By

Φωτοσταλίδα

Καλύτερα οι δυο μας

28 Φεβρουαρίου, 2026

«Εσύ πότε θα παντρευτείς;»

Άρχισε την επίθεση με το που μπήκε στο δωμάτιο.

«Ο κόσμος λέει πρώτα καλημέρα, μαμά…» πέταξε η Δώρα κουρασμένα κι ας είχε μόλις ξυπνήσει. Ούτε μια Κυριακή δε μπορούσε πια να ηρεμήσει. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε μια παραπάνω κούπα καφέ. Ώστε η κυρα–Μαρία έφταιγε για την πρωινή ανάκριση.

«Είχες επισκέψεις;» ρώτησε τη μητέρα της βάζοντας το άδειο φλιτζάνι στον νεροχύτη.

«Η Μαρία. Ήρθε να μου φέρει το προσκλητήριο για το γάμο του γιου της».

Μπίνγκο!

«Μπα! Βρήκε γυναίκα ο Νικολάκης;»

«Εκείνος βρήκε γυναίκα και μάλιστα από καλή οικογένεια. Εσύ να δούμε πότε θα βρεις;»

«Γυναίκα;» το γύρισε στο χιούμορ μπας και γλίτωνε.

«Μμμ…εξυπνάδες. Ας έβρισκες και γυναίκα, ναι. Από το να μου μείνεις στο ράφι, καλύτερα. Σαράντα χρονών έφτασες πια! Πότε θα προλάβεις να κάνεις ένα παιδάκι; Εγγόνια δε θα δω εγώ;»

«Ωχ, ρε μαμά, πρωί πρωί!»

«Πρωί. Τι πρωί; 11 πήγε η ώρα! Αλλά βέβαια, την κουράσαμε την πριγκιπέσσα με τη γκρίνια μας. Να το βουλώσουμε, κυρία μου, να δούμε ποιος θα ενδιαφερθεί για την αφεντιά σας!» είπε η κυρα–Λενιώ και της γύρισε την πλάτη.

Η Δώρα ανακουφίστηκε, νομίζοντας πως το κήρυγμα είχε τελειώσει, αλλά το προσκλητήριο είχε κάνει μεγαλύτερη ζημιά απ’ ό,τι υπολόγιζε. Η μάνα της το πήρε και το πέταξε μπροστά της στο τραπέζι, τη στιγμή που η Δώρα έβαζε την πρώτη γουλιά καφέ στο στόμα της.

«Πότε είναι;»

«Την επόμενη Κυριακή».

«Α δεν μπορώ. Έχω κανονίσει».

«Τι κανόνισες, μωρέ; Να βγεις με τον γκόμενο ή να πας βόλτα τη γάτα;» Η Λενιώ σήκωσε το φρύδι ίσα με τα μαλλιά της. Εκείνη την ώρα, σαν να το κατάλαβε, ο Κωστής πήδηξε πάνω στο τραπέζι και πήγε να τριφτεί στη Δώρα, τραβώντας την προσοχή της.

«Καλώς τον μου!»

«Ναι χάιδεψέ τον! Που περίμενα να φέρεις γαμπρό κι εσύ κουβάλησες γάτο!»

«Μην την ακούς, Κωστή μου! Εσένα αγαπάω μόνο! Τι να τους κάνω τους άντρες; Να μου ζαλίζουν το κεφάλι; Εσύ με καταλαβαίνεις και το μόνο που ζητάς είναι το πατεδάκι σου!»

Ο Κωστής τής νιαούρισε σαν να συμφωνούσε και κατέβηκε να κουρνιάσει στα πόδια της.

«Εμένα κανείς δε με σκέφτεται..»

«Αμάν, ρε μαμά! Όχι άλλο κάρβουνο!! Τι θέλεις δηλαδή; Τη δουλειά μου δεν την έχω; Δε συνεισφέρω στο σπίτι; Έχεις παράπονο; Θα προτιμούσες δηλαδή να μείνεις μόνη σαν τον κούκο απ’ όταν έφυγε ο μπαμπάς;»

Η Δώρα άγγιξε ευαίσθητη χορδή.

«Βρε κοριτσάκι μου, για σένα το λέω. Φυσικά και σε θέλω για παρέα μου! Αλλά δεν είναι φυσιολογικό όλο αυτό. Δε θες να έχεις κι εσύ μια οικογένεια; Μια σχέση; Να έχεις το σπίτι σου;»

«Θέλω, ρε μαμά, αλλά νομίζεις είναι εύκολο; Σ’το έχω πει εκατό φορές, δε γουστάρω να συμβιβαστώ σε μια σχέση, απλά και μόνο για να είμαστε συγκάτοικοι που μοιράζονται το ενοίκιο και τα έξοδα».

«Ο ρομαντισμός θα σε φάει!»

«Ναι, ρε μαμά! Γιατί δηλαδή, εσύ τον μπαμπά από έρωτα δεν τον πήρες;»

Ο κυρ–Στέφανος είχε έναν χρόνο που είχε φύγει. Η απώλειά του ήταν ακόμη νωπή. Η κυρά–Λενιώ αρνιόταν να βγάλει τα μαύρα. Αφού είχε φύγει ο Στέφανός της, θα τα φόραγε μια ζωή. Τι κι αν ήταν ακόμα εξήντα δύο χρόνων κι όλοι της έλεγαν πως θα μπορούσε να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Τι κι αν την καλοκοίταζαν στο ΚΑΠΗ, που την έπεισε η κυρα–Μαρία να γραφτεί για παρηγοριά και για τις εκδρομές. Η καρδιά της είχε κλείσει.

Η Δώρα μετάνιωσε για την ερώτησή της. Κι η δική της καρδιά είχε κλείσει μετά τον Λευτέρη. Δεν ήταν γεννημένη γεροντοκόρη. Είχε ερωτευτεί και μάλιστα με πάθος. Μα σαν τη μάνα της, δεν είχε μάτια γι’ άλλον. Οι φίλοι της έλεγαν πως θα το ξεπεράσει. Τη συμβούλευαν να προχωρήσει. Μα η εικόνα του μέσα στον θάλαμο, με τα σωληνάκια στο πρόσωπο και τα αίματα παντού, δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό της. «Δυστύχημα» είπαν στις ειδήσεις. Η νταλίκα τον είχε παρασύρει και παρά το κράνος που φορούσε, δεν είχε καμία ελπίδα. Η Δώρα ήταν δύο μηνών έγκυος. Εκείνο το βράδυ θα του το ανακοίνωνε. Μα η ζωή είναι αμίμητη στην ειρωνεία ώρες ώρες.

Αφού δεν το είπε σ’ εκείνον, δεν το είπε πουθενά. Μετά από τρεις μέρες, είδε αίμα. Ο Λευτέρης είχε πάρει μαζί και το παιδί τους. Δεν της είχε μείνει τίποτα πια. Γύρισε στο πατρικό της, πάλεψε με την κατάθλιψη, τη νίκησε και δε θέλησε να ξαναφύγει. Όταν έφυγε ο πατέρας της, στάθηκε βράχος. Έγινε εκείνη μάνα για τη μάνα της, γιατί ήξερε. Πού την έβρισκε τη δύναμη αυτό το παιδί; Η Λενιώ, χαμένη στο πένθος της, είχε σταματήσει το κήρυγμα. Μα μόλις πέρασε λίγο ο καιρός, θέλησε να ξεπληρώσει τη συμπαράσταση. Δε σκόπευε να σπαταλήσει τη ζωή της κόρης της. Το ‘νιωθε βάρος στη μητρική της συνείδηση. Προσπάθησε να την παρακινήσει. Άγαρμπα μεν, αλλά μήπως δεν είναι άχαρο ν’ αγγίζει κανείς τις πληγές; Κι η δική της πονούσε τώρα.

«Ο έρωτας…υπερεκτιμημένο πράμα. Θα ζήσουμε και χωρίς αυτόν».

Έτριψε με δύναμη έναν λεκέ στο πλακάκι πάνω από τον νεροχύτη, πήρε μια άπλυτη πετσέτα κι έφυγε με φούρια από την κουζίνα. Η Δώρα έσκυψε το κεφάλι και χάιδεψε τον Κωστή.

«Τι λες κι εσύ, ρε Κωστή;»

 «Νιααρ».

«Δίκιο έχεις. Καλύτερα οι δυο μας».

Στο μπαλκόνι, δυο λευκά περιστέρια ήρθαν και κάθισαν πάνω στην κουπαστή. Πέταξαν δυο φορές μπροστά από το παράθυρο της κουζίνας κι έφυγαν ξανά για τον ουρανό τους.

Δεν έχω οξυγόνο

Δεν έχω οξυγόνο.
Πνίγομαι 
από την ανευθυνότητα 
των ιθυνόντων.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Στα πνευμόνια μου, 
η μυρωδιά των καμμένων ονείρων 
δε μ' αφήνει ν'αναπνεύσω.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή. 
Αυτό είναι το τέλος λοιπόν;

Δεν έχω οξυγόνο,
να πω δυο τελευταίες λέξεις 
σ' όσους με περιμένουν 
να γυρίσω ασφαλής. 

Δεν έχω οξυγόνο. 
Την τελευταία ανάσα μου, 
τη θάψαν στο τσιμέντο.

Δεν έχω οξυγόνο. 
Στ' αποκαΐδια 
γλεντούν τον κόσμο 
που δακρύζει ακόμα
πάνω απ' τις στάχτες μου.

Δεν έχω ΟΞΥΓΟΝΟ.
Μα έχω μια τελευταία ΕΥΧΗ. 

"ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ".
Ν' ακουστεί παντού.
Και να σειστεί συθέμελα 
κάθε καρέκλα 
που πατά αδιάντροπα
στο σιδερένιο ομαδικό μας τάφο.

"ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ". 
Και ν'αποδοθεί.

Για να μη μείνει 
ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΠΑΙΔΙ 
ΧΩΡΙΣ ΟΞΥΓΟΝΟ.

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ – Guillaume Musso

25 Φεβρουαρίου, 2026

Μέσα από το «Η μυστική ζωή των συγγραφέων» ο Musso μάς επιτρέπει να δούμε μέσα από την κλειδαρότρυπα αλήθειες για τον συγγραφικό κόσμο, ενώ πλέκει ένα πολυεπίπεδο μυστήριο που ταξιδεύει τον αναγνώστη στον χρόνο, στον χώρο και στις σελίδες του βιβλίου του.

Ο Νατάν Φολ, διάσημος συγγραφέας, έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση και έχει απομονωθεί στο Μπομόν, ένα μαγευτικό νησί της Μεσογείου. Ζει αποκλεισμένος από τον τύπο και τη δημόσια ζωή, μέχρι την επίσκεψη της δημοσιογράφου Ματίλντ Μονέ, η οποία είναι αποφασισμένη να τραβήξει το πέπλο που καλύπτει τη μυστική ζωή του συγγραφέα. Το σκηνικό έρχεται να μπερδέψει ακόμα περισσότερο ένα γυναικείο πτώμα. Το νησί τίθεται σε αποκλεισμό και η ένταση κορυφώνεται.

Ο Musso, πιστός στη ρήση του Gabriel Garcia Marquez που αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο, κινείται ανάμεσα στην ιδιωτική, τη δημόσια και τη μυστική ζωή του Φολ, οι οποίες κονταροχτυπιούνται για το ποια θ’ αποκαλύψει τις πιο σοκαριστικές αλήθειες. Δημοσιογράφος και συγγραφέας βιώνουν πολλαπλές συγκρούσεις σε επαγγελματικό αλλά και προσωπικό επίπεδο, με τη μία να εκπροσωπεί τον τύπο και την εξουσία του στα δημόσια πρόσωπα και τον άλλον να προσπαθεί παντοιοτρόπως ν’ αμυνθεί και να προστατεύσει την ιδιωτικότητά του.

Η γραφή είναι ατμοσφαιρική και εναλλάσσεται από διάλογο σε παροντική και παρελθοντική αφήγηση, ενώ περιέχει κομμάτια συνεντεύξεων και αποσπάσματα του βιβλίου του πρωταγωνιστή. Η ποικιλία της γραφής συμβάλλει κατά πολύ στο χτίσιμο του μυστηρίου, αποκαλύπτοντας στον αναγνώστη μόνο ένα μικρό κομμάτι του παζλ κάθε φορά.

Ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι η χρήση της μεταμυθοπλασίας, με την οποία ο αναγνώστης φτάνει σε σημείο να αναρωτιέται πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει η φαντασία, καθώς η παρουσία του Musso είναι εμφανής καθ’ όλη τη διάρκεια του βιβλίου, σαν να συνομιλεί κρυφά με τον αναγνώστη μέσα από τον ίδιο του τον ήρωα. Αρχικά, ο Musso βρίσκει την ευκαιρία να εκφραστεί μέσα από τον Φολ σχετικά με τη διαδικασία της γραφής και τις τεχνικές της. «Αν ένας πεζογράφος αναφέρει στην αρχή της διήγησής του ένα όπλο, τότε είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα ακουστεί ένας πυροβολισμός». Το χάρισμα ενός συγγραφέα παρουσιάζεται ως βίωμα του ήρωα, αλλά θεωρείται άνετα και ως γενικευμένη εμπειρία του εκάστοτε συγγραφέα. «Ήμουν εθισμένος στις στιγμές όπου η μυθοπλασία μόλυνε τη ζωή». Η εξουσία των εκδοτών πάνω στην έγκριση ή απόρριψη των έργων στηλιτεύεται ανοιχτά. «Οι εκδότες θέλουν να τους χρωστάς ευγνωμοσύνη επειδή σου είπαν με δυο λόγια τι γνώμη έχουν για το βιβλίο σου, ενώ εσύ πέρασες δυο χρόνια για να το γράψεις». Η δε Ματίλντ, ως δημοσιογράφος, αντιπροσωπεύει επάξια τη διεισδυτική συμπεριφορά του τύπου και των μέσων που δε διστάζουν μπροστά στην είδηση.

Αυτά και μόνο τα στοιχεία, καθιστούν το βιβλίο ένα ανάγνωσμα που δεν περιορίζεται στη σφαίρα της μυθοπλασίας, αλλά αποδίδει αλήθειες και μύθους που αφορούν τον πραγματικό χώρο του βιβλίου. «Τα βιβλία μπορούν να χειραφετήσουν, αλλά και να γίνουν αιτία αποχωρισμού. Τα βιβλία μπορούν να γκρεμίσουν τοίχους αλλά και να τους χτίσουν. Τα βιβλία πληγώνουν, διαλύουν και σκοτώνουν περισσότερο απ’ όσο πιστεύουμε».

Το μυστήριο λύνεται αναπόφευκτα με ανατροπή, ενώ η κορύφωση έρχεται αμέσως μετά, όταν ο Musso ανοίγει με τις ίδιες του τις λέξεις το περιτύλιγμα του δώρου που επιφύλασσε για το τέλος. Το «Η μυστική ζωή των συγγραφέων» είναι ευκολοδιάβαστο και απολαυστικό βιβλίο που χτίστηκε σελίδα σελίδα από έναν αρχιτέκτονα του είδους και υπόσχεται να κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι την τελευταία λέξη.

Μυθιστόρημα - Εκδόσεις Διόπτρα

Κατάδικος ή Κλόουν;

21 Φεβρουαρίου, 2026

Φέτος της το είχε υποσχεθεί. Θα πήγαιναν στο καρναβάλι. Η μικρή δεν πίστευε στ' αυτιά της. Έτρεξε αμέσως στη ντουλάπα της να ψάξει τι θα φορέσει. Δοκίμασε τις παλιές της στολές, αλλά καμία δεν της έκανε. Είχε γίνει πια ολόκληρη κοπέλα. Ο Μάνος την καθησύχασε πως θα πήγαιναν ν’ αγοράσουν καινούρια. Κάτι που δε σκόπευε, φυσικά, να κάνει για τον εαυτό του.

Ανέβηκε στο πατάρι και βρήκε το μικρό μπαούλο που φύλαγαν με τη Ναταλία τις στολές. Το κατέβασε κι έκατσε μπροστά του οκλαδόν, διστάζοντας να το ανοίξει. Έχουν ένα κακό συνήθειο τα παλιά μπαούλα, μαζί με τα πράγματα να φυλάνε μέσα τους κι αναμνήσεις. Κι όσο τα αντικείμενα παλιώνουν, τόσο εκείνες μένουν ζωντανές και απειλούν να πνίξουν όποιον ανοίξει το καπάκι. Πήρε μια βαθιά ανάσα και το σήκωσε. Πάνω πάνω, η στολή κλόουν της Ναταλίας. Η αγαπημένη της. Ούτε ντίσκο ντίβες, ούτε σέξι αστυνομικίνες, ούτε τίποτα «πολύ θηλυκό» δεν τις άρεσε. «Οι Απόκριες είναι για να σκορπάμε γέλιο, όχι για να επιδεικνύουμε τ' απωθημένα μας» δήλωνε με πάθος όποτε την πείραζε για τη στολή. Είχε πράγματι ταλέντο στο να κάνει τον κόσμο να γελάει. Ήταν η προσωποποίηση της χαράς. Μέχρι και την τελευταία στιγμή. Δεν ήθελε ν' αγοράσει άλλη περούκα. Στον Θεό σου! Φορούσε τα κοκκινα σγουρά μαλλιά του κλόουν το κατακαλόκαιρο και όσο τη βαστούσαν τα πόδια της, τριγύριζε μέσα στο νοσοκομείο κι έκανε αστείες γκριμάτσες σε ανυποψίαστους ασθενείς, προκαλώντας αυθόρμητα χαχανητά που γέμιζαν τον αποστειρωμένο χώρο με μαγικό ηχόχρώμα. Ακόμα κι όταν την επισκεπτόταν η Αριάδνη, μ’ αυτήν την υποδεχόταν.

«Η μαμά είναι κλόουν!» φώναξε την πρώτη φορά που την είδε στο κρεβάτι του θαλάμου. Στο μικρό της παιδικό μυαλό δεν έμειναν ούτε οι όροι στα χέρια, ούτε το λιπόσαρκο κορμί της μητέρας της που έλιωνε λίγο λίγο.

«Η μαμά με κάνει να γελάω τόσο πολύ που πονάει η κοιλίτσα μου!» έλεγε στον Μάνο στο γυρισμό για το σπίτι κι εκείνος κρατούσε τα δάκρυά του και της έσφιγγε το χέρι για να παίρνει δύναμη.
«Έτσι είναι η μαμά, αγάπη μου!»

Πιο κάτω, βρήκε τη στολή κατάδικου που είχε αγοράσει για να κάνει αντίθεση με τον κλόουν. Ήθελε να της πάει κόντρα και να ντυθεί κάτι σκοτεινό, κάτι βαρύ. Μα όσο κι αν προσπάθησε, όλοι το φως της πρόσεχαν. Εκείνος ήταν απλά άλλος ένας μασκαράς. Αυτή θα φορούσε. Ταίριαζε τόσο με την ψυχική του διάθεση.

Την επόμενη μέρα βγήκαν στα μαγαζιά για να ψωνίσει η μικρή. Τίποτα δεν της άρεσε. Το ένα της ξίνιζε, το άλλο της βρώμαγε. Ώσπου την είδε.

«Αυτή θέλω!» φώναξε.

Ο Μάνος έμεινε άφωνος.

«Αυτή τη στολή θέλω! Θα ντυθώ κλόουν, όπως η μαμά!!» δήλωσε η μικρή με σιγουριά.
Δεν της έφερε καμία αντίρρηση. Πήραν τη στολή και γύρισαν στο σπίτι να ντυθούν. Τη βοήθησε να βαφτεί, όπως βαφόταν η μαμά, μ’ ένα μεγάλο κόκκινο χαμόγελο και δυο ρόμβους στα μάτια. Μόλις τελείωσαν, ο Μάνος έμεινε να την κοιτάζει.

«Μοιάζω με τη μαμά;»

«Ίδια!!» της είπε με καμάρι και την έκλεισε στην αγκαλιά του.

«Σιγά θα μου χαλάσεις το μακιγιάζ!» του φώναξε κάνοντας μια αστεία γκριμάτσα. Γέλασαν κι έφυγαν για το καρναβάλι. Εκεί συνάντησαν τους νονούς της μικρής. Η Ξένια κι ο Μιχάλης κοντοστάθηκαν όταν είδαν μια μικρογραφία της Ναταλίας να τρέχει κατά πάνω τους με τα χέρια ανοιχτά. Ο Μιχάλης τη σήκωσε στην αγκαλιά του.

«Να χαρώ εγώ έναν κλόουν!»

«Δεν είμαι ίδια η μαμά;» είπε καμαρωτά κάνοντας μια στροφή για να δείξει τη στολή της.

«Φτυστή!»

Όσο η Ξένια κι ο Μιχάλης γελούσαν με τις αστείες γκριμάτσες της Αριάδνης, ο Μάνος έσυρε την πλαστική μπάλα με την αλυσίδα στο πόδι του και στάθηκε με την πλάτη σε ένα δέντρο να κάνει ένα τσιγάρο. Ανάμεικτα συναισθήματα πάλευαν μέσα του.

«Α ρε Ναταλάκι... πέρασαν κιόλας τρία χρόνια» ψιθύρισε.

«Τη βλέπεις, άραγε, πώς καμαρώνει;»

Ο Μιχάλης τον έβγαλε από τις σκέψεις του.

«Έλα βαρυποινίτη, πάμε! Θα κάψουν τον καρνάβαλο κι η Αριάδνη ανυπομονεί να το δει!»

Ο κουμπάρος, ντυμένος αστυνομικός, τον έπιασε αγκαζέ και προχώρησαν πίσω από τα κορίτσια. Ο κόσμος ξεχυνόταν σαν χείμαρρος από κάθε στενό κι όλοι συγκεντρώνονταν στην πλατεία, σχηματίζοντας έναν κύκλο γύρω από το κέντρο της. Εκεί, ο καρνάβαλος, άσχημος και τρομακτικός, βρισκόταν δεμένος πάνω σε ένα παλούκι, περιμένοντας καρτερικά τη μοίρα του. Ο δήμαρχος, ανέβηκε στο βάθρο κι έβγαλε έναν λόγο βαρετό, αλλά ευτυχώς σύντομο. Ύστερα πλησίασαν δυο τρεις μασκαράδες με δαδιά κι άναψαν τον πρωταγωνιστή της ημέρας. Οι φλόγες ξεπετάχτηκαν κι αγκάλιασαν το υφασμάτινο κορμί που έλιωνε με κάθε τσιτσίρισμα. Ο κόσμος χειροκροτούσε και χόρευε τριγύρω πανηγυρίζοντας το τέλος της Αποκριάς. Η Αριάδνη παρακολουθούσε ενθουσιασμένη.

«Κοίτα, μπαμπά, κοίτα!»

Ο Μάνος κοιτούσε αποχαυνωμένος τη φωτιά. Όσο θέριευε, τόσο καιγόταν μέσα του. Είχε γίνει ένα με τον δύσμοιρο καρνάβαλο, που όλοι είχαν βαλθεί να του στερήσουν το γέλιο. Πώς γίνεται το γέλιο να πεθαίνει; Γιατί; Πού θα ξανάβρισκε το δικό του;

«Μπαμπά!»

Γύρισε απότομα προς τον μικρό κλόουν δίπλα του.

«Γέλα, μπαμπά! Γέλα!»

Η μαύρη μάσκα

15 Φεβρουαρίου, 2026

Είχε καιρό ν’ ανέβει στο χωριό. Βγήκε στον κήπο κι έστριψε ένα τσιγάρο. Έψαξε για τον αναπτήρα του στην τσέπη του, πάνω στο τραπέζι. Πουθενά. Πάλι του τον είχε πάρει ο Κοσμάς. Ο αδερφός του είχε το κακό συνήθειο να σφετερίζεται τους αναπτήρες γνωστών και αγνώστων. Μόνο αναπτήρες όμως. Ζητούσε για ν’ ανάψει τσιγάρο και μόλις έπαιρνε την πρώτη ρουφηξιά, τους έβαζε στην τσέπη και δεν τους επέστρεφε ποτέ. Οι φίλοι του τον είχαν μάθει πια και του άναβαν οι ίδιοι το τσιγάρο, αλλά είχαν και δυο τρεις BIC καβάντζα καλού κακού.

Ο Χάρης έμεινε με το τσιγάρο σβηστό στο στόμα, σαν ζωγράφος που είχε παρασυρθεί από τη φωτιά της έμπνευσης κι είχε ξεχάσει να το ανάψει. Δε βαριέσαι. Μήπως κι ο Χάρης ζωγράφος δεν ήταν; Τι ήθελε κι ανέβηκε; Αφού ήξερε. Τίποτα δε θα κυλούσε απροσδόκητα. Άλλη μια Αποκριά στην πόλη, να χορεύουν όλοι σαν τρελοί, να πίνουν, να γλεντάνε και να χάνουν το νόημα μέσα από τα χέρια τους.

Μπήκε μέσα να ετοιμαστεί, σε λίγο θα ερχόταν ο Κοσμάς να τον πάρει με το αυτοκίνητο. Φόρεσε τη μαύρη μάσκα. Το μόνο του καρναβαλικό αξεσουάρ. Κάθε χρόνο το ίδιο. Στην αρχή, την είχε πάρει για να μην τον αναγνωρίζουν μέσα στο πλήθος και ν’ αποφεύγει ανεπιθύμητες χαιρετούρες. Μετά από μερικά χρόνια, τον αναγνώριζαν χάρη σ’ αυτήν. Βαριόταν να ψάξει για καινούρια. Ο Χάρης και η μαύρη μάσκα του είχαν καταντήσει σήμα κατατεθέν της παρέλασης.

Το καρναβάλι είχε ήδη ξεκινήσει. Ο Χάρης στάθηκε λίγο να προσανατολιστεί. Τον Κοσμά τον έχασε γρήγορα από τα μάτια του. Σε λίγο τον είδε να παραμερίζει κόσμο για να τον πλησιάσει, φέρνοντας μαζί και την παρέα. Τον χαιρέτησαν όλοι με τη σειρά. Ο Σταμάτης σχολίασε ότι είχε παχύνει, ο Γιώργος ότι έκαναν μαύρα μάτια να τον δουν, να, σαν τη μάσκα του! Η Ντόρα δε μίλησε. Μόνο του χαμογέλασε. Η μικρή ήταν πάντα τσιμπημένη μαζί του. Είχε κόλλημα με τους καλλιτέχνες κι έψαχνε να βρει το άλλο της μισό σε μια ευαίσθητη μοναχική ψυχή. Γινόταν μοντέλο σε ζωγράφους, μούσα σε μουσικούς, πόζαρε για φωτογράφους. Κι αν της το ζητούσαν, παρείχε και περισσότερες «υπηρεσίες», μόνο και μόνο για να νιώσει την έμπνευση «μέσα της». Ο Κοσμάς, ο Γιώργος κι ο Σταμάτης την πείραζαν, αλλά την πρόσεχαν. Ένιωθε ασφάλεια δίπλα σ’ αυτά τ’ αγόρια που την ήξεραν από κοριτσάκι. Για εκείνους κοριτσάκι θα έμενε πάντα κι αυτό της άρεσε.

Προχώρησαν ο ένας πίσω από τον άλλον, σαν τις κάμπιες στη σειρά, για να μη χαθούν μέσα στην κοσμοσυρροή και στάθηκαν στην πρώτη γραμμή για να δουν την παρέλαση. Μια ομάδα αρλεκίνων χόρευε ξέφρενα και πίσω τους ένα τσούρμο κλόουν κοπανούσαν ο ένας τον άλλον με τα τεράστια πλαστικά ρόπαλα. Το επόμενο άρμα πέρασε από μπροστά τους σαν κήτος που βουτούσε στον ωκεανό των μασκαρεμένων. Ο Χάρης το παρατήρησε. Τίποτα το αξιόλογο. Χρώματα έντονα, μακιγιάζ, καρικατούρες και αστεϊσμοί απλοϊκοί έως χυδαίοι. Μετά από μισή ώρα, η αδιαφορία του είχε χτυπήσει κόκκινο. Και τι δε θα έδινε να βρισκόταν στο αγαπημένο του καφέ στα Εξάρχεια και να σκιτσάρει με την ησυχία του ανυποψίαστους θαμώνες.

Το μαρτύριο –ευτυχώς– τελείωσε νωρίς. Με τον Κοσμά να ηγείται, βγήκαν από την παρέλαση και πήγαν για καφέ. Κάθισαν στρυμωγμένοι, με τη μουσική να χτυπάει στα μηνίγγια τους και να τους εμποδίζει ν’ ανταλλάξουν μια κουβέντα. Ο Χάρης ήπιε τον καφέ κι όπου φύγει φύγει. Πήρε ένα ταξί και γύρισε στο σπίτι. Την επόμενη αρνήθηκε να κατέβει στην πόλη. Θ’ ανέβαινε το μονοπάτι κατά το βουνό να βρει τοπίο να σκιτσάρει. Ο καλλιτέχνης μέσα του πεινούσε και δε θα χόρταινε με σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο.

«Έλα, βρε αγόρι μου! Ήρθες εδώ για να κλειστείς πάλι μέσα; Απόκριες είναι. Γιορτή χαράς και γλεντιού! Βγες κι εσύ λίγο να χαρείς! Πού ξέρεις; Μπορεί να γνωρίσεις και καμιά καλή κοπέλα!»

«Πού θα βρω, ρε μαμά, κοπέλα της προκοπής; Στο καρναβάλι, ανάμεσα στις πειρατίνες και τις χαβανέζες;»

«Ε ποτέ δεν ξέρεις! Πήγαινε εσύ και βλέπεις. Μην είσαι προκατειλημμένος!»

«Να που θα μας βγάλει και προκατειλημμένους η κυρα-Θοδώρα! Άσε με, ρε μαμά. Είπα θα πάω στο βουνό!»

«Ξερό κεφάλι! Ίδιος ο πατέρας σου!» μουρμούρισε δυσαρεστημένη κι έφυγε για την κουζίνα της.

Ξερό κεφάλι, αλλά επηρεασμένος από τα παράπονά της, το σκέφτηκε για λίγο. Μήπως όντως να ξαναπήγαινε; Όχι για να βρει κοπέλα. Για να διασκεδάσει λίγο. Να το ρίξει έξω, βρε αδερφέ! Οι άλλοι πώς το κάνουν δηλαδή; Εκείνος γιατί να μην μπορεί; Λες να είχε δίκιο η κυρα-Θοδώρα; Μπορεί έτσι να του ξαναρχόταν κι η έμπνευση. Είχε δυο μήνες να κάνει ένα σκίτσο που να του αρέσει. Πάλι παρασύρθηκε. Έτσι τα κατάφερνε πάντα η μάνα του. Του έσπερνε την αμφιβολία κι έφευγε. Τι κι αν λένε ότι η γυναίκα που σε γέννησε σε ξέρει πιο καλά απ’ όλους. Ο Χάρης ένιωθε πως κανείς δε γνώριζε τι γινόταν μέσα του. Ήταν δύσκολος άνθρωπος, αναμφίβολα. Με τις παραξενιές του και τις ευαισθησίες του. Τους εγωισμούς του και τις υποχωρήσεις του. Μα δεν μπορούσε να υποκριθεί. Κι αυτό ήταν που ενοχλούσε περισσότερο τους γύρω του. Δε χωρούσε σε μάσκες. Του προκαλούσαν αλλεργία.

Έφτιαξε την τσάντα του και την έριξε στην πλάτη. Θ’ ανέβαινε στο βουνό, όπως το είχε αποφασίσει. Δεν κάνουν όλοι οι άνθρωποι για καρναβάλι. Κάποιοι είναι προορισμένοι να ντύνονται μόνο την αλήθεια τους. 

Κοίταξε τον ουρανό και ξεκίνησε.

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑΡΑ – Ανδρομάχη Μασούρου

11 Φεβρουαρίου, 2026

Στη δεύτερη ποιητική συλλογή της, «Μετά την Αντάρα», η Ανδρομάχη Μασούρου ξεδιπλώνει ένα ποιητικό παιχνίδι με πιόνια τις λέξεις, ταμπλό τις αλληγορικές εικόνες και παίκτες όσους πόνεσαν τόσο βαθιά που κατάφεραν να μετατρέψουν την αντάρα σε αγάπη.

Τα ποιήματα της συλλογής είναι γεμάτα λογοπαίγνια και λόγο αποφθεγματικό που αγγίζει σαν εύστοχο βέλος το μυαλό και την καρδιά του αναγνώστη. Η θάλασσα, ο ουρανός, τα αστέρια, όλα τα άπιαστα, μπερδεύονται με την άγκυρα, την πυξίδα, τη συκιά και το παγκάκι και χρωματίζουν με εικόνες και νοήματα τους στίχους της Ανδρομάχης.

Ο έρωτας, είτε ως τιμωρός, είτε ως θεραπευτής ή ακόμα και ως Νάρκισσος, κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η Ανδρομάχη αγγίζει την πληγή του ερωτευμένου, παίρνει το παράπονο του, το κατανοεί και το κάνει στίχο για να μείνει αθάνατο πάνω στην κουνιστή καρέκλα της ποίησης "όσο την κουνά η ζωή". Γράφει για να σωθεί η ελπίδα "από χέρι ποιητή που αγάπησε το όνειρο. Από κάποιον που είδε την ποίηση ως αντισηπτικό. Ενάντια στην πιο βαθιά σήψη των ανθρώπων, εκείνη της ψυχής". Στηλιτεύει το άδικο που βασιλεύει, το μονόπλευρο που σκοτώνει τον έρωτα, τη δειλία που αποτρέπει την ένωση, τη σκουριά που καταστρέφει την αλληλεγγύη.

Ανάμεσα στη δύναμη και την ονειροπόληση, τη μνήμη και τη νοσταλγία, το «Μετά την Αντάρα», ζωγραφίζει ένα ποιητικό τοπίο, όπου ακόμα κι ο ναυαγός δεν παύει να παλεύει και να ελπίζει πως το χέρι του είναι άξιο να φροντίσει το κουκούλι που θα φέρει τη μεταμόρφωση της αλλαγής. Ποίηση μεστή, κατανοητή, που αγγίζει τον αναγνώστη και αφήνει ένα αίσθημα πληρότητας στην καρδιά και ένα μειδίαμα αγαλλίασης στα χείλη. 

Ποίηση - Εκδόσεις Βακχικόν

Η Χιονάτη, το μήλο κι ο γιατρός

7 Φεβρουαρίου, 2026


Η Λευκή έμενε με τα επτά αδέρφια της. Μαλλιά σαν τον έβενο, δέρμα κατάλευκο, μάτια γαλανά. Δεν ήταν παράξενο που της είχαν βγάλει το παρατσούκλι η «Χιονάτη» κι ας αναστέναζε κάθε φορά που το άκουγε. Μακάρι να ήμουν πριγκιποπούλα, να περιφερόμουν όλη μέρα στο δάσος και να μιλάω με τα ζώα, παραπονιόταν από μέσα της, μα ποτέ δεν το εξέφραζε. Πιο πολύ σαν Σταχτοπούτα αισθανόταν. Ήταν δεκαπέντε χρόνων όταν έχασαν τους γονείς τους κι έμειναν με τη θεία Ευτέρπη. Κανείς τους δεν τη συμπαθούσε. Γι’ αυτό και μόλις η Λευκή ενηλικιώθηκε, έγινε εκείνη ο κηδεμόνας τους κι επέστρεψαν στο πατρικό τους. Δούλευε όπου μπορούσε για να μην τους λείψει τίποτα. Είχε τρίψει σκάλες εταιρειών, είχε παραδώσει καφέδες σε γραφεία μεγαλοστελεχών, είχε τακτοποιήσει ρούχα σε ράφια μαγαζιών που δε θα τολμούσε καν να σκεφτεί ν’ αγοράσει, είχε φορέσει παπούτσια σε πόδια καλών κυριών που καμάρωναν, λες και πρόβαραν το γυάλινο γοβάκι.

Απ’ όταν έφυγε ο πιο φιλόδοξος «νάνος» της οικογένειας -ο ένας από τα τρίδυμα- για να σπουδάσει στην Πάτρα κι οι άλλοι δυο έπιασαν δουλειά για να βοηθούν με τα έξοδα του σπιτιού, η Λευκή μπορούσε επιτέλους ν’ ανασάνει. Είχε ακόμη έξι άντρες να φροντίζει, αλλά ήταν όλοι τους συνεργάσιμοι κι επιμελείς κι έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να τη διευκολύνουν. Ο πατέρας τούς μιλούσε συχνά για τον επιμερισμό της εργασίας και τη σπουδαιότητά του, από όταν ήταν ακόμη πιτσιρίκια. Τους ορμήνευε να είναι τακτικοί και επαναλάμβανε κάθε τόσο πως η έξη είναι «δευτέρα φύσις», για να δικαιολογήσει το γιατί δεν τους άφηνε να βλέπουν κάθε μέρα τηλεόραση ή να τρώνε γλυκό. Η μητέρα ακολουθούσε τη φιλοσοφία του, αν και πού και πού τους έδινε κάνα απαγορευμένο σνακ στα κρυφά. «Παιδιά είναι! Άσ’τα να χαρούν» διαμαρτυρόταν, όταν ο πατέρας την έπιανε στα πράσα και τη μάλωνε. Και τι δε θα ‘δινε η Λευκή να έχει έστω τον πατέρα της. Μα η ζωή δεν είναι παραμύθι. Οι γονείς τους δεν υπήρχαν πια. Σκοτώθηκαν ακαριαία σ' εκείνη τη μοιραία σύγκρουση. Είχε περάσει πολλά βράδια αγκαλιά μ' ένα μαξιλάρι, να κλαίει για τον χαμό τους. Τουλάχιστον, δεν είχε πλέον καμιά «κακιά μητριά» πάνω από το κεφάλι της. Ήταν η κυρία του σπιτιού και τ’ αδέρφια της τη σέβονταν και την αγαπούσαν.

Εκείνη τη μέρα, μόλις είχε γυρίσει από τη δουλειά. Έφαγε κι έβαλε να καθαρίσει το ψυγείο. Ένα γιαούρτι είχε λήξει κι έπρεπε οπωσδήποτε να πάει να πάρει γάλα. Τα μήλα είχαν σαπίσει. Πάλι δεν τα έφαγαν. Δε θα ξανάπαιρνε από τη λαϊκή κι ας λυπόταν εκείνη τη γριούλα που τα πουλούσε. Φαινόταν τόσο καλή, η καημένη. Ένα μήλο την ημέρα, λένε. Η Λευκή ξεφύσηξε. Μακάρι να έφευγαν κι οι στενοχώριες μ’ ένα μήλο... Πήρε τη σακούλα με τα σκουπίδια, έβαλε στα γρήγορα τα αθλητικά της και βγήκε να την πετάξει στον κάδο. Τελευταία ήταν πολύ χλωμή. Λευκή, όνομα και πράγμα. Τα αδέρφια της γκρίνιαζαν να πάει να κάνει εξετάσεις. Να δει το σίδηρο και τον αιματοκρίτη της. Θα το έκανε κάποια στιγμή.

Έριξε τη σακούλα στον κάδο κι έκανε να γυρίσει. Η νύχτα ήταν ήσυχη απόψε. Στάθηκε για λίγο να την απολαύσει, πριν χωθεί ξανά στις δουλειές. Πόσο θα ήθελε ένα ποτήρι μηλίτη! Να το πάλι το μήλο! Μπα σε καλό του! Πριν προλάβει να χαμογελάσει με τη σκέψη της, ένιωσε μια απότομη ζάλη. Σαν το αίμα να άδειασε από μέσα της, λιποθύμησε. Για καλή της τύχη, ένας περαστικός την είδε κι έτρεξε να βοηθήσει. Αφού τη συνέφερε, η Λευκή σηκώθηκε και τον ευχαρίστησε. Ο ξένος τη συνόδεψε ως την πόρτα και χτύπησε το κουδούνι, για να βεβαιωθεί ότι κάποιος θα την παραλάβει και θα την προσέξει. Τα αδέρφια της ανησύχησαν.

«Σας ευχαριστούμε πολύ, κύριε…»

«Βασιλόπουλος. Είμαι γιατρός και έχω το παθολογικό ιατρείο, εδώ πιο κάτω» εξήγησε ο νέος.

Τα αδέρφια της Λευκής τον προσκάλεσαν μέσα και τον παρακάλεσαν να την εξετάσει. Είχε μαζί του την τσάντα του, μιας και επέστρεφε από κατ’ οίκον επισκέψεις. Την έβαλε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, της πήρε τον σφυγμό και την πίεση, την ακροάστηκε και της σύστησε ξεκούραση. Της έδωσε και την κάρτα του για να τον επισκεφθεί στο ιατρείο του να της γράψει εξετάσεις. Τώρα δε θα είχε δικαιολογία ότι δεν προλάβαινε. Τα αδέρφια της δε θα την άφηναν σε ησυχία αν δεν πήγαινε.

Η Λευκή έπιασε τον εαυτό της να σκέφτεται τον γιατρό λίγο πριν κοιμηθεί. Ήταν νέος, όμορφος, επιτυχημένος. Και τον έλεγαν και Βασιλόπουλο! Σαν να της έκανε πλάκα η ζωή ή να προσπαθούσε να την πείσει να πιστέψει στα παραμύθια. Μα η Λευκή δεν ήταν πια μικρό κοριτσάκι. Απ’ όταν έπαψε ν’ αποκοιμιέται με τη γλυκιά φωνή της μαμάς της να της αφηγείται «και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», είχε συναντήσει πολλά επίδοξα βασιλόπουλα. Την είχαν φλερτάρει εν ώρα εργασίας, την είχαν παρενοχλήσει μέσα σε πέραν πάσης υποψίας γραφεία, της είχαν μιλήσει πρόστυχα ενώ γυρνούσε από τη δουλειά, την είχαν ακολουθήσει ως την πόρτα. Έφτασε σε σημείο να μη θέλει να δει άντρα στα μάτια της. Τους είχε σιχαθεί. Τους έβλεπε πώς θώπευαν αδιάκριτα το σώμα της με τα αδηφάγα μάτια τους, πώς ξερογλείφονταν μόλις περνούσε από δίπλα τους, πώς την άγγιζαν δήθεν τυχαία χωρίς τη συγκατάθεσή της. Για εκείνους ήταν απλά ένα άβουλο καλοσχηματισμένο κομμάτι κρέας, με το οποίο ποθούσαν να ικανοποιήσουν τις διεστραμμένες ορέξεις τους. Ακόμα και σε ευγενικούς νέους που την είχαν πλησιάσει, έκοβε αμέσως τον αέρα. Δεν περίμενε κανέναν πρίγκιπα με άσπρο άλογο να την βγάλει από τον λήθαργο της πραγματικότητας. Ό,τι έκανε, το έκανε με τις δικές της δυνάμεις, με τη δική της αξία και αξιοπρέπεια. Δεν ήθελε δεσμεύσεις. Προτιμούσε να πεθάνει, παρά να υποταχθεί σ’ έναν άντρα για ένα φιλί. 

Όμως, γιατί τον σκεφτόταν; Τι διαφορετικό είχε αυτός ο ξένος; Κάτι στα μάτια του, στο απαλό και διακριτικό του άγγιγμα, της έλεγε πως εκείνος δε θα της φερόταν ποτέ με αγένεια ή ασέβεια. Μπορούσε να εμπιστευθεί τη διαίσθησή της; Μα πόσο ανόητη ήταν! Ήταν απλά ένας γιατρός που την εξέτασε ως ασθενή. Γιατί η σκέψη της έτρεχε τόσο; Ή μήπως ήταν η καρδιά της που χτυπούσε πιο δυνατά;

Δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Το πρωί, ήταν τόσο αφηρημένη που μπέρδεψε τα πρωινά, αναποδογύρισε μια κανάτα με χυμό και παραλίγο να κάψει μια μπλούζα που σιδέρωνε! Τι της συνέβαινε; Δε θυμόταν κανένα παραμύθι να μιλά για έρωτα. Ένα φιλί κι ύστερα γάμος με συνοπτικές διαδικασίες. Σαν ο φτερωτός θεός να ήταν από άλλη ιστορία. Τον έβλεπε τώρα που την τριγυρνούσε, μα όχι για να της ρίξει το βέλος του. Κάτι άλλο έψαχνε. Το μήλο! Ήθελε να της πάρει το μήλο! Το καταραμένο μήλο που έδιωχνε την αγάπη από τη ζωή της. Η Λευκή άπλωσε το χέρι και του το έδωσε πρόθυμα.

Το απόγευμα πήγε από το ιατρείο. Αυτό το παραμύθι, ήταν αποφασισμένη να το ζήσει.

ΟΥΝΤΟ – Έλενα Χουσνή

4 Φεβρουαρίου, 2026

Η Έλενα Χουσνή στο τελευταίο της βιβλίο "Ούντο", από τις εκδόσεις Κύφαντα, αποδεικνύει για άλλη μια φορά τη δυναμική της μοναδικής γραφής της και τη δύναμη της γλώσσας εν γένει.

Στο Ούντο, η Έλενα απογυμνώνει την ανθρώπινη σκέψη από το προσποιητά αλάνθαστο και την αφήνει εκτεθειμένη στα μάτια του αναγνώστη, όχι για να την κρίνει, μα για να την αναγνωρίσει ως δική του. Τεμαχίζει την πραγματικότητα και τη ρουτίνα και τη σερβίρει κρύα, σαν την εκδίκηση. Κι αν και πέφτει βαριά σαν γροθιά στο στομάχι, γίνεται αναπόφευκτα αποδεκτή και σε ωθεί να αυτοδιδαχθείς μέσα από όσα έκανες, δεν έκανες ή θέλεις να κάνεις. Η Έλενα γίνεται κοινωνική χαρτογράφος και αναπαριστά στο χαρτί πτυχές της κοινωνίας που έχει εντοπίσει η ευαίσθητη κεραία της, αλλά είναι τόσο καθημερινές που περνούν απαρατήρητες από τους περισσότερους που τις βιώνουν.

Αποφθεγματικός λόγος, αιχμηρή πρόζα, φιλοσοφικές πινελιές, υπαρξιακή αφήγηση. Η ταύτιση είναι αναμενόμενη είτε είσαι από εκείνους που φωνάζουν είτε από εκείνους που σκύβουν το κεφάλι.

Στην πρώτη ιστορία, τον «Ούντο», ξεφλουδίζει τη ζωή σαν το κρεμμύδι, στρώση στρώση, και μας δείχνει τι κρύβεται κάτω από τη γυαλιστερή μα ξεραμένη φλούδα. Πόσο κλάμα και πόση τρυφερότητα συνάμα. Σαν τον πρωταγωνιστή της, τον Αμφίβιο, πατά κι εκείνη μισή στην πραγματικότητα και μισή στη μυθιστορία, κανακεύει τους ήρωες της, μα δεν τους απαλλάσσει από τις ευθύνες και το τέλος που οι ίδιοι επιλέγουν. Τους δίνει φωνή –μια κραυγή– μια ύστατη προσπάθεια να λυτρωθούν από τις κρυφές αμαρτίες τους.

Στη δεύτερη ιστορία, μιλά για θέματα που ακόμα και σήμερα –αν και δεν αποτελούν ταμπού– φέρνουν σε αμηχανία την σκέψη μας, που βάλλεται από τη δεδομένη ρουτίνα της. Βλέπει μεγεθυντικό φακό και σε αργή κίνηση λεπτομέρειες που σηματοδοτούν τη ζωή και γράφει για λόγια που δύσκολα τολμά κανείς να παραδεχτεί για να πει. Αφήνει το εγώ της ηρωίδας να φωνάξει σε όσους δεν παραδέχονται πως «Δε θέλουμε θλιμμένους στη γιορτή μας», στηλιτεύει όσα της στέρησαν οι άλλοι, για να κορνάρει εν τέλει στον καθρέφτη, επισημαίνοντας πως το λάθος ήταν πάντα και προπαντός δικό της.

Το τρίτο μέρος είναι ένα αφιέρωμα στον διαχρονικό γυναικείο πόνο. Η Έλενα παίρνει γυναικείες μορφές της μυθολογίας και τις προσκαλεί στο τώρα, τις κάνει γυναίκες της διπλανής πόρτας και απαντά στο αιώνιο ερώτημα "πώς θα ήταν αν ζούσαν σήμερα;" Εκείνες της μιλούν κι εξομολογούνται πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Πως ο πόνος τους, ο πόνος μας, είναι ο ίδιος ανά τους αιώνες, όποια όψη κι αν πάρει. Και μέσα από τον πόνο ανατέλλει πάντα η ίδια δύναμη. Μια δύναμη που παρότι υποτάσσεται ποικιλοτρόπως στην πατριαρχία, βρίσκει τρόπους να ελίσσεται στους δαιδαλώδεις δρόμους της ζωής, ανάλογα με το ποιόν της καθεμιάς, τα βάρη που κουβαλά στην πλάτη της και τις πληγές της καρδιάς της. Οι γυναίκες της αρχαιότητας και του τώρα ουρλιάζουν μέσα από τις πανδαμάτειρες λέξεις της κι η Έλενα τις ακούει να μιλούν μέσα από «Τα ρούχα τους», μέσα από εκείνο το αδειανό πουκάμισο που ποτέ δε γέμισε για να τις αγαπήσει όπως τους άξιζε.

Ένα συγκλονιστικό βιβλίο με θεατρικότητα, λυτρωτικούς μονολόγους και εκκωφαντικές σιωπές, που βιώνεται ως κάθαρση από τα κοινωνικά κρίματα, τα ατιμώρητα από τον νόμο, αλλά ασυγχώρητα από την ψυχή.

Μυθιστόρημα- Εκδόσεις Κύφαντα

Φόνος “κατά λάθος”

1 Φεβρουαρίου, 2026

Το πτώμα βρέθηκε στην τουαλέτα. Ο εξηντατριάχρονος άντρας ήταν γυμνός, ξαπλωμένος ανάσκελα στο πάτωμα. Το τραύμα που έφερε στο πίσω μέρος του κρανίου του είχε αποβεί μοιραίο. Ο αστυνόμος Α εξέτασε τη σκηνή προσεκτικά. Τίποτα δε φαινόταν ύποπτο εκ πρώτης όψεως. Ο άτυχος θιασάρχης έπαιρνε το μπάνιο του, βγήκε, γλίστρησε κι έσκασε με το κεφάλι στο λευκό μάρμαρο. Πολύ θεατρικός θάνατος, σχεδόν κωμικός, σκέφτηκε.

Ήταν μια σχετικά «καθαρή» σκηνή θανάτου. Η λευκή πετσέτα που ήταν περασμένη στον σβέρκο του νεκρού είχε βαφτεί κόκκινη από το τραύμα, αφήνοντας μόνο ένα μικρό μπορντώ φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του άτυχου θιασάρχη. Ποιος να του ‘λεγε πως μαζί με το νερό του σίγουρα απολαυστικού ντους, η αγαπημένη του σιέλ πετσέτα θα απορροφούσε και τη ζωή του. Ο χώρος μύριζε ακόμα αφρόλουτρο με μια υποψία μεταλλικής μυρωδιάς. Ο υπαστυνόμος εξέτασε τα αντικείμενα στον νιπτήρα, τη μπανιέρα και την ξύλινη ιματιοθήκη. Πάνω στη βούρτσα υπήρχαν ξανθές μακριές τρίχες.

«Ψάχνεις ψύλλους στ’ άχυρα, φίλτατε!» του απηύθυνε τον λόγο ο Ιάκωβος. Ο ιατροδικαστής είχε εξετάσει ήδη το πτώμα και πέρα από τα εμφανή, δε βρήκε τίποτα αξιοπρόσεκτο. «Με τόσες γυναίκες που μπαινόβγαιναν εδώ μέσα, αυτή η βούρτσα παίζει να έχει χτενίσει τον μισό γυναικείο πληθυσμό της Αθήνας».

Ο Αριστείδης συγκατάνευσε.

«Ας είμαστε όμως σίγουροι. Το λες και κωμικοτραγικό να πέθανε απλά από πέσιμο!» επισήμανε εύθυμα δείχνοντας τη βούρτσα στη σήμανση.

«Ε, τα ‘χε τα χρονάκια του ο συγχωρεμένος! Ή από πέσιμο θα πήγαινε ή... Αν με εννοείς δηλαδή!» συνέχισε στο ίδιο εύθυμο κλίμα ο Ιάκωβος, κλείνοντας το μάτι.

Ο Αριστείδης χαμογέλασε. Ήταν συνηθισμένος πια. Το χιούμορ ήταν πολύτιμος σύμμαχος σε τέτοιες περιπτώσεις. Στην αρχή της καριέρας του, η θέα των πτωμάτων τον αναγούλιαζε. Ο Ιάκωβος ήταν αυτός που του έμαθε να μην τα παίρνει τόσο στα σοβαρά. «Κι οι νεκροί άνθρωποι είναι. Απλά συνήθως έχουν τα μέσα τους έξω τους! Σιγά το πράμα!» του είχε πει γελώντας, για να τον κάνει χαλαρώσει λίγο που είχε γίνει κίτρινος σαν το λεμόνι.

Του χρωστούσε πολλά του Ιάκωβου. Κι όπως συνήθως, είχε δίκιο. Δεν υπήρχαν και πολλά να δει σ’ αυτό το δωμάτιο.

«Πρόσεξε πως θα βγεις από δω μέσα, μην έχουμε κι άλλη τραγωδία. Το πάτωμα γλιστράει σαν να το έχουν σφουγγαρίσει με λάδι! Δεν είναι παράξενο που γλίστρησε ο μακαρίτης» τον προειδοποίησε ο ιατροδικαστής που είχε ήδη περάσει στην κρεβατοκάμαρα.

Ο Αριστείδης κοντοστάθηκε. Έσκυψε, έβγαλε το γάντι κι άγγιξε το πάτωμα. Πράγματι, υπήρχε μια λιπαρή ουσία. Όμως, μύριζε απλώς σαπούνι. Θα τα έβαζαν τώρα και με τις εταιρείες των απορρυπαντικών; Άσε που μπορεί να του είχε πέσει του μακαρίτη καμιά από τις κρέμες που πάστωνε το δέρμα του μήπως τσιτώσει. Ήταν όλες παραταγμένες στον νιπτήρα με απόλυτη συμμετρία. Αποκλείεται να τις είχε πειράξει κανείς πέρα από τον ίδιο. Κι όμως, έπρεπε να σιγουρευτεί.  

«Ποιος καθαρίζει το διαμέρισμα, Γεωργίου;» ρώτησε τον υπαστυνόμο.

«Έχει δικιά του καθαρίστρια που έρχεται τις ώρες που εκείνος φεύγει για το θέατρο».

«Και πότε ήρθε τελευταία φορά;»

«Χθες το απόγευμα».

Ο Αριστείδης κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος. Γιατί ήθελε να βρει έστω κι ένα στοιχείο εγκλήματος; Ούτε εκείνος μπορούσε να καταλάβει γιατί όλο αυτό δεν του κολλούσε. Ένας τόσο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου, που είχε προκαλέσει τόσα μίση και πάθη, να πεθαίνει ξαφνικά από ένα γλίστρημα. Ίσως τελικά να έπαιρνε ακόμα τον θάνατο στα σοβαρά. Και οι σπουδαίοι μπορούν να πεθάνουν χωρίς δράματα και υποψίες. Απλώς κατά λάθος.

Κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο ευγενής θυρωρός βρισκόταν εκεί για να βεβαιωθεί πως το κλιμακοστάσιο και η είσοδος θα μείνει στη κατάσταση που ήταν πριν την επέλαση της αστυνομίας. Έπρεπε όλα να λάμπουν, αλλιώς θα τ’ άκουγε από τους επιφανείς ενοίκους, που άντεχαν τη βρωμιά στα προσωπικά τους, αλλά ποτέ στη σκάλα τους.

Ο Αριστείδης τον χαιρέτησε. Ένας θυρωρός πάντα ήξερε λιγότερα από όσα έδειχνε κι έλεγε περισσότερα από όσα του επιτρεπόταν.

«Τα απορρυπαντικά που χρησιμοποιούν οι καθαρίστριες των διαμερισμάτων ποιος τα αγοράζει;»

«Συνήθως οι ίδιες. Οι κύριοι δεν ασχολούνται με καθαριστικά. Εκτός από τον κύριο Θεοδωρόπουλο, Θεός σχωρέστον. Εκείνος ήταν απαιτητικός ως προς τα αρώματα και υποχρέωνε την καημένη την κυρά Καίτη να τα βρίσκει όλα με άρωμα μανόλιας».

«Μανόλιας;» επανέλαβε ο Αριστείδης με σηκωμένο φρύδι, προσπαθώντας να ταυτίσει τη μυρωδιά της λιπαρής ουσίας με αυτή του λουλουδιού. Μύριζε πράγματι μανόλια. Και πάλι τίποτε ύποπτο. «Το πάτωμα ήταν πολύ γλιστερό» πέταξε άδεια για να πιάσει γεμάτα.

«Μπορεί να της έπεσε λίγο παραπάνω βαζελίνη της καημένης» ανταποκρίθηκε αμέσως ο θυρωρός.

«Βαζελίνη;» επανέλαβε ο Αριστείδης ανέκφραστος, αν και η αδρεναλίνη του είχε χτυπήσει κόκκινο, θεωρώντας ότι πλησίαζε στη λύση του μυστηρίου.

«Ο συγχωρεμένος κύριος Θεοδωρόπουλος ήθελε τα μάρμαρα να γυαλίζουν λες κι ήταν καθρέφτες. Ε κι η κυρά Καίτη έβαζε λίγη βαζελίνη στο σφουγγάρισμα. Τόσο όσο δηλαδή. Είναι παλιό και φθηνό κόλπο των καθαριστριών. Εγώ δεν το χρησιμοποιώ ποτέ γιατί στις σκάλες, λίγο να μην προσέξω, μπορεί να πάρω καναν άνθρωπο στον λαιμό μου. Αλλά στο ίσιωμα δεν είναι τόσο επικίνδυνο. Λέτε να φταίει αυτό;»

«Ίσως» απάντησε ο Αριστείδης και η σκέψη του έτρεχε με χίλια.

«Δεν πιστεύω να βρει τον μπελά της η κυρά Καίτη;» ανησύχησε ο θυρωρός.

«Όχι, μην ανησυχείτε. Δεν υπάρχει ούτε δόλος κι επομένως ούτε ύποπτος. Ήταν απλά ατύχημα» τον καθησύχασε ο αστυνόμος για να προλάβει τυχόν κουτσομπολιά κι έφυγε.

Ο Μανόλης, ο θυρωρός, επέστρεψε στο διαμέρισμα του στο ισόγειο. Τι διαμέρισμα δηλαδή! Μια τρύπα που είχαν για αποθήκη του είχαν δώσει, για να τον έχουν διαθέσιμο όποτε τον χρειάζονταν. Από όταν έχασε τη γυναίκα του και σπούδασε την κόρη του έμενε εκεί, ικανοποιημένος με τα λίγα και απεχθανόμενος τα πολλά που έβλεπε να κυκλοφορούν πάνω από το κεφάλι του και καμιά φορά μπροστά στα μάτια του. Πόσα είχαν δει τα μάτια του! Πράγματα που δεν έπρεπε. Πράγματα που όποιος, έβλεπε έπρεπε να πάρει στον τάφο του, αν ήθελε να μείνει ασφαλής.

Ζέστανε ένα πιάτο σούπα που είχε φτιάξει το πρωί και κάθισε να φάει. Τα πόδια του τον πονούσαν πάλι. Έβαλε το κουτάλι στο στόμα και ρούφηξε κάνοντας θόρυβο. Μόνο έτσι το ευχαριστιόταν. Σκέφτηκε τον Θεοδωρόπουλο να τον λέει «άξεστο χωριάτη» και την ίδια στιγμή να ρίχνει τα λάγνα μάτια του στην κόρη του. Το κοριτσάκι του. Σήκωσε τα μάτια του από το πιάτο και το βλέμμα του έπεσε στο βαζάκι με τη βαζελίνη πάνω στο τραπέζι. Σηκώθηκε ανήσυχος και το πέταξε στη σακούλα με τα σκουπίδια. Την έδεσε κόμπο, βγήκε βιαστικά και την πέταξε στον κάδο με τα σκουπίδια λίγο πιο κάτω. Γύρισε στο σπίτι, έκλεισε στην πόρτα κι ακούμπησε λαχανιασμένος πάνω της. Παρά λίγο. Με δάκρια στα μάτια, κινήθηκε προς τη φωτογραφία πάνω στο τραπεζάκι του μικρού σαλονιού. Το κοριτσάκι του. Κανένας γεροξεμωραμένος δε θα άπλωνε ξανά τα χέρια του πάνω της. Ήταν πια ασφαλής.

1 2 3 29