Ιστορίες

Ο θάνατος της μοναξιάς

13 Σεπτεμβρίου, 2020

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια αγκαλιά. Κάθε που ξημέρωνε άνοιγε για να χωρέσει όλον τον κόσμο. Ήταν το καταφύγιο κάθε πονεμένου, κουρασμένου, ευτυχισμένου. Έπαιρναν δύναμη κι έφευγαν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Τα βράδια μόνο έκλεινε για ν' αγκαλιάσει τη μοναξιά. Εκείνη που όλη μέρα δεν τολμούσε να πάει κοντά της και να ζητήσει μερίδιο.

Η αγκαλιά γνώριζε την υπερηφάνεια τη μοναξιάς, γι' αυτό, κάθε που νύχτωνε, την πλησίαζε διακριτικά και την έκλεινε μέσα της, λίγο πριν κοιμηθεί. Εκείνη τη στιγμή που την είχε περισσότερη ανάγκη. Λίγο πριν τα βλέφαρα βαρύνουν. Τότε που οι σκέψεις ζωντάνευαν και σαν φαντάσματα στοίχειωναν την καρδιά.

Η αγκαλιά απάλυνε το βάσανο της μοναξιάς κι έπειτα την παρέδιδε στον Μορφέα. Έτσι της έσωζε τη ζωή κάθε βράδυ. Δείχνοντάς της πως ο θάνατος της αξίζει περισσότερο από τα βάσανα στα οποία η ίδια είχε υποβάλει τον εαυτό της.

Και κάθε βράδυ η μοναξιά πέθαινε στον ύπνο της γαλήνια.

Προμηθέας περί τέχνης

14 Ιουνίου, 2020

Σε είδα να βασανίζεσαι στο έλεος των όρνιων. Δεμένος σαν κατάδικος, να σε παραφυλούν, λες και το κρίμα σου ήταν το χειρότερο όλων των κριμάτων. Λύγισα στη θέα της αδικίας που προσωποποιούνταν μπροστά μου. Σε ρώτησα «Γιατί μας υπερασπίστηκες; Δε βλέπεις την αχαριστία τώρα; Κανείς δεν έρχεται να σε βοηθήσει. Φωτιά μας έδωσες και φωτιά παίρνεις».

«Η προσφορά δε γίνεται για να εξαργυρωθεί, ακόμα κι αν το δώρο του φωτός γίνει φωτιά από τον αποδέκτη». Η απάντηση σου αινιγματική για το ανθρώπινο θνητό μυαλό μου. Η έκφραση του πόνου και της κούρασης στο πρόσωπό σου υψωνόταν σαν τείχος που δε με άφηνε να δω τα πραγματικά σου αισθήματα. Μάντεψα πως δεν είχες μετανιώσει. Δεν είχα άδικο.

«Αν δεν είχες φανεί τόσο γενναιόδωρος όμως, ίσως ο κόσμος μας να ήταν καλύτερος τώρα».

Η ανθρώπινη άγνοια οδηγεί συχνά στη βλασφημία κι εγώ είχα επιδοθεί και στα δυο εκείνη τη στιγμή, επιβεβαιώνοντας την αχαριστία του είδους μου προς το αιώνιο δώρο. Έκλεισες τα μάτια σφιχτά, σαν να μάζευες δύναμη για να με κοιτάξεις σταθερά. Όταν τα άνοιξες, η αλήθεια του βλέμματός σου με ανάγκασε να γονατίσω από ντροπή. 

«Γνωρίζεις ποιο ήταν πραγματικά το δώρο που έδωσα στους ανθρώπους;» με ρώτησες με φωνή που φανέρωνε πως η ελπίδα ήταν κραταιή ακόμα μέσα σου. Σώπαινα. Μου ήταν αδύνατο να αποκριθώ οτιδήποτε μετά από το τελευταίο μου ατόπημα.

«Πολλοί δεν το αντιλαμβάνονται, μα το υπηρετούν. Μερικοί το ερευνούν και το εξελίσσουν. Υπάρχουν όμως κι εκείνοι οι λίγοι που βρίσκουν ζωή χάρη σ’ αυτό». Σταμάτησες, δίνοντας μου την ευκαιρία να συμμετάσχω, όμως παρέμενα ακίνητος κι αμίλητος.

«Δεν ήταν η φωτιά που έδωσα στους ανθρώπους. Θα ήταν μάταιο να το κάνω, αφού μοιραία θα την ανακάλυπταν από μόνοι τους. Η φωτιά υπάρχει στη φύση. Εκείνο που ο άνθρωπος έπρεπε να ανακαλύψει ήταν πώς να παίρνει τα υλικά και να τα εξυψώνει σε κάτι ανώτερο. Σε κάτι που δεν μπορεί να βρει έτοιμο γύρω του. Αυτό είναι η τέχνη. Γι’ αυτήν τιμωρήθηκα και θα το έκανα ξανά αν χρειαζόταν». Οι τρομεροί φύλακες που παρακολουθούσαν το διάλογό μας κάγχασαν. Η λοιδορία τους απέναντι στο ανθρώπινο γένος με πείσμωσε. Στάθηκα ξανά στα πόδια μου.

«Γιατί σ’ εμάς;» σε ρώτησα δαγκώνοντας τα χείλη μου με απόγνωση.

«Η τέχνη δεν ανήκει στους Θεούς. Χρειάζεται πόνο, μόχθο, ύλη και θάνατο για να πιάσει την ψυχή από την άβυσσο και να την ανεβάσει στα ουράνια. Θέλει σάρκα η τέχνη. Χέρια ροζιασμένα, κορμί αδύναμο και καρδιά ικανή για την υπέρβαση».

«Μα τη μολύναμε. Δε μας αξίζει πια» παραδέχτηκα φιλότιμα.

«Γι’ αυτό ακριβώς τη χρειάζεστε. Η τέχνη είναι η θεά της μετουσίωσης και η μητέρα της ελπίδας». Έγειρες το κεφάλι αποκαμωμένος. Ένιωσα ένα χρέος να αγκαλιάζει απαλά τις πλάτες μου. Μου είχες επιστρέψει το δώρο που προσπάθησα αχάριστα να αποτάξω. Μέσα σε λίγες λέξεις, με δίδαξες πως η αμφιβολία είναι η αδυναμία του ανθρώπου να αποδεχτεί τον εαυτό του. Μα και πως εκεί ακριβώς βρίσκεται και η δύναμη της τέχνης του. Στην αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του.

Η μαγική πηγή

22 Απριλίου, 2020

«Μια φορά κι έναν καιρό, σκαρφαλωμένη σ’ έναν απόκρημνο βράχο, μια πηγή ανάβλυζε, ξεδιψώντας όσους ζητούσαν να πιουν από αυτήν.

Δυσπρόσιτη όπως ήταν, για να την φτάσει κανείς έπρεπε να έχει τη θέληση να αναρριχηθεί ως την κορυφή του βράχου κι έπειτα να κατέβει το στενό και δύσβατο μονοπάτι που οδηγούσε σ’ εκείνη. Πολλοί ανέβαιναν, στέκονταν, αλλά δίσταζαν να κατέβουν, είτε από κούραση είτε από φόβο. Αγνάντευαν τη θέα από τον βράχο και διηγούνταν στους φίλους τους όλο καμάρι, πώς κατάφεραν να φτάσουν.

Υπήρχαν κι εκείνοι που δεν υπολόγιζαν τίποτα προκειμένου να γευτούν το ιερό νερό της. «Ασκητές» τους αποκαλούσαν. Οι περισσότεροι έμεναν εκεί για ώρες έως και μέρες, μη μπορώντας να αποχωριστούν τον υδάτινο θησαυρό.

Μα η πηγή δεν ανάβλυζε απλά νερό. Θρύλοι το ‘χαν πως όποιος έπινε μία φορά, δεν ήταν ποτέ πια ο ίδιος άνθρωπος. Μεταμορφωνόταν και κουβαλούσε τη δροσιά στην ψυχή του μέχρι να πεθάνει.

Η γενναιοδωρία της μαγικής πηγής δε σταματούσε εκεί. Σ’ όσους παράβλεπαν τον κόπο κι έκαναν το παν για να την αγγίξουν, χάριζε από ένα δώρο. Ένα δώρο ψυχής».

«Τι δώρο ήταν αυτό παππού;» ρώτησε η μικρή με μάτια που άστραφταν από αγωνία.

«Η αφύπνιση του ταλέντου» απάντησε ο παππούς με ένα ίχνος νοσταλγίας.

«Τι σημαίνει αυτό;» απόρησε το κορίτσι.

«Σημαίνει, μικρή μου, πως οποίος κατάφερνε να πιει, έστω και μια φορά, από εκείνη την πηγή, ανακάλυπτε μέσα του την τέχνη για την οποία ήταν φτιαγμένη η ψυχή του. Πολλούς ξεδίψασε αυτή η πηγή. Ζωγράφους, συγγραφείς, γλύπτες, μουσικούς κι ένα σωρό άλλους καλλιτέχνες. Πείτε μου όμως τώρα. Καταλάβατε ποια είναι η πηγή;»

Το κοριτσάκι σώπασε, μην ξέροντας τι να απαντήσει. Ο μεγαλύτερος αδερφός, χωρίς να αφήσει από το χέρι του το μολύβι που σχεδίαζε ασαφείς γραμμές στο χαρτί που βρισκόταν μπροστά του, σήκωσε τα μάτια και κοίταξε τον παππού του. Είχε αντιληφθεί πως η ιστορία προοριζόταν κυρίως για εκείνον.

Κατέβασε πάλι το βλέμμα στο χαρτί. Άρχισε να ενώνει τις σκόρπιες γραμμές, ώσπου διακρίθηκε ένα σχέδιο. Όσο σχεδίαζε, τόσο περισσότερο πάθος γέμιζαν οι κινήσεις του. Φαινόταν σαν να μη βρισκόταν κοντά τους. Αγκομαχούσε σχεδόν, σαν να σκαρφάλωνε. Στο μέτωπο του φάνηκαν οι πρώτες σταγόνες κόπου. Τις σκούπισε με μια βιαστική, μηχανική κίνηση και συνέχισε. Σιγά-σιγά, καθώς περνούσε στις λεπτομέρειες του σχεδίου, το χέρι του γλιστρούσε πιο απαλά. Προσέθετε σκιές, τόνιζε γραμμές, σχεδίαζε καμπύλες.

Ο παππούς τον κοιτούσε με ένα χαμόγελο υπερηφάνειας να φουσκώνει τα χείλη του. Η μικρή αδερφή παρακολουθούσε αποσβολωμένη.

Όταν τελείωσε, το βλέμμα του επανήλθε με δυσκολία στο χώρο του δωματίου. Την έκφραση του προσώπου του είχε ωριμάσει η πληρότητα της εμπειρίας. Προέτεινε το σχέδιο στον παππού. Εκείνος το πήρε και το κοίταξε προσεκτικά. Η μικρούλα, όμως, δεν μπορούσε ν’ αντέξει τη μυστική σιωπή των δυο ανδρών.

«Πολύ όμορφο είναι! Μα αυτή η πηγή δε βγάζει νερό! Βγάζει μολύβια!» είπε γεμάτη απορία κι έκπληξη.

«Ακριβώς!» της είπε ο παππούς.

«Δεν καταλαβαίνω…» παραδόθηκε στην πολυθρόνα της απογοητευμένη.

«Η ιστορία μας, μικρή μου, μιλά για την πηγή της Έμπνευσης. Από αυτήν ήπιε ο αδερφός σου κι έφτιαξε αυτό το σχέδιο. Θυμάσαι που σου είπα πως η πηγή σε βοηθά να ανακαλύψεις την τέχνη σου;»

«Ναι» απάντησε σε μια προσπάθεια να καταλάβει.

«Ποιά τέχνη πιστεύεις ότι ανακάλυψε ο αδερφός σου;»

«Τη ζωγραφική!» είπε χαρούμενη που ήξερε την απάντηση.

«Πολύ σωστά! Γι’ αυτό η πηγή που ζωγράφισε βγάζει μολύβια. Γιατί η έμπνευση πότισε το μολύβι του με το νερό της. Και από εδώ και πέρα θα συνεχίσει να το ποτίζει».

Τελείωσε το λόγο του, εναποθέτοντας ένα στοργικό βλέμμα στον εγγονό του, που τόσο του θύμιζε τον εαυτό του και το ταλέντο που ο ίδιος είχε ανακαλύψει στα νιάτα του. Το ταλέντο εκείνο που στόλιζε τους τοίχους γύρω τους και τις ψυχές όσων τους αντίκριζαν.

Ένα διαφορετικό Πάσχα

16 Απριλίου, 2020

Σωριάστηκα γονατιστή μπρος στην εικόνα Του. Προσπάθησα μάταια να βάλω μια τάξη στο μυαλό μου. Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά. Είχαμε ήδη οργανώσει το πώς θα περάσουμε το Πάσχα. Ο αδερφός μου θα ερχόταν από την Αγγλία για να τους κάνει έκπληξη. Μόνο εγώ το ήξερα. Μα την έκπληξη μας την έκανε εκείνη. Σάββατο του Λαζάρου και αντί για ανάσταση, γιορτάζουμε τον θάνατο, βαδίζοντας τον δικό μας Γολγοθά με τον σταυρό της απώλειάς της στην πλάτη. 
 
«Είχε αδύναμη καρδιά», είπαν οι γιατροί στο νοσοκομείο.
«Δεν έχετε ιδέα πόση δύναμη έκρυβε η καρδιά της μάνας μου!» σκέφτηκα ενοχλημένη, μα οι λυγμοί δε μ’ άφηναν να αρθρώσω λέξη. 
 
Αισθανόμουν τόσο μόνη. Ακόμα αντηχούσε στ’ αυτιά μου η τελευταία κουβέντα της, όταν μ’ άφησαν να τη δω. «Να προσέχεις». Τη στιγμή που η ζωή την εγκατέλειπε, η προσοχή της ήταν στραμμένη στο παιδί που είχε κοντά της.
 
Σε μια προσπάθεια να διώξω αυτήν την εικόνα από το ταραγμένο μυαλό μου, θυμήθηκα μια κουβέντα που κάναμε πριν μερικά χρόνια.
«Μ’ αγαπάς;» τη ρώτησα με βουρκωμένα μάτια, έπειτα από τον χωρισμό μου με τον επί 4 χρόνια σύντροφό μου.
«Σ’ αγαπάω με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου!» μου απάντησε και τα μάτια της έλαμπαν από στοργή.
«Πώς το ξέρεις;» τη ρώτησα σε μια προσπάθεια να εξηγήσω την αγάπη στην πληγωμένη καρδιά μου.
«Όπως σε βλέπω και με βλέπεις!» είπε κοιτώντας με κατάματα και χαϊδεύοντας τρυφερά το πρόσωπό μου. 
Αυτό το χάδι της! Σαν να έκλεινε μέσα του όλα τα «σ ’αγαπώ» που μου χρωστούσε! 
 
Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να κρατήσω όσο περισσότερο μπορούσα αυτήν την αίσθηση. Έπειτα τα άνοιξα και κοίταξα την εικόνα Του. Ένωσα τα χέρια μου κι ανασηκώθηκα σε στάση προσευχής. Έμεινα για λίγα λεπτά με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια μου. Αυτά τα χέρια που πριν λίγο είχαν κλείσει τα μάτια της. Άρχισα να τρέμω, μα δεν άφησα τα χέρια μου να χωρίσουν. Πείσμωσα. Της χρωστούσα μια προσευχή. Ήταν το μόνο αντίο που ήξερα πως μπορούσα να προσφέρω ως βοήθεια στο τελευταίο της ταξίδι. Ήταν ο δικός της χωρισμός κι έπρεπε να σταθώ δίπλα της, με το δικό μου χάδι να λέει «σ’ αγαπώ».
 
Αναρωτήθηκα αν ήμουν άξια να το κάνω. Αν είχα τη δύναμη να Του ζητήσω να την πάρει κοντά Του και να τη συγχωρέσει. Να γίνει η Ανάστασή Του ανάπαυση για εκείνη και παρηγοριά για εμάς. Να γίνει το φετινό Πάσχα πραγματικό πέρασμα από τον θάνατο στη ζωή. Για όλους μας.
 
Έκλεισα τα μάτια και συγκεντρώθηκα στα χέρια μου, που σε σχήμα βέλους έδειχναν την κατεύθυνση της προσευχής μου. Δεν ήξερα πώς ν’ αρχίσω.
 
«Πώς η πίστη χωρά σε δυο χέρια ενωμένα;» Τον ρώτησα σαν να περίμενα επιβεβαίωση πως θα δεχθεί την προσευχή μου. 
«Πώς η αγάπη χωρά σ’ ένα χάδι;» ένιωσα την απάντηση μέσα μου.
Αναρίγησα. Ξαφνικά όλα είχαν νόημα. 
 
Σήκωσα τα μάτια ψηλά.
«Όπως Σε βλέπω και με βλέπεις!» είπα σιωπηλά με δάκρυα στα μάτια και ξεκίνησα να προσεύχομαι.
 

Συζήτηση μ’ ένα χελιδόνι

20 Μαρτίου, 2020

Ήταν πρωί όταν βγήκα στο μπαλκόνι και το είδα. Κουβαλούσε με προσοχή ένα κλαδάκι στο στόμα του. Όταν έφτασε στη φωλιά που έχτιζε, το τοποθέτησε με μαεστρία και κοίταξε υπερήφανο. Ήταν έτοιμη.

«Καλημέρα χελιδόνι!» το χαιρέτησα. «Καλημέρα!» μου ανταπάντησε με ένα κοφτό τιτίβισμα.
Ξάφνου, παρά το μαγικό μου διάλογο, το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη μου. Αναλογίστηκα πως οι άνθρωποι δεν ήμασταν τόσο χαρούμενοι που βρισκόμασταν στα σπίτια μας. «Εγκλεισμό» το ονομάζαμε. Ένιωσα απογοήτευση. Κοίταξα ξανά το χελιδόνι. «Θα έρθει η άνοιξη φέτος;» το ρώτησα μελαγχολικά. «Κάθε χρόνο έρχεται» τιτίβισε απορημένο. «Φέτος δεν είναι το ίδιο όμως. Οι άνθρωποι δε θα μπορέσουν να τη δουν» αναστέναξα. «Ξέρεις γιατί λένε πως ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη;» με ρώτησε. Η απρόσμενη ερώτησή του διέκοψε τη μελαγχολία μου, όπως κεντρίζεται η σκέψη από μια γνώση πιο ενδιαφέρουσα από τη θλίψη της. «Γιατί;» θέλησα να ακούσω την απάντησή του. «Υπάρχουν άνθρωποι που μοιάζουν με χελιδόνια. Ευγενικές και ευαίσθητες ψυχές που η παρουσία τους και μόνο, αναγγέλλει χαρμόσυνα νέα για τις ψυχές των ανθρώπων. Είναι εκείνοι που προσωποποιούν την ελπίδα. Δεν είμαστε εμείς τα χελιδόνια που φέρνουμε την άνοιξη, λοιπόν. Οι άνθρωποι το κάνουν. Εμείς απλά διαβάζουμε τα σημάδια» απάντησε ταπεινά. «Αν είναι έτσι, τότε για να φτιάχνεις την φωλιά σου, σημαίνει πως υπάρχουν άνθρωποι που θα καλωσορίσουν και φέτος την άνοιξη!» αναφώνησα έκπληκτη. «Πράγματι. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την άνοιξη στην καρδιά τους όλον το χρόνο. Καλοσύνη λέγεται» είπε ενώ το τιτίβισμα του μου έδωσε την αίσθηση ενός χαμόγελου ευγνωμοσύνης. «Μα πώς; Κοίταξέ τους τώρα. Έχουν χάσει τη διάθεσή τους όλοι» επέστρεψα στη μελαγχολία μου. «Μην κοιτάς αυτά που φαίνονται. Τους ανθρώπους χελιδόνια δεν είναι εύκολο να τους διακρίνεις ανάμεσα στα άλλα πουλιά. Όπως εμένα. Ήθελες να με δεις. Γι’ αυτό τα μάτια σου έψαξαν να με βρουν» μου εξήγησε. «Θες να πεις πως κρύβονται; Τότε πώς θα τους δούμε για να καταλάβουμε ότι ήρθε η άνοιξη;» απόρησα παιδιάστικα. «Δεν κρύβονται. Αλλά δεν επιδιώκουν και να φανούν. Κάνουν απλά αυτό που νιώθουν. Δε χρειάζεται να τους δεις για να βρεις την άνοιξη. Όπως δε χρειαζόταν να δεις κι εμένα. Τη φέρνουν και τη σκορπίζουν γύρω τους τόσο ταπεινά, που δεν καταλαβαίνεις ότι το έκαναν, παρά μόνο αν τους νιώσεις. Οι άνθρωποι χελιδόνια δε μιλούν με λόγια, μα με πράξεις καλοσύνης».

Όταν τελείωσε τον λόγο του έμεινα αποσβολωμένη. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Το μυαλό μου είχε αδειάσει. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να αφουγκραστώ το περιβάλλον γύρω μου.
Κάτι ανέλπιστο συνέβη. Μέσα στην απόκοσμη ησυχία της πόλης άρχισα να ακούω καρδιές να χτυπούν. Ήταν τόσο καθαρός και αρμονικός ο ήχος τους, που νόμιζες πως είχαν συγχρονιστεί σ’ έναν κοινό ρυθμό. Σαν να ήθελαν να ξυπνήσουν γλυκά κάποιον. Έμεινα για λίγα λεπτά να απολαμβάνω αυτήν την πρωτόγνωρη γαλήνη.

Άνοιξα τα μάτια κι ο ήχος χάθηκε. Μέσα στη γλάστρα εμπρός μου, είχε ανθίσει ένα κρινάκι. Τόσο δειλά και διακριτικά. Σήκωσα τα μάτια στη φωλιά του χελιδονιού. Τα είδα να έρχονται με το υπερήφανο πέταγμά τους. Δεν ήταν πια ένα. Ήταν μια ολόκληρη οικογένεια.

Οι Φωταυγείς και η Σκιά

11 Μαρτίου, 2020

Σήκωσα το χέρι μου στο ύψος των ματιών μην κάνει να τ’ αγγίξει. Η Σκιά ήταν εκεί για άλλη μια φορά. Η παρουσία της αποκρουστική όπως πάντα. Είχε πάρει μορφή ανθρώπου. Ενός άνδρα σοβαροφανούς, με ύφος επιβλητικό. Το βλέμμα του στράφηκε πάνω μου από την πρώτη στιγμή. Μια σκοτεινή ομίχλη είχε για αύρα, μα μόνο εγώ μπορούσα να τη δω. Χάρισμα, θες; Κατάρα; Δεν είχε σημασία. Άρχισε να μιλά μειλίχια, κάπως αντιφατικό για το παρουσιαστικό του. Ο λόγος του φαρμάκι βαφτισμένο βάλσαμο, δηλητηρίαζε και το πιο δυνατό μυαλό. Κάθε που μια κολακεία δραπέτευε από το στόμα του, στην άκρη των χειλιών του έσταζε αίμα. Οι κινήσεις του, δήθεν καθωσπρέπει, έλιωναν και την πιο παγερή καρδιά.
 
Μα για μένα, ήταν η Σκιά. Η αλλόκοτη και απεχθής εικόνα ολοένα και πλησίαζε. Ξαφνικά, οι λέξεις του έγιναν σφαίρες. Έρχονταν κατά πάνω μου με ορμή, στοχεύοντας να με πληγώσουν, μήπως και το δικό μου αίμα γίνει τώρα λεία του. Όμως δεν είχα σκοπό να τις αφήσω να μ’ αγγίξουν. Η αλήθεια, σαν υδάτινη παλίρροια, άρχισε να με ξεχειλίζει. Άνοιξα το στόμα μου και το αλμυρό κύμα της τον σκέπασε. Ούρλιαξε από τον πόνο του αλατιού στις πληγές που ο ίδιος είχε ανοίξει στον εαυτό του. Άρχιζε να βρίζει ιερά και όσια, μέχρι που έπεσε καταρρακωμένος καταγής.
 
Σταμάτησα. Κατέβασα το χέρι από τα μάτια και τον κοίταξα. Η μαύρη αύρα τον είχε καταπνίξει και είχε μείνει μονάχα η Σκιά. «Τι ζητάς από μένα;» ρώτησα ενοχλημένη. «Το φως σου. Με πονά» απάντησε αναστατωμένη. «Γιατί δε μένεις μακριά μου;» πρότεινα αυστηρά. «Εσύ με κάνεις και φαίνομαι. Η ουσία σου με θρέφει. Την έχω ανάγκη» ομολόγησε ευθαρσώς. «Σταμάτα να με ακολουθείς» πρόσταξα. «Με έλκεις» συνέχισε. «Μάθε τότε πως όσο κι αν παλεύεις να μου στερήσεις το φως, η ψυχή μου θα το κάνει δυνατότερο. Αν προσπαθήσεις να με καταλάβεις, στο τέλος θα διαλυθείς. Η επιλογή είναι δική σου» .
 
Γύρισα την πλάτη και συνέχισα το δρόμο μου με έναν εμφανή αέρα σιγουριάς στο βάδισμά μου.Η Σκιά έμεινε πίσω. Καθώς απομακρυνόμουν, η φιγούρα άρχισε να χάνει το σχήμα της, ώσπου έγινε ένα με το σκοτάδι τριγύρω της. Βλέπεις, εμείς οι Φωταυγείς δεν έχουμε σκιά. Το Φως είναι η αύρα και ο δρόμος μας.

Γυναίκα ενός άγνωστου Θεού

8 Μαρτίου, 2020

Σε είδα σήμερα μπροστά μου. Περνούσες διακριτικά δίπλα από τους λίγους ανθρώπους στο βαγόνι. Η φωνή σου ίσα που έβγαινε, δείχνοντας τον κόπο που έκανες για να σηκώσεις το βάρος των λόγων σου. Ζητούσες βοήθεια για να επιβιώσεις εσύ και το παιδί σου, πουλώντας χαρτομάντιλα. Αν δεν είχες μιλήσει, κανείς δε θα καταλάβαινε ότι έχεις ανάγκη. Η εμφάνισή σου ήταν αυτή μιας καθημερινής γυναίκας που θέλει να ζήσει με αξιοπρέπεια. Όμως κάποιος στο στέρησε βίαια αυτό το δικαίωμα.

Ένιωσα την αύρα σου καθώς με προσπέρασες. Ο σταυρό που κουβαλούσες στους ώμους σου, μολύβι για την ψυχή σου. Ασυναίσθητα μπήκα στη θέση σου. Πόνεσα. Σε πλησίασα. Τα μάτια σου ίσα που σηκώθηκαν να συναντήσουν τα δικά μου την ώρα που μου έδινες τα χαρτομάντιλα. Το ίδιο και τα δικά μου. Λύγισα μπρος στον πόνο που βάραινε τα βλέφαρα σου. Χωρίς δάκρυα. Μια απόγνωση μπρος στην αδικία. Μα ήσουν εκεί και πάλευες με υπερηφάνεια. Κι ας μην ένιωθες υπερήφανη που έφτασες ως εκεί. Δεν ξέρω αν το χαμόγελο μου κατάφερε να σου δώσει μια αχτίδα ελπίδας. Το εύχομαι μέσα από την ψυχή μου. Ίσως αυτή να είναι η μόνη που μπορώ να σου δώσω τώρα πια. Σήμερα "μέρα που είναι" ελπίζω να πιάσει.

Σου εύχομαι να έρθουν καλύτερες μέρες. Να ανατείλει ξανά το χαμόγελο στα χείλη και τα μάτια σου. Να ζεσταθεί ξανά η καρδιά σου. Να νιώσει ξανά την ασφάλεια η ψυχή σου. Σου υπόσχομαι πως όσο η πένα κινεί το χέρι μου, θα παλεύω να ξυπνώ συνειδήσεις. Όχι μόνο για σένα, μα για όλες εκείνες που σήμερα θα "γιορτάσουν" τη θλίψη, την απόγνωση, τον θάνατο. Μόνο αν ξυπνήσουν οι συνειδήσεις από το βαθύ τους λήθαργο θα καταφέρουμε να γιορτάσεις κι εσύ αυτή τη μέρα. Να γίνει μέρα χαράς και θύμησης πως οι αγώνες είναι για να κερδίζονται. Όπως αυτοί που κέρδισαν τόσες και τόσες πριν από μας, διαπρέποντας για το μυαλό, τη φροντίδα, το θάρρος και τον ηρωισμό τους. Τέλος, εύχομαι τώρα που γράφω για σένα, ένα χαμόγελο από το παιδί σου να φτάσει να σου δώσει τη δύναμη να συνεχίσεις.

Έχουμε δρόμο μπροστά μας γυναίκα. Έχουμε πολλά να δώσουμε σ' αυτόν τον κόσμο. Μήπως και κάποτε γιορτάσουμε το θάνατο της θλίψης και φτιάξουμε εκείνον τον κόσμο που ονειρευόμασταν από παιδιά. Έναν κόσμο γεμάτο χαμόγελα για κάθε γυναίκα, άνδρα και παιδί. Ένα χαμόγελο για κάθε άνθρωπο.

Μονάχα με ψυχή

4 Μαρτίου, 2020

Πλαγιασμένη σε εμβρυακή στάση, πονούσε. Τα χέρια της, σταυρωμένα μπρος στο στήθος της, έσφιγγαν την πληγή που αιμορραγούσε στ’ αριστερά. Είχαν περάσει χρόνια απ’ όταν δέχτηκε τη μαχαιριά, μα κάθε που άλλαζε ο καιρός, άνοιγε. Αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε να ζήσει έτσι. Πώς θα κατάφερνε να προχωρήσει με ένα τραύμα που δεν έλεγε να κλείσει. Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει. Κειτόταν εκεί, σχεδόν λιπόθυμη και χωρίς κανέναν να βοηθήσει.

Ξάφνου, σαν από μηχανής Θεός, στάθηκε μπροστά της. Κάθισε δίπλα της. Την ανασήκωσε απαλά και την πήρε στην αγκαλιά του ευλαβικά σαν νεογέννητο. Δέχτηκε με ευγνωμοσύνη κάθε του κίνηση. Δε χρειαζόταν να γνωρίζει ποιός ήταν. Δεν νοιαζόταν καν για το τι μπορεί να ήθελε από εκείνη. Της έφτανε που μέσα στην αγκαλιά του σταματούσε ο πόνος. Μόλις συνήλθε λίγο, χαλάρωσε τα χέρια από το στήθος και κοίταξε την πληγή. Το αίμα είχε σταματήσει.

«Τι έκανες;» τον κοίταξε έκπληκτη.

«Απλά σε άγγιξα με αγάπη» απάντησε χαμογελώντας τρυφερά.

«Σ' ευχαριστώ» είπε και κούρνιασε στην αγκαλιά του.

Ήταν δυο άγνωστοι που η αγάπη θέλησε να ενώσει.
Δίχως έρωτα. Δίχως ελπίδες.
Μονάχα με ψυχή.

Διάλογος με τον έρωτα

19 Φεβρουαρίου, 2020

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Μια ανάσα κοφτή και βαριά ακροβατούσε στην ησυχία. Η Μυρτώ τρόμαξε. Προχωρούσε αργά και με όλες τις αισθήσεις σ’ εγρήγορση. Μέσα από κάτι ξεχασμένες χαραμάδες, μια δεσμίδα φωτός αποκάλυψε μια ανθρώπινη φιγούρα. Ένας άγνωστος άνδρας κείτονταν αβοήθητος. Τον πλησίασε διστακτικά. Είχε μια ανοιχτή πληγή στο μέρος της καρδιάς, που έκρυβε με το χέρι του. 

«Έλα κοντά» της είπε λιγοψυχώντας. Η Μυρτώ έκανε ένα αβέβαιο βήμα κι ύστερα στάθηκε.

«Έλα κοντά!» την πρόσταξε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Προχώρησε σαν υπνωτισμένη. Έπιασε αργά το χέρι που της έτεινε κι εκείνος έσφιξε με τα δάχτυλά του την παλάμη της.

Μια στιγμιαία λάμψη την τύφλωσε και τη μετέφερε σε άλλο χωροχρόνο. Ένιωσε ένα μικρό γαργάλημα. Στην ανάποδη του χεριού της σερνόταν ένα σκουλήκι. Το τίναξε με αηδία. Ένα άλλο ανέβαινε προς τον αγκώνα της. Το ανατριχιαστικό περπάτημά του στο γυμνό της δέρμα την έκανε να τιναχτεί ξανά. Έστρεψε το βλέμμα στον ώμο της. Περισσότερα σκουλήκια. Κατέβασε το κεφάλι έντρομη. Το στήθος της σκέπαζαν εκατοντάδες ζωύφια σαν μια κινούμενη πανοπλία. Ένιωθε το βάρος τους σαν από μόλυβδο. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά η κραυγή έσβησε στα χείλη της. Το λαρύγγι της είχε στεγνώσει.

Σήκωσε τα μάτια. Η ίδια ανδρική φιγούρα στεκόταν με μεγαλοπρέπεια απέναντί της. Η μορφή του ήταν πλέον οικεία. Δυο λευκά φτερά ξεπηδούσαν από την πλάτη του και απλώνονταν στα πλάγια. Η αψεγάδιαστη ομορφιά του καθήλωνε το βλέμμα της. Δεν έδειχνε να νοιάζεται για τα σκουλήκια. Κρατούσε στο χέρι του ένα τριαντάφυλλο κόκκινο σαν τον ίδιο τον πόθο. Το έτεινε προς το μέρος της χαμογελώντας.

Πίσω του στεκόταν ο Παύλος ανέκφραστος. Η Μυρτώ ξαφνιάστηκε. Έκανε να χαμογελάσει, αλλά τα χείλη της πάγωσαν. «Να μη με δει έτσι» σκέφτηκε. Ευτυχώς την έκρυβε ο Έρωτας. Το μυαλό της στράφηκε αμέσως στο τριαντάφυλλο. «Να το πάρω, να κρύψω τα σκουλήκια».

Η ανάσα της ήταν γρήγορη. Το άγχος μην τη δει ο Παύλος την καταπονούσε. Με μια απότομη κίνηση άρπαξε το τριαντάφυλλο, τρυπώντας το δάχτυλό της σ’ ένα αγκάθι. Το κοίταξε θυμωμένη, όπως μαλώνουμε ένα παιδί που κάνει κάτι ανάρμοστο. Νόμισε πως μπορούσε να του επιβληθεί, αλλά το λουλούδι είχε δική του βούληση. Ένα φως έσκισε τους αρμούς των φύλλων του κι ανέβηκε προς τα πέταλα, ώσπου το τύλιξε ολόκληρο μέσα σε μια φωτεινή αύρα. Η Μυρτώ το ακούμπησε αργά στο στήθος της προσμένοντας το θαύμα.

Πισωπάτησε καθώς της έσπρωξε το χέρι.

«Τι συνέβη; Γιατί δε με άφησες να δω;» είπε απορημένη σαν να ξυπνούσε από λήθαργο.

«Τη συνέχεια την ξέρεις» της απάντησε αυστηρά.

Η Μυρτώ έπεσε στα γόνατα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. «Δε συνέβη έτσι! Δε συνέβη έτσι!» διαμαρτυρόταν κουνώντας το κεφάλι δεξιά κι αριστερά.

«Δεν έχω λόγο να σου πω ψέματα και το ξέρεις» απάντησε απογοητευμένος.

Ένα αίσθημα ενοχής την κατέβαλε. Οι τύψεις είχαν γίνει τώρα αόρατα σκουλήκια που τρύπωναν με ευκολία στις σκέψεις της.

«Στο διάολο ο έρωτας!» είχε φωνάξει οργισμένη, όταν ο Παύλος έκλεινε την πόρτα πίσω του με δύναμη. Η πίκρα από τα λόγια που είχαν ανταλλάξει είχε προσωρινά αναισθητοποιήσει την καρδιά της. Βαυκαλιζόταν πως ήταν καλύτερα έτσι, νομίζοντας πως έριχνε παυσίπονο στις πληγές της. Είχε φταίξει, αλλά ο εγωισμός δεν την άφηνε να δει. Αμέτρητες φορές είχε παραπονεθεί πως ο Παύλος δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια στη σχέση τους. Κι εκείνη τι έκανε; Όταν την κατηγόρησε πως κρυβόταν πίσω από τις άμυνές της, η Μυρτώ απάντησε πως είχε δικαίωμα στην ανεξαρτησία. Πως δε χρειαζόταν έναν άντρα να δεθεί. Πως μπορούσε να τα καταφέρει και μόνη της, όπως έκανε τόσα χρόνια. Οι συναισθηματισμοί δεν της ταίριαζαν. Στο διάολο ο έρωτας…

Ο Παύλος ήταν πια παρελθόν, αλλά το κενό στην καρδιά της είχε παραμείνει. Όταν απαρνείσαι τα όνειρά σου να ζήσεις τον μεγάλο έρωτα, τον καταδικάζεις σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο, τον τιμωρείς και τον πληγώνεις.

«Δεν ήμουν άξια» παραδέχτηκε. Τα χέρια της κρέμονταν στα πλάγια και το σαγόνι της σχεδόν ακουμπούσε το στέρνο της.

«Δεν ήμουν άξια να κρατήσω το τριαντάφυλλό σου. Γι’ αυτό δεν έγινε το θαύμα, έτσι δεν είναι;» Τον κοίταξε απελπισμένη. Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Η πληγή του αιμορραγούσε.

«Άσε με να σε βοηθήσω» τον παρακάλεσε.

«Τι μπορείς να κάνεις; Δεν έχει νόημα πια». Η φωνή του έσβηνε.

«Όχι! Όχι! Δεν μπορείς να εγκαταλείψεις! Σε παρακαλώ!» φώναξε. Πήγε κοντά του και τον πήρε προσεκτικά στην αγκαλιά της σαν μωρό. Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να του πει. Κάτι που θα τον κρατούσε στη ζωή.

Ένιωσε να βρίσκεται στην άκρη του γκρεμού. Σαν όλα να εξαρτιόνταν από εκείνη. Ή θα έπεφτε ή θα πετούσε. Πήρε φόρα κι έκανε το άλμα.

«Δεν πεθαίνει ο Έρωτας! Δεν γίνεται να πεθάνει! Όχι όσο υπάρχει η αγάπη! Ακούς;» Ένιωσε την αλμύρα των δακρύων να γλείφει τις άκρες των χειλιών της. Ακούμπησε το πρόσωπό της στο μέτωπό του. Τα μάτια του έκλειναν. Έπιασε το χέρι του και το κράτησε σφιχτά. «Δε θέλω να σε χάσω» του ψιθύρισε.

Τα δάχτυλά του χαλάρωσαν. Τον κοίταξε τρομοκρατημένη. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που του έδινε ζωή είχε φύγει. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το κορμί του κι άρχισε να ταλαντώνεται μπρος πίσω, μην αντέχοντας την ακινησία του θανάτου. Με τα βλέφαρά της κλειστά, ευχήθηκε να είχε πεθάνει εκείνη στη θέση του.

Η λάμψη την τύφλωσε για δεύτερη φορά. Βρισκόταν στην ίδια θέση με την αγκαλιά άδεια. Στα πόδια της ήταν ακουμπισμένο το τριαντάφυλλο του Έρωτα. Ενστικτωδώς κοίταξε το στήθος της. Δεν υπήρχε τίποτα. Έψαξε γύρω της να τον βρει με μια ελπίδα να καίει στην καρδιά της σαν τον ήλιο του καλοκαιριού. Ήταν εκεί απέναντί της. Ανοιγόκλεινε τις φτερούγες του σαν φλεγόμενος φοίνικας.

«Σ’ ευχαριστώ» ψέλλισε και μ’ ένα πέταγμα απομακρύνθηκε στον ορίζοντα.

Η Μυρτώ άνοιξε τα μάτια της. Γύρισε και κοίταξε το ρολόι. Ήταν τέσσερις το ξημέρωμα. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Μια σουβλιά στο στήθος κι ύστερα ένα αλλόκοτο αίσθημα γαλήνης διαδέχτηκαν το ένα το άλλο. Έμεινε λίγο ακίνητη προσπαθώντας να συνέλθει, ενώ οι σκέψεις χόρευαν στο μυαλό της. Ανάμεσά τους πέρασε αναπάντεχα κι ο Μίλτος, ο φοιτητής που είχε γνωρίσει το πρωί στο μαγαζί. Πετάρισε τα βλέφαρά της. Τι είχε συμβεί;

Στο κομοδίνο ήταν ακουμπισμένο το βιβλίο που είχε ξεκινήσει να διαβάζει την προηγούμενη μέρα. Το πήρε στα χέρια της και διάβασε τον τίτλο ψιθυριστά. «Έρωτας Φοίνικας». Μ’ ένα μειδίαμα ανακούφισης, το άνοιξε και το ξεφύλλισε. Ήξερε πως δε θα κατάφερνε να ξανακοιμηθεί.

Πώς ταξιδεύει η αγάπη;

20 Ιανουαρίου, 2020

Άνοιξα τα μάτια μου και σε είδα. Νωχελικά, είχες αγκαλιά το μαξιλάρι σου και μοιραζόσουν μαζί του τα όνειρά σου. «Άραγε να βρίσκομαι κάπου εκεί ανάμεσα ή οι έγνοιες της καθημερινότητας να με έχουν εκτοπίσει;» με καλημέρισε μια σκέψη.

Χαϊδεύω το πλάι του πρόσωπο σου, σαν να θέλω να βάλω όλη μου την αγάπη σ' ένα μόνο άγγιγμα. Ξυπνάς και με κοιτάς με ένα νυσταγμένο χαμόγελο που ψιθυρίζει «καλημέρα αγάπη μου» χωρίς καν να μιλήσεις. Ανοίγεις αμέσως τα χέρια σου να με πάρεις αγκαλιά για να μοιραστούμε αυτές τις λίγες στιγμές που χωρίζουν τα όνειρα της νύχτας από την πραγματικότητα της ημέρας. Δεν αναρωτιέμαι πια αν υπάρχω στα όνειρά σου. Είμαι μέρος της ζωής σου κι αυτό μου φτάνει. «Όταν μπορείς να ζεις τ' όνειρό σου, τι να τα κάνεις τα όνειρα;» σκέφτομαι και χαμογελώ.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στις πρώτες σκέψεις που έβαλαν τα γρανάζια του μυαλού σε λειτουργία, πήρα μια απόφαση. Ν' αφιερώσω τη μέρα σε σένα. Διακριτικά, σε παρατήρησα καθώς ντύθηκες, κάνοντας όλες αυτές τις μικρές καθημερινές κινήσεις.

«Πώς γίνεται να είμαι ερωτευμένη με το πώς φοράει τη μπλούζα του;» απόρησα.

«Μα στα μικρά δε φωλιάζει ο έρωτας; Εκεί γεννιέται και σιγά σιγά απαιτεί διακαώς να κατοικήσει στα μεγάλα» μου ήρθε μια απάντηση από την καρδιά.

«Πες το ψέματα!» απάντησα ασυναίσθητα.

Αργότερα, σε κοιτώ ενώ πίνεις, σχεδόν βιαστικά, τον καφέ σου. Βλέπω τις σκέψεις να περνούν αστραπιαία από το μυαλό σου και να καθρεφτίζονται στην έκφραση σου που μένει σταθερά προβληματισμένη. Σου πιάνω το χέρι και μ' ένα χαμόγελο σου δίνω όση δύναμη μπορώ για να τα βγάλεις πέρα. Πρέπει να φύγεις. Μ' αποχαιρετάς μ' ένα φιλί κι απομακρύνεσαι.

Όσο λείπεις κάνω όμορφες σκέψεις. Θυμάμαι όσα έχουμε μοιραστεί όλα μας τα χρόνια μαζί. Διακοπές, ρομαντικές στιγμές, τις πρώτες μας φορές σε διάφορες κοινές εμπειρίες, δυσκολίες που ξεπεράσαμε ενωμένοι, τη γέννηση του παιδιού μας και όσα ακόμα ονειρευόμαστε να ζήσουμε μαζί. Πού και πού χαμογελώ και προσπαθώ να σου στείλω την αγάπη που αντλώ από τις αναμνήσεις, ευχόμενη να τη λαμβάνεις. Σε νιώθω κοντά μου κι ας λείπεις. Όσο λυπηρή είναι μια άδεια παρουσία δίπλα σου, τόση πληρότητα σου δίνει η εν απουσία παρουσία.

Το απόγευμα επιστρέφεις. Σε ρωτάω πώς πήγε η μέρα σου.

«Χάλια…» μου απαντάς.

Πριν βιαστώ να ενδιαφερθώ για τα περαιτέρω, με διακόπτεις.

«Να σου πω κάτι περίεργο όμως σήμερα; Εκεί που πήγαινα να νευριάσω με κάτι, ν' απογοητεύω ή ν’ αφήσω έστω την κούραση να με καταβάλει, σαν κάτι να ένιωθα που με συνέφερε. Μια μικρή ανάσα που χρειαζόμουν εκείνη τη στιγμή, έτσι ξαφνικά να με αναζωογονεί. Περίεργο!».

Χαμογέλασα. Δε μίλησα. Δεν είχε νόημα να σου εξηγήσω. Είχες λάβει την αγάπη μου κι αυτό είχε σημασία.

«Πώς ταξιδεύει η αγάπη;» σκέφτηκα με μια πληρότητα να με γαληνεύει.

Έβαλα φωνή στη σκέψη μου και σε ρώτησα. Σου φάνηκε παράξενο που δε συνέχισα τη συζήτηση με κάποιο σχόλιο. Όμως, όπως πάντα, έσπευσες να ενδιαφερθείς και να με συντροφεύσεις στη νέα μου αυτή αναζήτηση.

«Πώς ταξιδεύει η αγάπη!» επανέλαβες. «Πολύ καλή ερώτηση! Φαντάσου πως η αγάπη είναι σαν το φως. Υπάρχει παντού. Κι ο άνθρωπος έχει μια κεραία μέσα του που λαμβάνει και εκπέμπει αντίστοιχα τα σήματα της μέσα από αυτήν. Ε, τι λες;» με ρώτησες με ενθουσιασμό.

«Να φανταστώ πως αυτή η κεραία είναι η καρδιά;».

«Δεν ξέρω! Μάλλον. Δηλαδή ναι. Η καρδιά πρέπει να είναι!».

Το βλέμμα σου ταξίδευε. Ήταν φανερό πως σου άρεσε. Πάντα απολάμβανες τις συζητήσεις μας, όσο κουρασμένος κι αν ήσουν. Πάντα πρόθυμος. Τότε είδα τον έρωτα να αιωρείται από τα μικρά στα μεγάλα. Εκεί που συναντά την αγάπη. Είναι εκείνα τα στοιχεία του ανθρώπου που έχεις απέναντι σου, που τον κάνουν μοναδικό στα μάτια σου. Αυτά που σου ταιριάζουν σαν δεύτερη φύση. Ο έρωτας, σαν μικρός αδιάκριτος ντετέκτιβ, έχει αναλάβει να τ’ ανακαλύψει. Παρουσιάζει, έπειτα, μια λεπτομερή έκθεση της έρευνας του στην καρδιά κι εκείνη αυτόματα ανοίγει τις κεραίες της για να εκπέμψει και να λάβει αγάπη.

Σου ανέλυσα τη θεωρία μου και συνεχίσαμε να συζητάμε συνεπαρμένοι μέχρι τα μεσάνυχτα. Νυσταγμένοι πια, ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Άνοιξες πάλι την αγκαλιά σου και μ' άφησες να βολευτώ στη «θέση» μου. Όταν σε κοίταξα, είχες κλείσει τα μάτια, μα το χαμόγελο, διάπλατο ακόμα στα χείλη σου, φανέρωνε την ευτυχία σου.

Μ’ αυτήν την αγαπημένη εικόνα, έκλεισα κι εγώ τα μάτια μου. Δε με απασχολούσε τι όνειρα θα δω. Τ’ όνειρο μου με κρατούσε κι ήταν στο πλάι μου. Η αγάπη είχε ταξιδέψει γι' άλλη μια μέρα εκεί που ο έρωτας της έδειξε πως χωρά. Στα μεγάλα, μα τόσο απλά.

1 2 3 4 5 6