Στεκόταν στην ουρά στα Dairy Queen και περίμενε υπομονετικά να παραγγείλει το περίφημο παγωτό με πράσινο τσάι και κόκκινα φασόλια. Είχε βάλει στοίχημα πως αυτό το ταξίδι δε θα ήταν απλά ένα όνειρο που θα πραγματοποιούσε, αλλά και μια ευκαιρία να δοκιμάσει τα όριά του, ακόμα και τα γευστικά. Τι νόημα θα είχε αλλιώς; Σιχαινόταν τα φασόλια κι από ροφήματα, έπινε αποκλειστικά και μόνο καφέ κι αυτόν σκέτο. Εδώ όμως όλα ήταν αλλιώς. Τόσα μίλια μακριά από την πατρίδα, σ’ έναν τόπο τόσο διαφορετικό από την Αθήνα, όλα μπορούσαν να συμβούν. Θα μπορούσε να υποδυθεί έναν άλλον εαυτό. Να εξερευνήσει όσα είχε μέσα του. Κανείς δε θα τον παρεξηγούσε, κανείς δε θα τον έκρινε, γιατί κανείς δεν τον γνώριζε. Κι αυτή η αίσθηση ανυπαρξίας που του έδινε η ανωνυμία ήταν σχεδόν ηδονική. Σαν την πρώτη ανάσα του νεογέννητου. Tabula rasa κι ο δρόμος μπροστά αδιάβατος.
Οι άνθρωποι γύρω του βούιζαν σαν πολυάσχολες μέλισσες. Ένιωθε παράταιρος ανάμεσά τους. Ξένος. Μα μήπως δεν ήταν; Θυμήθηκε τότε, που μεταξύ σοβαρού και αστείου εξομολογούνταν στους κολλητούς του πως δεν ταίριαζε σ’ αυτόν τον κόσμο. Εξωγήινος ήταν. Ναι, εξωγήινος. Εκείνοι τον πείραζαν, λέγοντάς του να παρκάρει καλύτερα το διαστημόπλοιό άλλη φορά, μη φάει καμιά αστρονομική κλίση. Ο Ηλίας… τι να κάνει άραγε; Του έχει λείψει το χιούμορ του. Εξαφανίστηκε κι αυτός, όπως όλοι οι φίλοι που παρασύρονται από το ποτάμι που λέγεται ζωή. Ο Διονύσης…το golden boy! Ποιος το περίμενε πως ο οπαδός του Μαρξ και του Λένιν, ο απόστολος του κομμουνισμού, που μοίραζε με πάθος τα φυλλάδια με το σφυροδρέπανο στη σχολή, θα κατέληγε χρηματιστής! Πώς αλλάζει τον άνθρωπο το χρήμα! Μπαίνει σαν το σαράκι στο μυαλό του, τρώει σιγά σιγά νοοτροπίες και πεποιθήσεις κι ύστερα χτίζει τον θρόνο του, εγκαθίσταται κι άντε να το εκθρονίσεις!
Άλλαξαν οι φίλοι του. Ίσως είχε έρθει κι η δική του ώρα. Ο Γιώργος πήρε το παγωτό στο χέρι, πλήρωσε και στάθηκε πιο πέρα, διστάζοντας να δοκιμάσει. Πρώτα το μύρισε. Δεν τον αηδίαζε η μυρωδιά του. Θετικό αυτό. Έκοψε μια μικρή κουταλιά. Τώρα δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δεν έκανε τόσο δρόμο για να δειλιάσει μπροστά σε ένα παγωτό! Έβαλε το κουτάλι στο στόμα. Πιπίλισε την πράσινη κρέμα κι άφησε τη γλώσσα του να εξερευνήσει τη γεύση. Δεν ήταν άσχημη! Ξεκίνησε να περπατάει τρώγοντας το παγωτό, σαν να ήταν κάτι που έκανε κάθε μέρα.
Οι ταμπέλες με τα ιδεογράμματα δεξιά κι αριστερά τον έκαναν να νιώθει αναλφάβητος. Εκείνος, ο φιλόλογος, ο σπουδαγμένος με μεταπτυχιακό στη γλωσσολογία, ήταν σαν τον επιστήμονα που διαπιστώνει πόσο απέχει η θεωρία από την πειραματική απόδειξη και κατεβαίνει από το βάθρο της μεγαλομανίας του. Πόσο του άρεσε αυτή η αίσθηση μικρότητας! Έμοιαζε με τους μαθητές τους. Άλλο ένα ξεβόλεμα που ήθελε να δοκιμάσει. Κάθε λίγο έβγαζε το λεξικό του από την τσέπη και προσπαθούσε να μάθει να συλλαβίζει το «ευχαριστώ», το «παρακαλώ» και το «θα ήθελα μια μερίδα spring rolls».
Δεν ήταν δυνατόν να βρίσκεται στο Πεκίνο και να μη δοκιμάσει spring rolls! Αυτή θα ήταν μια ευχαρίστηση που θα επέτρεπε στους γευστικούς του κάλυκες. Τα ζυμαρένια ρολάκια με τα λαχανικά, βουτηγμένα στη γλυκόξινη σάλτσα, ήταν η αδυναμία του. Καλό και το σουβλάκι, καλή κι η πίτσα και το μπέργκερ, αλλά τα spring rolls… άλλο πράμα! Το ίδιο και η όπερα. Στην Αθήνα, πάντα επισκεπτόταν το Μέγαρο Μουσικής, όταν ανέβαινε κάποια γνωστή οπερέτα. Αγαπούσε την πρόζα. Ο συνδυασμός χιούμορ και μουσικής ερέθιζε το μυαλό του και τον ψυχαγωγούσε. Στο ξενοδοχείο, του είχαν επαινέσει δεόντως την Όπερα του Πεκίνο. Γνώριζε πως η κινεζική όπερα διαφέρει κατά πολύ από την ευρωπαϊκή. Το τραγούδι και η απαγγελία συνδυάζεται με χορό και ακροβατικά και το έντονο μακιγιάζ, σε συνδυασμό με τα συμβολικά κοστούμια των καλλιτεχνών, αποπνέουν μια αίσθηση υπερβολής. Θα πήγαινε το απόγευμα το δίχως άλλο.
Μπήκε στην αίθουσα του θεάτρου με την κόκκινη είσοδο και κάθισε στη θέση του, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Προτίμησε την υπηρεσία των υποτίτλων για να μπορεί ν’ ακούει αυτούσιες τις φωνές των ερμηνευτών. Το πρωτότυπο μεταδίδει πάντα πιο καθαρά το συναίσθημα. Κι εκείνο το βράδυ, είχε ανάγκη να νιώσει.
Η παράσταση ξεκίνησε. Ο Γιώργος παρακολουθούσε μαγεμένος. Τις λεπτές κινήσεις, τις ανεπαίσθητες εκφράσεις. Πρώτη φορά τις παρατηρούσε. Επιβράδυνε τη σκέψη του για να τις δει, να τις αντιληφθεί, να τις συναισθανθεί. Η πλοκή εκτυλισσόταν με προβλέψιμο τρόπο, όμως για τον Γιώργο ήταν συγκλονιστική. Η υπερβολή τον παρέσυρε. Τον έπιασε από τους ώμους και τον πέταξε σε μια θύελλα συναισθημάτων που μαινόταν αδάμαστη μέσα του. Κι ύστερα ήρθε η κορύφωση, με την ένταση της μουσικής να φτάνει στο ζενίθ. Οι κινήσεις έγιναν πιο ζωηρές, πιο έντονες κι οι ερμηνευτές ακροβατούσαν μεταξύ τέχνης και θανάτου. Γιατί τι είναι η ζωή χωρίς τέχνη; Παύση. Συγκίνηση. Τέλος. Χειροκρότημα.
Γύρισε στο ξενοδοχείο γεμάτος και άδειος ταυτόχρονα. Η θύελλα ξέσπασε σε δάκρυα που δε σταματούσαν. Πρώτη φορά τα ζούσε όλα αυτά. Πρώτη φορά ζούσε. Τη λύπη, την ευδαιμονία, τον θυμό, την προδοσία, την απόγνωση, τη λύτρωση. Απαλλαγμένος από τις άμυνες που τον απέτρεπαν τόσα χρόνια να νιώσει τις δικές του πίκρες και χαρές. Τις άμυνες που τον είχαν κλείσει σε μια τζαμαρία άθραυστη και πίσω της παρακολουθούσε τη ζωή του να κυλά δίχως εκείνον κι εκείνη, τη μόνη του αγάπη, να χάνεται, χωρίς προειδοποίηση. Τώρα την καταλάβαινε. Τα παράπονά της, τον αγώνα της να κρατήσει τη σχέση τους ζωντανή, τη φυγή της. Έτσι ξαφνικά έφυγε κι εκείνος γι’ αυτό το ταξίδι. Λίγο από αντίδραση και πολύ από τον πόνο που δεν άντεχε ν’ αντιμετωπίσει. Μα εδώ, τώρα, καθισμένος στο κρεβάτι, σ’ ένα ξενοδοχείο του Πεκίνο, χιλιόμετρα μακριά από τη ζωή του κι εκείνην, όλα έβγαζαν νόημα. Θέλει απόσταση το δάκρυ για να κυλήσει. Να κρυώσει η απώλεια.



