Καθόταν απέναντί μου, γερμένος λοξά προς τα μπρος, με το δεξί χέρι να ακουμπά στο τραπέζι και το άλλο να αγκαλιάζει την πλάτη της καρέκλας. Ήταν αρρενωπός με μια γοητεία σαγηνευτική˙ γκρίζοι κρόταφοι, μάτια μελιά σαν κεχριμπάρι, επιμελώς αξύριστος και με γωνίες αυστηρές που δήλωναν πως έχει χρόνια απομακρυνθεί από το αγόρι που ήταν κάποτε. Το βλέμμα του λάγνο, υποσχόταν πως αν σε άγγιζε, θ’ αναριγούσες. Το ύφος του ανέδυε την ωριμότητα της εμπειρίας. Με τα χείλη μισάνοιχτα, φιλούσε απαλά ένα μισοσβησμένο τσιγάρο, φυλαχτό των καημών του. Τα πόδια του, σε αντρικό σταυροπόδι, ήταν ασάλευτα. Στο δεξί του χέρι, κρατούσε ένα στυλό. Άλλοτε το κουνούσε νευρικά κι άλλοτε το λίκνιζε ελαφρά ανάμεσα στα δάχτυλα του. Ενίοτε, γέμιζε μ' αυτό τις αδειανές σελίδες μπροστά του. Αναρωτήθηκα τι να βασανίζει τη σκέψη του.
Η ζωή της πόλης κυλούσε ανάμεσα στα σκόρπια εξωτερικά τραπεζάκια της καφετέριας. Προσπερνούσε τους θαμώνες, αγκάλιαζε τους περαστικούς που σφίγγονταν μέσα στα φθινοπωρινά πανωφόρια τους και εναρμονιζόταν με τη βουή του δρόμου. Εκείνος φαινόταν χαμένος στον δικό του κόσμο, σαν πίνακας ζωγραφικής σε αταίριαστο δωμάτιο. Κανείς δεν τον κοιτούσε, εκτός από μένα. Όλες μου οι αισθήσεις τον παρακολουθούσαν. Ένιωθα την αύρα του τόσο οικεία, σαν κομμάτι του εαυτού μου. Η μυρωδιά του καπνού του τύλιγε τις σκέψεις μου, θολώνοντας μεθυστικά το μυαλό μου. Ανυπομονούσα ν’ ακούσω τη φωνή του, σαν τη διψασμένη ψυχή στην έρημο της κόλασης. Πρόσεχα τον παραμικρό ήχο που ερχόταν ποτέ από το σύρσιμο του στυλό του πάνω στο χαρτί, ποτέ από το τρίξιμο της καρέκλας του, καθώς άλλαζε ελαφρώς θέση. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι με γοήτευε περισσότερο. Όμως η λαχτάρα μου να του μιλήσω ολοένα και μεγάλωνε.
Με μια γρήγορη κίνηση, σηκώθηκε, φόρεσε τα γυαλιά ηλίου, άφησε χρήματα πάνω στο τραπέζι, πήρε τα γραπτά του και τράβηξε προς τη γωνία του δρόμου. Πλήρωσα και τον ακολούθησα. Το βάδισμά του σταθερό, ταίριαζε απόλυτα στο ποιος έδειχνε ότι ήταν.
«Στάσου!» του φώναξα με αγωνία.
Σταμάτησε. Γύρισε αργά, κατέβασε τα γυαλιά και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
«Θέλετε κάτι;» ρώτησε ευγενικά.
«Θέλω να έρθω μαζί σου» είπα χωρίς να χάσω οπτική επαφή και μ’ ένα θάρρος που εξέπληξε κι εμένα την ίδια. Οι στιγμές μέχρι την απάντηση του μου φάνηκαν αιώνας.
«Πηγαίνω στο σπίτι μου, θέλεις σίγουρα να με ακολουθήσεις;» είπε ανασηκώνοντας το ένα του φρύδι.
«Ναι» απάντησα με σιγουριά.
«Δε φοβάσαι;»
Με δοκίμαζε. Έγνεψα αρνητικά.
«Πολύ ωραία. Ας πάμε λοιπόν» είπε δείχνοντας τον δρόμο μπροστά.
Κανείς απ’ τους δυο μας δεν επιχείρησε να μιλήσει. Η αμηχανία που η σιωπή φέρνει ανάμεσα σε αγνώστους, περιέργως, απουσίαζε. Μετά από τρία στενά, άκουσα και πάλι τη φωνή του.
«Φτάσαμε» είπε βάζοντας το κλειδί στην πόρτα.
Ανεβήκαμε μια παλιά τσιμεντένια σκάλα που από τη μια μεριά ακουμπούσε σ’ έναν πράσινο ξεφλουδισμένο τοίχο. Στην κορυφή, ένας διάδρομος οδηγούσε σε δύο καφετί πόρτες. Άνοιξε τη μια και πρότεινε το χέρι του χαμογελώντας.
«Πέρασε».
«Ευχαριστώ» ανταπέδωσα τυπικά το χαμόγελο.
Το διαμέρισμά ήταν σκοτεινό. Το μόνο φυσικό φως ερχόταν από μια στενή μπαλκονόπορτα που φρουρούσε ένα μικροσκοπικό μπαλκόνι. Ο χώρος έμοιαζε χωρισμένος στα δυο˙ η μια μεριά καθαρή και οργανωμένη, η άλλη ακατάστατη και σκονισμένη, σαν να συζούσαν δυο άνθρωποι με εντελώς αντίθετους χαρακτήρες. Παρ' όλα αυτά, υπήρχε ένα μονό κρεβάτι κι ένα τραπέζι με μια μόνο καρέκλα.
Βιβλία απλώνονταν παντού. Στην τακτοποιημένη μεριά, ήταν τοποθετημένα ανά ύψος σε μια ξύλινη βιβλιοθήκη και στην άλλη, πετάμενα εδώ κι εκεί, μισά ανοιχτά, μισά κλειστά. Λευκά ή μισογραμμένα χαρτιά τα συνόδευαν κατά τον ίδιο τρόπο. Στη μεριά της βιβλιοθήκης, υπήρχε ένα γραφείο με σκαλιστά πόδια από σκούρα καρυδιά, που φιλοξενούσε οτιδήποτε χρειαζόταν ένας γραφιάς.
Όση ώρα παρακολουθούσα το σπίτι, τακτοποιούσε τα χαρτιά που είχε μαζί του στην καφετέρια.
«Θα πιείς κάτι;» με ρώτησε μόλις τελείωσε.
«Όχι, ευχαριστώ. Μόλις ήπια καφέ».
«Σωστά» είπε λίγο αμήχανα, μα έσπευσε να ζεστάνει την ατμόσφαιρα.
«Ας καθίσουμε λοιπόν. Τι σε φέρνει εδώ;»
Σάστισα. Ήταν τόσο παρορμητική η επιθυμία μου να βρεθώ κοντά του, που δεν είχα σκεφτεί τι ν’ απαντήσω σε μια τέτοια πιθανή ερώτηση. Αποφάσισα ν’ αυτοσχεδιάσω.
«Η φιγούρα σου μου έκανε τρομερή εντύπωση. Θέλω να γράψω μια ιστορία με πρωταγωνιστή κάποιον σαν εσένα. Σκέφτηκα πως θα πρέπει να σε γνωρίσω λίγο καλύτερα. Να μάθω για σένα, για να μπορέσω να χτίσω τον χαρακτήρα».
Χάρηκα που ο αυτοσχεδιασμός μου είχε καλύτερη εξέλιξη από ό,τι φανταζόμουν.
«Αλήθεια;» σήκωσε πάλι το φρύδι.
«Ναι. Γι' αυτό θα ήθελα να μου μιλήσεις για σένα» είπα αποφασισμένη βγάζοντας το σημειωματάριό μου. Δε φαινόταν καθόλου ξαφνιασμένος. Αντίθετα, χαμογελούσε μ’ έναν αέρα σιγουριάς.
«Με τιμά η πρότασή σου και το γεγονός ότι στάθηκα αφορμή για έμπνευση. Δέχομαι με μεγάλη χαρά. Η αλήθεια είναι ότι σε περίμενα».
«Αλήθεια;» ρώτησα έκπληκτη.
«Αν θέλεις, ξεκινάμε τώρα κιόλας!» συνέχισε μ’ ενθουσιασμό.
Πάντα μου άρεσαν οι προκλήσεις. Ιδιαίτερα αυτές τις οποίες παγίδευα μόνη μου τον εαυτό μου να δεχθεί. Πήρα το στυλό ανά χείρας και τον προέτρεψα.
«Σε ακούω».
«Δε θα ξεκινήσω από το παρελθόν μου, όπως ίσως θα περίμενες. Η αλήθεια είναι πως δεν έχω παρελθόν. Έρχομαι από έναν άλλον κόσμο που απ’ ό,τι καταλαβαίνω αγαπάς πολύ».
Σταμάτησε για να δει την αντίδρασή μου. Είχε ένα ύφος αφηγηματικό. Θεωρώντας ότι θέλει να κάνει πιο ενδιαφέρουσα την ιστορία που θα έγραφα για εκείνον, δεν έδειξα να ξαφνιάζομαι από τα όσα είχα ακούσει. Περίμενα κι εκείνος συνέχισε.
«Η φύση μου μοιάζει ανθρώπινη, αλλά δεν είναι. Ίσως ακόμα να φαντάζει ιδανική. Τι σκέφτηκες όταν με είδες;» ρώτησε απρόσμενα.
Σάστισα γι’ άλλη μια φορά. Πώς να του έλεγα πως αυτό που ένιωσα έμοιαζε με έρωτα και πως η σκέψη μου τριγύριζε συνεχώς σ’ εκείνον; Δεν ήθελα να προδοθώ, αλλά ούτε και να πω ψέματα.
«Γοητεύτηκα» είπα λακωνικά και συνεσταλμένα.
«Χαίρομαι που είσαι ειλικρινής. Είναι μια εντύπωση που δημιουργώ συχνά» αποκρίθηκε. Ακόμα και να ήθελα να παρεξηγήσω την απάντησή του ως αλαζονική ή υπεροπτική, η γαλήνη στην όψη του δεν μου το επέτρεψε.
«Επίτρεψε μου να σε ρωτήσω μερικά πράγματα ακόμα, που θα σε βοηθήσουν σε αυτό που επιθυμείς να κάνεις. Τι νιώθεις κοντά μου;»
Έφερα το στυλό στον κρόταφό μου και τον χτύπησα απαλά δυο φορές.
«Οικειότητα. Σαν να σε ξέρω από πάντα. Και έντονη εσωτερική ορμή για δημιουργία. Δεν ξέρω πώς και γιατί, αλλά με εμπνέει η παρουσία σου» εξομολογήθηκα ανακουφισμένη.
«Σε κάνει να θέλεις να γράψεις;»
«Ναι! Δεν μπορώ να το εξηγήσω. Στο μυαλό μου ξεπηδούν λέξεις και εικόνες ασύνδετες μεταξύ τους και νιώθω ότι έχω την ανάγκη σου για να ενώσω τα κομμάτια. Σαν όλο μου το είναι να παίρνει φωτιά και να ποθεί να λυτρωθεί με μια σου λέξη». Ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από το στήθος μου, όπως ο ερωτευμένος που εξομολογείται τον έρωτά του. Κρεμόμουν από τα χείλη του.
«Θα ήθελες, αν ήταν δυνατόν, να μείνεις μαζί μου για κάποιο διάστημα;»
«Για πάντα» είπα κλείνοντας τα μάτια, μ’ ένα ηδονικό χαμόγελο να ζωγραφίζεται στα χείλη μου. Είχα αφεθεί. Δεν είχε μείνει καμία άμυνα να με προστατεύσει από το άγνωστο.
«Τα ειλικρινή αισθήματα αξίζουν ειλικρινή ανταπόκριση. Θα πρέπει να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σου» είπε σοβαρεύοντας.
Πήρε τα χέρια μου στα δικά του. Το παρθενικό μας άγγιγμα ολοκλήρωσε την έκσταση στην οποία βρισκόμουν.
«Δεν είμαι αυτός που βλέπεις με τα υλικά σου μάτια. Η ύλη μου αποτελείται από την ουσία αυτού που το χέρι σου αποτυπώνει στο χαρτί».
Σήκωσε το δεξί μου χέρι και το φίλησε ευλαβικά.
«Προσκυνώ το μέσον που μου δίνει ζωή».
Τα μάτια μου είχαν βουρκώσει. Στο στήθος μου ένιωθα πλέον μια τέτοια ανάταση που αν κάποιος μου ζωγράφιζε φτερά, θα πετούσα. Τι μου συνέβαινε; Μήπως τρελαινόμουν;
Άφησε τα χέρια μου και στάθηκε όρθιος μπροστά μου. Η όψη του είχε αλλάξει. Η αρρενωπή γοητεία είχε μετατραπεί σε αιθέρια αύρα. Τον λόγο είχε μόνο εκείνος.
«Ιδού!»
Σαν να ξεκλείδωσε μια πύλη σε άλλη διάσταση, εξαφανίστηκε από μπροστά μου. Έμεινε ένα ολόγραμμα ανθρώπινης φιγούρας, που απαρτιζόταν από οριζόντιες σειρές λέξεων. Ξάφνου, έχασε το σχήμα του και σαν αέρας κινήθηκε προς τα χέρια μου. Τέντωσα τ’ ακροδάχτυλα μου κι ένιωσα ένα ρεύμα ενέργειας να με διαπερνά, κατευθυνόμενο από τα χέρια προς την καρδιά και το κεφάλι κι ύστερα να γυρνά προς τα πίσω. Με το που έφτασε ξανά στα χέρια μου, έπιασα ασυναίσθητα το στυλό κι άρχισα να γράφω. Τα μάτια μου είχαν πια δακρύσει και λυγμοί χαράς έπαλλαν όλο μου τον κορμί.
Έμεινα εκεί ώσπου σκοτείνιασε, νιώθοντάς τον να καθοδηγεί το χέρι μου, ξεδιπλώνοντας όσο ταλέντο είχα μέσα μου. Μέσα σε λίγες ώρες, είχα γράψει τα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, που παιδευόμουν καιρό να τελειώσω. Ήταν τόση η ένταση των ωρών που έγραφα ασταμάτητα, που με το που έβαλα την τελευταία τελεία, έπεσα λιπόθυμη στον καναπέ.
Όταν συνήλθα, βρισκόμουν στο σπίτι μου, ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Απογοήτευση. «Ήταν πράγματι όνειρο» σκέφτηκα. Ανακάθισα στο κρεβάτι, κοιτάζοντας νοσταλγικά τις πρώτες ακτίνες του ήλιου που λαμπύριζαν στο τζάμι του παραθύρου. Στο κομοδίνο, ένα χειρόγραφο, γραμμένο με τα δικά μου γράμματα, είχε στην τελευταία σελίδα του τη λέξη «τέλος».










