Υπάρχει ένα χωράφι σκοτεινό.
Τα μάτια δεν το βλέπουν.
Τα λόγια δεν το φτάνουν.
Οι σκέψεις εκεί δε φυτρώνουν.
Μονάχα αποθηκεύονται
και περιμένουν.
Τα χρόνια περνούν.
Οι σκέψεις μαραζώνουν.
Σαπίζουν και γίνονται
λίπασμα ασθενειών κι απωθημένων
για όσα δεν είπα.
Κι όλα τα ανέκφραστα
γίναν στοιχειά
που με τρομάζουν τα βράδια.
Ανάμεσά τους ριζώσαν ζιζάνια.
Συναισθήματα πελώρια
δεμένα σε δεμάτια.
Πολλά μαζί, αδιαχώριστα.
Μπλέκονται στα μαλλιά μου,
ερεθίζουν τα μάτια μου,
σφραγίζουν τα χείλη μου,
σφίγγουν την καρδιά μου.
Κλείνω τ’αυτιά
στις ακαθόριστες κραυγές τους
που ουρλιάζουν μέσα στο κεφάλι
χωρίς κανένα νόημα.
Το χωράφι ακαλλιέργητο.
Ανάμεσα στο σκέφτομαι και το λέω
ένα χάσμα αγεφύρωτο.
Κι εσύ να ρωτάς…
“Τι έχεις;”
“Τίποτα”.
Μόνη σοδειά η σιωπή.
Ναι.
Δεν έχω τίποτα να πω.
Ζιζάνια και σάπιους σπόρους
δεν ξερω να τα κάνω λέξεις.
Δεν αντέχω τη δυσωδία.
Τι να σου πω;
“Συναισθηματικός αναλφαβητισμός”
είπε ο γιατρός
και σύστησε να γράφω τι νιώθω.
Μα εγώ πάντα έγραφα τι νιώθω.
Πώς να σ’τα πω είναι το θέμα.
Ν’ αρθρώσω τις σωστές λέξεις.
Να σφουγγίξω με τα γράμματα
το συναίσθημα.
Μήπως και κάποια βραδιά
πιάσουν τόπο τα δάκρυα
και θερίσω λίγη αγάπη.



