Tag

μάνα

Η πεμπτουσία της μάνας

12 Μαΐου, 2024

«Για να φτιάξεις μια μάνα χρειάζεσαι 5 στοιχεία.
Θέλεις γη, για να πατά γερά στα πόδια της
και να μπορεί να παρέχει αγαθά κι ασφάλεια στα παιδιά της.
Μετά θέλεις αέρα για να φυσά μακριά τις έγνοιες και τα άγχη τους.
Ύστερα μπόλικο νερό για να τροφοδοτεί τα δάκριά της.
Και τα πικρά και τα γλυκά».

«Θα χρειαστεί και φωτιά;»

«Μα φυσικά!
Τι άλλο να 'ναι οι ενοχές της για το πόσο καλά επιτελεί τον ρόλο της
κι η ανησυχία της όταν λείπουν τα παιδιά της;
Και το θεριό που γίνεται, σαν κάνουν να της τα πειράξουν,
από φωτιά κι αυτό είναι καμωμένο!»

«Και το 5ο στοιχείο;»

«Λιγάκι από Παράδεισο».

«Παράδεισο; Γιατί;»

«Για να 'χει μια πηγή ενέργειας να πλημμυρίζει την καρδιά της μ' αγάπη,
κάθε φορά που τα κοιτά, ενώ αισθάνεται άδεια».

Θα πάψουν οι φωνές, σ’το υπόσχομαι…

19 Οκτωβρίου, 2023

Μέσα στο θάλαμο του ψυχιατρείου, εμπρός σ’ ένα αθέατο κοινό υποκλίνεται με χάρη. Το χειροκρότημα πέφτει βροχή στ’ αυτιά του. Οι προβολείς τον τυφλώνουν και δεν ξεχωρίζει πρόσωπα.

Η αυλαία του μυαλού του κλείνει κι εκείνος χάνεται ξανά στα παρασκήνια. Γδύνεται το κοστούμι του και το χαμόγελό του και ντύνεται τη μοναξιά.

Περπατά σε ατραπούς που τον τρομάζουν. Νιώθει ξανά παιδί κλειδωμένο στο υπόγειο της ανθρώπινης ύπαρξης. Κάθεται χάμω και κρατά τα γόνατά του σε σφιχτή αγκαλιά. Λικνίζεται απαλά μπρος πίσω για να καθησυχάσει μέσα του τη μάνα που τον πενθεί.

Θα γίνει σύντομα καλά, μονολογεί.

«Σ’το υπόσχομαι, μαμά! Θα φορέσω ξανά το μπλε σακάκι που μου αγόρασες μαζί μ’ εκείνο το όμορφο λευκό πουκάμισο. Όχι αυτό που δένει στην πλάτη και με σφίγγει φριχτά, σαν τα μάτια των ανθρώπων γύρω μου. Το άλλο που καμάρωνες πόσο ταίριαζε με τα μάτια μου!

»Θα ξαναβρώ τον εαυτό μου, σ’το υπόσχομαι! Θα σταματήσει το θέατρο κι αυτές οι φωνές που ουρλιάζουν θα πάψουν πια. Τις σιχάθηκα! Δεν τις θέλω! Θα τις διώξω! Σ’το υπόσχομαι!

»Μονάχα το γλυκό νανούρισμα της φωνής σου! Αυτό θ’ ακούω! Θυμάσαι, μαμά; Εκείνο το τραγουδάκι που μου έλεγες όταν έπαιζα ακόμα με παιχνίδια. Απτά, όχι του μυαλού. Τότε που ήσουν υπερήφανη για μένα και καμία ‘τρέλα’ της λογικής δεν έμπαινε εμπόδιο στο ‘σ’αγαπώ’ σου.

»Σ’ αγαπώ, μαμά.

»Είμαι ακόμα εδώ».

Καμμένος Παράδεισος

23 Ιουλίου, 2023

- Μαμά όταν νιώθω ευτυχία είμαι στον παράδεισο;
- Ναι, καρδιά μου! Τον παράδεισο τον φτιάχνουμε μέσα μας!
- Κι έχει ζώα, δάση και χρώματα;
- Ό,τι μπορείς να φανταστείς!
- Αυτά όμως υπάρχουν στη γη.
- Ναι, υπάρχουν.
- Τότε γιατί λένε ότι ο παράδεισος είναι στον ουρανό;
- Γιατί, παιδί μου, στη γη, όσοι δεν μπορούν να φανταστούν τους παραδείσους...τους καίνε.

Δεν υπάρχει γιορτή

Στη μνήμη των θυμάτων
οι γυναίκες ακουμπούν λουλούδια στο προσκέφαλο. 
Τα τραύματα ακόμα αιμορραγούν. 
Δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα ένα μούδιασμα στα σπλάχνα που γεύονται την απώλεια. 

Ο μόνος που γιορτάζει τούτη τη μέρα είναι ο θάνατος. 
Είτε με τη μορφή του Χάροντα είτε του Αγγέλου
διακόσμησε γιορτινά τον ουρανό με νεανικές ψυχές. 
Εδώ δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα θρήνος. 

Πώς να γιορτάσει η γυναίκα όταν η μάνα πενθεί;
Για να γιορτάσει πρέπει να είναι ολόκληρη. 
Τώρα περιφέρεται σα να της ξεριζώσαν την καρδιά. 
Θα πάρει χρόνο, χρόνια. 
Χρόνια πολλά για να απαλύνει λίγο ο πόνος της. 

Οι υπόλοιπες; 
Γινόμαστε ένα αόρατο τείχος προστασίας,
μήπως οι προσευχές μας αφαιρέσουν λίγο βάρος
και συνοδέψουν τα παιδιά στο τελευταίο ταξίδι τους. 
Είμαστε συνεπιβάτες σ' ένα εθνικό μνημόσυνο. 
Καμιά γιορτή δε μας χωρά απόψε. 

Μέλι ζωής

7 Μαΐου, 2021

Ένα άσπρο νεκρολούλουδο φόρεσε πα’ στο πέτο
Για να τον δει ανθοστόλιστο ο Χάρος που αναμένει
τυφλός με το δρεπάνι του μπροστά σε νιό ή γέρο,
για να θερίσει τα κορμιά, ήρθε δεν ήρθε η ώρα.

«Για στάσου λίγο, Θάνατε, να αποχαιρετήσω.
Έχω γυναίκα και παιδιά, ανίψια και εγγόνια.
Φίλους που με αγάπησαν, εχθρούς που με μισήσαν.
Σε όλους κάτι τους χρωστώ, ευχαριστώ ή συγγνώμη.
Σαν νεκροεπιθυμία μου, άσε να αποδώσω
όλα τα χρεωστούμενα κι όταν θα αποσώσω,
θα 'ναι για σε πιο εύκολο πια να με κουβαλήσεις
σαν ελαφρύνει η ψυχή απ' της ζωής τα βάρη.

Τη θλίψη ετούτη δε βαστώ, την απωθεί η καρδιά μου
σαν αγκαλιάζει μέσα της χαρά μαζί και πόνο.
Δάκρυα από συγκίνηση πετούν απ' την ψυχή μου
Λυτρώνουν, λες, την ομορφιά από ανάσες λύπης.

Άσε με να στερνοπλυθώ από τα κρίματά μου
Κι ευθύς θα σου παραδοθώ δίχως κανένα φόβο.
Αρκεί κι εσύ να μου κρατάς σφιχτά το ένα μου χέρι
Σαν τη γλυκιά μανούλα μου σαν πήγαινα σχολείο.

Σχολειό είναι κι ο θάνατος. Θα το διαβώ, αλήθεια.
Μα τη ζωή που έζησα να αποχαιρετήσω πρώτα.
Θα είναι, λες, αγένεια αν έτσι την αφήσω.
Τόσα πολλά μου πρόσφερε σα να ‘μουνα παιδί της.
Πικρές, χαρές, ανάθεμα, υπερηφάνεια, ψέμα.
Θα ήμουν πια αχάριστος στη γενναιοδωρία.

Ξέρω πως χρόνο δεν κοιτάς. Πως είστε μαλωμένοι.
Γι’ αυτό και χρόνο δε ζητώ, μα άσε με ν' αντικρίσω
Όσα εδώ πέρα γεύτηκα σε τούτο εδώ το βιός μου.

Θαρρείς πολλά πως σου ζητώ...
Και θα ζητήσω ακόμα.
Όσο μ' αφήνεις να μιλώ, πάντα κάτι θα βρίσκω.
Γλυκιά η ζωή είναι θάνατε, πώς ν' αρνηθείς το μέλι;
Σαν στάζει από τα χείλη σου η τελευταία σταγόνα;».

Ο Χάρος έπιασε απαλά το ένα του το χέρι
και άλλαξε ξάφνου τη μορφή κι έγειρε πιο κοντά του.
Έγινε η μανούλα του, του γέρο-καημένου,
που από χρόνια πέθανε˙ την είχε στα κιτάπια.

Στερνό φιλί στο μέτωπο του έδωσε με πόνο
κι ευθύς εμπρός τού έδειξε την πόρτα να περάσει.
Ο γέρος με ευλάβεια της φίλησε το χέρι
και ένα δάκρυ κύλησε μαζί και η σταγόνα,
το μέλι από τα χείλη του και έπεσε στο χώμα.

Η Μάνα που άντεξε

30 Απριλίου, 2021

Ένα πρόσωπο αγγελικό σκαμμένο από τα δάκρυα. Δυο χέρια που κρατούν όλο τον επίγειο κόσμο σε ένα σώμα. Σώμα νεκρό. Μια καρδιά κομματιασμένη από το άδικο, το ασύλληπτο, το καρτερικά απρόσμενο. Η ελπίδα θανατώθηκε βάναυσα. Τα μάτια της βαριά από το μαρτύριο να δει το παιδί της,
τον Άνθρωπο που δεν έβλαψε κανέναν, να γίνεται αμνός προς θυσία σε συμφέροντα, φθόνο και απληστία.

Ο κοινός ανθρώπινος νους δε χώρα τον πόνο της. Εκείνη όμως άντεξε. Δεν έγινε εμπόδιο. Για το παιδί της. Για την πίστη της ότι το άδικο δεν ευλογείται. Για την αγάπη της ψυχής της που της ψιθύριζε πως δεν ξέρουν τι κάνουν. Μάνες τους γέννησαν κι αυτούς κι εκείνες θα έπρεπε να θρηνούν περισσότερο από εκείνη. Γιατί τα δικά τους παιδιά έγιναν αυτόχειρες της ίδιας της ψυχής τους. Τα δικά τους παιδιά, αν και ζωντανά στα μάτια του κόσμου, είχαν πεθάνει για πάντα.

Η Μάνα αυτή βίωσε τον υπέρτατο πόνο κι άντεξε. Για κάθε μάνα που της παίρνει ο θάνατος το παιδί μέσα από τα χέρια. Για κάθε μάνα που παλεύει με το θηρίο του πένθους. Για κάθε παιδί που φεύγει αδικοχαμένο. Για κάθε μικρό Χριστό που θυσιάζεται στην εκάστοτε εξουσία. Έγινε σύμβολο, ελπίδα, παρηγοριά και διδαχή πως η αγάπη είναι πιο δυνατή ακόμα κι από τον θάνατο. Μόνο η αγάπη αντέχει. Μόνο η αγάπη μένει. Μόνο η αγάπη απαλύνει τον πόνο. Μόνο η αγάπη ενώνει. Μόνο η αγάπη οδηγεί στην Ανάσταση.

Ημέρα της Μητέρας

Σε σένα που γέννησες με φυσιολογικό τοκετό.
Σε σένα που γέννησες με καισαρική.
Σε σένα που γέννησες το παιδί σου.

Σε σένα που βίωσες τη μητρότητα μέσα από τον πόνο της αποβολής.
Σε σένα που προσπάθησες, πάλεψες και μάτωσες για το παιδί σου που ποτέ δε γεννήθηκε.

Σε σένα που μπήκες στον πόλεμο της εξωσωματικής κι έχασες.
Σε σένα που μπήκες στον πόλεμο της εξωσωματικής και κέρδισες.

Σε σένα που γέννησες πρόωρα και αγωνίστηκες μαζί με το νεογέννητο μαχητή σου στον κρύο θάλαμο των θερμοκοιτίδων.

Σε σένα που υιοθέτησες ένα "ξένο" παιδί και το ένιωσες δικό σου.
Σε σένα που ανέθρεψες ένα παιδί.

Σε σένα που μεγαλώνεις ένα παιδί μόνη σου.
Σε σένα που μεγαλώνεις ένα παιδί πλάι σε έναν καλό πατέρα.

Σε σένα που μεγαλώνεις ένα παιδί με ειδικές ανάγκες, αλλά γνωρίζεις ότι η μόνη ανάγκη που έχει είναι η Αγάπη.
Σε σένα που παλεύεις καθημερινά με το σαράκι του αυτισμού.

Σε σένα που φέρεις στους καταρρακωμένους ώμους σου το σταυρό της αρρώστιας του παιδιού σου και το νοσοκομείο έχει γίνει δεύτερο σπίτι σου.

Σε σένα που βίωσες τον μεγαλύτερο ανθρώπινο πόνο να χάσεις ένα παιδί.

Σε σένα που έκανες παιδιά σου τους μαθητές σου.
Σε σένα που έκανες παιδιά σου τους μικρούς ασθενείς σου.

Σε σένα που αγαπάς, προστατεύεις και προσεύχεσαι για όλα τα παιδιά του κόσμου σαν να ήταν δικά σου παιδιά.

Σε σένα που με τη φροντίδα σου φέρεις τη ζωή.

Χρόνια πολλά
Σε σένα μαμά, μητέρα, μάνα!

Γιατί χωρίς τη μητρική φροντίδα μιας γυναίκας θα ήμασταν άνθρωποι μισοί.

Ένα διαφορετικό Πάσχα

16 Απριλίου, 2020

Σωριάστηκα γονατιστή μπρος στην εικόνα Του. Προσπάθησα μάταια να βάλω μια τάξη στο μυαλό μου. Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά. Είχαμε ήδη οργανώσει το πώς θα περάσουμε το Πάσχα. Ο αδερφός μου θα ερχόταν από την Αγγλία για να τους κάνει έκπληξη. Μόνο εγώ το ήξερα. Μα την έκπληξη μας την έκανε εκείνη. Σάββατο του Λαζάρου και αντί για ανάσταση, γιορτάζουμε τον θάνατο, βαδίζοντας τον δικό μας Γολγοθά με τον σταυρό της απώλειάς της στην πλάτη. 
 
«Είχε αδύναμη καρδιά», είπαν οι γιατροί στο νοσοκομείο.
«Δεν έχετε ιδέα πόση δύναμη έκρυβε η καρδιά της μάνας μου!» σκέφτηκα ενοχλημένη, μα οι λυγμοί δε μ’ άφηναν να αρθρώσω λέξη. 
 
Αισθανόμουν τόσο μόνη. Ακόμα αντηχούσε στ’ αυτιά μου η τελευταία κουβέντα της, όταν μ’ άφησαν να τη δω. «Να προσέχεις». Τη στιγμή που η ζωή την εγκατέλειπε, η προσοχή της ήταν στραμμένη στο παιδί που είχε κοντά της.
 
Σε μια προσπάθεια να διώξω αυτήν την εικόνα από το ταραγμένο μυαλό μου, θυμήθηκα μια κουβέντα που κάναμε πριν μερικά χρόνια.
«Μ’ αγαπάς;» τη ρώτησα με βουρκωμένα μάτια, έπειτα από τον χωρισμό μου με τον επί 4 χρόνια σύντροφό μου.
«Σ’ αγαπάω με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου!» μου απάντησε και τα μάτια της έλαμπαν από στοργή.
«Πώς το ξέρεις;» τη ρώτησα σε μια προσπάθεια να εξηγήσω την αγάπη στην πληγωμένη καρδιά μου.
«Όπως σε βλέπω και με βλέπεις!» είπε κοιτώντας με κατάματα και χαϊδεύοντας τρυφερά το πρόσωπό μου. 
Αυτό το χάδι της! Σαν να έκλεινε μέσα του όλα τα «σ ’αγαπώ» που μου χρωστούσε! 
 
Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να κρατήσω όσο περισσότερο μπορούσα αυτήν την αίσθηση. Έπειτα τα άνοιξα και κοίταξα την εικόνα Του. Ένωσα τα χέρια μου κι ανασηκώθηκα σε στάση προσευχής. Έμεινα για λίγα λεπτά με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια μου. Αυτά τα χέρια που πριν λίγο είχαν κλείσει τα μάτια της. Άρχισα να τρέμω, μα δεν άφησα τα χέρια μου να χωρίσουν. Πείσμωσα. Της χρωστούσα μια προσευχή. Ήταν το μόνο αντίο που ήξερα πως μπορούσα να προσφέρω ως βοήθεια στο τελευταίο της ταξίδι. Ήταν ο δικός της χωρισμός κι έπρεπε να σταθώ δίπλα της, με το δικό μου χάδι να λέει «σ’ αγαπώ».
 
Αναρωτήθηκα αν ήμουν άξια να το κάνω. Αν είχα τη δύναμη να Του ζητήσω να την πάρει κοντά Του και να τη συγχωρέσει. Να γίνει η Ανάστασή Του ανάπαυση για εκείνη και παρηγοριά για εμάς. Να γίνει το φετινό Πάσχα πραγματικό πέρασμα από τον θάνατο στη ζωή. Για όλους μας.
 
Έκλεισα τα μάτια και συγκεντρώθηκα στα χέρια μου, που σε σχήμα βέλους έδειχναν την κατεύθυνση της προσευχής μου. Δεν ήξερα πώς ν’ αρχίσω.
 
«Πώς η πίστη χωρά σε δυο χέρια ενωμένα;» Τον ρώτησα σαν να περίμενα επιβεβαίωση πως θα δεχθεί την προσευχή μου. 
«Πώς η αγάπη χωρά σ’ ένα χάδι;» ένιωσα την απάντηση μέσα μου.
Αναρίγησα. Ξαφνικά όλα είχαν νόημα. 
 
Σήκωσα τα μάτια ψηλά.
«Όπως Σε βλέπω και με βλέπεις!» είπα σιωπηλά με δάκρυα στα μάτια και ξεκίνησα να προσεύχομαι.
 

Γράμμα προς την κόρη μου – Η γύμνια της ψυχής

8 Απριλίου, 2020

Αγάπη μου,
 
Μεγάλωσες…έφτασες κιόλας στο κατώφλι της εφηβείας και τα γενέθλιά σου ήρθαν ν’ ανοίξουν διάπλατα την πόρτα σ’ αυτόν τον νέο για σένα κόσμο. Όσο κι αν μου φαίνεται σαν χθες, η παιδική σου ηλικία σε λίγο θα περάσει στον κόσμο των αναμνήσεων. Θα γίνει το παρελθόν που έχτισε τις βάσεις του ανθρώπου στον οποίο εξελίσσεσαι. Θέλω να ξέρεις, μικρή μου, πως σ’ αυτό το χτίσιμο συμμετείχα με τα χέρια γυμνά και την καρδιά μου ολόκληρη. Τώρα που θα κληθείς να αντιμετωπίζεις όλο και πιο ωμά την αλήθεια αυτού του κόσμου, αυτή τη γύμνια θέλω να σου εξηγήσω.
 
Πολλές φορές με είδες να δακρύζω. «Γιατί κλαις μαμά;» με ρωτούσες κάθε φορά κι εγώ σκάλιζα την καρδιά μου για να σου δώσω μια εξήγηση με όση ειλικρίνεια μπορούσε ν’ αντέξει το μυαλουδάκι σου. Το σκάλισμα γινόταν βάλσαμο για τον πόνο μου, γιατί προσπαθώντας να σου εξηγήσω με απλά λόγια, το μεγαλείο της ουσίας της ζωής απλωνόταν μπροστά μου. Έλυνα το πρόβλημα μ’ εσένα αγκαλιά, χωρίς να καταλάβεις πόσο με είχες βοηθήσει ν’ απογυμνωθώ από τις έγνοιες μ ’ένα μόνο «γιατί».
 
Μα κι η χαρά χρειάζεται γύμνια, καρδιά μου! Θυμήσου πόσες φορές ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια και παρακαλούσαμε η μία την άλλη να σταματήσει, γιατί η κοιλιά μας δεν άντεχε άλλες συσπάσεις! Μα η ψυχή μας άνοιγε αχόρταγα και καλωσόριζε με λαχτάρα τη θέρμη του γέλιου μας για να τη φωτίσει. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό το δώρο ζωής που μου χάριζες κάθε φορά, αφήνοντας την ελπίδα μου να ξαποστάσει στη χαρά του γέλιου σου.
 
Είχαμε και συννεφιασμένες μέρες. Εκείνες που θύμωνα μαζί σου κι ύψωνα τον τόνο της φωνής μου, απαιτώντας από σένα την κατανόηση που η ίδια χρωστούσα στον εαυτό μου. Δεν έφταιγες εσύ, ψυχή μου. Πότε δεν έφταιγες εσύ. Εκείνο το παραπονεμένο βλέμμα σου με άγγιζε σαν ηλεκτροφόρο χάδι που επανέφερε στη ζωή τη νεκρωμένη από κούραση καρδιά μου. Σ ‘έπαιρνα στην αγκαλιά μου να σου ζητήσω συγγνώμη και να σου εξηγήσω τι συνέβη, για να ηρεμήσω την καρδούλα σου και να σου δείξω πως δεν πειράζει αν λυγίσεις. Αρκεί να επανέρχεσαι. Να νιώσεις πως όταν υπάρχει αγάπη και διάλογος όλα μπορούν να λυθούν. 
 
Ακόμα κι όταν μου θύμωνες εσύ, σε πλησίαζα αργά, επιστρατεύοντας την ωριμότητα και ταπεινώνοντας τον ενήλικο εγωισμό που θα μπορούσε να επιβληθεί στην αθωότητα του θυμού σου. Διδασκόμουν και σε δίδασκα. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο της αγάπης.
 
Τις πιο έντονες μέρες, όταν η βροχή ερχόταν στα μάτια σου κι η συννεφιά στην καρδιά σου, τα χέρια μου άνοιγαν για να χωθείς στην αγκαλιά μου. Εκεί που απορροφούσα τον πόνο σου με κάθε κύτταρο μου, για να σου απομείνει μονάχα η γλύκα του διδάγματος.
 
Συγχωρέσε με αν σου είπα «Σ ’αγαπώ» τόσες φορές που να το θεωρήσεις δεδομένο, να το συνηθίσεις ή να κουραστείς. Όταν μεγαλώσεις, θα καταλάβεις πως απλά σε πότιζα με αγάπη για ν’ ανθίσεις. Γιατί για μένα αυτό θα είσαι πάντα. Το πιο όμορφο λουλούδι που υπήρξε ποτέ.
 
Και να ‘σαι τώρα που ν’ αρχίζεις ν’ ανοίγεις δειλά τα πέταλα σου. Πόση συγκίνηση γεμίζουν τα μάτια μου, να ‘ξερες! Τώρα που αφήνεις πίσω το κορίτσι κι ανακαλύπτεις τη γυναίκα. Χωρίς φόβο. Με αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Αυτές έχτισα με τη γύμνια των συναισθημάτων που σε άφησα να δεις, στο βαθμό που άντεχες πάντα. Την αφοβία ν ’αντιμετωπίζεις τον εαυτό σου. Ό,τι κι αν νιώθεις. Να χρησιμοποιείς ακόμα και τις ενοχές σου σαν μάθημα για να χτίζεις την αυτογνωσία σου.
 
Ίσως να μη με καταλαβαίνεις. Όμως κράτα αυτά που διαβάζεις. Μα και να μην τα κρατήσεις, έχω εμπιστοσύνη πως τα έχεις ήδη μέσα σου κι η ζωή θα σου τα αποκαλύψει με τον δικό της τρόπο.
 
Σ ’αγαπώ κι είμαι υπερήφανη όχι μόνο γι’ αυτά που έχεις καταφέρει ή θα καταφέρεις στη ζωή σου, μα γι’ αυτό που είσαι. Για τον άνθρωπο που έχω την ευλογία να βλέπω μπροστά στα μάτια μου και μέσα στα χέρια μου να μεγαλώνει.
 
Έχω τόσα πολλά που θα ήθελα να σου πω. Όμως δε θα γίνω ποτέ προφήτης του τι πρόκειται ν’ αντιμετωπίσεις. Θα είσαι ελεύθερη να τα ζήσεις από τη δική σου σκοπιά. Ούτε θα σου δώσω υποσχέσεις που η ζωή δε θα με αφήσει να τηρήσω. Δε θα είμαι δίπλα σου για πάντα. Μα γι’ αυτό ακριβώς πάλεψα μ’ όλες μου τις δυνάμεις να σε βοηθήσω να κρατήσεις μία και μόνη υπόσχεση προς τον εαυτό σου. Πως θα έχεις αγάπη μέσα σου για πάντα. Μέσα σ’ αυτήν την αγάπη θα ζω κι εγώ, όπου κι αν βρίσκομαι. Αυτό μπορώ να στο υποσχεθώ. 
 
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία για μια μάνα, από το να γνωρίζει πως ο σπόρος που φύτεψε στην ψυχή του παιδιού της είναι σπόρος αγάπης. Μη φοβηθείς, λοιπόν, ποτέ τη γύμνια της ψυχής σου, ματάκια μου. Γιατί όταν ο άνθρωπος ξεκινά γυμνός και καθαρός, όσο τραχύ κι αν γίνει το ταξίδι του, μόνο ευοίωνος είναι ο προορισμός του.
 
Χρονιά καλά, αγάπη μου!

Η ευχή της μάνας

17 Νοεμβρίου, 2019

Μαυροφορεμένη, κίνησε το πρωί. Τα χέρια της παγωμένα από το κρύο. Το κεφάλι σκυφτό και στο βλέμμα της σκοτάδι. Τα πόδια της σχεδόν σέρνονταν. Το σώμα της γερμένο εμπρός, όπως του σκλάβου που τον σέρνουν στη δουλειά. Ένας άνεμος φύσηξε δυνατά και την έσπρωξε προς τα πίσω. Παραπάτησε. Αυτή η μικρή ήττα απέναντι στον άνεμο την πείσμωσε. Όρθωσε το ανάστημα της, κράτησε την κάπα της σφιχτά με το χέρι στο λαιμό και προχώρησε.

Βρήκε το κουράγιο να φτάσει ως την πόρτα. Όταν πέρασε την πύλη είχε πια συννεφιάσει. Δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο, τα καντηλάκια έφεγγαν σαν ευχές για τις ψυχές που χάθηκαν. Το βλέμμα της σταθερό χάραζε την πορεία. Μόλις έφτασε, κοίταξε τη φωτογραφία που δέσποζε στο μνήμα. Χαμήλωσε τα βουρκωμένα μάτια της και τα δάκρυα χάραξαν τον δρόμο για την ψυχή της. "Πόσο μαύρο θα φορέσεις ακόμα καρδιά μου για να βρεις το φως;" αναλογίστηκε.

Ήταν ο τέταρτος θάνατος που έζησε μέσα σε ένα χρόνο. Ο πατέρας της, η αδερφή της, η μάνα της... Λύγισε. Πόνεσε. Φώναξε. Μα ο τέταρτος θάνατος στράγγιξε τη ζωή από μέσα της. "Γιατί να ζει μια μάνα μετά το θάνατο του παιδιού της;" το ερώτημα που τη βασάνιζε τις νύχτες ήρθε ξανά στο μυαλό της.

Μια γυναίκα, μαυροφορεμένη κι εκείνη, πλησίασε κι έκοψε τον ειρμό της σκέψης της. "Το παιδί σου;" "Το παιδί μου." είπε με ένα λυγμό γαντζωμένο στα χείλη της. "Η ευχή της μάνας σ' ακολουθεί και μετά θάνατον." Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει τι εννοούσε. Δεν τη ρώτησε καν ποιά ήταν. Αν είχε χάσει κι εκείνη παιδί. Τα λόγια της γυναίκας ήχησαν σαν καμπάνα μέσα στην καρδιά της. Κι αυτός ο απόηχος την τάραξε. Σαν να τη ζέστανε λίγο να ξεμουδιάσει από τον πολύ πόνο.

Πώς λίγες λέξεις μπορούν να σηκώσουν έναν σταυρό; Αυτό είχε κάνει εκείνη η γυναίκα. Μάνα δε σε κάνει η ζωή του παιδιού σου. Μάνα σε κάνει η ατέρμονη αγάπη και φροντίδα σου γι' αυτό. Η μάνα δεν παύει να αγαπά. Η μάνα δεν παύει να φροντίζει. Κι αν παύει η αγκαλιά κι αν παύει το χάδι, υπάρχει η ευχή. Και με την ευχή της μάνας, η ψυχή του παιδιού μπορεί να φτάσει μέχρι τον παράδεισο.