Όταν ανθίζουν οι πασχαλιές

Άνθισαν οι πασχαλιές. Τα μωβ λουλούδια τους αναδίδουν μια μεθυστική ευωδία, καθώς κρέμονται σαν άνθινα τσαμπιά πάνω στα κλαδιά του λυγερόκορμου δέντρου. Χθες, έκοψε μερικά και τώρα κοσμούν το τραπέζι της αυλής, πλάι στα εξίσου εύοσμα κρινάκια. Εκεί κάθεται τώρα και ξεκουράζει τα πόδια της. Αφήνει το βλέμμα της να πλαγιάσει πάνω στην ομορφιά της φύσης και ρουφά αχόρταγα εικόνες και χρώματα. Τι κι αν αυτό το τοπίο το βλέπει 50 χρόνια τώρα; Ποτέ δεν είναι το ίδιο. Αυτή είναι η μαγεία του. Την άνοιξη γίνεται πολύχρωμο, το καλοκαίρι καταπράσινο, το φθινόπωρο βάφεται γήινο και τον χειμώνα μένει ξερό κι αφυδατωμένο, σαν το πρόσωπό της.

Δεν την πειράζει που ρυτίδιασε. Ούτε που διανύει πια τον χειμώνα της ζωής της. Ήταν μια όμορφη ζωή. Γάμος, παιδιά, εγγόνια. Τους περιμένει όλους για το Πάσχα που πλησιάζει. «Πάσχα στο χωριό» το λένε στην πρωτεύουσα κι η Δάφνη χαμογελάει που τα παιδιά της νιώθουν πια πρωτευουσιάνοι κι ας μεγάλωσαν στην επαρχία. Ανυπομονεί να δει τα εγγόνια της, τα μικρά και τα μεγάλα. Να βάψει μαζί τους κόκκινα αβγά και ροζ και μπλε και πράσινα, να της δείξουν με καμάρι τις λαμπάδες που τους πήραν οι νονοί και οι νονές τους, να ζυμώσουν κουλούρια και να καμαρώσει τα χεράκια τους να τα πλάθουν σε πλεξούδες, σαλιγκαράκια και βαρκούλες. Όταν έρχονται, το σπίτι γεμίζει φωνές, μυρωδιές κι αγκαλιές.

Από τότε που έφυγε ο Κοσμάς για το μακρύ ταξίδι, της στοίχισε η μοναξιά. Η μόνη της συντροφιά είναι οι τετράποδοι φίλοι της˙ οι γάτες της, η Ριρίκα και ο Ψιψής και τα δυο κυνηγόσκυλα, ο Παναγής κι ο Κωστίκας. Τους μιλά σαν να ‘ταν άνθρωποι κι εκείνα την καταλαβαίνουν τα άτιμα και την ακολουθούν παντού. Της λείπει όμως η ανθρώπινη λαλιά. Να πει μια κουβέντα να ξεδώσει το μυαλό της. Με τα ζωντανά τι να συζητήσει; Τα γειτονικά σπίτια δεν είναι κοντά κι όλα τους κατοικούνται από νέα ζευγάρια που παράτησαν την πόλη για μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Με κάνα δυο έχει καλές σχέσεις. «Γιαγιά Δάφνη» τη φωνάζουν όποτε περνούν μπροστά από το σπίτι της και πάντα τη ρωτούν μήπως χρειάζεται κάτι από το χωριό. Καλά παιδιά, δεν έχει παράπονο. Αλλά έχουν κι αυτά τις δουλειές τους.

Τι όμορφη που ‘ναι η πασχαλιά! Θυμάται τότε που τη φύτεψαν με τον Κοσμά. Εκείνος της έλεγε να βάλουν κάνα δέντρο που να δίνει καρπούς, αν ήθελαν λουλούδια φύτευαν και στη γλάστρα. Η Δάφνη όμως ήταν ανένδοτη.

«Όταν ανθίσουν το Πάσχα και στολίσουν τον κήπο, θα σου αρέσει!»

«Κι αυτό το μωβ, βρε παιδί μου, που έχουν. Πένθιμο χρώμα».

«Τι ήθελες να φυτέψουμε για το Πάσχα, χριστιανέ μου; Κόκκινες τουλίπες; Κάτι ξέρει το δέντρο και τα βάφει πένθιμα. Τα θεία πάθη τιμούμε».

«Δεν έχεις κι άδικο».

Έτσι φυτεύτηκε η πρώτη πασχαλιά. Μετά ήρθε και δεύτερη, ίσα για να μη νιώθει μόνη η πρώτη.

«Κι άλλη θα βάλουμε;»

«Μα κοίτα ετούτη πώς έπιασε! Κι έπειτα, εμείς δυο δεν είμαστε; Μια για τον έναν μια για τον άλλον».

Πάλι της έκανε το χατίρι και φυτεύτηκε κι η δεύτερη.

Όποτε τις βλέπει να στέκουν η μια δίπλα στην άλλη, φορτωμένες με τα μαβιά καλούδια τους, τον θυμάται τον Κοσμά και τα όμορφα χρόνια που πέρασαν μαζί. Ήσυχος άνθρωπος, καλοκάγαθος ήταν. Καλός πατέρας και σύζυγος, συνεπής στις υποχρεώσεις του, εργατικός και φιλόξενος. Είχαν κάνει τραπέζια με θέα τις πασχαλιές ουκ ολίγα! Και δώσ’ του να κερνάει τους καλεσμένους κρασί και να γυρνάει το αρνί στη σούβλα. Η Δάφνη πηγαινοερχόταν στην κουζίνα να κόψει τυρί, σαλάτα, να φέρει μεζεδάκια για τον ψήστη και τη συντροφιά, να προσφέρει αβγά για τσούγκρισμα. Κατά έναν περίεργο τρόπο, πάντα το δικό της αβγό έμενε ανέπαφο. «Ξύλινο έχεις πάρει και μας κερδίζεις κάθε χρόνο, κυρά μου;» την πείραζε ο Κοσμάς κι έσκαγε στα γέλια. «Αλλά ξέχασα. Εσύ έχεις πάντα δίκιο. Γι’ αυτό και τ’ αβγό σου δεν καταδέχεται να χάσει!»

Τι ωραία χρόνια! Πέντε χρόνια τώρα που τον έχασε, τον νοσταλγεί κάθε χρονιά και περισσότερο. Κι αυτές οι Πασχαλιές, τόσο όμορφες μαζί, πώς να τις χωρίσεις; Δεν αργεί όμως ο καιρός που θ’ αγγίξουν ξανά τα κλαδιά τους. Η Δάφνη το ξέρει. Το διαισθάνεται. Όχι όμως φέτος. Φέτος, περιμένει πάλι τα παιδιά της. Μα να τα! Ακούει τ’ αυτοκίνητα να σταματάνε έξω από την αυλή. Η πόρτα ανοίγει και τα εγγόνια τρέχουν να την αγκαλιάσουν.

«Τι μυρίζει έτσι όμορφα, γιαγιά;»

«Οι πασχαλιές, παιδί μου! Άνθισαν οι πασχαλιές!»

Related Posts