Ιστορίες

Η πεμπτουσία της μάνας

12 Μαΐου, 2024

«Για να φτιάξεις μια μάνα χρειάζεσαι 5 στοιχεία.
Θέλεις γη, για να πατά γερά στα πόδια της
και να μπορεί να παρέχει αγαθά κι ασφάλεια στα παιδιά της.
Μετά θέλεις αέρα για να φυσά μακριά τις έγνοιες και τα άγχη τους.
Ύστερα μπόλικο νερό για να τροφοδοτεί τα δάκριά της.
Και τα πικρά και τα γλυκά».

«Θα χρειαστεί και φωτιά;»

«Μα φυσικά!
Τι άλλο να 'ναι οι ενοχές της για το πόσο καλά επιτελεί τον ρόλο της
κι η ανησυχία της όταν λείπουν τα παιδιά της;
Και το θεριό που γίνεται, σαν κάνουν να της τα πειράξουν,
από φωτιά κι αυτό είναι καμωμένο!»

«Και το 5ο στοιχείο;»

«Λιγάκι από Παράδεισο».

«Παράδεισο; Γιατί;»

«Για να 'χει μια πηγή ενέργειας να πλημμυρίζει την καρδιά της μ' αγάπη,
κάθε φορά που τα κοιτά, ενώ αισθάνεται άδεια».

Θα πάψουν οι φωνές, σ’το υπόσχομαι…

19 Οκτωβρίου, 2023

Μέσα στο θάλαμο του ψυχιατρείου, εμπρός σ’ ένα αθέατο κοινό υποκλίνεται με χάρη. Το χειροκρότημα πέφτει βροχή στ’ αυτιά του. Οι προβολείς τον τυφλώνουν και δεν ξεχωρίζει πρόσωπα.

Η αυλαία του μυαλού του κλείνει κι εκείνος χάνεται ξανά στα παρασκήνια. Γδύνεται το κοστούμι του και το χαμόγελό του και ντύνεται τη μοναξιά.

Περπατά σε ατραπούς που τον τρομάζουν. Νιώθει ξανά παιδί κλειδωμένο στο υπόγειο της ανθρώπινης ύπαρξης. Κάθεται χάμω και κρατά τα γόνατά του σε σφιχτή αγκαλιά. Λικνίζεται απαλά μπρος πίσω για να καθησυχάσει μέσα του τη μάνα που τον πενθεί.

Θα γίνει σύντομα καλά, μονολογεί.

«Σ’το υπόσχομαι, μαμά! Θα φορέσω ξανά το μπλε σακάκι που μου αγόρασες μαζί μ’ εκείνο το όμορφο λευκό πουκάμισο. Όχι αυτό που δένει στην πλάτη και με σφίγγει φριχτά, σαν τα μάτια των ανθρώπων γύρω μου. Το άλλο που καμάρωνες πόσο ταίριαζε με τα μάτια μου!

»Θα ξαναβρώ τον εαυτό μου, σ’το υπόσχομαι! Θα σταματήσει το θέατρο κι αυτές οι φωνές που ουρλιάζουν θα πάψουν πια. Τις σιχάθηκα! Δεν τις θέλω! Θα τις διώξω! Σ’το υπόσχομαι!

»Μονάχα το γλυκό νανούρισμα της φωνής σου! Αυτό θ’ ακούω! Θυμάσαι, μαμά; Εκείνο το τραγουδάκι που μου έλεγες όταν έπαιζα ακόμα με παιχνίδια. Απτά, όχι του μυαλού. Τότε που ήσουν υπερήφανη για μένα και καμία ‘τρέλα’ της λογικής δεν έμπαινε εμπόδιο στο ‘σ’αγαπώ’ σου.

»Σ’ αγαπώ, μαμά.

»Είμαι ακόμα εδώ».

Καμμένος Παράδεισος

23 Ιουλίου, 2023

- Μαμά όταν νιώθω ευτυχία είμαι στον παράδεισο;
- Ναι, καρδιά μου! Τον παράδεισο τον φτιάχνουμε μέσα μας!
- Κι έχει ζώα, δάση και χρώματα;
- Ό,τι μπορείς να φανταστείς!
- Αυτά όμως υπάρχουν στη γη.
- Ναι, υπάρχουν.
- Τότε γιατί λένε ότι ο παράδεισος είναι στον ουρανό;
- Γιατί, παιδί μου, στη γη, όσοι δεν μπορούν να φανταστούν τους παραδείσους...τους καίνε.

Aνόμοιες αδελφές

5 Μαρτίου, 2023

Στης καρδιάς την κρύπτη φωλιάζει δειλά. Βολεύεται και νωχελικά περιμένει το τέλος. Η αδελφή της δε χώρα στο ίδιο δωμάτιο. Ξενιτεύτηκε στα ανώτερα δώματα του νου. Δραστήρια, τολμηρή και γενναία. Δυο αδελφές τόσο ανόμοιες κι όμως συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα.

Όταν η επιλογή έχει γίνει, η ελπίδα κρυφοκοιτάζει πίσω από την κουρτίνα για να δει αν η αδελφή της τα κατάφερε. Η επιλογή στέκεται αγέρωχη και χαμογελά με την αφέλεια της ελπίδας. "Μα πόσο κουτή είναι η αδελφή μου! Νομίζει πως οι ευθύνες είναι θέμα τύχης!" συλλογίζεται. Η ελπίδα δε μιλά. Μονάχα προσεύχεται. Έχει συνηθίσει κάτι ανώτερο να τη σώζει από τον θάνατο την τελευταία στιγμή. "Πώς μπορεί να πιστεύει η αδελφή μου πως όλα εκείνη τα ορίζει;" αναρωτιέται. "Μοιάζει παντοδύναμη, μα στ' αλήθεια ρισκάρει τη ζωή της για ένα τίμημα".

Η επιλογή τελείωσε το έργο της. Όλα έχουν δρομολογηθεί. Δεν γνωρίζει αν θα γευτεί την επιτυχία. Της φτάνει που έστρωσε το τραπέζι. Δικό της το γεύμα, δίκη της κι η επίγευση. Η ελπίδα, στο ενοικιαζόμενο δωμάτιό της, αιχμάλωτη των μεταφυσικών της πεποιθήσεων, θα χορτάσει ξανά με ξένους καρπούς. Αρκείται, με μια ταπεινή υπερηφάνεια, στο να συνοδεύει νοητικά την επιλογή στον δρόμο της. Δεν πορεύεται ποτέ μόνη. Δεν προσπαθεί. Η επιλογή τη δέχεται στωικά στο πλάι της, σαν συντροφιά που της γλυκαίνει το ρίσκο, μα γνωρίζει ότι η απατηλή της υπόσχεση για επιτυχία μπορεί να γίνει επικίνδυνη.

Λίγο πριν τον προορισμό, οι δυο αδερφές χωρίζουν. Η ελπίδα κλείνεται ξανά στο δωμάτιό της και πεθαίνει ή αναπτερώνεται, ανάλογα με την έκβαση της επιλογής.

Κάπου απέναντι, η ευθύνη περιμένει την επιλογή να τη συνοδέψει.Ρίχνει ένα περιφρονητικό βλέμμα στην ελπίδα, επικρίνοντάς τη για την αδυναμία της να εξαρτάται από τις πράξεις άλλων. Η επιλογή ωριμάζει με κάθε ευθύνη που έρχεται στο πλάι της και συνεχίζει να προκαλεί τη μοίρα της, ενώ η ελπίδα αναγεννάται και κάθε φορά εύχεται κρυφά να γλιτώσει άλλον έναν θάνατο.

Το φευγιό μιας άνοιξης

23 Φεβρουαρίου, 2023

«Ακούς, αγάπη μου; “Ανεξιχνίαστος παραμένει ο θάνατος των δύο ηλικιωμένων που βρέθηκαν νεκροί στο κρεβάτι τους την περασμένη Πέμπτη”. Μας έβγαλαν στις ειδήσεις! Τους έκανε εντύπωση, λέει, πως κρατιόμασταν από το χέρι. Πού να ξέρουν! Θυμάσαι τότε, αγάπη μου, που σου ζήτησα για πρώτη φορά να μου κρατάς το χέρι ό,τι κι αν γίνει; Νέοι ήμασταν κι επιπόλαιοι, με θέρμη στην καρδιά και σφριγηλό το σώμα. Το εννοούσα όμως. Ήξερα πως δε θα ήταν όλα ρόδινα. Το γνώριζες κι εσύ. “Πού πας με τη σιτεμένη;” σου έλεγαν, κι ας είχαμε μόνο τέσσερα χρόνια διαφορά. Είκοσι δύο εσύ και είκοσι έξι εγώ. Συγγενείς, γνωστοί και γείτονες. Οι αχθοφόροι των «πρέπει» και των «μη».

»Γεμάτη θύελλες ήταν η ζωή μας. Άνεμοι λυσσασμένοι πάσχιζαν από παντού να μας χωρίσουν. Δεν ευλογούνται οι μεγάλες αγάπες σ’ αυτή τη ζήση, αγάπη μου. Είναι καταδικασμένες σε συμφορές πελώριες σαν βράχια, για να προσκρούει πάνω ο φθόνος των ανθρώπων και να συντρίβεται απ’ την ηδονή που δεν θα νιώσουν ποτέ.

»Έρχονται οι θύμησες τόσο ζωντανές. Λες αυτό να είναι που λένε πως περνά όλη η ζωή μπροστά από τα μάτια σου όταν πεθαίνεις; Τα μάτια σου! Σαν να ‘ταν τώρα τα θυμάμαι που έλαμπαν από ευτυχία, όταν σου το είπα. Και που μούσκευαν με δάκρυα το μαξιλάρι σου τα βράδια, όταν το χάσαμε. Πόσο καλός πατέρας θα γινόσουν! Μείναμε μόνοι, να μεγαλώνουμε ο ένας με τον άλλον, σαν ένα κλωνάρι που βαστά δυο λουλούδια μαζί. Δεν έχω παράπονο. Ίσως να μην αξίζαμε μεγαλύτερη ευτυχία από την αγάπη μας…

»Ύστερα, ήρθε το σκοτάδι. Τόσο απρόσμενα. Τι κι αν σου πρότεινα να χρησιμοποιήσω ένα μπαστούνι. “Εγώ είμαι τα μάτια σου τώρα” μου αποκρίθηκες. Έγινες το φως κι ο οδηγός μου. Μου ‘σφιξες το χέρι πιο δυνατά και δεν το άφησες ποτέ πια.

»Ακούς τι λένε; “Το αποτέλεσμα της νεκροψίας αναμένεται να δώσει περαιτέρω φως στην υπόθεση”. Πώς περιμέναμε τούτη την ώρα, θυμάσαι; Στάσου λίγο στο φως να σε δω. Έχω τόσα χρόνια ν’ αντικρίσω το πρόσωπό σου… Κι όμως, δεν άλλαξες. Σαν να μην χάιδεψε ο χρόνος τα μαλλιά σου, ούτε κι οι στεναχώριες το δέρμα σου. Όλα είναι αέρινα πια, ακόμα και τα χέρια μας, το άγγιγμά μας που τα ενώνει. Ακούς τον αέρα; Το παράθυρο είναι ανοιχτό. Ακούς τα χελιδόνια που τιτιβίζουν στο δέντρο; Πάμε, αγάπη μου…»

Καρκίνος

4 Φεβρουαρίου, 2023

Ξέρεις τι είναι να σου τρώει ένα σαράκι τα σπλάχνα; Να πολλαπλασιάζεται, να μεγαλώνει κι αχόρταγο να μετακινείται μέσα σου σαν ανελέητος ληστής της ζωτικότητας σου. Ποιος του έδωσε δικαίωμα να χαραμίσει τη ζωή σου; 

ΓΙΑΤΙ; Αυτά τα 5 γράμματα αναβοσβήνουν στο μυαλό μου σαν φωτεινή επιγραφή νέον
σε σκοτεινό κι έρημο παλιοσόκακο. Τόσο έρημο που κάνεις δε με ακούει. Δεν παίρνω απάντηση από πουθενά. Είναι η στενοχώρια που κατάπια σαν φαρμάκι και μου δηλητηρίασε τα σωθικά; Είναι το άγχος που ορίζει τη ζωή μου και χάνομαι μέσα στον δαιδαλώδη λαβύρινθο του, τυφλή και φοβισμένη; Είναι ο θυμός που καταπίεσα για να μην αντισταθώ, να μην αντιδράσω, επειδή αυτό μου έμαθαν πως θα πει αγάπη; Είναι η σωματοποίηση του πένθους για την απώλεια όσων ονειρεύτηκα;

Μια φωνή με προτρέπει να μετρήσω ως το 3. "Κρυώνω", απαντώ. Με τυλίγουν με μια κουβέρτα που με προφυλάσσει από την παγωμένη ατμόσφαιρα του χειρουργείου. Κι όμως το ψύχος συνεχίζει. Κρυώνω μέσα μου. "Σε λίγο θα έχουμε τελειώσει" συνεχίζει η φωνή. Αφήνομαι σε έναν ύπνο που με ζεσταίνει με την ελπίδα πως όταν ξυπνήσω, όλα θα είναι ένα όνειρο. 

Έρχεται το βράδυ και βρίσκομαι μεταξύ της πραγματικότητας που με καλεί να ξυπνήσω και του κουρασμένου κορμιού μου που παλεύει ν' αναρρώσει. "Όλα πήγαν καλά! Το αφαιρέσαμε όλο!Καθάρισες!" η φωνή με καθησυχάζει. Μέσα στη ζάλη της νάρκωσης ένα μικρό φως ανάβει στην καρδιά μου. Νομίζω πως χαμογελώ. "Όλα πήγαν καλά!" επαναλαμβάνονται οι λέξεις σαν ηχώ στο μυαλό μου. Ο απρόσκλητος εισβολέας κείτεται πια νεκρός στα απόβλητα. Τον νίκησα! "Ήταν μεγαλύτερο από όσο υπολογίζαμε" συνεχίζει η φωνή. Φαντάζομαι μια μελανή σφαίρα να ρουφάει όλα τα αρνητικά συναισθήματά μου που ποτέ δεν εκφράστηκαν. Τα έκλεισε στο τοξικό περίβλημά της και από αυτά τρεφόταν. Και να που μια χειρουργική κάθαρση έγινε η εξομολόγηση που δεν τόλμησα πριν να είναι αργά. 

"Τι κουβαλούσες κορίτσι μου;" λέει συμπονετικά η φωνή. Πνιγώ μια θλιμμένη μετάνοια σ' ένα αχνό χαμόγελο. "Να 'ξερες γιατρέ πόσο πόνο είχε μέσα αυτό που μου έβγαλες..."Ένα δάκρυ ανακούφισης κυλά. Κι η ζωή - ευτυχώς - συνεχίζεται. 

Το Φάντασμα των Χριστουγέννων

25 Δεκεμβρίου, 2022

Ήρθαν πάλι Χριστούγεννα! Όλοι ετοιμάζονται πυρετωδώς για το μεγάλο τραπέζι, την ανταλλαγή των δώρων, τα αμέτρητα γλυκά και τη ζεστή ατμόσφαιρα που πλημμυρίζει τα σπίτια. Όλοι εκτός από τον γέρο-Μάρτυ.

Ο γέρο-Μάρτυ ζούσε στο τέλος του δρόμου. Είχαν περάσει ήδη δέκα χρόνια απ' όταν έχασε τη γυναίκα του. Ήταν αγαπημένο ζευγάρι, απ' αυτά που, παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους, επέμεναν να κρατιούνται χέρι - χέρι κατά την καθημερινή απογευματινή τους βόλτα. Με τη γυναίκα του αγαπούσαν πολύ τα Χριστούγεννα. Όταν εκείνη έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, ο γερο-Μάρτυ δε σταμάτησε να τα γιορτάζει. Κάθε χρόνο στόλιζε ένα μικρό δεντράκι, φούρνιζε με επιμέλεια παραδοσιακά γλυκά κι ευχόταν "χρόνια πολλά" σ' όποιον συναντούσε στο δρόμο, χωρίς ν' αφήνει να φαίνεται ίχνος από το προσωπικό του πένθος.

Την επόμενη κιόλας χρονιά από τον θάνατο της γυναίκας του, αποφάσισε να μετατρέψει την αποθήκη στο πίσω μέρος του σπιτιού σε εργαστήρι. Από τότε, μόλις μπει ο Δεκέμβρης, σαν άλλος Άη Βασίλης, στρώνεται στη δουλειά. Φτιάχνει μικρά χειροποίητα στολίδια και κάθε παραμονή Χριστουγέννων, την ώρα που όλοι απολαμβάνουν το σπιτικό δείπνο γύρω από το φορτωμένο με φαγητά τραπέζι, εκείνος βγαίνει ντυμένος επίσημα και τα κρεμά στο χερούλι της εξώπορτας κάθε σπιτιού.

Όλοι συμπαθούν τον γέρο-Μάρτυ, ακόμα κι αν κανείς δεν τον έχει δει ποτέ να χαρίζει τα μυστικά του δώρα. "Αυτός ο άνθρωπος έχει μέσα του το πνεύμα των Χριστουγέννων" λένε μεταξύ τους. Κάθε χρόνο, όμως, ο γέρο-Μάρτυ περνά μόνος τις γιορτινές μέρες. Κανείς δεν τον προσκαλεί. Όλοι νομίζουν ότι κάπου αλλού θα έχει να πάει. Μόνη συντροφιά του είναι το φάντασμα των Χριστουγέννων. Συνεπές στο ραντεβού του, κάθε 25η Δεκεμβρίου, φωλιάζει στην καρδιά του γέρο-Μάρτυ.

"Ήρθες πάλι; Δε χρειαζόταν".

"Ξέρεις καλά πως δε σε αφήνω".

"Πόσο όμορφα θα ήταν αν μια χρονιά έλειπες!".

"Μη γίνεσαι αχάριστος! Είμαι το μόνο που έχεις!".

Ο γέρο-Μάρτυ κούνησε συγκρατημένα το κεφάλι σε ένδειξη συμφωνίας. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και πήγε στο παράθυρο. Η οικογένεια στο απέναντι σπίτι αντάλλασσε δώρα. Χαμόγελα φώτιζαν τα πρόσωπά τους και φωνές χαράς ακούγονταν μέσα από τα παράθυρα.

"Κοίτα τους! Είναι τόσο χαρούμενοι!"

"Μπα! Μην τους πιστεύεις! Για το φαίνεσθαι το κάνουν. Αύριο πάλι θ' αρχίσουν τους τσακωμούς" είπε αδιάφορα το φάντασμα.

"Κι όμως! Γεμίζει η ψυχή τους με φως!" ψιθύρισε ο γερο - Μάρτυ μη χορταίνοντας να τους κοιτάζει.

"Γεμίζει η ψυχή τους με φως και φως και φως! Αυτός ο άχρηστος τα κάνει όλα να φαίνονται ιδανικά!" απάντησε θυμωμένα το φάντασμα.

"Ποιος;" απόρησε ο γέρο-Μάρτυ.

"Ο αδερφός μου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων. Αυτός που σε κάνει να μοιράζεις δώρα παντού και μετά έρχομαι εγώ να μαζεύω τα κομμάτια σου. Παντού έτσι κάνει. Είναι τόσο άδικος, αλλά κανείς δεν το βλέπει. Ξέρετε όλοι μόνο να τον εκθειάζετε".

"Μα..". Ο γέρο-Μάρτυ προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Δίσταζε να πιστέψει εκείνα τα λόγια. Το φάντασμα κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα για αποδείξεις.

"Κοίταξε εκεί!" του είπε κι έδειξε έναν ζητιάνο που καθόταν σχεδόν ακίνητος στο πεζοδρόμιο.

"Ποιος είναι αυτός; Δεν τον έχω ξαναδεί στη γειτονιά" αποκρίθηκε ο γέρο - Μάρτυ.

"Δεν έχει σημασία. Είναι δικός μου. Το πνεύμα των Χριστουγέννων τον έχει ξεχάσει. Όπως έκανε και με σένα. Λατρεύει τις οικογένειες, τα φωτάκια, τα στολίδια και όλα τα γιορτινά. Σε ανθρώπους σαν εκείνον και σαν εσένα μόνο εγώ κάνω συντροφιά. Τι έχεις να πεις τώρα; Ακόμα νοσταλγείς το πνεύμα των Χριστουγέννων;" είπε μ' ένα θιγμένο χαμόγελο.

Ο γέρο-Μάρτυ επέστρεψε στην πολυθρόνα του αποκαρδιωμένος. Ήταν αλήθεια αυτά που έλεγε το φάντασμα. Τα είχε δει με τα μάτια του. Κάτι μέσα του, όμως, αρνούνταν να τα δεχτεί. Τότε θυμήθηκε την πρώτη χρονιά που έκανε Χριστούγεννα χωρίς τη γυναίκα του. Ένιωθε τόση μοναξιά. Δεν είχε κουράγιο να γιορτάσει. Οι χριστουγεννιάτικες ετοιμασίες σχεδόν τον πονούσαν. Ήταν τότε που γνώρισε το φάντασμα των Χριστουγέννων για πρώτη φορά. Η μοναξιά του το είχε καλέσει. Στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τον πόνο του, ξεκίνησε να φτιάχνει τα στολίδια. Πίστευε πως αν μοίραζε λίγη χαρά, θα έδιωχνε το στοιχειό μέσα από την καρδιά του. Όμως να που το φάντασμα ήταν τώρα εδώ και διέλυε κάθε όμορφη εικόνα που είχε για την αγαπημένη του γιορτή. Ο γέρο - Μάρτυ πείσμωσε. Σηκώθηκε, έβαλε το παλτό του και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

"Που πας;" ρώτησε παραξενεμένο το φάντασμα.

Χωρίς να του απαντήσει, πήρε ένα από τα στολίδια του και βγήκε από το σπίτι. Σε λίγο βρισκόταν δίπλα στον ζητιάνο.

"Καλά Χριστούγεννα!" ευχήθηκε ο γέρο - Μάρτυ τείνοντας προς το μέρος του ζητιάνου το χέρι που κρατούσε το στολίδι. Ο ζητιάνος σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε με απορία κι ευγνωμοσύνη.

"Ευχαριστώ!" είπε χαμογελώντας δειλά. Περιεργάστηκε το στολίδι με προσοχή, λες και του είχαν χαρίσει χρυσάφι.

"Με λένε Μάρτυ. Μένω εδώ δίπλα" συστήθηκε.

"Εγώ είμαι ο Μπιλ. Δεν έχω σπίτι" είπε ο ζητιάνος και κατέβασε το κεφάλι.

Ο γέρο-Μάρτυ τον κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά. Αν και ταλαιπωρημένος, δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Δεν είχε ίχνος από γένια στο πρόσωπό του. Φορούσε κουκούλα που έκρυβε τα μαλλιά του κι ήταν αδύνατος και αδύναμος. Ο γέρο-Μάρτυ έκατσε δίπλα του στο σκαλάκι.

"Τι συνέβη;".

Ο Μπιλ τον κοίταξε έκπληκτος. Μήνες είχε να ενδιαφερθεί κάποιος για εκείνον.

"Ο πατέρας μου" είπε διστακτικά. "Από όταν πέθανε η μητέρα μου, έγινε άλλος άνθρωπος. Έπινε, έβριζε, με χτυπούσε. Έτσι έφυγα από το σπίτι".

"Πόσον καιρό είσαι στους δρόμους;".

"Έναν χρόνο, κύριε. Χριστούγεννα ήταν όταν έφυγα".

"Αυτό κι αν είναι σημάδι!" σκέφτηκε ο γέρο-Μάρτυ. Τότε του ήρθε η ιδέα. Θα αποδείκνυε ότι το πνεύμα των Χριστουγέννων δεν έχει προτιμήσεις. Εμείς το προσκαλούμε, εμείς το διώχνουμε. Πρότεινε στον Μπιλ να του κάνει το τραπέζι και να περάσουν μαζί το υπόλοιπο της γιορτινής ημέρας. Τα μάτια του Μπιλ άστραψαν! Δέχτηκε το χριστουγεννιάτικο δώρο με ευγνωμοσύνη. Ο γέρο-Μάρτυ αναγνώρισε αυτή τη λάμψη. Κοίταξε πέρα και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Το φάντασμα των Χριστουγέννων είχε φύγει.

Ο Μπιλ και ο γέρο-Μάρτυ πέρασαν μαζί τις γιορτές. Το χαμόγελο είχε γεννηθεί ξανά στις καρδιές τους. Ο Μπιλ έγινε για τον γέρο - Μάρτυ ο γιος που δεν είχε και ο γέρο - Μάρτυ αγάπησε τον Μπιλ περισσότερο κι από τον πραγματικό του πατέρα. Την επόμενη χρονιά, με τη βοήθεια του Μπιλ, ο γέρο - Μάρτυ άνοιξε ένα μαγαζί, όπου εκείνος και ο "γιός" του κατασκεύαζαν χειροποίητα στολίδια. Στην πόρτα του μαγαζιού, κρεμόταν εκείνο το πρώτο στολίδι που ο Μπιλ είχε δεχτεί από τα ευγενικά χέρια του θετού του πατέρα, εκείνο το κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ. Το πνεύμα των Χριστουγέννων (που τελικά κουβαλάμε μέσα μας) είχε φτιάξει ακόμη μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Κρυμμένο όνειρο

18 Αυγούστου, 2021

Έχω ένα όνειρο κρυμμένο. Μόλις ο κίνδυνος περάσει, σηκώνω τα μάτια και κοιτάζω τον ουρανό. Κάπου εκεί το έχω φυλάξει. Ανάμεσα στ' αστέρια. Η καρδιά μου είναι τόσο γεμάτη από φόβο που αδυνατεί να το θρέψει. Άλλωστε, είναι επικίνδυνο να το έχω κοντά μου. Μπορεί να το καταλάβουν. Το ένστικτο μού λέει ότι είναι προτιμότερο να επιβιώσω. Η καρδιά μου κλαίει με δάκρυα που δε στάζουν στα μάτια που δε μου κάλυψαν. Δε θα προδοθώ.

Ακούω τη βροχή και φαντάζομαι πως είναι οι πέτρες που ρίχνουν για να με σκεπάσουν. Τρέμω. Βλέπω το σώμα μου να κείτεται νεκρό και ματωμένο στα πόδια τους. Άλλο ένα αντικείμενο άχρηστο που πετάχτηκε στα σκουπίδια. Αυτό είμαι. Πώς μπορεί ένα σκουπίδι να έχει όνειρα; Δεν αρμόζει.
Κι όμως έχω ένα όνειρο. Δεν απαιτεί πολλά. Λίγες σταγόνες χρώμα στον τοίχο. Δυο πλήκτρα και τέσσερις νότες. Λίγο φως στο δέρμα.

Τι ήταν αυτό; Τρέχω, τρομαγμένη πάλι, να κρυφτώ. Παρασύρθηκα. Κλείνω τα μάτια και σφίγγω τα χέρια μου στο στήθος μου. Νιώθω την κάννη του όπλου τους ν' αγγίζει τον κρόταφό μου. Παρακαλώ να πεθάνω πριν μ' αγγίξουν. Πριν η βαριά, ανυποχώρητη ανάσα τους σκίσει το κορμί μου. Όλα σκοτεινιάζουν. Μέσα στο μαύρο μένω γονατισμένη, πληγωμένη, αδύναμη.

Δεν αξίζω να έχω όνειρα. Σπόροι είναι που φυτρώνουν σε γόνιμο έδαφος. Εγώ είμαι ένας σωρός αποκαΐδια. Τι έχει μείνει για να σώσω;

Το λυπάμαι τ' όνειρό μου. Δε θέλω να καταντήσει σαν κι εμένα. Είναι το μόνο που μπόρεσα να κρατήσω αγνό. Ας το φυλάξουν καλύτερα τ' αστέρια. Πονάω.

Έρχονται πάλι.
Αντίο όνειρό μου.
Αντίο.

Μέλι ζωής

7 Μαΐου, 2021

Ένα άσπρο νεκρολούλουδο φόρεσε πα’ στο πέτο
Για να τον δει ανθοστόλιστο ο Χάρος που αναμένει
τυφλός με το δρεπάνι του μπροστά σε νιό ή γέρο,
για να θερίσει τα κορμιά, ήρθε δεν ήρθε η ώρα.

«Για στάσου λίγο, Θάνατε, να αποχαιρετήσω.
Έχω γυναίκα και παιδιά, ανίψια και εγγόνια.
Φίλους που με αγάπησαν, εχθρούς που με μισήσαν.
Σε όλους κάτι τους χρωστώ, ευχαριστώ ή συγγνώμη.
Σαν νεκροεπιθυμία μου, άσε να αποδώσω
όλα τα χρεωστούμενα κι όταν θα αποσώσω,
θα 'ναι για σε πιο εύκολο πια να με κουβαλήσεις
σαν ελαφρύνει η ψυχή απ' της ζωής τα βάρη.

Τη θλίψη ετούτη δε βαστώ, την απωθεί η καρδιά μου
σαν αγκαλιάζει μέσα της χαρά μαζί και πόνο.
Δάκρυα από συγκίνηση πετούν απ' την ψυχή μου
Λυτρώνουν, λες, την ομορφιά από ανάσες λύπης.

Άσε με να στερνοπλυθώ από τα κρίματά μου
Κι ευθύς θα σου παραδοθώ δίχως κανένα φόβο.
Αρκεί κι εσύ να μου κρατάς σφιχτά το ένα μου χέρι
Σαν τη γλυκιά μανούλα μου σαν πήγαινα σχολείο.

Σχολειό είναι κι ο θάνατος. Θα το διαβώ, αλήθεια.
Μα τη ζωή που έζησα να αποχαιρετήσω πρώτα.
Θα είναι, λες, αγένεια αν έτσι την αφήσω.
Τόσα πολλά μου πρόσφερε σα να ‘μουνα παιδί της.
Πικρές, χαρές, ανάθεμα, υπερηφάνεια, ψέμα.
Θα ήμουν πια αχάριστος στη γενναιοδωρία.

Ξέρω πως χρόνο δεν κοιτάς. Πως είστε μαλωμένοι.
Γι’ αυτό και χρόνο δε ζητώ, μα άσε με ν' αντικρίσω
Όσα εδώ πέρα γεύτηκα σε τούτο εδώ το βιός μου.

Θαρρείς πολλά πως σου ζητώ...
Και θα ζητήσω ακόμα.
Όσο μ' αφήνεις να μιλώ, πάντα κάτι θα βρίσκω.
Γλυκιά η ζωή είναι θάνατε, πώς ν' αρνηθείς το μέλι;
Σαν στάζει από τα χείλη σου η τελευταία σταγόνα;».

Ο Χάρος έπιασε απαλά το ένα του το χέρι
και άλλαξε ξάφνου τη μορφή κι έγειρε πιο κοντά του.
Έγινε η μανούλα του, του γέρο-καημένου,
που από χρόνια πέθανε˙ την είχε στα κιτάπια.

Στερνό φιλί στο μέτωπο του έδωσε με πόνο
κι ευθύς εμπρός τού έδειξε την πόρτα να περάσει.
Ο γέρος με ευλάβεια της φίλησε το χέρι
και ένα δάκρυ κύλησε μαζί και η σταγόνα,
το μέλι από τα χείλη του και έπεσε στο χώμα.

Η Μάνα που άντεξε

30 Απριλίου, 2021

Ένα πρόσωπο αγγελικό σκαμμένο από τα δάκρυα. Δυο χέρια που κρατούν όλο τον επίγειο κόσμο σε ένα σώμα. Σώμα νεκρό. Μια καρδιά κομματιασμένη από το άδικο, το ασύλληπτο, το καρτερικά απρόσμενο. Η ελπίδα θανατώθηκε βάναυσα. Τα μάτια της βαριά από το μαρτύριο να δει το παιδί της,
τον Άνθρωπο που δεν έβλαψε κανέναν, να γίνεται αμνός προς θυσία σε συμφέροντα, φθόνο και απληστία.

Ο κοινός ανθρώπινος νους δε χώρα τον πόνο της. Εκείνη όμως άντεξε. Δεν έγινε εμπόδιο. Για το παιδί της. Για την πίστη της ότι το άδικο δεν ευλογείται. Για την αγάπη της ψυχής της που της ψιθύριζε πως δεν ξέρουν τι κάνουν. Μάνες τους γέννησαν κι αυτούς κι εκείνες θα έπρεπε να θρηνούν περισσότερο από εκείνη. Γιατί τα δικά τους παιδιά έγιναν αυτόχειρες της ίδιας της ψυχής τους. Τα δικά τους παιδιά, αν και ζωντανά στα μάτια του κόσμου, είχαν πεθάνει για πάντα.

Η Μάνα αυτή βίωσε τον υπέρτατο πόνο κι άντεξε. Για κάθε μάνα που της παίρνει ο θάνατος το παιδί μέσα από τα χέρια. Για κάθε μάνα που παλεύει με το θηρίο του πένθους. Για κάθε παιδί που φεύγει αδικοχαμένο. Για κάθε μικρό Χριστό που θυσιάζεται στην εκάστοτε εξουσία. Έγινε σύμβολο, ελπίδα, παρηγοριά και διδαχή πως η αγάπη είναι πιο δυνατή ακόμα κι από τον θάνατο. Μόνο η αγάπη αντέχει. Μόνο η αγάπη μένει. Μόνο η αγάπη απαλύνει τον πόνο. Μόνο η αγάπη ενώνει. Μόνο η αγάπη οδηγεί στην Ανάσταση.

1 2 3 4 5 6 8