Tabula Rasa

Μόλις είδε τον φάκελο να εξέχει από το γραμματοκιβώτιο, αναστέναξε. Τον έχωσε κάτω από το μπράτσο της, ξεκλείδωσε και μπήκε στο σπίτι φορτωμένη με τα ψώνια στο ένα χέρι. Πέταξε τα κλειδιά και την τσάντα της στη συρταριέρα της εισόδου, έβγαλε όπως όπως τα παπούτσια και πήγε στην κουζίνα ν’ αφήσει τις σακούλες. Έσκισε τον φάκελο βιαστικά και ξεδίπλωσε το χαρτί. Πάλι φουσκωμένος ήρθε ο λογαριασμός του ρεύματος. Το παράκανε με το κλιματιστικό αυτόν τον μήνα. Τακτοποίησε τα ψώνια και πήγε στο γραφείο της. Άνοιξε τον υπολογιστή κι αντί συνεχίσει το βιβλίο της, άρχισε να πληρώνει λογαριασμούς. Ρεύμα, τηλέφωνο, εφορία, κατάθεση ενοικίου. «Πολύ ακριβό χόμπι η ζωή» σκέφτηκε χιουμοριστικά.

Ο Λίο σηκώθηκε επιτέλους από τη φωλιά του, τεντώθηκε νωχελικά και τρίφτηκε στα πόδια της. Χάιδεψε το χοντρό κεφάλι του πορτοκαλί γάτου της και θαύμασε για λίγο τον εαυτό της που μπορούσε να χαμογελάει τη στιγμή που τα ευρώ πετούσαν από το πορτοφόλι της στις τσέπες άλλων. Σύντομα κατσούφιασε ξανά. Το κινητό της ήχησε κι ένα μήνυμα από τη δουλειά την ειδοποιούσε πως αύριο θα έπρεπε να κάτσει παραπάνω γιατί προέκυψε κάτι επείγον. «Λίγη υπομονή ακόμα» παρηγόρησε τον θυμό της. Σε τρεις μέρες έβγαινε επιτέλους σε άδεια. Όχι ότι θα πήγαινε πουθενά διακοπές. Έτσι όπως έχουν ακριβύνει όλα ευτυχισμένη θα ήταν αν πήγαινε έστω για κάνα δυο μπάνια με το αυτοκίνητο. Ωχ το αυτοκίνητο! Έπρεπε να βάλει βενζίνη. Ακόμα δεν μπήκε ο μήνας κι ο μισθός της έβγαλε ήδη φτερά.

Τάισε το γατί κι έβαλε να τσιμπήσει κάτι, αλλά η σκέψη της δεν έλεγε να ησυχάσει. Έπρεπε να περάσει κι από τους γονείς της και να κλείσει ραντεβού στον ρευματολόγο για τη μητέρα της και στον καρδιολόγο για τον πατέρα της. Ώρες ώρες βλαστημούσε την τύχη της που ήταν μοναχοπαίδι. Ύστερα έβλεπε αδέρφια φίλων της που ήταν εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες από εκείνους και συνερχόταν. Ήταν κι οι ενοχές στη μέση ή το φιλότιμο. Όπως και να το ονόμαζε, δεν ήθελε ν’ αφήσει τους γονείς της στη μοίρα τους. Το ένιωθε υποχρέωσή της να τους φροντίζει και να τους τρέχει στους γιατρούς. Τα αποτελέσματα από τον γυναικολόγο της ήρθαν; Το μυαλό της επεξεργαζόταν παράλληλα πιο πολλές πληροφορίες κι από ηλεκτρονικό υπολογιστή. Έβαλε μια μπουκιά στο στόμα και κοίταξε το κινητό της. Το email με τις απαντήσεις ήταν εκεί. Ευτυχώς. «Τουλάχιστον έχω την υγεία μου» μονολόγησε προσπαθώντας να διώξει τις τύψεις για τη γκρίνια της. «Όχι για πολύ αν συνεχίσεις έτσι» άκουσε μια φωνή μέσα στο κεφάλι της. Έπρεπε να κόψει το multitasking, αλλά πώς; Έπρεπε να πάψει να αγχώνεται, να στενοχωριέται, ν’ ανησυχεί. «Μια κουβέντα είναι, ε Λίο;» ο γάτος την κοίταξε με νυσταγμένο ύφος κι άρχισε να γλείφει τη γούνα του. «Αυτή είναι ζωή!»

Τελείωσε το φαγητό της και πήγε ξανά στον υπολογιστή. Άνοιξε το αρχείο με το βιβλίο που έγραφε και κοίταξε τη λευκή σελίδα. Μέρες τώρα δεν μπορούσε να γράψει. Όλα ήταν πιο επείγοντα από την αγαπημένη της απασχόληση. Πίεζε τον εαυτό της να βάλει ένα πρόγραμμα και να γράφει κάθε μέρα. Η κούραση κι η καθημερινότητα όμως αποδεικνύονταν συχνά πιο δυνατές από τη θέληση και το πείσμα της. Άφησε την κενή σελίδα με την κάθετη γραμμή να αναβοσβήνει ανυπόμονα και κάλεσε τη μητέρα της. Μία ώρα αργότερα, βρισκόταν ξαπλωμένη στον καναπέ. Η φλυαρία της μάνας της πάντα της προκαλούσε πονοκέφαλο. Μιλούσε με τις ώρες και παραπονιόταν για όλα, χωρίς να υπολογίζει αν η Ελένη είχε το κουράγιο να την ακούσει. Με το ζόρι σηκώθηκε για να πάρει ένα παυσίπονο. «Δυο μέρες ακόμα» επανέλαβε από μέσα της.

Οι δυο αυτές μέρες πέρασαν βασανιστικά αργά. Την πρώτη μέρα της άδειάς της, σηκώθηκε πήρε ένα σακίδιο, πέταξε μέσα μια πετσέτα, αντιηλιακό, το σημειωματάριο και το πορτοφόλι της, ντύθηκε, φίλησε το γατί κι έφυγε για την παραλία. Δεν είπε σε κανέναν τίποτα. Δεν ήθελε ούτε φίλους ούτε κουβέντες. Μόνο ησυχία. Έφτασε στη θάλασσα και βούτηξε πριν καλά καλά προλάβει να τακτοποιήσει τα πράγματά της στην ξαπλώστρα. Βγήκε μετά από λίγη ώρα, σκουπίστηκε, έβγαλε το σημειωματάριό της κι άρχισε να γράφει. Καμιά λευκή σελίδα δεν ήταν πιο δυνατή από την έμπνευση που της έδινε η θάλασσα.

«Είχα ανάγκη αυτήν την εξόρμηση. Όσα βασάνιζαν το μυαλό μου ήταν αδύνατο να χαθούν μέσα στη βουή της πόλης. Έφτασα στην παραλία, απαλλάχθηκα με γρήγορες κινήσεις από ενδύματα και φαίνεσθαι και πλησίασα αργά τη θάλασσα. Σε κάθε βήμα, εκείνη μού φιλούσε τα πόδια κι εγώ κατακλυζόμουν από ένα συνονθύλευμα ταπεινότητας κι ενοχής.

Καθώς με ρουφούσε μέσα της με μια τελετουργία σχεδόν ερωτική, έπαψα να σκέφτομαι κι αφέθηκα. Η δύναμη της άνωσης σήκωσε το κορμί μου και το πλαισίωσε μ’ ένα υγρό φέρετρο. Εκεί, στο σημείο που συναντιέται η αρχή και το τέλος, η ζωή με τον θάνατο, ένιωσα τον παλμό της. Ήμουν σαν το έμβρυο μέσα στον αμνιακό σάκο και την ίδια στιγμή σαν ψυχή που μόλις αποσπάστηκε από το θνητό της σώμα. Δεν άκουγα τίποτα παρά μόνο όσα μου ψιθύριζε ο απόκοσμος βόμβος της.

Με τα μάτια κλειστά, άφησα το υδάτινο στεφάνι γύρω από το κεφάλι μου να ξορκίσει τους δαίμονες. Μ’αλάτι δε λένε πως φεύγει το κακό; Με τα χέρια απλωμένα και τα πόδια καρφωμένα σ’έναν θαλάσσιο σταυρό ξέπλυνα τις αμαρτίες μου. Ένας ελαφρύς κυματισμός τις σκόρπισε τριγύρω και σαν μικρές σκουριασμένες άγκυρες έπεσαν στον βυθό του παρελθόντος και χάθηκαν.

Αναγεννημένη πια, βγήκα το ίδιο αργά όσο είχα μπει. Δεν κολύμπησα. “Το κολύμπι είναι για τους ξεκούραστους”, μονολόγησα. Κάθισα στην πετσέτα μου οκλαδόν. Γευόμουν και μύριζα ακόμα την αλμύρα της. Τα χέρια μου έσταζαν ακόμη από το υγρό άγγιγμά της. Ο υπόκωφος ψίθυρός της ηχούσε ακόμα στ’αυτιά μου.

Τώρα ήταν η ώρα των ματιών να χορτάσουν εικόνες, να ταΐσουν την έμπνευση, να γεμίσουν με χρώματα. Διάφανο, πράσινο, γαλάζιο, μπλε σε μεταβαλλόμενες αναλογίες. Με όλες τις αισθήσεις εναρμονισμένες και σε πλήρη λειτουργία έμεινα εκεί, ξεχασμένη από τον χρόνο και τη ζωή, να μηδενίζω και να ξεκινώ από την αρχή.»

Χαμογέλασε. Ίσως τελικά η δημιουργικότητα να ήταν η θεραπεία για την υπεραναλυτική σκέψη της. Υποσχέθηκε στη θάλασσα να βγει από τα αδιέξοδα στα οποία η ίδια είχε φτάσει τον εαυτό της. Πρώτα θα έψαχνε για μια καλύτερη δουλειά. Καιρός ήταν να αξιοποιήσει το πτυχίο της. Τόσα χρόνια δίσταζε μήπως δεν τα καταφέρει, μήπως δεν είναι αρκετή. Αρκετά την είχαν εκμεταλλευτεί. Ακόμα κι οι γονείς της είχαν βολευτεί με την προθυμία της. «Ελένη θέλουμε αυτό, Ελένη χρειαζόμαστε εκείνο» και να τρέχει η Ελένη να ικανοποιήσει κάθε επιθυμία τους. Δεν είναι ρόλος των παιδιών να υπηρετούν τους γονείς τους. Όχι, δεν είναι. Δε θα έκανε ποτέ δική της οικογένεια αν συνέχιζε έτσι. Θυμήθηκε τον Δημήτρη με νοσταλγία. Είχε δίκιο τελικά. Δεν ήταν έτοιμη ν’ απαγκιστρωθεί από το περιβάλλον της και τις συνήθειές της για να φτιάξει μια ζωή μαζί του. Τώρα το έβλεπε. Ίσως…ίσως αν τα άλλαζε όλα, να είχε ακόμα κάποια ελπίδα.

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένιωσε το μυαλό της ν’ αδειάζει και την καρδιά της να γεμίζει θέληση. Αισθανόταν πιο ελαφριά, πιο καθαρή. Ήταν έτοιμη να γίνει η ίδια λευκή σελίδα για τη ζωή που θα ξεκινούσε από την επόμενη κιόλας μέρα.

Related Posts