Tag

έρωτας

Ο χαρακτήρας του έρωτα

Μεγαλοπρεπής ο έρωτας.

Μόλις καταλάβει το μυαλό και την καρδιά,
εκτοπίζει κάθε τι άλλο από μέσα τους.
Αφαιρεί τη συντέλεια με την ψευδαίσθηση της τελειότητας.

Παντοδύναμος.

Μεταμορφώνει τον δειλό σε γενναίο εν μία νυκτί.
Οτιδήποτε παράτολμο μοιάζει εφικτό
και οι θυσίες, μικρές αποφάσεις που αλλάζουν μια ολόκληρη ζωή.

Λυτρωτικός.

Κλείνει πληγές με τρομακτική ταχύτητα και αξιοζήλευτη στοργικότητα.
Άγχη, έγνοιες, φόβοι υποκλίνονται σαν υποταγμένοι υπηρέτες
και υποχωρούν οικειοθελώς.

Πανταχού παρών.

Τον κουβαλάς μαζί σου στον χώρο και τον χρόνο σαν την πιο δική σου αποσκευή.
Εκείνη που χωρά τα πιο κρυφά σου όνειρα, τις πιο μικρές ελπίδες, τα πιο γλυκά χαμόγελα
και μια ζεστή αγκαλιά που γεύεσαι κάθε που νυχτώνουν τα πάντα γύρω σου.

Γενναιόδωρος.

Αν τον φροντίσεις επαρκώς, αναγνωρίζει φιλότιμα
πότε είναι η ώρα να παραδώσει την πρωταγωνιστική θέση του στην αγάπη
και να την νυμφευτεί σε έναν αιώνιο, θεϊκό δεσμό.

Είναι όμως θνητός.

Έχει μια αχίλλειο πτέρνα που λαβώνεται από την ίδια του την πηγή δύναμης.
Τα λόγια τον θρέφουν.
Εκείνα που κρύβουν μέσα τους γλυκόπικρες υποσχέσεις, αμοιβαία αισθήματα και πράξεις αφοσίωσης.
Τα λόγια τον σκοτώνουν.
Εκείνα που υποκινούνται από τον αιώνιο εχθρό του.
Τον εγωισμό, που διαίρει ό,τι ο έρωτας ενώνει.

Ταπεινός ο έρωτας.

Το θεϊκό μεγαλείο παραδομένο επιμελώς
στο σάρκινο κι ανεπαρκές ένδυμα του ανθρώπου.

Η αληθινή αγάπη

6 Ιουνίου, 2020

Έλα, λοιπόν, να μιλήσουμε για αγάπη αληθινή.
Δεν είναι παραμύθι να ψάχνεις το ιδανικά τέλειο
που έχεις φανταστεί στα όνειρά σου.
Βράχος είναι που τον δέρνει η θάλασσα της σκληρής αλήθειας,
ώσπου να γίνει διαμάντι.

Αντέχεις την ανελέητη τριβή της αλμύρας πάνω στις πληγές σου,
καθώς αυτές επουλώνονται;
Θέλει κότσια η αγάπη, γερό στομάχι,
μα πάνω από όλα ακλόνητη καρδιά.
Δεν είναι μια αιθέρια ύπαρξη.
Είναι ένα σώμα καμωμένο από πολλές μικρές ατέλειες
που κουμπώνουν τέλεια στα δικά σου ψεγάδια.
Μια ψυχή γεμάτη πόνους, ανησυχίες κι ανασφάλειες
που σβήνει το δάκρυ της αδυναμίας της στη δική σου δύναμη.
Ένα μυαλό που όσο κι αν παρασύρεται από αυστηρούς ορθολογισμούς
που του υπαγορεύουν πως θα μπορούσε να βρει κάτι καλύτερο,
βρίσκει εν τέλει καταφύγιο στην καρδιά που πρωτογέννησε τον έρωτα στα μάτια.

Ποιός μπορεί να κρίνει το καλύτερο χωρίς συναίσθημα;
Ποιός μπορεί στ' αλήθεια να δέσει σ' ένα μάτσο όλα τα λάθη
και να τα προβάλλει σαν μπουκέτο από αγκάθια
μπροστά σε μια καρδιά που δεν έχει ξεχάσει τι και γιατί ερωτεύτηκε;

Θα σου πω κι ένα μυστικό.
Δε σκοτώνεται η αληθινή αγάπη.
Εσύ επιλέγεις να απομακρυνθείς από αυτήν.
Μα σαν με αόρατο ομφάλιο λώρο σε κρατά δεμένο μια ζωή.
Μια ζωή που ποτέ δε θα είναι ξανά ίδια,
μετά τη γέννηση σου από τη μήτρα της.

Μην πιστεύεις, λοιπόν, στην ιδανική όψη του έρωτα.
Αυτός πλανά για να σε διδάξει πως το εφήμερο δεν έχει σημασία
στο τέλος εκείνης της μοναδικής νύχτας.
Το ξημέρωμα μετρά.
Εκείνο που θα φέρει τη μέρα που θα νιώσεις ότι ζεις,
επειδή ένας άνθρωπος μετρά για σένα όσο εσύ γι' αυτόν.
Ένας άνθρωπος που θα δει σ' εσένα ακόμα κι αυτό
που εσύ αδυνατείς να αντικρίσεις στον καθρέφτη,
μα κάθε κύτταρό σου το εκπέμπει σαν βρίσκεσαι κοντά του.
Που θα επιτρέψει να συμβεί το αδύνατο.
Να γίνει ο χρόνος σύμμαχος του έρωτα κι όχι αντίπαλός του.
Αυτό είναι αληθινή αγάπη.

Κάθε φορά που η μπαλάντζα θα γέρνει
στη φθορά, την κούραση και την ανία,
μια λέξη κλειδί ν' ανοίγει ξανά την καρδιά
για να πλημμυρίσει με αναμνήσεις.
Μνήμες που θα ζωγραφίζουν με τα ολοζώντανα χρώματα του δειλινού
την απάντηση στο αιώνιο "γιατί".
Γιατί ήρθες, γιατί έμεινες, γιατί συνεχίζεις, γιατί αγαπάς.

Μαζί με τον ήλιο, θα γέρνεις κι εσύ στην αγκαλιά
που θα απαλύνει στοργικά τις πληγές σου
και θα κάνει τους φόβους σου να μοιάζουν
με παιχνιδίσματα σκιών μετά το ηλιοβασίλεμα.

Ύστερα, κάπου εκεί πριν τα μεσάνυχτα,
όταν η οικειότητα θα ανασαίνει μέσα από το ένα σώμα για χάρη του άλλου,
δε θα έχουν σημασία πια τα λάθη, οι αμφιβολίες κι οι τσακωμοί.
Μονάχα η επιλογή να γνωρίζεις πως η αληθινή αγάπη υπάρχει,
όσο υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν γι' αυτήν.
Πρόθυμα, αβίαστα, αμοιβαία και ανιδιοτελώς.



Για πάντα

Να προτιμάς να σ'αγαπά με την αγκαλιά, το φιλί, το χάδι, το χαμόγελο.
Αυτή είναι η γλώσσα της καρδιάς που μιλά την αλήθεια.
Τα λόγια είναι επισκέπτες των στιγμών.
Πάνε κι έρχονται.
Αυτά που νιώθεις χτίζουν το "για πάντα".
Εκείνο το "για πάντα" που γεμίζει με ευτυχία τις μέρες σου.
Όχι επειδή θα διαρκέσει,
μα επειδή ταξιδεύει μέσα στον χρόνο τους συνεπιβάτες που το επέλεξαν.
Κι αυτό…είναι το ομορφότερο ταξίδι.
Μια βάρκα το "για πάντα" κι εμείς οι ευτυχισμένοι ναυαγοί μες στο σκαρί της.

Φλύαρες Σιωπές

Είναι στιγμές που το μέσα σου κατακλύζεται από λέξεις, σκέψεις και εικόνες.
Όμως τριγύρω δεν ακούγεται τίποτα.
Μια σιωπή άλλοτε φάλτσα, άλλοτε μελωδική.
Μοναδική, μα όχι μοναχική.
Αυτές τις φλύαρες σιωπές να βρεις κάποιον να μοιράζεσαι.
Πλάι πλάι, χωρίς το μαχαίρι της αμηχανίας να τεμαχίζει την καρδιά.
Μονάχα μ' αυτήν την ησυχία που έρχεται κι αγκαλιάζει στοργικά αυτούς που τη μοιράζονται.
Είναι εκείνες οι φορές που η έλλειψη λόγου δένει τους ανθρώπους, αντί να τους χωρίζει.
Όποιος ακούει τη φλυαρία της σιωπής, ξέρει να μετρά τα λόγια του.
Και να ξέρεις, μετά από τέτοιες σιωπές, γίνονται οι καλύτεροι διάλογοι.

Η ομορφιά μέσα στα σκοτάδια

Αν δεν έχεις δει την ομορφιά στα σκοτάδια μιας γυναίκας,
πώς θα διακρίνεις το φως
που εκπέμπει το βλέμμα της στη χαρά;
Πώς θα αξίζεις να γευτείς την αυτοπεποίθηση
που της δίνει η νίκη της εσωτερικής πάλης
και την ευωδιά που αναδύει η δύναμη της καρδιάς της;
Το πιθανότερο είναι να θαμπωθείς
και να πλησιάσεις από συμφέρον,
μήπως η ζεστασιά του χαμόγελού της
γλυκάνει λίγο τη ματαιοδοξία σου.
Μα όποιος αγαπά πραγματικά δεν έχει συμφέρον.
Όποιος αγαπά, βουτά στο σκοτάδι του και βρίσκει φως.

Πώς επιλέγεις ποιόν ερωτεύεσαι;

Ρώτησα με θυμό κι απογοήτευση την πληγωμένη καρδιά μου
πώς επιλέγει ποιόν ερωτεύεται.
«Δεν επιλέγω εγώ, μα τα τραύματά μου» απάντησε.
«Με μισή καρδιά δεν έλκεις τον αληθινό έρωτα.
Θεράπευσέ με και θα σου δείξω πώς είναι να ερωτεύεσαι με αγάπη!».


Οι μεγάλοι έρωτες

Είναι οι «μεγάλοι» έρωτες, ηφαίστεια που εκρήγνυνται
και σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους,
αφήνοντας πίσω τους καρδιές αποκαΐδια.
Μα είναι κι εκείνοι οι έρωτες, οι «καθημερινοί»,
σαν τα μικρά ρυάκια που κυλούν δίπλα στις πλαγιές
και δροσίζουν ό,τι ζωντανό συναντήσουν στο διάβα τους.
Σκορπώντας σταγόνες ζωής απλόχερα, να ξεδιψά η ψυχή σου.

Το κυνήγι του πάθους

Σκαρφαλώνεις με κόπο έχοντας την ηδονή της κορύφωσης
να σου σιγοκαίει το μυαλό.
Καταραμένο το πάθος σε αιώνια ένωση με την πτώση
αμέσως μετά την κατάκτηση.
Μένεις να βιώνεις τη ζωή και το θάνατο
σε μια συνεχή μαρτυρική εναλλαγή.
Μα όσο πρόσκαιρη είναι η αίσθηση της νίκης,
άλλο τόσο εφήμερη είναι και η πτώση.

"Τίποτα δε μας ανήκει σε αυτή τη ζωή πέρα από το σαρκίο μας".
Πόσο λανθασμένη οπτική!
Με τη σάρκα δεν εξελίσσεσαι.
Δεν αγαπάς.
Μόνο η ψυχή μας ανήκει
κι ό,τι της φορτώσουμε στο δισάκι της.

Μην κυνηγάς, λοιπόν, το πάθος.
Θα έρθει αναπόφευκτα όπως η καταιγίδα το χειμώνα.
Θα σε ξεπλύνει ή θα σε λερώσει
ανάλογα με τι ένδυμα θα το χρεώσεις.
Της αμαρτίας ή του έρωτα;
Της λάσπης ή του ανθώνα;

Όπως και να 'χει θα φύγει
και το τίμημα του θα το πληρώσεις ή θα το απολαύσεις.
Μην παρασυρθείς όμως από τη λάβα του
και πλέξεις παραμύθια που δε θα τηρήσεις.
Δεν είναι τίμιο.
Για σένα τον ίδιο πρώτα - πρώτα.

Ποτέ μη λες "ποτέ" και "για πάντα".
Μην ορίζεις το μέλλον με λόγια.
Η ζωή είναι πιο δυνατή από τις υποσχέσεις.
Μόνο η πράξη είναι πιο δυνατή από τη ζωή.
Σαν θάλασσα σκαλίζει το βράχο της
κι αν είσαι καλλιτέχνης στις πράξεις σου,
όπου περνάς θα σκορπίζεις αγάλματα να ομορφαίνει ο κόσμος.

Διάλογος με τον έρωτα

19 Φεβρουαρίου, 2020

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Μια ανάσα κοφτή και βαριά ακροβατούσε στην ησυχία. Η Μυρτώ τρόμαξε. Προχωρούσε αργά και με όλες τις αισθήσεις σ’ εγρήγορση. Μέσα από κάτι ξεχασμένες χαραμάδες, μια δεσμίδα φωτός αποκάλυψε μια ανθρώπινη φιγούρα. Ένας άγνωστος άνδρας κείτονταν αβοήθητος. Τον πλησίασε διστακτικά. Είχε μια ανοιχτή πληγή στο μέρος της καρδιάς, που έκρυβε με το χέρι του. 

«Έλα κοντά» της είπε λιγοψυχώντας. Η Μυρτώ έκανε ένα αβέβαιο βήμα κι ύστερα στάθηκε.

«Έλα κοντά!» την πρόσταξε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Προχώρησε σαν υπνωτισμένη. Έπιασε αργά το χέρι που της έτεινε κι εκείνος έσφιξε με τα δάχτυλά του την παλάμη της.

Μια στιγμιαία λάμψη την τύφλωσε και τη μετέφερε σε άλλο χωροχρόνο. Ένιωσε ένα μικρό γαργάλημα. Στην ανάποδη του χεριού της σερνόταν ένα σκουλήκι. Το τίναξε με αηδία. Ένα άλλο ανέβαινε προς τον αγκώνα της. Το ανατριχιαστικό περπάτημά του στο γυμνό της δέρμα την έκανε να τιναχτεί ξανά. Έστρεψε το βλέμμα στον ώμο της. Περισσότερα σκουλήκια. Κατέβασε το κεφάλι έντρομη. Το στήθος της σκέπαζαν εκατοντάδες ζωύφια σαν μια κινούμενη πανοπλία. Ένιωθε το βάρος τους σαν από μόλυβδο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η κραυγή έσβησε στα χείλη της. Το λαρύγγι της είχε στεγνώσει.

Σήκωσε τα μάτια. Η ίδια ανδρική φιγούρα στεκόταν με μεγαλοπρέπεια απέναντί της. Η μορφή του ήταν πλέον οικεία. Δυο λευκά φτερά ξεπηδούσαν από την πλάτη του και απλώνονταν στα πλάγια. Η αψεγάδιαστη ομορφιά του καθήλωνε το βλέμμα της. Δεν έδειχνε να νοιάζεται για τα σκουλήκια. Κρατούσε στο χέρι του ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν τον ίδιο τον πόθο. Το έτεινε προς το μέρος της χαμογελώντας.

Πίσω του στεκόταν ο Παύλος ανέκφραστος. Η Μυρτώ ξαφνιάστηκε. Έκανε να χαμογελάσει, αλλά τα χείλη της πάγωσαν. «Να μη με δει έτσι» σκέφτηκε. Ευτυχώς την έκρυβε ο Έρωτας. Το μυαλό της στράφηκε αμέσως στο τριαντάφυλλο. «Να το πάρω, να κρύψω τα σκουλήκια».

Η ανάσα της ήταν γρήγορη. Το άγχος μην τη δει ο Παύλος την καταπονούσε. Με μια απότομη κίνηση άρπαξε το τριαντάφυλλο, τρυπώντας το δάχτυλό της σ’ ένα αγκάθι. Το κοίταξε θυμωμένη, όπως μαλώνουμε ένα παιδί που κάνει κάτι ανάρμοστο. Νόμισε πως μπορούσε να του επιβληθεί, αλλά το λουλούδι είχε δική του βούληση. Ένα φως έσκισε τους αρμούς των φύλλων του κι ανέβηκε προς τα πέταλα, ώσπου το τύλιξε ολόκληρο μέσα σε μια φωτεινή αύρα. Η Μυρτώ το ακούμπησε αργά στο στήθος της προσμένοντας το θαύμα.

Πισωπάτησε καθώς της έσπρωξε το χέρι.

«Τι συνέβη; Γιατί δε με άφησες να δω;» είπε απορημένη σαν να ξυπνούσε από λήθαργο.

«Τη συνέχεια την ξέρεις» της απάντησε αυστηρά.

Η Μυρτώ έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Δε συνέβη έτσι! Δε συνέβη έτσι!» διαμαρτυρόταν κουνώντας το κεφάλι δεξιά κι αριστερά.

«Δεν έχω λόγο να σου πω ψέματα και το ξέρεις» απάντησε απογοητευμένος.

Ένα αίσθημα ενοχής την κατέβαλε. Οι τύψεις είχαν γίνει τώρα αόρατα σκουλήκια που τρύπωναν με ευκολία στις σκέψεις της.

«Στο διάολο ο έρωτας!» είχε φωνάξει οργισμένη, όταν ο Παύλος έκλεινε την πόρτα πίσω του με δύναμη. Η πίκρα από τα λόγια που είχαν ανταλλάξει είχε προσωρινά αναισθητοποιήσει την καρδιά της. Βαυκαλιζόταν πως ήταν καλύτερα έτσι, νομίζοντας πως έριχνε παυσίπονο στις πληγές της. Είχε φταίξει, αλλά ο εγωισμός δεν την άφηνε να δει. Αμέτρητες φορές είχε παραπονεθεί πως ο Παύλος δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια στη σχέση τους. Κι εκείνη τι έκανε; Όταν την κατηγόρησε πως κρυβόταν πίσω από τις άμυνές της, η Μυρτώ απάντησε πως είχε δικαίωμα στην ανεξαρτησία. Πως δε χρειαζόταν έναν άντρα να δεθεί. Πως μπορούσε να τα καταφέρει και μόνη της, όπως έκανε τόσα χρόνια. Οι συναισθηματισμοί δεν της ταίριαζαν. Στο διάολο ο έρωτας…

Ο Παύλος ήταν πια παρελθόν, αλλά το κενό στην καρδιά της είχε παραμείνει. Όταν απαρνείσαι τα όνειρά σου να ζήσεις τον μεγάλο έρωτα, τον καταδικάζεις σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο, τον τιμωρείς και τον πληγώνεις.

«Δεν ήμουν άξια» παραδέχτηκε. Τα χέρια της κρέμονταν στα πλάγια και το σαγόνι της σχεδόν ακουμπούσε το στέρνο της.

«Δεν ήμουν άξια να κρατήσω το τριαντάφυλλό σου. Γι’ αυτό δεν έγινε το θαύμα, έτσι δεν είναι;» Τον κοίταξε απελπισμένη. Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Η πληγή του αιμορραγούσε.

«Άσε με να σε βοηθήσω» τον παρακάλεσε.

«Τι μπορείς να κάνεις; Δεν έχει νόημα πια». Η φωνή του έσβηνε.

«Όχι! Όχι! Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις! Σε παρακαλώ!» φώναξε. Πήγε κοντά του και τον πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της σαν μωρό. Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να του πει. Κάτι που θα τον κρατούσε στη ζωή.

Ένιωσε να βρίσκεται στην άκρη του γκρεμού. Σαν όλα να εξαρτιόνταν από εκείνη. Ή θα έπεφτε ή θα πετούσε. Πήρε φόρα κι έκανε το άλμα.

«Δεν πεθαίνει ο Έρωτας! Δεν γίνεται να πεθάνει! Όχι όσο υπάρχει η αγάπη! Ακούς;» Ένιωσε την αλμύρα των δακρύων να γλείφει τις άκρες των χειλιών της. Ακούμπησε το πρόσωπό της στο μέτωπό του. Τα μάτια του έκλειναν. Έπιασε το χέρι του και το κράτησε σφιχτά. «Δε θέλω να σε χάσω» του ψιθύρισε.

Τα δάχτυλά του χαλάρωσαν. Τον κοίταξε τρομοκρατημένη. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που του έδινε ζωή είχε φύγει. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το κορμί του κι άρχισε να ταλαντώνεται μπρος πίσω, μην αντέχοντας την ακινησία του θανάτου. Με τα βλέφαρά της κλειστά, ευχήθηκε να είχε πεθάνει εκείνη στη θέση του.

Η λάμψη την τύφλωσε για δεύτερη φορά. Βρισκόταν στην ίδια θέση με την αγκαλιά άδεια. Στα πόδια της ήταν ακουμπισμένο το τριαντάφυλλο του Έρωτα. Ενστικτωδώς κοίταξε το στήθος της. Δεν υπήρχε τίποτα. Έψαξε γύρω της να τον βρει με μια ελπίδα να καίει στην καρδιά της σαν τον ήλιο του καλοκαιριού. Ήταν εκεί απέναντί της. Ανοιγόκλεινε τις φτερούγες του σαν φλεγόμενος φοίνικας.

«Σ’ ευχαριστώ» ψέλλισε και μ’ ένα πέταγμα απομακρύνθηκε στον ορίζοντα.

Η Μυρτώ άνοιξε τα μάτια της. Γύρισε και κοίταξε το ρολόι. Ήταν τέσσερις το ξημέρωμα. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Μια σουβλιά στο στήθος κι ύστερα ένα αλλόκοτο αίσθημα γαλήνης διαδέχτηκαν το ένα το άλλο. Έμεινε λίγο ακίνητη προσπαθώντας να συνέλθει, ενώ οι σκέψεις χόρευαν στο μυαλό της. Ανάμεσά τους πέρασε αναπάντεχα κι ο Μίλτος, ο φοιτητής που είχε γνωρίσει το πρωί στο μαγαζί. Πετάρισε τα βλέφαρά της. Τι είχε συμβεί;

Στο κομοδίνο ήταν ακουμπισμένο το βιβλίο που είχε ξεκινήσει να διαβάζει την προηγούμενη μέρα. Το πήρε στα χέρια της και διάβασε τον τίτλο ψιθυριστά. «Έρωτας Φοίνικας». Μ’ ένα μειδίαμα ανακούφισης, το άνοιξε και το ξεφύλλισε. Ήξερε πως δε θα κατάφερνε να ξανακοιμηθεί.

Για μια θέση αδειανή

12 Φεβρουαρίου, 2020,

Εκείνη την άδεια θέση μέσα μου, πες μου πώς θα τη γεμίσω;
Εκείνη που σαν σε γνώρισα έπλασα με κάθε κύτταρο αγάπης
που παλλόταν για χάρη σου.
Δεν είναι θρόνος.
Δεν είναι καν ένα άνετο κάθισμα.
Είναι απλά μια παλιά ξύλινη καρέκλα από αυτές
που αγκαλιάζουν παράδοξα το σώμα σου μόλις καθίσεις.
Μα ήταν μόνο για σένα.
Τώρα την έβαψα.
Μαύρη σαν την καρδιά μου.
Στη θέση σου έβαλα την ελπίδα μου.
Να τη ζεσταίνει μέχρι να γυρίσεις.
Αν γυρίσεις.
Ξέρω πως δεν ευθύνεσαι εσύ γι' αυτήν.
Εγώ την έφτιαξα.
Αν αποδειχτεί πως έκανα λάθος,
ας γίνει η ψυχή μου φωτιά και ας την κάψει.
Ας μείνει η στάχτη της να σκεπάσει την εικόνα σου.
Μέχρι να βρω τη δύναμη,
για μια θέση αδειανή, να ξαναγεννηθώ.


1 2 3 4