Περασμένα ξεχασμένα

Φέτος δε θα ερχόταν η νονά. Ο Στάθης το πήρε απόφαση πια. Απ’ όταν τσακώθηκαν με τη μαμά, κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να την ξαναδεί. Ήλπιζε πως θα του τηλεφωνούσε να τον ρωτήσει τι κάνει, πώς τα πήγε στο σχολείο, αν κέρδισαν με την ομάδα ποδοσφαίρου στους αγώνες. Όλα αυτά που τον ρωτούσε με ενδιαφέρον μέχρι τώρα και μοιραζόταν μαζί της σαν να ήταν κολλητοί. Μα τίποτα. Εξαφανίστηκε από τη ζωή του απότομα κι ο Στάθης έμεινε ν’ αναρωτιέται μήπως έφταιξε σε κάτι κι αυτός. Μήπως τη στενοχώρησε. Η μαμά τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν είχε κάνει τίποτα κακό και τον καθησύχασε ότι θα του έπαιρνε εκείνη και λαμπάδα και δώρο και αβγό και τσουρέκι κι όλα. Μα για τον Στάθη, δεν ήταν τα δώρα το θέμα.

Του έλειπε η νονά. Ήθελε να της πει για τα καινούρια *brainrot και να την ακούσει να γελάει με τα περίεργα ονόματα, όπως τότε που της είχε δείξει για πρώτη φορά τον Tralalero tralala, τον καρχαρία με τα τρία αθλητικά παπούτσια.

«Έλα Χριστέ και Παναγιά! Τι είναι αυτό;» είχε αναφωνήσει έκπληκτη, κάνοντάς τον να ξεκαρδιστεί στα γέλια.

Ήταν τόσο αστεία η νονά! Το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν ο διαγωνισμός γκριμάτσας. Όποιος πετύχαινε την καλύτερη, γαργαλούσε τον άλλον μέχρι τελικής πτώσης! Οι δονήσεις του γέλιου έκαναν την καρδιά του να χτυπά πιο δυνατά κι ένιωθε πιο ζωντανός κι από την ώρα της προπόνησης.

Με τη νονά άνοιγαν οι ορίζοντές του. Όχι τόσο επειδή ήταν δασκάλα κι όλο και κάτι τον μάθαινε, αλλά κυρίως γιατί ήξερε πώς να του τραβήξει το ενδιαφέρον. Συχνά του πέταγε, δήθεν τυχαία, φράσεις που είχε ακούσει από μαθητές της, έπαιρνε το καπέλο του, το φορούσε ανάποδα με ύφος αμερικανού ράπερ και σκάρωνε στιχάκια. Ο Στάθης την ακολουθούσε σ’ αυτή τη –σχεδόν μουσική– στιχομυθία, μέχρι που έγραφαν ολόκληρα τραγούδια. Τα είχε κρατήσει όλα σ’ ένα τετράδιο για να τα θυμούνται. Η μαμά έλεγε πως αυτό τον είχε βοηθήσει να βελτιωθεί στην έκθεση, αν κι εκείνος δεν κατάλαβε ποτέ το πώς και το γιατί. Ήταν pro η νονά αναμφίβολα! Και τον πήγαινε και στα καλύτερα εστιατόρια! Μαζί της δοκίμασε για πρώτη φορά μανιτάρια αλά κρεμ κι έγινε το αγαπημένο του φαγητό. Η μαμά, που ήξερε πόσο παράξενος ήταν, είχε μείνει άναυδη όταν το άκουσε.

Τι όμορφες αναμνήσεις! σκεφτόταν. Μα ύστερα το χαμόγελο έσβηνε από τα χείλη του κι  η στενοχώρια τσιμπούσε την καρδιά του και την έκανε να πονάει. Κάθε βράδυ προσευχόταν ν’ αλλάξουν τα πράγματα. Να τα βρουν η μαμά κι η νονά. Πόσο σοβαρό μπορεί να ήταν πια αυτό που συνέβη; Κι εκείνος τσακωνόταν με τους φίλους του, αλλά πάντα τα ξαναβρίσκανε. Η φιλία, του έλεγαν οι γονείς του, είναι σεβασμός και αγάπη. Πώς έπαψαν ξαφνικά η μαμά κι η νονά ν’ αγαπιούνται; Γιατί δεν του εξηγούσε κανείς; Η μυστικοπάθεια των μεγάλων τον εκνεύριζε τόσο πολύ!

Την Παρασκευή που θα έκλειναν τα σχολεία για Πάσχα, θα πήγαιναν για πρώτη φορά για λαμπάδα χωρίς τη νονά. Το προηγούμενο βράδυ, ενώ οι γονείς του νόμιζαν πως είχε πάει για ύπνο, ο Στάθης μισάνοιξε την πόρτα του δωματίου του κι έστησε αυτί. Υποψιαζόταν ότι κάτι θα έλεγαν για εκείνην κι έπεσε μέσα.

«Η Εύα πήρε κάνα τηλέφωνο;»

«Είσαι τρελός; Δεν πρόκειται να ξαναπάρει».

«Έλεγα μήπως πήρε για τον μικρό. Πέρασε τόσος καιρός από τον τσακωμό σας. Περασμένα ξεχασμένα πια!»

«Δεν είναι ξεχασμένα καθόλου, Χρήστο. Ξεχνάς δηλαδή ότι με κατηγόρησε πως ήξερα για την παράνομη σχέση του Κώστα και δεν της είπα τίποτα;»

«Εντάξει, μωρέ Ρένα, τώρα. Ήταν κι εκείνη σοκαρισμένη κι έψαχνε από κάπου να πιαστεί. Δε χωνεύεται εύκολα το κέρατο».

«Κι εγώ τι φταίω; Να θέλω να συμπαρασταθώ και να τ’ ακούω κι από πάνω; Με συγχωρείς, αλλά δε θα πάρω».

«Δηλαδή δε θα μπορούσατε να τα ξαναβρείτε; Για χάρη του μικρού! Τόσα χρόνια φίλες ήσασταν!»

«Ήμασταν, αλλά με πλήγωσε η συμπεριφορά της. Ακόμα κι αν ήξερα κάτι για τον Κώστα, θα ήταν εύκολο να πάω να της πω, ξέρεις ο σύντροφός σου το και το;»

«Δε θα ήταν, αλλά θα το έκανες όπως θα ήθελες να το κάνει κι εκείνη για σένα».

«Αυτό ισχύει».

«Γι’ αυτό σου λέω… πάρε ένα τηλέφωνο. Να δεις τι κάνει για αρχή. Για τον Στάθη. Ξέρεις πόσο την αγαπάει».

«Ξέρω. Νομίζεις δεν το σκέφτομαι; Αχώριστοι ήταν. Αλλά κι αυτή έπρεπε να κόψει επαφή και με το παιδί;».

«Ακούς τι λες; Έχει το παιδί κινητό; Αν ήθελε να επικοινωνήσει μαζί του, θα έπρεπε να πάρει εσένα. Ή θα σου άρεσε να κάνει κάτι κρυφά;»

«Έχεις δίκιο. Θα την πάρω το πρωί».

Ο Στάθης σήκωσε τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φώναξε ένα ψιθυριστό “YES”. Μπορούσε επιτέλους να κοιμηθεί χαρούμενος.

Την επόμενη μέρα, όταν γύρισε από το σχολείο, τον περίμενε μια έκπληξη. Η νονά ήταν εκεί! Έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά της. Τα χέρια του που την έσφιγγαν δυνατά, έλεγαν όσα είχε κρατήσει μέσα του τόσον καιρό. Εκείνη του χάιδεψε τα μαλλιά και τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε μαζί για τη λαμπάδα, όπως κάθε χρόνο. Ο Στάθης φώναξε “Yes” –δυνατά αυτή τη φορά– και πήγε στο δωμάτιο ν’ αφήσει την τσάντα του. Όλα είχαν γίνει όπως πρώτα.

«Σ’ ευχαριστώ, Εύα μου».

«Μην το συζητάς! Χαρά μου είναι να είμαι μαζί του και το ξέρεις».

«Κι εμείς; Είμαστε καλά; Με πιστεύεις τώρα;»

Η Εύα πήγε κοντά της και την αγκάλιασε.

«Σε πιστεύω, ρε χαζό! Περασμένα ξεχασμένα!»

Η Ρένα ανταπέδωσε την αγκαλιά. Εκείνη τη στιγμή, ο Στάθης επέστρεψε στο σαλόνι, αντικρίζοντας ένα θέαμα, ίαμα για την καρδούλα του. Οι προσευχές του είχαν εισακουστεί!

*Italian brainrot είναι ένα μείγμα από πλάσματα που δημιουργήθηκαν με τεχνητή νοημοσύνη, περίεργα ονόματα και φωνές και είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στα παιδιά.

Related Posts