Μέσα από τις μισάνοιχτες κουρτίνες, το φεγγάρι έριχνε τις ακτίνες του στο λευκό μαξιλάρι, όπου αναπαυόταν το ματωμένο τριαντάφυλλο. Στα πλάγια του κρεβατιού, πεσμένο ανάσκελα, κείτονταν το άψυχο σώμα της. Η ψυχή της είχε βγει απότομα από το σάρκινο κουκούλι, σαν πεταλούδα που δεν πρόλαβε να ζήσει παρά μονάχα μια τραγική νύχτα. Μέσα από τα ακουστικά στο κομοδίνο, ακουγόταν σιγανά ένα τραγούδι, μάρτυρας του εγκλήματος.
Killing me softly with his song…
Το όπλο του εγκλήματος είχε προκαλέσει τη μεγαλύτερη αίσθηση. Ένα παλιό δοξάρι με καρφωμένη στην άκρη του μια λεπίδα, τόσο αιχμηρή που είχε ξεσκίσει την καρδιά της. Ο άγνωστος παραδόθηκε, δύο ώρες αφού ανακαλύφθηκε το πτώμα. Ομολόγησε πως επρόκειτο για φόνο εκ προμελέτης, ενώ δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας ή φόβου για την επερχόμενη ποινή.
Ήταν ακόμα παιδί όταν η μητέρα του έμεινε χήρα και μη μπορώντας να μεγαλώσει τα δυο της παιδιά, αποφάσισε να δώσει το κορίτσι για υιοθεσία, προκειμένου να του εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή. Η Εμμανουέλα ήταν μόλις τριών κι ο Πάμπλο εννιά. Στα έντεκα, ο Πάμπλο ξεκίνησε να δουλεύει στο εστιατόριο του θείου του, για να υποστηρίζει οικονομικά το σπίτι. Μόνη του διέξοδος, το βιολί του πατέρα που κληρονόμησε μαζί με το ταλέντο του στη μουσική. Τις μέρες που είχε ρεπό από το εστιατόριο, στεκόταν στην κεντρική πλατεία, με τη θήκη του βιολιού ανοιχτή μπροστά του και την ελπίδα πως θα βγάλει ένα επαρκές μεροκάματο πριν γυρίσει σπίτι. Όταν τελείωσε το σχολείο κι είχε πια αρκετή εμπειρία στο βιολί, έπεισε τον θείο του να τον προσλάβει κανονικά και να του δίνει έξτρα μεροκάματο τα σαββατοκύριακα για να παίζει ζωντανά και να διασκεδάζει τους πελάτες.
Εκείνο το βράδυ, είχε βγει με τους φίλους της για ν’ αποφορτιστεί. Είχε έρθει στην πόλη για μια και μοναδική συναυλία. Την πρώτη της. Το όνομά της φιγουράριζε σε αφίσες και διαφημιστικά πανό. Οι εφημερίδες είχαν γράψει ύμνους για την βιολίστρια που τους μαγνήτιζε όλους με το δοξάρι της και το συναίσθημα που πότιζε κάθε της νότα. Μπήκε στο εστιατόριο και κάθισε με την παρέα της απέναντί του. Ο Πάμπλο την αναγνώρισε. Δυνάμωσε το παίξιμό του. Το δοξάρι του γλιστρούσε με ορμή πάνω στις τέσσερις χορδές και τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού χόρευαν με μανία πάνω στην ταστιέρα. Σταμάτησε απότομα. Οι θαμώνες του μαγαζιού τον χειροκρότησαν σαν από υποχρέωση. Την πλησίασε, στάθηκε μπροστά της κι άρχισε να παίζει μόνο για εκείνη. Η κοπέλα αναγνώρισε το κομμάτι από τις πρώτες νότες. Μα πώς ήταν δυνατόν; Ήταν απλώς ένας άγνωστος.
Στο τέλος της βραδιάς, τον κάλεσε στο δωμάτιό της, μη μπορώντας ν’ αποφασίσει αν αυτός ο άντρας την τρόμαζε ή την γοήτευε. Ο Πάμπλο χτύπησε την πόρτα του δωματίου αποφασιστικά. Εκείνη του άνοιξε, ελπίζοντας πως το μυστήριο προαίσθημά της θα έβρισκε άμεσα λύση. Ο ξένος της προσέφερε ένα λευκό τριαντάφυλλο.
«Η ζωή σου συνέβη από λάθος. Η ζωή σου είναι ένα λάθος» της είπε. Εκείνη τον κοίταξε με απορία. «Όσα σου δόθηκαν είναι κλεμμένα. Όσα σου χαρίστηκαν μου ανήκουν και περίμενα χρόνια για να τα διεκδικήσω πίσω».
«Μα ποιος είσαι; Τι θέλεις από μένα;»
Σήκωσε το βιολί που κρατούσε στο ένα του χέρι και πριν μπήξει το δοξάρι στην καρδιά της, έπαιξε ξανά την αρχή του τραγουδιού που της ήταν τόσο γνώριμο. Του τραγουδιού που της έπαιζε στο βιολί του πατέρα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί.
«Πάμπλο;»



