Ιστορίες

Αχόρταγη μοναξιά

30 Νοεμβρίου, 2025

Δεν την περίμενε αυτήν την πρόταση. Τον έβλεπε που ερχόταν συχνά στο μαγαζί, είχε πιάσει τη ματιά του να την καρφώνει όποτε τον εξυπηρετούσε και τα φωτεινά χαμόγελα που της χάριζε. Όμως δεν μπορεί να ήθελε κάτι παραπάνω από εκείνη. Ήταν απλά ευγενικός. Η μειωμένη της αυτοπεποίθηση σώπαινε βίαια το γυναικείο της ένστικτο. Δεν ήταν αρκετά όμορφη, δεν ήταν αρκετά αδύνατη. Παρότι η καρδιά της λαχταρούσε να τον δει να μπαίνει και να της ζητά το καθιερωμένο πρωινό του εσπρεσσάκι, οτιδήποτε παραπάνω από αυτήν την συναλλαγή θεωρούσε ότι ήταν αποκύημα της φαντασίας της. Ήταν άλλωστε συνηθισμένη στη ματαίωση. Ένα πρωί, όμως, διαψεύστηκε.

«Θα μπορούσα να σε ρωτήσω τι ώρα σχολάς;»

Η Δήμητρα ένιωσε το δέρμα της να φλέγεται. Σιωπή.

«Δε θέλω να φανώ πιεστικός ή περίεργος. Έλεγα μόνο μήπως ήθελες να βγεις καμιά μέρα από την άλλη μεριά της μπάρας και να πιούμε μαζί έναν καφέ».

«Στις 6. Σχολάω στις 6» κατάφερε να αρθρώσει.

«Τέλεια! Θα είμαι εδώ. Δε σε πειράζει να πάμε κάπου αλλού, έτσι;»

Του έκανε ένα αρνητικό νεύμα και χαμογέλασε. Τα λακκάκια στα μάγουλά της βάθυναν.

Όπως το υποσχέθηκε, ο Θάνος ήταν συνεπής στο ραντεβού τους. Βγήκαν, μίλησαν με τις ώρες και απόλαυσαν ο ένας την παρέα του άλλου. Άρχισαν ν’ ανταλλάσσουν μηνύματα καθημερινά και να διηγούνται δειλά δειλά την προσωπική τους ιστορία. Προστατευμένοι πίσω από τις οθόνες, έριχναν τις άμυνές τους και γίνονταν φλύαροι στον γραπτό λόγο. Έμαθε ότι ήταν τριάντα χρόνων, ελεύθερος, δούλευε ως υπάλληλος σε μια ασφαλιστική εταιρεία και αγαπούσε τα άλογα και το καλό φαγητό. Είχε καλή σχέση με τους γονείς του που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη και με τον αδερφό του που σπούδαζε ακόμα στην Πάτρα. Μοιράζονταν το ίδιο γούστο στις ταινίες και τις ίδιες απόψεις για τη ζωή. Σιχαινόταν τις διακρίσεις, δήλωνε υπέρμαχος της διαφορετικότητας και του δικαιώματος ο καθένας να ορίζει το σώμα του καταπώς θέλει. Την έκανε να νιώθει όμορφα και κυρίως ασφαλής να είναι ο εαυτός της.

Πέρασε ένας μήνας. Ερχόταν κάθε μέρα στο μαγαζί, αλλά δεν της είχε ζητήσει να ξαναβγούν. Εκείνη το απέδωσε στις προετοιμασίες για το συνέδριο ασφαλιστών που –όπως της είχε πει– η εταιρεία θα τους υποχρέωνε να παρευρεθούν στο τέλος του μήνα. Αν και μέσα της, ο φόβος της απόρριψης θέριευε. Λίγο μόνο καθησυχάστηκε, όταν της ζήτησε προκαταβολικά συγγνώμη που δε θα ήταν διαθέσιμος εκείνο το Σαββατοκύριακο. Την Παρασκευή πριν το συνέδριο και με δικαιολογία ότι θ’ αργούσαν να ξαναμιλήσουν, μάζεψε όλο της το θάρρος και του πρότεινε να πάει το βράδυ από το σπίτι της να του κάνει το τραπέζι. Θα μαγείρευε τη σπεσιαλιτέ της˙ αρνάκι με μυρωδικά και πατάτες στο φούρνο. Ο Θάνος δέχτηκε με ενθουσιασμό.

Η Δήμητρα έφυγε τρέχοντας από τη δουλειά να πάει να ψωνίσει και να τα ετοιμάσει όλα. Συγύρισε στα γρήγορα το σπίτι κι έπειτα μπήκε στην κουζίνα. Ακολούθησε τη γνωστή της μαγειρική ιεροτελεστία και σε δυο ώρες το αρνάκι ήταν έτοιμο. Δοκίμασε ελάχιστα για να σιγουρευτεί πως ήταν όπως ακριβώς το ήθελε κι έκανε ατμόσφαιρα στο σαλόνι. Φόρεσε ένα φόρεμα που ήξερε πως κολάκευε κι έκρυβε επιμελώς τις πληθωρικές καμπύλες της και κάθισε να τον περιμένει.

Η ώρα εννιά. Ούτε τηλέφωνο, ούτε μήνυμα. Εννιά και τέταρτο. Τίποτα. Εννιά και μισή. Είχε αρχίσει να αγχώνεται. Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ντουλάπι, βούτηξε τη σακούλα με τα μπισκότα κι έκατσε στον καναπέ. Σκεφτόταν κι έτρωγε. Έτρωγε και σκεφτόταν. Ψίχουλα έπεφταν στο φόρεμά της, αλλά δεν την ένοιαζε. Ο Θάνος είχε μετανιώσει. Και γιατί να μη μετάνιωνε άλλωστε; Δεν της άξιζε ένας τόσο γοητευτικός σύντροφος. Ήταν άσχημη, παχιά κι ανασφαλής. Δέκα παρά τέταρτο. Καμιά της σχέση δεν είχε κρατήσει. Κανείς δεν την άντεχε. Όλοι την παρατούσαν με την πρώτη ευκαιρία κι έμενε μόνη. Το μόνο που της έμενε ήταν το φαγητό. Μ’ αυτό ένιωθε ασφάλεια. Χόρταινε τη μοναξιά της. Γέμιζε το στομάχι της για να καλύπτει την άδεια της καρδιά. Δέκα η ώρα. Η σακούλα με τα μπισκότα άδειασε. Την ώρα που την πετούσε στο τραπεζάκι του σαλονιού, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν εκείνος.

«Χίλια συγγνώμη, Δήμητρά μου! Μας κράτησαν υπερωρία σήμερα λόγω του συνεδρίου και δε σηκώσαμε κεφάλι. Είμαι στον δρόμο! Σε πέντε λεπτά είμαι εκεί! Αν ακόμα φυσικά θέλεις να έρθω…»

Παύση.

«Ναι, φυσικά. Καταλαβαίνω. Σε περιμένω. Μην αργήσεις. Θα κρυώσει».

Σαν να την τσίμπησε σφήκα, πετάχτηκε πάνω κι άρχισε να μαζεύει τον χαμό από τρίμματα πάνω στον καναπέ. Έτρεξε στον καθρέφτη να διορθώσει το κραγιόν της, έστρωσε τα μαλλιά της κι άκουσε το κουδούνι να χτυπά διακριτικά. Άφησε τα λακκάκια στα μάγουλά της να φανούν με ένα πλατύ χαμόγελο και του άνοιξε. Ίσως τελικά να είχε έρθει επιτέλους η στιγμή να χορτάσει από ευτυχία.

Δυο λίμνες με ίδια βότσαλα

23 Νοεμβρίου, 2025

Από μικρός ήταν διαφορετικός. Όταν τα άλλα παιδάκια έπαιζαν ομαδικά παιχνίδια, ο Αχιλλέας προτιμούσε να βάζει τα αυτοκινητάκια του στη σειρά, πάντα με τον ίδιο τρόπο. Από το πιο μεγάλο στο πιο μικρό. Τα στοίχιζε με τις ώρες, ώστε να έχουν ίσες αποστάσεις κι ύστερα καθόταν και τα κοιτούσε. Αν κάποιο παιδί ερχόταν και του τα χαλούσε, θύμωνε και γινόταν επιθετικός. Η μητέρα του τον μάλωνε.

 «Εντάξει δε σου έκανε και τίποτα! Ένα αυτοκινητάκι πήρε να παίξει κι αυτό! Τόσα έχεις πια! Μην τα θέλεις όλα δικά σου! Μοναχοφάη!»

Δεν καταλάβαινε πως το σπάσιμο της ακολουθίας που είχε φτιάξει στο μυαλό του ο Αχιλλέας σήμαινε αυτόματα εσωτερική ανισορροπία. Μια μικρή καταστροφή, ένα χάος μέσα στο οποίο δεν μπορούσε να λειτουργήσει.

Μεγαλώνοντας, την ανάγκη του για ασφάλεια μέσα από τη συμμετρία και την οργάνωση τη μετέτρεψε σε χόμπι. Συνέλλεγε σελιδοδείκτες. Οι λίγοι φίλοι που είχε αποκτήσει σέβονταν τη «μανία» του, αλλά πού και πού τον πείραζαν.

«Φίλε αν αποφασίσεις να τους πουλήσεις, παίζει να γεμίσεις με σελιδοδείκτες όλα τα βιβλία του κόσμου!!»

Είχε σελιδοδείκτες σε διάφορα σχήματα και χρώματα, φτιαγμένους από διαφορετικά υλικά. Χαρτί, ξύλο, μέταλλο, πολυμερικό πηλό. Τους χώριζε με σχολαστικότητα σε ντοσιέ ανάλογα την ποιότητα και το θέμα που απεικόνιζαν. Για τον Αχιλλέα, οι συλλογές του ήταν ο τρόπος να αντέχει τον κόσμο γύρω του. Μια μικρή πνοή μέσα στο άγχος και την ανασφάλεια που του προκαλούσαν οι κοινωνικές επαφές και οι ανθρώπινες συμπεριφορές.

Μέσα από την ψυχοθεραπεία που πήρε την πρωτοβουλία να ξεκινήσει μετά την ενηλικίωσή του, διαπίστωσε πως το «πρόβλημα» που οι άλλοι έβλεπαν σ’ αυτόν είχε όνομα και λεγόταν «αυτισμός υψηλής λειτουργικότητας». Ο εγκέφαλος του λειτουργούσε διαφορετικά και δεν έφταιγε που ήταν αντικοινωνικός. Δεν ήταν επιλογή του, όπως τον κατηγορούσαν κατά καιρούς. Ήταν πάντα πολύ πιο έξυπνος στα μαθήματα από τους συνομήλικους του, αλλά οι κοινωνικές δεξιότητές του κυμαίνονταν στο ναδίρ.

Με τη βοήθεια της ψυχοθεραπεύτριάς του, εξάσκησε την ανθεκτικότητά του στις εισβολές των εξωτερικών ερεθισμάτων που το μυαλό του προσλάμβανε ως απειλή. Φανταζόταν κάθε εισβολή σαν ένα βότσαλο που έπεφτε στη λίμνη του ψυχισμού του. Σταδιακά, άρχισε να οπτικοποιεί το βότσαλο και εφαρμόζοντας τεχνικές χαλάρωσης, κατάφερνε να το αφαιρεί εγκαίρως από το ταραγμένο μυαλό του.

Ο Αχιλλέας ήταν παράδειγμα θεραπευόμενου. Είχε τόση θέληση να προσαρμοστεί, που στις ομαδικές συνεδρίες αναρωτιούνταν αν όντως έχει αυτισμό. Η καλοσυνάτη συμπεριφορά του, ο ευγενικός τόνος στη φωνή του και η συμπόνοια στο βλέμμα του ήταν στοιχεία που είχαν μπερδέψει ακόμα και κάποιους από τους θεραπευτές που συμμετείχαν στην ομάδα.

Εκεί γνώρισε την Αμαλία, μια συνθεραπευόμενη. Ήξερε πως δεν του ήταν εύκολο να συνάψει ερωτική σχέση. Η εμπειρία του αυτό είχε δείξει. Ήταν αρκετά «παράξενος» στην καθημερινή του ζωή με όλες αυτές τις ρουτίνες που χρειαζόταν για να νιώσει καλά και τη δυσκολία του να λεκτικοποιεί τα συναισθήματά του. Η Αμαλία όμως του έδειξε αδυναμία από την αρχή. Χαμογελούσε όποτε εκείνος έπαιρνε τον λόγο, του έλεγε πάντα καλησπέρα και καληνύχτα και επεδίωκε να κάθεται πάντα απέναντί του για να τον βλέπει. Ήταν όμορφη κοπέλα. Ίσως λίγο πιο όμορφη από τις κοπέλες που φανταζόταν ο Αχιλλέας ότι θα τον επέλεγαν για σύντροφο. Κι αυτό φούντωνε περισσότερο τη φυσική συστολή του.

Μια μέρα, η θεραπεύτρια τους χώρισε σε ομάδες των δυο για να συζητήσουν μεταξύ τους ένα θέμα, με σκοπό την βελτίωση των διαλεκτικών τους ικανοτήτων. Πριν καλά καλά το καταλάβει, ο Αχιλλέας βρέθηκε να είναι ζευγάρι με την Αμαλία και το θέμα που έπρεπε να αναλύσουν ήταν ο έρωτας. Δειλά στην αρχή, ξεκίνησαν να λένε πράγματα που είχαν διαβάσει σε βιβλία, προκειμένου να μην εμπλακούν συναισθηματικά. Ο Αχιλλέας, ως συνήθως, είχε στα χέρια του τον αγαπημένο του μεταλλικό σελιδοδείκτη και τον μετέφερε από το ένα χέρι στο άλλο με τις ίδιες ακριβώς κινήσεις κάθε φορά. Αφού εξάντλησαν τα θεωρητικά, σώπασαν. Το βλέμμα της Αμαλίας έπεσε στον σελιδοδείκτη. Προς έκπληξη του Αχιλλέα, δεν του ζήτησε να τον πάρει˙ του ήταν δύσκολο να τον αποχωρίζεται. Ένιωθε σαν να του έκλεβαν κομμάτι του εαυτού του. Η Αμαλία περιορίστηκε στο να του πει ότι ήταν πολύ όμορφος. Την ευχαρίστησε και τη ρώτησε με τη σειρά του αν είχε κι εκείνη κάποιο αγαπημένο αντικείμενο. Χωρίς να το αντιληφθούν, άρχισαν να μιλούν ο καθένας για τον έρωτα που είχαν για συγκεκριμένα αντικείμενα και να αναλύουν το πώς αυτά τους έκαναν να αισθάνονται ασφαλείς.

Όταν η ψυχοθεραπεύτρια σήμανε τη λήξη των συνομιλιών, το ζευγάρι ένιωθε πως είχε κι άλλα να πει. Τότε ο Αχιλλέας, με την έξαψη του μοιράσματος ακόμα στην καρδιά του, της ζήτησε να βγουν για έναν καφέ μετά τη συνεδρία. Η Αμαλία δέχτηκε με χαρά.

Η σχέση τους κράτησε χρόνια. Καταλάβαιναν ο ένας τις ιδιαιτερότητες του άλλου και είχαν βρει έναν δικό τους κώδικα για να επικοινωνούν τι τους ενοχλούσε ή τους θύμωνε. Με κινητήριο δύναμη την αγάπη τους, έφτιαξαν μια υγιή οικογένεια. Μέσα από τις όμορφες στιγμές και τις προκλήσεις, μέσα από ανέκφραστα συναισθήματα και ανέλπιστες εξομολογήσεις, ο Αχιλλέας και η Αμαλία έμαθαν να βρίσκουν την ισορροπία και την ασφάλεια. Έγιναν ο ένας για τον άλλον μια ήρεμη λίμνη. Ακόμα κι αν καμιά φορά έπεφταν βότσαλα, εκείνο που φρόντιζαν ήταν, ποτέ μα ποτέ, να μην τ’ αφήνουν να φτάνουν στο βυθό τους.

Αγάπη “Παναγιωταρά”

15 Νοεμβρίου, 2025

Σηκώθηκε, όπως πάντα, πρώτη απ’ όλους. Ετοίμασε το πρωινό, έβαλε το κολατσιό των παιδιών στις τσάντες τους κι έπλυνε τα χθεσινοβραδινά πιάτα στον νεροχύτη. Η ώρα 7.00. Ξύπνησε τα παιδιά με γλυκόλογα για ν’ αποφύγει την πρωινή γκρίνια και τα έστειλε να πλύνουν το πρόσωπό τους και να πάνε τουαλέτα. Με το που απλώθηκε η μυρωδιά του καφέ στο σπίτι, σηκώθηκε κι ο Αντώνης. Έφαγαν πρωινό, ενώ εκείνη τους γυρόφερνε για να τακτοποιεί παράλληλα την κουζίνα.

«Αγάπη, σήμερα παίζει ν’ αργήσω λίγο. Το αφεντικό μάς θέλει λέει για meeting το μεσημέρι και δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει. Τον ξέρεις τώρα τον Θεοχάρη!» είπε ο Αντώνης μασουλώντας ακόμη το τοστ του. Η Αγάπη κατένευσε.

«Εγώ μπορώ να πάω στου Γιάννη μετά να διαβάσουμε; Θα έρθει να τον πάρει η μαμά του» ρώτησε ο μεγάλος.

«Σίγουρα θα διαβάσετε;» ρώτησε η Αγάπη με το φρύδι σηκωμένο κι ένα πειρακτικό χαμόγελο στα χείλη.

«Ναι, ρε μαμά! Έλα, σε παρακαλώ!!»

«Εντάξει, θα πάρω τη μαμά του να τη ρωτήσω».

Η ώρα 7.30. Πήρε το σακουλάκι με τα αμύγδαλα από τον πάγκο και το έχωσε βιαστικά στην τσάντα του Αντώνη. Παραλίγο θα ξέχναγε το αγαπημένο του σνακ. Μα η Αγάπη δεν δικαιούταν να ξεχάσει. Τους αποχαιρέτησε όλους στην πόρτα, αφού σιγουρεύτηκε ότι φορούσαν τα σωστά μπουφάν, τα σωστά παπούτσια κι είχαν τις τσάντες τους μαζί.

«Γεια, μαμά!» φώναξαν τα παιδιά.

«Γεια σου, αγάπη μου!» είπε κι ο Αντώνης και τη φίλησε στα πεταχτά.

Είχε μάθει να ξεχωρίζει πότε το «αγάπη» του Αντώνη αναφερόταν στο όνομά της και πότε στα αισθήματά του για εκείνη. Όταν έβαζε την κτητική αντωνυμία δίπλα, ο τόνος της φωνής του άλλαζε και γινόταν πιο τρυφερός. Της άρεσε να διακρίνει αυτές τις λεπτομέρειες. Θα έλεγε κανείς ότι οι λεπτομέρειες ήταν η «δουλειά» της. Κάθε τι μέσα στο σπίτι περνούσε από τα χέρια της. Τόσα μικροπράγματα που κρατούσαν το σπίτι καθαρό και τακτοποιημένο και τον άντρα και τα παιδιά της φροντισμένους στην τρίχα και χαρούμενους. Εκείνην όμως;

Από τότε που τα παιδιά άρχισαν να πηγαίνουν μόνα τους στο σχολείο, η στιγμή που έκλεινε την πόρτα κι έμενε μόνη, ήταν από τις πιο πολύτιμες της ημέρας. Επιτέλους, ησυχία. Πήρε την κούπα με τον καφέ της και βγήκε στο μπαλκόνι. Τον άφησε στο τραπέζι και πριν καθίσει ν’ απολαύσει την πρώτη γουλιά, θυμήθηκε ότι πρέπει να ποτίσει τον βασιλικό. Έκοψε και δυο-τρία ξερά φύλλα από την τριανταφυλλιά και μετά βολεύτηκε στην καρέκλα. Έφερε την κούπα στα χείλη κι ήπιε με λαιμαργία. Η απογοητευμένη γκριμάτσα υπονόησε αυτόματα ότι ο καφές είχε ήδη κρυώσει. Πήρε απρόθυμα το μπουκαλάκι με τις σαπουνόφουσκες από δίπλα κι άρχισε να ξεφυσάει μέσα από την κυκλική του άκρη, γεμίζοντας τον αέρα με ιριδίζουσες σφαίρες. Ήταν ένα κόλπο που είχε δει στο Tiktok και υποτίθεται ότι βοηθούσε όσους είχαν κόψει πρόσφατα το κάπνισμα, σε στιγμές που αποζητούσαν διακαώς ένα τσιγάρο.

Η Αγάπη είχε κόψει το κάπνισμα εδώ κι έξι μήνες. Το είχε ξανασταματήσει στις δυο εγκυμοσύνες της και στον πρώτο χρόνο του κάθε παιδιού. Μόλις όμως μεγάλωσαν λίγο, υπέκυψε και πάλι στην αδυναμία της. Αυτό θεωρούσε πως ήταν το κάπνισμα. Μια αδυναμία, που όμως τη βοηθούσε να ηρεμεί. Το γεγονός ότι ο Αντώνης δεν ήταν καπνιστής την έκανε να νιώθει ακόμα περισσότερες ενοχές. Δεν κάπνιζε ποτέ μπροστά στα παιδιά. Πάντα όταν έλειπαν ή αργά το βράδυ όταν κοιμούνταν, έβγαινε στο μπαλκόνι να ξεχαρμανιάσει. Είχε υποσχεθεί στον Αντώνη ότι θα το κόψει. Μα την τελευταία φορά, το υποσχέθηκε περισσότερο στον εαυτό της. Ήθελε να φανεί δυνατή, χωρίς να είναι κάποιος άλλος η αιτία. Θα το έκοβε επειδή το επιθυμούσε εκείνη. Και το έκανε. Δεν το είχε πια τόσο ανάγκη. Οι φούσκες ήταν απλώς ένα διασκεδαστικό υποκατάστατο για τις δύσκολες ώρες.

Μετά από μερικές γουλιές ακόμη, σήκωσε τα μανίκια και ξαναμπήκε στο σπίτι. Μάζεψε το τραπέζι, έπλυνε τον νεροχύτη, έστρωσε τα κρεβάτια, έβαλε πλυντήριο, μάζεψε τα απλωμένα από το μπαλκόνι, τακτοποίησε λίγο τα δωμάτια των παιδιών, άλλαξε σακούλες σκουπιδιών σε μπάνιο και κουζίνα, έβαλε χαρτί υγείας στις θήκες δίπλα στην τουαλέτα και καινούριο χαρτί κουζίνας στον πάγκο και πριν πιάσει το σίδερο, ξεσκόνισε λίγο το σαλόνι.

Στην κρεβατοκάμαρα, ένα βουνό με ρούχα την περίμενε. Ξεδιάλυνε πρώτα ποια είναι ποιανού κι ύστερα έβγαλε τη σιδερώστρα. Όσο σιδέρωνε, το μυαλό της έτρεχε. Ονειρευόταν βόλτες, εκδρομές, παραλίες, μα το μόνο που είχε ήταν μια θάλασσα δουλειές. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα που έβγαιναν οικογενειακώς, εκείνη έπρεπε να τα προετοιμάσει όλα κι όταν γύριζαν, να τα μαζέψει. Κι ύστερα της έλεγε ο Αντώνης ότι δεν χαλαρώνει κι είναι συνέχεια στην τσίτα. Πώς να αφεθεί; Πώς να ονειρευτεί; Ώρες ώρες αναρωτιόταν ακόμα κι αν μπορούσε πια να το κάνει. Πού ήταν το κορίτσι που θα ταξίδευε σ’ όλον τον κόσμο μ’ ένα σακίδιο στην πλάτη; Ένιωθε ποια μια άλλη Αγάπη. Είχε χάσει πολλά κομμάτια του εαυτού της στην πορεία και κάποια τα είχε εγκαταλείψει εντελώς. Μα δε βγαίνει έτσι η ζωή.

Τα όνειρά της είχαν γίνει τελικά λεπτομέρειες. Και μεταφορικά και κυριολεκτικά. Τόσα πολλά και μικρά θέματα απασχολούσαν το μυαλό της, που τον τελευταίο καιρό, μέχρι να πιάσει το ένα ξεχνούσε το άλλο. Στην αρχή, ανησύχησε μήπως έχει θέμα με την μνήμη της. Ο παντογνώστης του διαδικτύου τής άνοιξε τα μάτια. Πολλές σύγχρονες μητέρες υποφέρουν από “διανοητική υπερφόρτωση”. Στην αρχή, ένιωσε μια ανακούφιση που δεν ήταν η μόνη. Μα η πραγματική ανακούφιση θα ερχόταν από τη μείωση του φόρτου.

Τελείωσε το σίδερο. Το συνονθύλευμα αρνητικών και θετικών σκέψεων έσκασε σαν κύμα και της έφερε πονοκέφαλο. Πήρε ένα παυσίπονο και πήγε ξανά στο υπνοδωμάτιο. Έβγαλε τα ρούχα της για να πάει για μπάνιο και κοίταξε τον γυμνό εαυτό της στον καθρέφτη. Ψηλάφισε το πρόσωπό της. Τράβηξε με τα δάχτυλα τις ρυτίδες της να ισιώσουν. Τσίμπησε το λίπος που είχε συσσωρευτεί στην κοιλιά της. Τη ρούφηξε προς τα μέσα και την άφησε πάλι ελεύθερη. Πρέπει να φύγει αυτό, σκέφτηκε απογοητευμένη. Μα μια άλλη σκέψη μπήκε εμβόλιμη. Πρώτα, πρέπει να φύγει αυτό. Οι λεπτομέρειες...

Υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι το βράδυ, όταν όλοι θα έχουν κοιμηθεί, θα βάλει ένα ποτηράκι κρασί να ξεκουραστεί και να οργανωθεί. Θα μιλούσε και με τον Αντώνη για τις αποφάσεις της. Πρώτα απ’ όλα, από Δευτέρα θα ξεκινούσε γυμναστήριο. Και μετά ίσως ξανάπιανε και το θέατρο με την παλιά της θεατρική ομάδα. Έπρεπε επιτέλους να κάνει κάτι και για εκείνη. Μήπως και κάπου εκεί, ανάμεσα στις λεπτομέρειες, θυμηθεί την ουσία της και ξαναβρεί την Αγάπη. Εκείνο το ταξιδιάρικο κορίτσι, που τόσο της είχε λείψει.

Έκτορας

8 Νοεμβρίου, 2025

Με τον Έκτορα ήταν μαζί από όταν ήταν παιδί. Την διάλεξε μέσα σε μια μάντρα που είχαν πάει με τους γονείς της για να υιοθετήσουν ένα σκυλί. Η Χαρά ήταν πέντε ετών. Μόλις άκουσε το γάβγισμά του να την καλεί, έτρεξε κατά πάνω του. Ο πατέρας της προσπάθησε να τη σταματήσει, μα ο εκπαιδευτής τού έκανε νόημα να μην ανησυχεί. Αν και θεόρατος γερμανικός ποιμενικός, ο Έκτορας ήταν φιλικός με τα παιδιά. Το μικρό κορίτσι στάθηκε μπροστά από τον σκύλο και τον χάζευε. Εκείνος της κλαψούρισε σαν κουτάβι, παρακαλώντας την να τον χαϊδέψει. Σαν να κατάλαβε τι της ζητούσε, τον αγκάλιασε σφιχτά από τον λαιμό, που έφτανε σχεδόν στο ύψος της και του ψιθύρισε «Εσένα θέλω! Εσένα αγαπώ!» Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά.

«Αυτόν θα πάρεις» δήλωσε ο εκπαιδευτής στον πατέρα του κοριτσιού. «Σας διάλεξε κι αυτό σημαίνει ότι θα τα πάτε άψογα!»

Αφού πήραν το βιβλιάριο υγείας του κι υπέγραψαν τα σχετικά χαρτιά, έβαλαν τον Έκτορα στο πίσω κάθισμα μαζί με τη Χαρά. Εκείνος ξάπλωσε μπρούμυτα κι ακούμπησε το κεφαλάκι του στα πόδια της, απολαμβάνοντας τα χάδια της σ’ όλη τη διαδρομή. Στο σπίτι, εγκλιματίστηκε αμέσως. Δεν έκανε ζημιές, ήταν υπάκουος -καθότι εκπαιδευμένος- και η δουλειά του ήταν να προστατεύει την οικογένεια από κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Η Χαρά, όμως, ήταν η μεγάλη του αδυναμία. Κανείς δεν τολμούσε να την πειράξει, όσο ο Έκτορας βρισκόταν δίπλα της. Την άφηνε να τον καβαλάει και να την πηγαίνει βόλτα, να τον κάνει καναπέ για τις κούκλες της, να του πετάει το μπαλάκι κι εκείνος να της το πηγαίνει πίσω. Οι δυο τους έγιναν αχώριστοι.

Τα χρόνια πέρασαν κι η Χαρά μεγάλωσε. Από το νηπιαγωγείο πήγε στο δημοτικό, στο γυμνάσιο, στο λύκειο. Μα ο Έκτορας, πάντα στο πλάι της, άγρυπνος φρουρός. Αυτός την ξυπνούσε το πρωί στο πρώτο χτύπημα του ξυπνητηριού, αυτός την καλωσόριζε μόλις γυρνούσε από το σχολείο, αυτός της έκανε παρέα όταν διάβαζε, αυτός ξαγρυπνούσε τα βράδια δίπλα από το κρεβάτι της μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Είχαν μάθει τόσο καλά ο ένας τις συνήθειες του άλλου, που αρκούσε ένα νεύμα για να συνεννοηθούν.

Όταν η Χαρά ήταν πια στην τρίτη λυκείου, ο Έκτορας κατάπεσε. Τα πίσω πόδια του δεν τον κρατούσαν πια. Σταδιακά παρέλυσαν και δεν μπορούσε πια να σταθεί. Με τη μητέρα της τον φρόντιζαν εναλλάξ. Του έβαζαν πάνες για να κάνει την ανάγκη του, τον έπλεναν και τον χτένιζαν, δίνοντάς του απλόχερα τη στοργή που χρειάζεται κάθε ηλικιωμένο πλάσμα. Ο Έκτορας δεχόταν τη φροντίδα τους, μα η μελαγχολία στα μάτια του δεν έλεγε να φύγει. Του στοίχιζε που δεν μπορούσε πια να τρέξει. Εκείνος που πηδούσε εμπόδια ύψους δυο μέτρων και κάλπαζε γοργά σαν άλογο. Η Χαρά χανόταν στα μελιά του μάτια που την κοιτούσαν με παράπονο και προσπαθούσε να τον παρηγορήσει. Όταν ήρθε η ώρα να δώσει πανελλήνιες, ο Έκτορας έτρωγε πια με το ζόρι. Η Χαρά προσπαθούσε να ισορροπήσει τον χρόνο της ανάμεσα στις εξετάσεις και τη φροντίδα του. Έφευγε το πρωί για να δώσει μάθημα και το μεσημέρι, στον δρόμο για τον γυρισμό, προσευχόταν να τον βρει ζωντανό.

Την ημέρα που τελείωσαν οι εξετάσεις, τέλειωσαν κι οι δυνάμεις του Έκτορα, σαν να είχε ολοκληρώσει την αποστολή του. Η ανάσα του έγινε βαριά κι η καρδιά του χτυπούσε αργά. Η Χαρά καθόταν πάνω στην κουβερτούλα του και τον είχε αγκαλιά. Του μιλούσε ασταμάτητα και του θύμιζε όλες τις όμορφες στιγμές που είχαν περάσει. Τις εκδρομές τους στο εξοχικό, τον τσακωμό του με τον κόκκορα του κοτετσιού που παραλίγο να του βγάλει το μάτι, τη φορά που γύρισαν σπίτι φέρνοντας καλεσμένους για τη γιορτή της κι εκείνος είχε φάει όλα τα γλυκά από το τραπεζάκι του σαλονιού μαζί με τα χρυσόχαρτα! Γελούσε η Χαρά και τα μάτια της τρέχαν ποτάμια από νοσταλγία και θλίψη μαζί. Έτρεχαν και τα μάτια του Έκτορα• κι ας λένε πως τα ζώα δεν κλαίνε. Του τα σκούπιζε η Χαρά μ’ ένα χαρτί και του εξομολογούταν.

«Αχ, ποτέ δεν θα βρω ξανά κάτι σαν εσένα, καλό μου. Το ξέρω. Μη λυπάσαι όμως, τα δάκρυα είναι γι’ αυτούς που δεν θα ιδωθούν ξανά. Και εμείς... εμείς θα βρεθούμε, θα το δεις».

Σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Έκτορας, της έγλειψε στα πεταχτά το χέρι, έκλεισε τα μάτια του κι εκεί, στην αγκαλιά του αγαπημένου του κοριτσιού, η καρδιά του σταμάτησε για πάντα.

«Αντίο, καλό μου… Θα βρεθούμε… Θα το δεις».

Ψεύτικοι άνθρωποι

1 Νοεμβρίου, 2025

«Δε φταίει κανένας άλλος. Εγώ φταίω που σε νοιάζομαι!»

«Μα δε σου έριξα ευθύνη, Γιώργο. Απλώς εξέφρασα το πώς νιώθω».

«Και πώς νιώθεις δηλαδή;»

«Να σ’το ξαναπώ. Νιώθω καταπιεσμένη. Σαν να μην έχω χώρο ν’ ανασάνω».

«Και σε καταπιέζω εγώ με τη ζήλια μου!»

«Μα δεν είπα αυτό!»

«Το υπονόησες! Γι’ αυτό σου λέω. Εγώ φταίω που σε φροντίζω και θέλω να είμαστε μαζί. Αλλά βέβαια, πάντα έτσι γίνεται. Μόλις ανοιχτείς λίγο έρχεται ο άλλος και σου λέει “με πνίγεις” κι άμα αδιαφορήσεις αρχίζουν τα “δε μ’αγαπάς”. Αποφάσισε λοιπόν τι θέλεις, να ξέρω κι εγώ τι θα κάνω. Γιατί αν κάποιος σε αυτήν τη σχέση δεν αγαπά, αυτός δεν είμαι εγώ».

«Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι δε σ’ αγαπώ!»

«Δεν ξέρω πια τι να πιστέψω, Κορίνα! Το ένα σου βρομάει, το άλλο σου ξινίζει…»

«Μα δεν…»

«Τι άλλο να κάνω για να είσαι ευχαριστημένη;»

Η Κορίνα δε μίλησε. Οι τύψεις τη βάραιναν σαν χειμωνιάτικο παλτό που κάποιος έριξε απότομα στην πλάτη της. Μα αυτό το πνίξιμο την έτρωγε δυο χρόνια τώρα. Η ψυχή της δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Δεν άντεχε άλλο.

Το επόμενο πρωί, ο Γιώργος έφυγε για το μαγαζί μουτρωμένος. Ο Λευτέρης δεν είχε έρθει ακόμα. Όταν φάνηκε, ο Γιώργος βρήκε ευκαιρία να ξεσπάσει τα νεύρα του.

«Τι ώρα είναι αυτή;»

«Συγγνώμη, αφεντικό. Μόνο 5 λεπτά άργησα. Δεν έβρισκα να παρκάρω».

«Τι λες, ρε Λευτέρη! Πού ακούστηκε να έρχεται το αφεντικό πριν από τους υπαλλήλους!»

«Μα…»

«Δεν έχει μα… Αυτό που σου λέω!»

«Εντάξει, αφεντικό, δε θα ξαναγίνει.»

«Αυτό έλειπε να ξαναγίνει! Εμ σας χρυσοπληρώνω εδώ μέσα, εμ να έρχεστε κι όποτε θέλετε! Δεν πάει έτσι Λευτεράκη! Δεν πάει καθόλου έτσι! Αλλά είπαμε, εγώ φταίω που σας έχω σαν παιδιά μου εδώ μέσα και δε μου κάνει καρδιά να σας δώσω τα παπούτσια στο χέρι με το πρώτο στραβοπάτημα! Αλλά το εκτιμάτε; Δεν το εκτιμάτε!» Πέταξε με δύναμη τον κατάλογο που κρατούσε και σηκώθηκε κι έφυγε ανακουφισμένος. Στην πόρτα, συνάντησε την Κορίνα, η οποία είχε ακούσει άθελά της όλο το σκηνικό και για άλλη μια φορά βεβαιώθηκε για την απόφασή της.

«Τι έγινε, αγάπη μου; Πώς κι από εδώ; Δεν πήγες στη δουλειά;» μίλησε σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

«Ζήτησα άδεια για σήμερα» εξήγησε η Κορίνα.

«Τι έπαθες; Μήπως δεν αισθάνεσαι καλά; Έλα να καθίσεις!»

«Καλά είμαι, Γιώργο. Απλώς θέλω να μιλήσουμε».

«Φυσικά! Ό,τι θέλει το κορίτσι μου!»

«Δεν ξέρω πώς θα σου ακουστεί αυτό που έχω να σου πω…αλλά…θέλω να χωρίσουμε».

Ο Γιώργος γούρλωσε τα μάτια.

«Τι έκανε λέει;» φώναξε.

«Γιώργο πιο σιγά! Θα μας ακούσει όλο το μαγαζί!» ψιθύρισε η Κορίνα.

«Να μας ακούσει και να μάθει πόσο αχάριστη είσαι! Ύστερα από όλα όσα έχω κάνει για σένα, όλη την αγάπη που σου έχω δώσει, έρχεσαι μέσα στο ίδιο μου το μαγαζί και μου ζητάς να χωρίσουμε; Λέγε! Ποιος είναι;»

«Ποιος είναι ποιος;»

«Αυτός που σε ξεμυάλισε!»

«Τι λες, Γιώργο; Δεν υπάρχει κανείς!» παραπονέθηκε η κοπέλα.

«Και γιατί τότε, ρε ματάκια μου, θες να μ’αφήσεις; Δεν περνάμε ωραία μαζί; Και τις βολτούλες μας πάμε και το σπιτάκι μας έχουμε! Τι άλλο θέλεις; Τι σου λείπει;» ρώτησε μαλακώνοντας τη φωνή του.

«Εγώ μου λείπω, Γιώργο! Έχω χάσει τον εαυτό μου!»

«Ε να τον βρούμε μαζί!»

«Δε γίνεται…δεν μπορώ…»

«Γιατί;»

«Δε θέλω».

Ο Γιώργος, σκεπτικός, χτύπησε απαλά πέντε-έξι φορές τα δάχτυλά του στο τραπέζι και κατέβασε το βλέμμα στο χέρι του.

«Καλά, Κορινάκι, καλά. Να φύγεις. Αφού είμαι εμπόδιο στην ευτυχία σου, να φύγεις. Εγώ θέλω να είσαι καλά κι ας είσαι μακριά μου. Σ’ αγαπάω, Κορινάκι. Δεν πειράζει, όμως… Φύγε κι άσε με στη μοναξιά μου… Αλλά να ξέρεις, εγώ δε θα το αφήσω έτσι. Θα σε ξανακερδίσω!»

Η Κορίνα τον είδε να σηκώνεται τρίβοντας τα μάτια του, για να σκουπίσει τα δάκρυα που δήθεν κυλούσαν. Της γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε στο εσωτερικό του μαγαζιού.

Μια ικανοποίηση έλαμψε στα μάτια της. Τα είχε καταφέρει. Τέσσερις μήνες τώρα πάλευε να το πάρει απόφαση. Όσα είχαν συζητήσει με την ψυχολόγο -που είχε αρχίσει να επισκέπτεται εν αγνοία του Γιώργου- οδηγούσαν στο ότι, για να μπορέσει να θεραπεύσει την πληγωμένη της αυτοπεποίθηση, έπρεπε ν’ απομακρυνθεί από την τοξικότητα του συντρόφου της. Η τελευταία κουβέντα της ψυχολόγου ήταν για την Κορίνα η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι˙ «Οι ψεύτικοι άνθρωποι είναι σαν σπασμένοι καθρέφτες που κρύβουν την ψυχή τους στις αντανακλάσεις τους». Αυτό ήταν εκείνη για τον Γιώργο. Μια αντανάκλαση του εγωισμού του, που χρησίμευε για να τρέφεται από την ψυχή της, ώστε ν’ αντέχει τη φυλακή της δικής του. Μα η ψυχή της Κορίνας διψούσε απεγνωσμένα για ειλικρίνεια κι ελευθερία.

Νοέλ

25 Οκτωβρίου, 2025

Αύγουστος

Στο νησί, η είδηση εξαπλώθηκε σαν πυρκαγιά. «Η θάλασσα ξέβρασε το σώμα ενός παιδιού». Τα μαλλιά του ήταν κοντά, σγουρά και μαύρα και το δέρμα του μελαμψό. Στο χέρι του φορούσε ένα γυναικείο δαχτυλίδι με μια μικρή πράσινη πέτρα στο κέντρο. Βρέθηκε από ένα ζευγάρι περαστικών. Δεν είχε τις αισθήσεις του. Του έδωσαν τις πρώτες βοήθειες και κάλεσαν το ασθενοφόρο. Διακομίστηκε άμεσα στο νοσοκομείο. Του έκαναν εξετάσεις, το περιποιήθηκαν και το άφησαν να ξεκουραστεί. Μέσα στον ύπνο του, ψιθύριζε πού και πού «μαμά» κι έσμιγε τα φρύδια του με παράπονο.

Το επόμενο πρωί, το αγόρι συνήλθε. Δεν ήξερε να μιλήσει ελληνικά για να συνεννοηθεί, αλλά κατάφερε να πει το όνομά του στη νοσοκόμα που το φρόντιζε. Ήταν δεν ήταν οχτώ χρόνων. Η νοσοκόμα ζήτησε να μάθει για την οικογένειά του. «Μαμά» ψέλλισε, γύρισε στο πλάι κι έδειξε στο κομοδίνο του την εικόνα της Παναγίας. Εκείνη ρώτησε ξανά αν αυτή είναι η μαμά του, φοβούμενη πως τα έχει χάσει, αλλά το αγόρι έκανε ένα αρνητικό νεύμα κι έδειξε προς τα πάνω. «Η μαμά σου πέθανε;» ρώτησε η νοσοκόμα. Το αγόρι ένευσε, αυτή τη φορά καταφατικά, κι έβαλε τα κλάματα. «Λυπάμαι» του είπε η νοσοκόμα και το αγκάλιασε. «Μην ανησυχείς. Είσαι ασφαλής εδώ. Θα σου βρούμε εμείς μια οικογένεια» υποσχέθηκε με τα μάτια βουρκωμένα. Κάποιοι από τους νοσηλευτές ανέλαβαν να επικοινωνήσουν με την υπηρεσία αναδοχής ασυνόδευτων παιδιών προσφύγων.

Μια βδομάδα μετά

Εκείνο το βράδυ η Ουρανία δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Γονατιστή μπρος στην εικόνα της Παναγιάς, την παρακαλούσε πάλι να της χαρίσει ένα παιδί. Έξι ολόκληρα χρόνια προσπαθούσαν με τον Χρήστο, μα η κοιλιά της έμενε συνεχώς χωρίς καρπό. Έκαναν θεραπείες, τίποτα. Η Ουρανία έπεσε να ξαπλώσει με μια ελπίδα στην καρδιά, γεννημένη από την προσευχή της. Ο Χρήστος την αγκάλιασε και τη φίλησε στο μέτωπο.

«Σήμερα είχαμε ένα ιδιαίτερο περιστατικό στην υπηρεσία».

«Δηλαδή;»

«Ένα πιτσιρικάκι οχτώ χρονών. Βρέθηκε πριν μια βδομάδα. Χωρίς μάνα, χωρίς πατέρα».

«Ψυχή μου!» ψέλλισε συγκινημένη η Ουρανία.

«Έπρεπε να έβλεπες τα μάτια του. Δυο μαύρα μάτια σαν χάντρες που με κάρφωσαν βαθιά μες στην ψυχή. Αυτό το παιδί… δεν ξέρω…»

Η Ουρανία ανακάθισε κι ακούμπησε την πλάτη στο μαξιλάρι. «Τι θες να πεις;»

«Να… σκεφτόμουν… τόσα χρόνια προσπαθούμε… Και τόσα χρόνια περνούν μπροστά από τα μάτια μου τόσα παιδιά. Χωρίς οικογένεια. Μήπως… Δηλαδή… Ήθελα να πω…»

Η Ουρανία γούρλωσε τα μάτια. «Συνέχισε!»

«Να… Δηλαδή… Αν δεν είναι γραφτό μας να κάνουμε δικό μας παιδί... Αν ήθελες κι εσύ… »

«Θέλω!» αναφώνησε με ενθουσιασμό.

«Αλήθεια;» απόρησε έκπληκτος ο Χρήστος.

Η Ουρανία κούνησε το κεφάλι γρήγορα πάνω κάτω χαμογελώντας.

«Θέλω! Πώς δε θέλω! Αυτό παρακαλούσα τώρα την Παναγιά! Να μου δώσει ένα σημάδι! Να τελειώσει αυτή η προσμονή!»

Ο Χρήστος χαμογέλασε πλατιά. Έμειναν να κοιτάζονται με τα μάτια τους να ξεχειλίζουν από ελπίδα. Άρχισαν να γελούν. Ένα γέλιο δυνατό και γάργαρο που άρπαξε τη θλίψη τους, τη σήκωσε στον αέρα και τη σκόρπισε μακριά.

Δεκέμβρης

Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Ο Νοέλ είναι μαζί με την καινούρια του μαμά στην κουζίνα και ετοιμάζουν το Χριστουγεννιάτικο δείπνο. Στο σαλόνι, ο Χρήστος μαζί με παππούδες, γιαγιάδες, θείους και θείες μιλούν εύθυμα. Μουσική χριστουγεννιάτικη απλώνεται τριγύρω, κυκλώνει το στολισμένο δέντρο, περνά από τ’ αυτιά των ανθρώπων του σπιτιού κι αγαλλιάζει την καρδιά τους.

Η Ουρανία μπαίνει στη σάλα κρατώντας τον δίσκο με τη γαλοπούλα και πίσω της ο Νοέλ με το δίσκο με το χοιρινό. Τα εναποθέτουν στο τραπέζι. Η Ουρανία παίρνει τον λόγο.

«Πριν ξεκινήσουμε το φαγητό, ο γιος μας, ο Νοέλ, θέλει να μας πει τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα που έμαθε στο σχολείο. Νοελ! Σε ακούμε, γλυκέ μου!»

Ο Νοέλ, λίγο συνεσταλμένα, παίρνει το τρίγωνό του κάτω από το δέντρο. Ξεκινά να ψέλνει τα κάλαντα σε άψογα ελληνικά. Η προφορά του έχει βελτιωθεί κατά πολύ. Μόλις τελειώνει, όλοι τον χειροκροτούν και κάθονται να φάνε, σαν μια μεγάλη, αγαπημένη οικογένεια.

20 χρόνια μετά

Ο Νοέλ σήμερα έχει εφημερία στο νοσοκομείο. Δε θα προλάβει να πάει από το ορφανοτροφείο. Τα παιδιά τον περιμένουν πάντα με ανυπομονησία, γιατί μετά από κάθε εμβόλιο ή φάρμακο τους δίνει κι ένα γλειφιτζούρι και τους χαμογελάει. Το χαμόγελό του ζεσταίνει την καρδιά τους και για λίγο ξεχνούν που βρίσκονται. Ο γιατρός με το χριστουγεννιάτικο όνομα τούς κάνει και γελάνε. Τους κάνει να πιστεύουν πως αξίζουν ν’ αγαπηθούν. Πως δε χάθηκαν επειδή έχασαν τους γονείς τους. Του ζητούν ξανά και ξανά να τους πει την ιστορία από τα πρώτα του Χριστούγεννα στην Ελλάδα. Τότε που είπε για πρώτη φορά τα κάλαντα. Τους δίνει ελπίδα. Ίσως βρουν κι αυτά σύντομα μια οικογένεια. Ίσως γίνουν κι αυτά γιατροί, αρχιτέκτονες, φιλόλογοι, καλλιτέχνες. Ό,τι ονειρεύεται η ψυχή τους.

Ο Νοέλ παίρνει τη σκέψη του από τα αγαπημένα του παιδιά και πάει να δει τους αρρώστους του. Για όλους έχει έναν καλό λόγο. Τώρα πια η προφορά του δε μοιάζει ξένη. Τα γεροντάκια τον αγαπούν, γιατί τους κάνει χωρατά και γελούν. Ξεχνούν την απόσταση από τον θάνατο που έχει μικρύνει επικίνδυνα. Οι νοσοκόμες τον γλυκοκοιτάζουν. Μα ο Νοέλ έχει μόνο μάτια για την επιστήμη του. Ανυπομονεί να μοιράσει μέσα από αυτήν όλη την αγάπη που έλαβε ως παιδί. Τον αγάπησαν κι αγαπά. Τον αποδέχτηκαν κι αποδέχεται. Τον βοήθησαν και βοηθά.

Στο τέλος της κουραστικής αυτής μέρας, βγάζει τη ρόμπα του και την κρεμά στον καλόγερο του γραφείο του. Παίρνει την τσάντα του και κατευθύνεται προς την πόρτα. Πιάνει το πόμολο με το δεξί του χέρι. Τα μάτια του πέφτουν στο δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα. Τραβά το χέρι του από το πόμολο και στριφογυρίζει το δαχτυλίδι με τον αντίχειρα.

«Τα καταφέραμε, μαμά» ψιθυρίζει και χαμογελά ευτυχισμένος.

Μια αστεία Θεία Δίκη

18 Οκτωβρίου, 2025

Ήταν ένα ανέφελο πρωινό κι ο Γιώργος είχε ξυπνήσει ξεκούραστος, γεγονός που προοιώνιζε μια καλή μέρα. Μόλις άνοιξε το παράθυρο, ο ταχυδρόμος, περνώντας με το μηχανάκι του, τον χαιρέτισε πρόσχαρα. Μα με το που ακούστηκε το «ρα» από το «καλημέρα», το μηχανάκι βρέθηκε να χοροπηδά πάνω σε μια λακκούβα γεμάτη λασπόνερα από τη χτεσινή βροχή. Ο ταχυδρόμος σταμάτησε, έβρισε την τύχη του και κοίταξε το λασπωμένο παντελόνι του. Ο Γιώργος με δυσκολία κράτησε το γέλιο του. «Ευτυχώς δε βράχηκαν τα γράμματα!» του είπε χαμογελώντας.

Κινήθηκε προς την κουζίνα, έχοντας ακόμα τη χαρούμενη διάθεση που του είχε αφήσει το ατύχημα του ταχυδρόμου. Τον καημένο! σκέφτηκε κουνώντας το κεφάλι πάνω κάτω. Ύστερα, με ύφος «σε μένα δε συμβαίνουν ποτέ τέτοια», παρόμοιο, δηλαδή, με αυτό που έχουμε, όταν το «γελοίο» χτυπάει την πόρτα κάποιου άλλου κι όχι τη δική μας, έβαλε να φτιάξει καφέ. Σήμερα, είχε όρεξη για έναν μερακλίδικο ελληνικό.

Ο Γιώργος δεν έπινε ακριβώς καφέ. Ένα «γαλακτομπούρεκο» του παράγγελναν πάντα οι φίλοι του, πριν προλάβει να εξηγήσει στη σερβιτόρα πόσο γλυκό ήθελε τον espresso του. Όταν τον έφτιαχνε μόνος του, έβαζε πρώτα τον καφέ και μετά τον τόνο ζάχαρης που ικανοποιούσε τον ουρανίσκο του. Αφηρημένος, έκανε τα συνηθισμένα του και κάθισε στο σαλόνι να τον απολαύσει, μαζί μ’ ένα κομμάτι πίτσα που είχε ξεμείνει από τις χθεσινοβραδινές γευστικές κραιπάλες.

Ε λοιπόν δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από την πρώτη πρωινή γουλιά καφέ! σκέφτηκε με ηδονή, φέρνοντας το φλυτζάνι στα χείλη του. Το σιντριβάνι που πετάχτηκε από το στόμα του, την αμέσως επόμενη στιγμή, σίγουρα δεν πρόδιδε απόλαυση. Έβρισε τον καφέ και τη φυτεία του, καθώς έφτυνε με μανία και τις τελευταίες σταγόνες, λερώνοντας το ριχτάρι του καναπέ. Μία κουταλιά καφέ και πέντε ζάχαρη είχαν γίνει μία καφέ και πέντε αλάτι! Έτρεξε στην κουζίνα να πιει λίγο νερό και παράτησε την πίτσα πάνω στον πάγκο, αηδιασμένος. Βούτηξε το παγούρι του, το έχωσε με νεύρα μέσα στην τσάντα κι ετοιμάστηκε να φύγει. Με το που φτάνει στην κλειδοθήκη, πλάι στην εξώπορτα, ξεκρέμασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Του πέφτουν κάτω. Τα πιάνει. Του ξαναπέφτουν, πριν προλάβει να σηκωθεί. Ξανά. Αυτό θα γίνεται τώρα; μονολόγησε και τα γράπωσε με τη χούφτα του.

Βγήκε στο γκαράζ, πάτησε το κλειδί να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Πριν προλάβει να βάλει μπρος, κάτι εξαιρετικά δυσάρεστο γαργάλησε τη μύτη του. Για να διαπιστώσει αν ήταν η ιδέα του, εισέπνευσε λίγο πιο βαθιά, κουνώντας τη μύτη του δεξιά αριστερά, σαν τον σεφ που προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τα υλικά μιας μυστικής συνταγής. Η μυρωδιά ερχόταν από κάτω. Έσκυψε κι εξέτασε τα παπούτσια του.

«Σκατά!» φώναξε. Κι όντως αυτά είχε φροντίσει μια, χαριτωμένη κατά τ’ άλλα, γατούλα ν’ αφήσει επιμελώς δίπλα στην πόρτα του οδηγού. Την έβλεπε τώρα μπροστά του να περπατά, με αργά νωχελικά βήματα, πάνω στο καπό του αυτοκινήτου, να του ρίχνει μια ματιά τύπου «Πώς κάνεις έτσι; Δεν μπορεί κανείς να κάνει την ανάγκη του; Τςς…Άνθρωποι!» και να γλείφει τα πατούσια της επιδεικτικά.

Προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα του, άνοιξε αμέσως την πόρτα και με το ένα πόδι μέσα στο αυτοκίνητο και το λερωμένο εκτός, βάλθηκε να ψάχνει στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου οτιδήποτε μπορούσε να καθαρίσει τις ακαθαρσίες. Για καλή του τύχη, η κοπέλα του είχε αφήσει εκεί ένα πακέτο υγρομάντηλα. Καθάρισε το παπούτσι του, με ξινισμένο ύφος και κινήσεις πατέρα που παλεύει ν’ αλλάξει πάνα στο νεογέννητο μωρό του χωρίς να λερωθεί, ενώ του πέρασε κάμποσες φορές από το μυαλό να πετάξει το παπούτσι και να συνεχίσει ξυπόλητος για τη δουλειά. Αφού χάλασε σχεδόν όλο το πακέτο υγρομάντηλα, η αποστολή επετεύχθη.

Φτάνοντας στο γραφείο, άφησε την τσάντα του στο πάτωμα, κι άνοιξε τον υπολογιστή.

«Επ! Καλώς τονα κι ας άργησε! Τι μούτρα είναι αυτά; Σήμερα έχει γενέθλια ο Μητσάκος! Άντε να ευχηθείς και να πάρεις γλυκάκι να φτιάξει η μέρα σου!» του είπε ένας συνάδελφος.

Σαν να έφτιαξε η διάθεση του λίγο μόλις άκουσε για γλυκό – μιας και το στομάχι του ήταν ακόμη άδειο – έφυγε για το γραφείο του εορτάζοντα. Ευχήθηκε πρόσχαρα και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Άνοιξε το κουτί με τα γλυκά και διάλεξε έναν λουκουμά πασπαλισμένο με μια γενναιόδωρη δόση άχνης ζάχαρης. Τον έβαλε σε μια χαρτοπετσέτα και γύρισε στο γραφείο του.

Κάθισε στην καρέκλα του γεμάτος χαρά, σαν το παιδί που του έχουν πάρει παγωτό κι ετοιμάστηκε να δαγκώσει λαίμαργα την πρώτη μπουκιά, την ίδια στιγμή που ο συνάδελφος άναβε τον ανεμιστήρα δίπλα του. Ο ανεμιστήρας αμέσως φύσηξε το παχύ στρώμα ζάχαρης κι αυτό μεταφέρθηκε όλο στο πρόσωπο του Γιώργου και στο πληκτρολόγιο ακριβώς από κάτω. Βλέποντάς τον ασπροπρόσωπο, ο συνάδελφος ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Με βλέμμα που πετούσε σπίθες, ο Γιώργος έκλεισε τον ανεμιστήρα.

«Συγγνώμη, ρε φίλε! Κάνει ζέστη!» κατάφερε να ψελλίσει ο συνάδελφος ανάμεσα στα γέλια.

Ο Γιώργος δεν του έδωσε σημασία. Ανέβασε την τσάντα στα πόδια του για να βρει χαρτομάντηλα. Του πήρε λίγα δευτερόλεπτα για να καταλάβει ότι κάτι υγρό ακουμπούσε στο παντελόνι του. Με το που άνοιξε την τσάντα, βρήκε το παγούρι μισοκουμπωμένο και την ατζέντα, το πορτοφόλι, τις κάρτες, ακόμα και τα χαρτομάντηλα μούσκεμα. Έψαξε απελπισμένος για τα κλειδιά του αυτοκινήτου, αλλά ευτυχώς τα είχε στην τσέπη. Σηκώθηκε, τίναξε τη ζάχαρη από τη μούρη του, πήρε κι ένα ντοσιέ για να κρύψει το μουσκεμένο παντελόνι που έμοιαζε σαν κατουρημένο κι έφυγε πάλι για την κουζίνα. Σκούπισε ό,τι μπόρεσε με το χαρτί κουζίνας, αλλά το παντελόνι ήταν ακόμα μούσκεμα. Ξαφνικά του ήρθε η φαεινή ιδέα να χρησιμοποιήσει τον στεγνωτήρα χεριών. Κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Δεν έβγαλε το παντελόνι, από φόβο μην μπει κανείς. Αντ’ αυτού, έχωσε τον καβάλο του κάτω από το μηχάνημα, πάτησε το κουμπί κι άρχισε να κουνιέται δεξιά κι αριστερά, όταν άνοιξε απότομα η πόρτα και μπήκε μέσα το αφεντικό. Ο Γιώργος μαζεύτηκε βιαστικά και προσπάθησε να το παίξει άνετος. Το αφεντικό τον καλημέρισε σαστισμένα και μπήκε στην τουαλέτα. Ο Γιώργος βρήκε ευκαιρία να φύγει τρέχοντας. Ευτυχώς, είχε προλάβει να στεγνώσει κατά πολύ.

Στον διάδρομο, τον σταμάτησε ο φίλος και συνάδελφός του, ο Μάνος.

 «Τι έγινε, φίλε; Κατσούφη σε βλέπω. Όλα καλά;» τον ρώτησε με ανησυχία.

Ο Γιώργος χαμογέλασε και διαπίστωσε πως ήταν η πρώτη φορά που το έκανε, μετά το περιστατικό με τον ταχυδρόμο. Κούνησε το κεφάλι και σκεφτόμενος πως δεν πρόκειται να ξαναγελάσει με τις ατυχίες των άλλων, απάντησε στον φίλο του.

«Κακά ψυχρά κι ανάποδα! Τι να σου λέω… Μ’ όλα αυτά που μου τύχανε σήμερα, καλύτερα να έτρεχα ξυπόλυτος στα λιβάδια και να πάταγα σκαντζόχοιρο!!!»

Muse of sadness

4 Οκτωβρίου, 2025

Έφερε την αχνιστή κούπα μπροστά στο πρόσωπό της κι ένιωσε τη μυρωδιά του καφέ να εισχωρεί στο κεφάλι της. Μια αίσθηση ζεστή και γνώριμη. Ασφάλεια. Έβαλε την κούπα στα χείλη, έκλεισε τα μάτια κι ήπιε την πρώτη γουλιά. Γεύση. Η δεύτερη αίσθηση που ικανοποιούνταν από αυτό το μαγικό ρόφημα. Για κάποιο λόγο, η γεύση ήταν συνυφασμένη στο μυαλό της με την ανάμνηση. Θυμήθηκε εκείνον. Χαμογέλασε, με μια πικρία να μην αφήνει τη χαρά της θύμησής του να φτάσει μέχρι την καρδιά.

Κοίταξε το ρολόι. Είχε λίγο χρόνο ακόμα για να προβάρει το τραγούδι της. Δεν ήταν σίγουρη αν θα το έπαιζε τελικά απόψε. Από το μαγαζί τής είχαν δώσει το οκ, αλλά ήταν μεγάλο το βήμα. Κι αν δεν άρεσε; Κι αν ο κόσμος αδιαφορούσε; Υπήρχαν βέβαια κάποιοι θαμώνες που πήγαιναν για εκείνη. Κυρίως άντρες – δυστυχώς – αλλά και δυο-τρεις παρέες. Χαιρόταν όταν την χειροκροτούσαν στο τέλος ενός τραγουδιού που είχε ερμηνεύσει με την ψυχή της. Αυτό ήταν το καλό των μικρών χώρων. Οι άνθρωποι σ’ ακούν πιο εύκολα, γιατί σε νιώθουν πιο κοντά τους. Κι εκείνη δεν ήταν φτιαγμένη για μεγάλες σκηνές, μέγαρο και ορχήστρες. Αποζητούσε τη σύνδεση με τον κόσμο. Σ’ αυτήν έβρισκε όσα της έλειπαν.

Συνήθως έπαιζε μαζί με τον Φίλιππο. Εκείνη πλήκτρα κι εκείνος κιθάρα. Τα τραγούδια τα μοίραζαν σε αντρικά και γυναικεία κι έκαναν αντίστοιχα δεύτερες ο ένας στον άλλον. Ταίριαξαν από την αρχή μουσικά κι έγιναν το μόνιμο δίδυμο του μαγαζιού. Πολλοί τους περνούσαν για ζευγάρι, αλλά ο Φίλιππος είχε σχέση με τη Δώρα, μια κοπέλα που συμπαθούσε πολύ η Βίβιαν. Γι’ αυτό και φρόντιζε να κρατά τις ισορροπίες, ώστε να μη δημιουργηθούν παρεξηγήσεις.

Σήμερα ο Φίλιππος θα έλειπε. Μήπως ήταν ευκαιρία να πει το τραγούδι; Κι αν…Το στομάχι της σφίχτηκε. Τα χέρια της ίδρωσαν. Τα σκούπισε στην πιτζάμα της κι έκατσε στο πιάνο. Μόνο η μουσική μπορούσε να ρυθμίσει τους χτύπους της καρδιάς της. Μια ώρα μετά, ντύθηκε, βγήκε, φόρεσε το κράνος της και καβάλησε το ποδήλατό της. Ο δροσερός φθινοπωρινός αέρας φύσηξε τις αμφιβολίες μακριά και της έφτιαξε τη διάθεση. Θα το έλεγε το τραγούδι.

Στο μαγαζί, ο κόσμος έπινε ακόμα τον καφέ του. Σε λίγο, πολλοί από τους απογευματινούς επισκέπτες θα έφευγαν για να δώσουν τη θέση τους στα «νυχτοπούλια», όπως τους αποκαλούσε η Βίβιαν. Κατευθύνθηκε προς τη γωνιά του μαγαζιού που χρησίμευε ως σκηνή και κάθισε στο σκαμπό της. Τα μάτια της έπεσαν σε κάτι απρόσμενο. Πάνω στα πλήκτρα του αρμονίου, αφημένο προσεκτικά, την περίμενε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Παραξενεύτηκε, αλλά αμέσως σκέφτηκε ότι θα το έβαλαν τα παιδιά του μαγαζιού για ντεκόρ. Το τοποθέτησε πιο πέρα για να μην την ενοχλεί στο παίξιμο και τακτοποίησε τις παρτιτούρες του ρεπερτορίου.

«Νωρίς ήρθες απόψε» άκουσε τη φωνή του Μάριου.

«Σκέφτηκα να ξεχωρίσω τα κομμάτια μου από του Φίλιππου, αφού θα λείπει σήμερα.»

«Ταξιδάκι το αγόρι μας, κατάλαβες; Αχ! Για να δείτε πώς σας έχω εδώ μέσα!»

«Δεν έχουμε παράπονο!»

«Θα το πεις; Το δικό σου; Το αποφάσισες;»

Η Βίβιαν χαμήλωσε το βλέμμα στο αρμόνιο κι έγνεψε καταφατικά.

«Άντε μπράβο και μας έχει φάει η αγωνία! Όλα καλά θα πάνε, θα δεις!» είπε και τη χτύπησε ενθαρρυντικά στον ώμο.

Πάντα υποστηρικτικός ο Μάριος. Όταν είχε έρθει να ζητήσει δουλειά, την είχε τρομάξει το επιβλητικό παρουσιαστικό του˙ ψηλός, εύσωμος, γκριζομάλλης, με αυστηρό βλέμμα. Μα όταν της χαμογέλασε, το πρόσωπό του φωτίστηκε σαν μικρού παιδιού. Τότε η Βίβιαν κατάλαβε πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Από τη στιγμή που την προσέλαβε κι εκείνη κέρδισε την εμπιστοσύνη του με το ταλέντο της, άφησε πάνω της το μουσικό πρόγραμμα του μαγαζιού.

«Μάριε;»

«Έλα μου!»

«Το τριαντάφυλλο; Τι φάση;»

«Α, αυτό; Από κρυφό θαυμαστή!» απάντησε κλείνοντας το μάτι.

«Για μένα; Ποιος;»

Ο Μάριος σήκωσε ψηλά τα χέρια χαμογελώντας κι επέστρεψε στο μπαρ, αφήνοντάς τη με την απορία. Δεν πειράζει. Το τριαντάφυλλο θα ήταν το τελευταίο που θα την απασχολούσε απόψε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.

Σιγά σιγά, οι βραδινοί θαμώνες γέμισαν το μαγαζί. Για τη Βίβιαν, το μουσικό πρόγραμμα ήταν όπως το μενού ενός εστιατορίου. Στην αρχή, που οι παρέες ακόμα εγκλιματίζονταν, έπαιζε κάτι χαλαρό σαν ορεκτικό. Την ώρα που όλοι είχαν ζεσταθεί, «σέρβιρε» ως κυρίως πιάτο μερικά αγαπημένα ροκ κομμάτια, διασκευασμένα με τον δικό της τρόπο. Μ’ αυτά συνήθως τους τραβούσε την προσοχή. Τα βλέμματα έπεφταν πάνω της με θαυμασμό κι εκείνη ερμήνευε όλο και πιο δυναμικά και παθιασμένα. Αυτό το αλισβερίσι ταλέντου κι αναγνώρισης, που τροφοδοτεί την ικανοποίηση του καλλιτέχνη, έμοιαζε με γιορτή πυροτεχνημάτων. Κάθε επιδοκιμασία κι ένας κρότος πολύχρωμος και φωτεινός που απελευθέρωνε ενδορφίνες στον εγκέφαλό τους και τους γέμιζε με μια αίσθηση ευδαιμονίας.

Σε μια τέτοια στιγμή κορύφωσης, ξεκίνησε δειλά να παίζει το τραγούδι της. Μια ροκ μπαλάντα με απαλό κουπλέ και δυναμικό ρεφρέν. 

I look at what I’ve earned, what I’ve lost
Decisions of an unbroken heart
Trying to escape the mist of youth
What’s really the truth
behind?

Should I walk in the shadows
for the answers I seek?
Where could this light lead?
Who will stay, who will flee?

Remind me to keep the good inside
Remind me to look on the bright side
For there’s a dark place where I’d rather be
And that's only where my heart feels free

Why should sadness be my muse?
A slender figure haunting my steps
She’s holding the words that come out
she lives in what I can't live without
in life

If the truth is a milestone
in the journey of existence
Who should I trust
To cleanse of all the rust?

Remind me to keep the good inside
Remind me to look on the bright side
For there’s a dark place where I’d rather be
And that's only where my heart feels free

Οι νότες γλιστρούσαν από τα δάχτυλά της και σαν αερικά περιφέρονταν μέσα στον χώρο, χάιδευαν τ’ αυτιά των θαμώνων και γλύκαιναν την καρδιά τους. Η φωνή της ακουγόταν για πρώτη φορά όπως πραγματικά ήταν. Χωρίς ψεύτικες χροιές ή τεχνικές. Καθαρή και κρυστάλλινη. Μια τελευταία συλλαβή. Μια τελευταία ανάσα. Τα είχε καταφέρει. Το χειροκρότημα έπεσε βροχή κι ο Μάριος ήρθε και την αγκάλιασε.

«Ένα χειροκρότημα για το αστέρι μας! Τη Βίβιαν! Το τραγούδι που μόλις ακούσατε είναι το πρώτο δικό της τραγούδι σε μουσική, στίχους και ερμηνεία φυσικά! Κι εσείς, οι θαμώνες του Starlight, είστε οι πρώτοι που το ακούτε! Εδώ, σ’ αυτό το μαγαζί που φτιάχτηκε με μεράκι και αγάπη για τη μουσική και την τέχνη, γεννιούνται αστέρια! Δώστε όλη την αγάπη σας στη…Βίβιαν!» είπε υψώνοντας τη φωνή του στο όνομά της κι άρχισε πρώτος να τη χειροκροτά.

Γεννημένος μάνατζερ ο Μάριος, σκέφτηκε χαμογελώντας η Μαρίνα και υποκλίθηκε θερμά στο κοινό. Τα «νυχτοπούλια» της! Παρέες εύθυμες που απολάμβαναν τη μουσική, ζευγάρια που τραγουδούσαν αγκαλιασμένα, χωρισμένοι που είχαν έρθει να πνίξουν τον πόνο τους στα τραγούδια που τους έλεγε. Όλοι είχαν υποταχθεί στις νότες της και την περίμεναν να συνεχίσει. Σηκώθηκε από το σκαμπό κι άρχισε να λικνίζεται στον ρυθμό παίζοντας και τραγουδώντας. Η μουσική είχε διώξει τη συστολή της καλύτερα κι από αλκοόλ.

Στο κλείσιμο, ο κόσμος ερχόταν να τη συγχαρεί και να της σφίξει το χέρι. Κάποιοι τη ρώτησαν κιόλας πού μπορούσαν να βρουν το τραγούδι της. Η Βίβιαν καλοδεχόταν τον καλό τους λόγο και τους αγκάλιαζε εγκάρδια με το χαμόγελό της. Μέχρι και τα παιδιά του μαγαζιού, της έκαναν συγχαρητήρια νεύματα εκείνο το βράδυ. Τελευταίος, ο Θανάσης, στην πόρτα, τη χαιρέτησε μ’ ένα λιτό, αλλά ουσιαστικό «μπράβο». Εκτελώντας και χρέη σωματοφύλακα για το προσωπικό του μαγαζιού, τη συνόδεψε μέχρι τον κεντρικό δρόμο. Η Βίβιαν τον ευχαρίστησε όπως κάθε βράδυ κι ανέβηκε στο ποδήλατο.

«Μισό λεπτό» τη σταμάτησε ο Θανάσης. «Αυτό είναι για σένα.»

Η Βίβιαν κοίταξε τον λευκό φάκελο στο χέρι του.

«Τι είναι αυτό;»

Ο Θανάσης ανασήκωσε τους ώμους του και γύρισε να φύγει. Η Βίβιαν στάθηκε για ένα λεπτό κι ύστερα έβαλε τον φάκελο στην τσάντα της. Δεν ήθελε τίποτα να της χαλάσει την αίσθηση αυτής τη βραδιάς. Φόρεσε το κράνος της και ξεκίνησε για το σπίτι. Μια ψιλή βροχούλα έπιασε να στολίζει τον νυχτερινό ουρανό και να τη χαϊδεύει απαλά στο πρόσωπο, καθώς προχωρούσε. Μια ψιλή βροχούλα ευτυχίας.

Το επόμενο πρωί τη βρήκε να χουζουρεύει στο κρεβάτι μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Τεντώθηκε νωχελικά κι άπλωσε το χέρι στο κομοδίνο για να πάρει το κινητό της. Μα αυτό που έπιασε είχε χάρτινη υφή. Ο χτεσινός φάκελος την περίμενε ακόμα ανέγγιχτος. Ανακάθισε και τον πήρε στα χέρια της. Ως καλλιτέχνης, απολάμβανε τους πρωτόγνωρους δρόμους της έμπνευσης και τη μαγεία που ανακάλυπτε βαδίζοντάς τους. Ως άνθρωπος, σιχαινόταν το άγνωστο.

Αυτός ήταν κι ο λόγος που έχασε εκείνον. Ήταν πολύ δειλή για να τον ακολουθήσει ή αν μη τι άλλο γι’ αυτό είχε κατηγορήσει τον εαυτό της. Ο Άλεξ δεν την πίεσε. Απλά έφυγε. Κι η απουσία του της στοίχιζε κάθε μέρα εδώ και έναν χρόνο. Δεν είχε όρεξη να κάνει άλλη σχέση. Είχαν περάσει μαζί πέντε ολόκληρα χρόνια. Ήταν ο έρωτας της ζωής της και ο καλύτερος της φίλος. Τον πρώτο τον έδιωξε. Τον δεύτερο δεν άντεχε να τον χάσει. Στην αρχή, είχαν κρατήσει καθημερινή επαφή. Έπειτα, μια φορά τη βδομάδα μιλούσαν με βιντεοκλήση. Της έλεγε τα νέα του για τη σχολή, για τους καθηγητές, για τα μαθήματα.

Όταν είχε έρθει ο φάκελος με την επιστολή από το Royal Academy of Music του Λονδίνου, της είχε δώσει να τον ανοίξει εκείνη, για ν’ αποφύγει την απογοήτευση μιας αρνητικής απάντησης. Αν δεν τον είχαν δεχτεί, προτιμούσε να το μάθει από ένα οικείο πρόσωπο. Θα ήταν πιο παρήγορο. Τα δάχτυλά της τον άνοιξαν αργά. Η καρδιά του κόντευε να σπάσει. Έβγαλε από μέσα το πολυπόθητο χαρτί, το ξεδίπλωσε και έσυρε τα μάτια της πάνω στις γραμμές του. Ο Άλεξ ανέλυε με αγωνία κάθε σύσπαση του προσώπου της. Προσπαθούσε από την έκφρασή της να μαντέψει το μέλλον του. Τότε ήρθε το χαμόγελο του θριάμβου. Του διάβασε δυνατά το σημείο που έλεγε πως είχε γίνει αποδεκτός με υποτροφία και πήδηξε στην αγκαλιά του. Φιλιά και συγχαρητήρια διαδέχονταν τα μεν τα δε κι εκείνοι στριφογύριζαν ευτυχισμένοι. Ένα όνειρο ζωής είχε εκπληρωθεί. Ένα όνειρο που θα μετατρεπόταν στον χειρότερό τους εφιάλτη.

«Μην πάρεις πολλές βαλίτσες για αρχή. Θα επιστρέψουμε για τα βαριά σε μια βδομάδα» της ανακοίνωσε ενθουσιασμένος.

«Τι εννοείς “θα επιστρέψουμε”;»

«Βρήκα σπίτι! Δεν είναι μεγάλο, αλλά είναι κοντά στη σχολή και θα μας χωράει άνετα.»

«Μας;» Η Βίβιαν κάθισε στο κρεβάτι με το κεφάλι σκυμμένο.

«Βίβιαν;» Γονάτισε μπροστά της και σήκωσε το πρόσωπό της με το χέρι του. «Τι συμβαίνει;»

Την κοιτούσε στα μάτια με γνήσια απορία. Δεν περνούσε καν από το μυαλό του ότι μπορεί να μην ήθελε να τον ακολουθήσει. Ανήκαν μαζί. Η συνειδητοποίηση πως βιάστηκε και δε συζήτησε ποτέ μαζί της για το πώς θα της φαινόταν ν’ αφήσει τη ζωή της εδώ για να φύγει μαζί του στο Λονδίνο, χωρίς σκοπό και προορισμό, τον χτύπησε σαν κεραυνός εν αιθρία. Δεν την είχε υπολογίσει. Ή μάλλον την είχε υπολογίσει στη ζωή του, αλλά όχι στη δική της. Τα λόγια της επιβεβαίωσαν το φόβο του.

«Δεν είχαμε πει ποτέ ότι θα έρθω μαζί. Δεν…δεν ξέρω αν θέλω. Δεν το έχω σκεφτεί. Χαίρομαι για σένα. Αλήθεια! Και θέλω όσο τίποτα να είμαστε μαζί και το ξέρεις. Σ’ αγαπάω. Αλλά… χρειάζομαι χρόνο.»

Έκατσε δίπλα της, την αγκάλιασε και τη φίλησε στο μέτωπο.

«Καταλαβαίνω. Έγιναν όλα πολύ βιαστικά. Να σου πω, κι εγώ δεν περίμενα να με πάρουν. Μ’ έπιασε απροετοίμαστο η θετική απάντηση.» Χαμογέλασε λοξά σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει τη στιγμή. «Μπορείς να έχεις όσο χρόνο θέλεις. Να έρθεις όσες φορές θέλεις και να επιστρέφεις εδώ, αν αυτό σε κάνει να νιώθεις καλά.»

Η Βίβιαν κρατούσε ακόμα τον χθεσινό λευκό φάκελο στα χέρια. Δίσταζε να τον ανοίξει. Οι αναμνήσεις πετάχτηκαν τόσο ξαφνικά. Είχε να του μιλήσει τρεις μήνες. Δεν της ήταν οικονομικά εύκολο να πηγαινοέρχεται με το αεροπλάνο. Παρέδιδε μόνο μερικά μαθήματα στο ωδείο και τα βράδια έπαιζε στο μαγαζί. Ο Άλεξ τής πρότεινε να κάνει κι εκείνη αίτηση για υποτροφία. Ακόμα κι αν δεν ήταν στην ίδια σχολή, το Λονδίνο έβριθε από μουσικά κολλέγια. Μα η Βίβιαν δεν το τολμούσε. Εδώ δεν τολμούσε να παίξει το τραγούδι της σ’ ένα μαγαζί χωρητικότητας 50 ατόμων. Την τρόμαζαν οι αλλαγές.

Σταδιακά απομακρύνθηκε από εκείνον. Άρχισε να μην απαντά στα τηλέφωνα, να προσποιείται πως έχει πολλή δουλειά για να τον αποφεύγει. Η επαφή τους την πονούσε. Της θύμιζε ότι είναι δειλή. Ότι δεν κάνει τίποτα για να κερδίσει τη ζωή της, σαν τον πατέρα της που ποτέ δεν άδραξε την ευκαιρία να κάνει τη δική του επιχείρηση κι έμεινε αλυσοδεμένος στην ασφάλεια της υπαλληλικής του θέσης. «Τα σίγουρα είναι υγεία» της έλεγε. «Τα μεγάλα όνειρα είναι για γερά στομάχια. Φέρνουν αρρώστιες και πονοκέφαλο.» Κι η Βίβιαν μεγάλωσε κι έγινε ολιγαρκής, θεωρώντας πως τα όνειρα είναι μια σειρήνα που σε βγάζει από τον δρόμο σου. Μα μέσα της το ανεκπλήρωτο είχε γίνει σαράκι που την έτρωγε αργά και βασανιστικά.

Δεν είπε ποτέ στον Άλεξ να χωρίσουν. Ούτε εκείνος της το ζήτησε. Το έκανε η ζωή ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν μέχρι πριν ν’ ανοίξει τον φάκελο. Τον έσκισε στο πλάι κι έβγαλε το διπλωμένο χαρτί. Ήταν από εκείνον. Μα γιατί δεν της έστειλε μήνυμα; Γύρισε και κοίταξε τον φάκελο. Ούτε γραμματόσημα, ούτε τίποτα. Μα πώς; Ξεκίνησε να διαβάζει, ενώ στο στομάχι της χόρευαν πεταλούδες.

«…Το τραγούδι σου ήταν υπέροχο. Ανήκεις στη σκηνή. Εσύ και τα πλήκτρα σου. Μόνο που η σκηνή δε χρειάζεται να είναι στην Αθήνα. Ο πατέρας ενός φίλου μου από τη σχολή έχει μια μπυραρία με ζωντανή μουσική και ψάχνει καλλιτέχνες που θα ήθελαν να ακουστούν live. Είναι μόνιμη δουλειά και με καλά λεφτά. Το σπίτι έχει πάντα διπλό κρεβάτι κι η θέση δίπλα μου ανήκει πάντα σε σένα. Αν θέλεις να το συζητήσουμε, άνοιξέ μου. Είμαι στο παρκάκι απέναντι…»

Πετάχτηκε πάνω και πήγε στο παράθυρο. Τον είδε να κάθεται σ’ ένα παγκάκι απέναντι. Έβγαλε όλο το βράδυ στο πάρκο; Είναι τρελός! Έτρεξε να ντυθεί, μα σκόνταψε στην καρέκλα, προσπαθώντας να βάλει όρθια το παντελόνι της κι έβρισε ασυναίσθητα από τον πόνο. Πήγε στον καθρέφτη, έστρωσε όπως όπως τα μαλλιά της και κατέβηκε τα σκαλιά δυο δυο ως την είσοδο. Άνοιξε την πόρτα και τον έψαξε με τα μάτια. Κοιτούσε προς το μέρος της. Του έγνεψε. Εκείνος έβαλε το κινητό στην τσέπη και πέρασε βιαστικά τον δρόμο.

«Hello my muse of sadness!»

Χαμογέλασαν. Έμειναν για ένα λεπτό ακίνητοι ο ένας μπροστά στον άλλον, με μια παράξενη αμηχανία να τους χωρίζει. Δεν είχαν χωρίσει ποτέ, μα ούτε και μαζί ήταν. Η Βίβιαν ήξερε πως εκείνη έπρεπε να κάνει την πρώτη κίνηση. Εκείνη είχε απομακρυνθεί. Ο Άλεξ την παρατηρούσε προσεκτικά, όπως εκείνη τη μέρα με τον φάκελο από τη σχολή, ευελπιστώντας σε μια θετική απάντηση. Κάθε μικρή σύσπαση μπορούσε να του δείξει αν ήταν ακόμη δική του, αν ήθελε ακόμα να είναι μαζί. Η Βίβιαν μετά βίας κρατιόταν να μην πέσει στην αγκαλιά του. Οι τύψεις, η δειλία, ο φόβος την κρατούσαν δέσμια. Της υπενθύμιζαν ποια ήταν. Ποια είχε μάθει να είναι. Άραγε να μπορούσε ν’ αλλάξει; Να πετάξει για τα μεγάλα όνειρα; Χτες το βράδυ, το έκανε. Χτες το βράδυ…

«Ήσουν εκεί χτες; Δε σε είδα! Πότε ήρθες;»

«Χτες το πρωί. Τηλεφώνησα στον Μάριο να μάθω το πρόγραμμά σου και μου είπε για την πιθανότητα να πεις το τραγούδι σου. Δε θα το έχανα για τίποτα στον κόσμο.»

«Και γιατί δε μου μίλησες;»

«Ήταν η βραδιά σου. Δεν ήθελα να σου το χαλάσω. Έλαμπες ολόκληρη. Είμαι πραγματικά υπερήφανος για σένα!»

Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι χαμογελώντας. Ύστερα το πρόσωπό της συννέφιασε.

«Μα πού κοιμήθηκες;»

«Δεν κοιμήθηκα. Σε περίμενα...»

«Μου έλειψες…» Οι λέξεις ξεγλίστρησαν ασυναίσθητα απ’ το στόμα της. Τα μάτια της φαίνονταν πιο όμορφα, πιο φωτεινά. Όπως χτες. Ήταν η αγάπη που τα φώτιζε. Για την τέχνη της και για εκείνον. Της είχε λείψει πολύ περισσότερο απ’ όσο είχε πείσει τον εαυτό της. Ένιωσε ένα κενό μέσα της να γεμίζει τόσο απότομα που της έφερε δάκρυα. Τον αγκάλιασε σφιχτά κι έκλαψε.

«Συγγνώμη.»

«Δεν πειράζει. Χρειαζόσουν χρόνο. Τώρα είμαι εδώ.»

Ανέβηκαν πάνω αγκαλιασμένοι. Έκλεισαν την πόρτα πίσω τους και γέμισαν ο ένας τον άλλον με φιλιά που έσβηναν τον πόνο της απουσίας. Η Βίβιαν σταμάτησε ξαφνικά.

«Περίμενε!»

Έτρεξε στην ντουλάπα κι έβγαλε τη βαλίτσα της.

«Θα πρέπει να σκεφτώ τι θα πάρω. Τα βασικά γι’ αρχή και για τα βαριά ίσως χρειαστεί να ξανάρθω. Το πιάνο; Μπορούμε να το μεταφέρουμε; Και τις παρτιτούρες. Μην ξεχάσω τα ντοσιέ μου…»

Μιλούσε ακατάπαυστα και μετέφερε πράγματα πέρα δώθε. Ο Άλεξ την παρακολουθούσε και γελούσε. Είχε πάρει την απάντηση που ήθελε. Η Βίβιαν θα τολμούσε τη φυγή που από μικρή σχεδίαζε στο μυαλό της. Θ’ άφηνε τα σίγουρα και θ’ ακολουθούσε τα όνειρά της στο πλάι του. Εκείνα τα όνειρα που τη σιγονανούριζαν τις νύχτες με μεθυστικές μελωδίες γεμάτες ζωή κι υποσχέσεις. Το είχε ανάγκη αυτό το ταξίδι.

Δεν είσαι μόνη

26 Σεπτεμβρίου, 2025

Περνώντας από τον διάδρομο κοίταξε επίμονα τον καθρέφτη.

«Πάλι εσύ εδώ; Τόσα χρόνια δε βαρέθηκες στο ίδιο μέρος;»

«Εσύ με φωνάζεις κάθε φορά.»

«Κι αν έλειπες μια μέρα δε θα χανόταν κι ο κόσμος.»

«Ο δικός σου ναι.»

«Εσύ είσαι ο κόσμος μου; Ας γελάσω. Ο κόσμος μου είναι οι άνθρωποι που αγαπώ.»

«Κι αν φύγω, πώς θα σε βλέπουν;»

«Σημασία έχει να μη σε βλέπω εγώ.»

«Τι σου έχω κάνει;»

«Μου γίνεσαι βάρος. Με όλες αυτές τις ρυτίδες σου, το ειρωνικό σου βλέμμα που μουρμουράει συνεχώς "εγώ ξέρω". Ξέρεις οκ. Δεν μπορώ να σου πω ψέματα. Με κούρασε αυτή η αλήθεια.»

«Μπορείς απλά να μη με κοιτάς. Βγάλε τον καθρέφτη.»

«Και πώς θα βγαίνω έτσι έξω; Αν είμαι αχτένιστη, άβαφη; Πώς θα βλέπω τι μου πάει και τι όχι;»

«Άρα με έχεις ανάγκη.»

«Μακάρι να μη σε είχα.»

«Με έχεις ανάγκη για τους άλλους.»

«Ας όψονται.»

«Εσύ τι έχεις ανάγκη;»

«Τι;»

«Εσύ τι έχεις ανάγκη;»

«Τους άλλους.»

«Κι αν μείνεις μόνη;»

«Δε θέλω ούτε να το σκέφτομαι.»

«Τη φοβάσαι τη μοναξιά.»

«Η μοναξιά είναι ανόητη.»

«Ακόμα και τα βράδια;»

«Τα βράδια είναι ανυπόφορη. Σαν εσένα.»

«Κι εσύ τι είσαι;»

«Ωχου...Να γι’ αυτό δε θέλω να σε κοιτάω. Τι πάει να πει τι είμαι; Άνθρωπος.»

«Τι είναι ο άνθρωπος;»

«Τη φιλοσοφία θα πιάσουμε πρωί πρωί;»

«Τι είναι ο άνθρωπος;»

«Δεν ξέρω.»

«Τι είσαι;»

«Δεν ξέρω.»

«Τι είσαι;»

«ΜΟΝΗ!»

«Επιτέλους το παραδέχτηκες. Κλάψε, δεν πειράζει.»

«Τι κατάλαβες τώρα;»

«Εσύ πρέπει να καταλάβεις. Ποιος είναι δίπλα σου τώρα που κλαις;»

«Κανείς.»

«Κάνεις λάθος.»

«Εσύ.»

«Κοίταξέ με.»

«Σε κοιτάζω.»

«Μ ‘αγαπάς;»

«Δεν ξέρω.»

«Μ ‘αγαπάς;"

«Σου είπα δεν ξέρω. Γιατί με βασανίζεις;»

«Εγώ σ ‘αγαπώ... Θέλεις ακόμα να φύγω;»

«Όχι.»

«Είμαι εδώ και θα είμαι εδώ. Για σένα. Για πάντα. Τύλιξε τα χέρια σου γύρω από το σώμα σου. Με νιώθεις;»

«Ναι.»

«Είμαι εδώ. Για πάντα.»

Ταξίδι προς τον έρωτα

14 Σεπτεμβρίου, 2025

Καθόταν βολικά στη θέση της, ενώ το τρένο γέμιζε με επιβάτες. Η αμαξοστοιχία είχε προορισμό τη Θεσσαλονίκη κι από εκεί θα συνέχιζε για Ξάνθη. Στην τετράδα των αεροπορικών θέσεων που περιλάμβαναν και τη δική της, δεν είχε καθίσει ακόμα κανείς. Παρακαλούσε είτε να μείνει ως έχει είτε να κάτσει κάποια οικογένεια με παιδάκια. Τα αγαπούσε τα παιδιά. Ήταν οι καλύτεροι συνεπιβάτες. Της ανταπέδιδαν σχεδόν πάντα το χαμόγελο και κάποιες φορές της έπιαναν και την κουβέντα. Τότε η Νάντια έπαιζε μαζί τους. Της άρεσε η ιδέα πως έπαιρνε λίγο βάρος από τις πλάτες των γονιών που ήταν ήδη αγχωμένοι με το ταξίδι. Ήταν η δουλειά της άλλωστε. Τους έβλεπε κάθε πρωί στον βρεφονηπιακό με τα μάτια μαύρα από την αϋπνία, να προσπαθούν να συγχρονίσουν τη δουλειά με την οικογένεια και να εγκλωβίζονται κάπου στη μέση, σαν φαντάσματα ανάμεσα σε δυο αταίριαστους κόσμους. Συχνά αναρωτιόταν αν θα της συνέβαινε το ίδιο, όταν με το καλό θα έκανε κι εκείνη οικογένεια.

Το μυαλό της πήγε στον Πάνο. Μια ευφορία πλημμύρισε το στήθος της στη σκέψη του. Είχε να τον δει ήδη δυο βδομάδες από όταν πήρε μετάθεση για την Ξάνθη. Είχαν ακούσει πως το στρατόπεδο ήταν πολύ «προβλεπόμενο» κι είχαν αγχωθεί για τις άδειες που θα έπαιρνε. Στην αρχή, η Νάντια σκέφτηκε να του κάνει έκπληξη μ’ αυτό το ταξίδι. Οι ελπίδες της ναυάγησαν, όταν ο Πάνος της επιβεβαίωσε στο τηλέφωνο ότι τα πράγματα ήταν όντως αυστηρά εκεί πάνω. Του αποκάλυψε την πρόθεσή της να πάει να τον δει κι εκείνος, γεμάτος χαρά, προσπάθησε να πείσει τον διοικητή του να του δώσει τουλάχιστον έξοδο την ημέρα που θα ερχόταν το κορίτσι του να τον επισκεφθεί από Αθήνα. Η Νάντια έκλεισε αμέσως εισιτήριο και να την τώρα που ευχόταν οι 12 ώρες ταξιδιού να μπορούσαν να συμπυκνωθούν σε μία.

Η επιθυμία της Νάντιας για τους συνεπιβάτες της εισακούστηκε και δυο παιδικά μουτράκια έπιασαν τις θέσεις δίπλα κι απέναντι της. Ένα κοριτσάκι γύρω στα πέντε, με ξανθά μπουκλάκια που κρέμονταν ατίθασα πάνω από τα αυτιά κι ένα αγόρι γύρω στα εφτά, που είχε χωθεί μέσα στον ηλεκτρονικό κόσμο του τάμπλετ του με το που κάθισε στο κάθισμα του. Η μαμά τους, μια πολύ ήρεμη γυναίκα, με την εξάντληση έκδηλη στο πρόσωπό της, αλλά κι ένα αμυδρό χαμόγελο που φώτιζε τις πρόσφατα σχηματισμένες ρυτίδες γύρω από τα μάτια της εξέπεμπε μια ικανοποίηση πως όλα είχαν πάει και θα πήγαιναν καλά. Της Νάντιας της άρεσαν οι αισιόδοξοι άνθρωποι. Η μικρή απέναντί της, την κοιτούσε ήδη επίμονα. Η Νάντια τής χάρισε το πρώτο χαμόγελο και έστρεψε το βλέμμα της προς τη μητέρα. Από την έκφραση τους καταλάβαινε πάντα, αν είχε την άδεια από τους γονείς ν’ ασχοληθεί με το παιδί. Η μητέρα χαμογελούσε.

«Πώς σε λένε;»

«Μυρτώ.»

«Τι ωραίο όνομα που έχεις και τι όμορφο το κουκλάκι σου! Έχει κι αυτό ένα όνομα, σωστά;»

Και το παιχνίδι ξεκίνησε. Οι πρώτες ώρες του ταξιδιού κύλησαν γρήγορα κι ευχάριστα. Οι συνεπιβάτες της κατέβηκαν στο Λιανοκλάδι κι οι θέσεις άδειασαν και πάλι. Με ανακούφιση, η Νάντια τους είδε να κατεβαίνουν από το τρένο. Είχαν φτάσει ασφαλείς στον προορισμό τους. Από το πρωί πάλευε να διώξει τον φόβο που της είχε δημιουργηθεί μετά το ατύχημα στα Τέμπη και το είχε καταφέρει. Είχε πείσει τον εαυτό της ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Εξάλλου δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πάει στον Πάνο. Η ζωή την έσπρωχνε πεισματικά να ζήσει και ο φόβος υποχωρούσε μπροστά στην τόλμη της νιότης. Όμως τώρα που είδε αυτά τα δυο μουτράκια να αποβιβάζονται, εικόνες εφιάλτη πλημμύρισαν το μυαλό της. Τι θα είχε συμβεί αν γινόταν πάλι δυστύχημα; Τι θα γίνονταν αυτά τα παιδιά; Πώς θα τα βοηθούσε να σωθούν; Τι θα αντίκρυζαν τα ματάκια τους; Θα έβγαιναν ζωντανά; Για εκείνη δεν την ένοιαζε. Κουβαλούσε την ευθύνη του εαυτού της και μόνο κι ήταν ελαφρύ το βάρος. Αυτόματα σκέφτηκε εκείνη τη μάνα που είχε στα χέρια της τρεις ζωές να προσέχει. Τη φαντάστηκε να σέρνεται αναμαλλιασμένη και πανικόβλητη μέσα στο τρένο και να ουρλιάζει τα ονόματα των παιδιών της. Ανατρίχιασε. Κούνησε απότομα το κεφάλι της δεξιά αριστερά να διώξει τις τρομακτικές σκέψεις. Όλα είναι οκ, επανέλαβε από μέσα της.

Μια παρέα γυναικών, ιδιαίτερα διαχυτικών, κατέλαβε τις άδειες θέσεις της τετράδας. Η έντονη ενέργειά τους της άλλαξε αμέσως τη διάθεση. Αφού τακτοποιήθηκαν, της έπιασαν αμέσως την κουβέντα, σαν να ήταν υποχρέωσή τους να την εντάξουν στη συντροφιά τους. Τους είπε πως είχε φαντάρο στην Ξάνθη και πήγαινε να τον δει, τους εκμυστηρεύτηκε πως γνωρίστηκαν τυχαία στο πάρκο μια μέρα που έπεσε με το ποδήλατό της κι ήταν ο μόνος που έτρεξε να την βοηθήσει. Πως μετά από έναν χρόνο αποφάσισαν να μείνουν μαζί, αλλά το χαρτί του στρατού τους έκοψε τη χαρά και τώρα τους έτρωγαν οι δρόμοι προκειμένου να βρεθούν. Πόσο εύκολα βγαίνουν οι λέξεις όταν μιλάς σε ξένους που δε θα ξαναδείς, σκέφτηκε. Τα λόγια που γλιστρούσαν από το στόμα της εισέρχονταν στο μυαλό των γυναικών και καταγράφονταν στις αναμνήσεις που θα είχαν να διηγούνται μεταξύ τους, κάθε φορά που θα σκέφτονταν το ταξίδι τους. Για εκείνες θα ήταν πάντα μια άγνωστη, συμπαθητική κοπέλα που γνώρισαν στο τρένο, καθώς πήγαιναν διακοπές στη Θεσσαλονίκη. Άκουγε από τώρα την ηχώ της συζήτησής τους μετά από μερικά χρόνια «Θυμάσαι εκείνο το κοριτσάκι στο τρένο που πήγαινε να δει τον φαντάρο της; Τι καλό παιδί! Να τον παντρεύτηκε άραγε τον Πάνο; Έτσι δεν τον έλεγαν; Μακάρι!» Αθώες κουβέντες γεμάτες αγάπη και νοιάξιμο από ξένους. Αν αυτό δεν είναι κομμάτι ανθρωπιάς, τότε τι είναι;

Οι γυναίκες κατέβηκαν στη Θεσσαλονίκη, αφού τη χαιρέτισαν εγκάρδια και τη γέμισαν ευχές. Έμεινε μόνη ν’ απολαμβάνει τη θέα, καθώς το τρένο έσερνε το σιδερένιο κουφάρι του μέσα στο καταπράσινο τοπίο στις όχθες του ποταμού Νέστου. Τα τρεχούμενα νερά, η δροσιά του τοπίου που αισθανόταν ακόμα και μέσα από το κλειστό τζάμι και το πράσινο που ξεκούραζε το μάτι, έκαναν τη διαδρομή να μοιάζει βγαλμένη από όνειρο. Η Νάντια είχε γύρει το κεφάλι της πάνω στο παράθυρο και ρουφούσε αχόρταγα τη φυσική ομορφιά. Σε λίγη ώρα θα βρισκόταν ξανά στην αγκαλιά του αγαπημένου της. Τι όμορφη που είναι η ζωή κάποιες φορές!

Το τρένο έφτασε στην αποβάθρα της Ξάνθης με λίγη καθυστέρηση. Η Νάντια πήρε τη βαλίτσα της κι ετοιμάστηκε για την αποβίβαση. Είχε ήδη κλείσει ξενοδοχείο για το ένα βράδυ που θα έμενε, ελπίζοντας ο Πάνος να πάρει και δεύτερη έξοδο. Σταμάτησε ένα ταξί έξω από τον σταθμό και ξεκίνησε για τον προορισμό της. Από το παράθυρο, χάζευε τους ξανθιώτικους δρόμους. Μια αίσθηση γνώριμη αιωρούνταν γύρω της, σαν να είχε επισκεφθεί ξανά αυτό το μέρος. Μα δεν είχε ταξιδέψει ποτέ στη ζωή της τόσο Βόρεια.

Στο ξενοδοχείο τακτοποιήθηκε βιαστικά και βγήκε να σεργιανίσει στην πόλη. Ο Πάνος τής είχε στείλει μήνυμα ότι θα έβγαινε στις 8 το βράδυ για ένα δίωρο. Είχε μια ώρα στη διάθεσή της. Ανηφόρισε τον κεντρικό δρόμο που περνούσε μπροστά από το πανεπιστήμιο και οδηγούσε στη γέφυρα προς τη συνοικία των Πομάκων. Πλανόδιοι πωλητές πουλούσαν κοσμήματα κι αναμνηστικά, δίνοντας στο απόγευμα ένα άρωμα από γιορτή. Το τοπίο της θύμισε κάτι από τη γραφικότητα του Θησείου.

Στις 8 ακριβώς, ο Πάνος την περίμενε στον Καθεδρικό Ναό της του Θεού Σοφίας. Φτάνοντας, διέκρινε τη λεπτή φιγούρα του από μακριά. Είχε αδυνατίσει κι άλλο. Έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά του, βυθίζοντας το πρόσωπό της στον λαιμό του κι ανασαίνοντας αχόρταγα τη μυρωδιά του. Βρισκόταν επιτέλους «σπίτι». Χωρίς να έχουν συνεννοηθεί από πριν, κατευθύνθηκαν αυθόρμητα προς το ξενοδοχείο. Ανέβηκαν γρήγορα, σαν παράνομο ζευγαράκι, κι έσβησαν το πάθος τους στο διπλό κρεβάτι του δωματίου 34.

Ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, με το κεφάλι της στο στήθος του και το πόδι της λυγισμένο πάνω στα δικά του, προσπαθούσε να χορτάσει ευτυχία. Αχ και να μπορούσε να σταματήσει ο χρόνος κάτι τέτοιες στιγμές! Μέσα στην παύση, να έρεε μονάχα το συναίσθημα κι αφού έκανε τον κύκλο του, να ξεκινούσε ξανά το μέτρημα κι η αμείλικτη πορεία της ζωής να ξόρκιζε τη στασιμότητα. Διακόπτοντας την ονειροπόλησή της, ο Πάνος σήκωσε το χέρι του και της χάιδεψε το πρόσωπο.

«Μου έλειψες!»

«Κι εμένα!»

Τέσσερις μόλις λέξεις χώρεσαν όλες τις μέρες που βρίσκονταν χώρια και το άκουσμά τους τους αποζημίωσε για την αναμονή. Σηκώθηκαν, ντύθηκαν κι έφυγαν από το ξενοδοχείο για να περπατήσουν στους δρόμους της πόλης που τους είχε απομακρύνει. Θ' άφηναν το δικό τους αποτύπωμα στα πλακόστρωτα σοκάκια της, δηλώνοντας πως θα βρίσκονταν μαζί πάση θυσία. Δεν προλάβαιναν να καθίσουν για φαγητό ή ποτό. Τους αρκούσε που είχαν ο ένας τον άλλον, όπως σε όλους τους νεανικούς έρωτες χωρίς ευθύνες. Όταν τέλειωσε ο χρόνος τους, αποχαιρετίστηκαν μ’ ένα ατέλειωτο φιλί και την προσμονή πως θα βρίσκονταν ξανά την επόμενη μέρα.

Βλέποντάς τον να μπαίνει σε ταξί για να επιστρέψει στο στρατόπεδο, η καρδιά της Νάντιας ράγισε. Πόσο θα ήθελε να περνούσαν το βράδυ μαζί! Να κοιμούνταν πλάι πλάι, ν’ αφήναν τα όνειρά τους να μπλεχτούν και το πρωί, η πρώτη θέα του ενός να ήταν το πρόσωπο του άλλου. Αντ’ αυτού, η Νάντια ξύπνησε από τον ήχο ενός μηνύματος στο τηλέφωνό της. Ήταν εκείνος που την καλημέριζε και της ανακοίνωνε πως το απόγευμα θα συμμετείχε στην υποστολή της σημαίας στην πλατεία κι ύστερα θα είχε έξοδο περισσότερες ώρες. Θα τη συνόδευε μάλιστα στον σταθμό για να πάρει το βραδινό τρένο για Αθήνα.

Με αναπτερωμένο το ηθικό, η Νάντια κατέβηκε στην αίθουσα του πρωινού, γέμισε ένα φλυτζάνι καφέ κι ένα πιάτο με λίγο κέικ και πήγε να καθίσει σ’ ένα τραπέζι στο μπαλκόνι. Η βουή της πόλης που βρισκόταν ήδη σε κίνηση, της υπενθύμισε πως σε κάποια πράγματα κάθε πόλη είναι ίδια από τον Βορρά ως τον Νότο. Ασυναίσθητα, της ήρθε στο μυαλό το κοριτσάκι που συνάντησε στο τρένο. Το φαντάστηκε να μεγαλώνει, να βρίσκει έναν σύντροφο και να τον περιμένει έξω από το στρατόπεδο ν’ απολυθεί για να συνεχίσουν τη ζωή τους από εκεί που την είχαν αφήσει. Αν είχε μπροστά της εκείνο το κορίτσι, θα το συμβούλευε να κάνει υπομονή. Να κρατήσει τη γκρίνια, τη ζήλια και την ανυπομονησία μακριά από τη σχέση της. Κρίνοντας εξ ιδίων, θα της έλεγε πως η θητεία για έναν άντρα δοτικό κι αφοσιωμένο είναι μεγαλύτερο μαρτύριο απ’ ό,τι για τη γυναίκα που τον περιμένει απ’ έξω. Εκείνη έχει την πολυτέλεια να συνεχίσει τη ζωή της, να βλέπει τους φίλους της, να κοιμάται και να ξυπνάει σύμφωνα με το δικό της πρόγραμμα. Εκείνος όμως υπάγεται και υποτάσσεται σε κανόνες άλλοτε αυστηρούς κι άλλοτε ανόητους «για να γίνει άντρας» και να μάθει πειθαρχία. Στο μυαλό της, ο στρατός ήταν άδικος κόπος. Δεν έκαναν όλοι για στρατιώτες, αλλά κι εκτός αυτού, το θεωρούσε χάσιμο ζωής να εκπαιδεύονται άνθρωποι για έναν ενδεχόμενο πόλεμο, που το πιθανότερο είναι να μην έρθει ποτέ όσο ζούνε. Ο πόλεμος…ό,τι πιο ανόητο κι αυτοκαταστροφικό έχει φτιάξει ο άνθρωπος.

Ο ήλιος είχε πια φτάσει ψηλά. Ήπιε μια γουλιά ακόμη από τον καφέ της, διέκοψε τις σκέψεις της, γνωρίζοντας το αδιέξοδο του θέματος κι έφυγε για μια βόλτα ακόμη στην πόλη. Κατά έναν περίεργο τρόπο, έβρισκε εύκολα τον δρόμο της, παρότι δε φημιζόταν για τον προσανατολισμό της. Ίσως την βοηθούσε η παράξενη αίσθηση πως βρισκόταν σε μια χαμένη πατρίδα. Περιπλανήθηκε ανάμεσα στα μαγαζιά με τα μπακιρένια μπρίκια και τις αντίκες, στα υπέροχα ζαχαροπλαστεία και καφέ, έβγαλε φωτογραφίες τα γραφικά πέτρινα σπίτια με τα ξύλινα, προεξέχοντα μπαλκόνια και κατέληξε στο λαογραφικό μουσείο, να θαυμάζει φορεσιές κι έπιπλα της παλιά εποχής. Ύστερα, πήρε ένα σάντουιτς στο χέρι και κάθισε στο παγκάκι μιας μικρής πλατείας ν’ απολαύσει το δροσερό αεράκι.

Στις 4 στήθηκε στην πλατεία και περίμενε να δει τον καλό της «εν δράσει». Το άγημα εμφανίστηκε και η πορεία για την υποστολή της σημαίας ξεκίνησε. Ο εθνικός ύμνος ήχησε κι η Νάντια ανατρίχιασε στο άκουσμά του. Ο Πάνος στεκόταν ευθυτενής, ακίνητος κι ανέκφραστος απέναντί της. Θα μπορούσε να τον ξεχωρίσει ανάμεσα σε χιλιάδες φαντάρους, με τη δύναμη της διαίσθησης που στρέφεται αυτόματα σαν πυξίδα προς τους ανθρώπους που αγαπάμε. Ένιωσε υπερήφανη για εκείνον κι ας σκεφτόταν προηγουμένως τα χειρότερα για τον στρατό. «Πώς η πράξη ξεγελά έτσι τη θεωρία!» σκέφτηκε.

Μια ώρα αργότερα, βρέθηκαν ξανά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και μοιράστηκαν ένα απόγευμα που δε θα ξεχνούσαν ποτέ. Από εκείνα που χαράσσονται στη μνήμη, όχι για τα αξιοσημείωτα πράγματα που κάνουμε στη διάρκειά τους, αλλά για τα έντονα συναισθήματα, τα λόγια αγάπης, τα δάκρυα αποχωρισμού και τις υποσχέσεις που κρεμούν ένα «εις το επανιδείν» στο στόμα κι ένα «σ’ αγαπώ» στην καρδιά.

1 2 3 4 8