τους φτάνουν αυτά που έχουν. Πολλές φορές ζηλεύουν των άλλων κι αν δεν μπορούν να τα έχουν ή τους τα καταστρέφουν ή τα κλέβουν. Το έχω δει να γίνεται στη γειτονιά μας και η μαμά μου εξήγησε πως συμβαίνει καμιά φορά στους μεγάλους. Αυτό νομίζω ότι γίνεται τώρα στον κόσμο. Έτσι κάνουν οι μεγάλοι».

Η Τραμουντάνα πλησίασε το αγόρι και του χάιδεψε τα μαλλιά.

«Όπως καταλαβαίνετε φίλοι μου, αν κάποιοι σ’ αυτόν τον κόσμο ψυχανεμίζονται τι συμβαίνει, αυτοί είναι τα παιδιά. Αφού, λοιπόν δεν μπορούμε να σταματήσουμε τους μεγάλους, ας προστατεύσουμε αυτά».

Το συμβούλιο λύθηκε. Ο κάθε άνεμος φύσηξε προς την κατεύθυνση που προοριζόταν και το μικρό αγόρι ξύπνησε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Τι παράξενο όνειρο!

Related Posts