Ποιήματα

Σαν άλλος Ίκαρος

Πέτα όνειρό μου!
Πέτα ψηλά σαν χαρταετός στα χέρια ενός παιδιού!
Δώσε μου την ελπίδα κι άσε με ν' αγγίξω 
λίγο από τον αιθέριο ουρανό σου!
Από εσένα, μου είπαν, έχω φτιαχτεί 
κι είναι στη φύση μου να κοιτώ κει πάνω. 
Να ψάχνω μέσα στα νέφη να σε βρω.
Μην έχεις μπλεχτεί μες στης μολυσμένης πόλης τα καλώδια.
Μην έχεις ξεσκιστεί από άγρια κλαδιά
που βρέθηκαν στον δρόμο σου.

Πρέπει να σε βρω όνειρό μου!
Μη μου απομακρύνεσαι!
Είμαστε δεμένοι οι δύο μας 
μ' αυτόν τον σχοίνινο ομφάλιο λώρο 
που δίνει πνοή στο σάρκινο κορμί μου.

Έλα να πετάξουμε ψηλά μαζί. 
Έχω τόση ανάγκη από μια πτήση.
Κουράστηκα από τις κακοτοπιές και την κακία.
Απηύδησα από των κακότροπων ανθρώπων
την απανθρωπιά.
Πήγαινε με ανάμεσα στα ουράνια πτηνά
να νιώσω την ελευθερία
να κυλά κατά μήκος των χεριών μου.

Μην ανησυχείς. 
Θα φροντίσει η ζωή να με κατεβάσει ξανά. 
Έχει τον τρόπο της να προσγειώνει
όσους δε τους μέλλει να πετούν αιώνια.

Μα κι αν πέσω,
δε θ' αφήσω το σχοινί σου από τα χέρια μου. 
Στην πρώτη ευκαιρία θ' απογειωθώ ξανά. 
Είναι στη φύση μου να αγαπώ τα ύψη. 
Σαν άλλος Ίκαρος σταυρωμένος 
πάνω στον φλεγόμενο χαρταετό του.

Το καρναβάλι της ζωής

Μάσκες.
Άμυνες έναντι τραυμάτων,
χτισμένες από πόνο και ψέμα.
Διακοσμούν πρόσωπα
κι αποσιωπούν προθέσεις.

Μα κανένα φτιασίδι
- παρά την σαγήνη του -
δεν γίνεται σάρκα επί σαρκός.
Ξενιστής είναι,
που σφετερίστηκε την αξία
και κάθισε στον θρόνο της
ως άλλος βασιλιάς.

Μα ο βασιλιάς γυμνώνεται
από τ' ανοιχτά τα μάτια
κι ο κακογραμμένος ρόλος του
ηχεί αποτρόπαιος στην καρδιά.

Οι μάσκες κατακρημνίζονται
στα πόδια αυτών
που στάθηκαν στο ύψος τους.
Κι η αλήθεια γδύνεται τη γοητεία
και στάζει το φαρμάκι.

Στο καρναβάλι της ζωής
το βάλσαμο πίνεται στο τέλος.
Δε μεθά.
Αφυπνίζει.
Κι ο βασιλιάς Καρνάβαλος,
ηττημένος πια,
μύθος γίνεται
ν' ακούν οι νέες γενιές
για τ' αναπόφευκτα
που θα φέρει
η δική τους Αποκριά.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Στης παραμονής τη γωνία,
ακούμπησε τη λύπη σου κι άσε την πίσω
στον χρόνο που φεύγει.
Κράτα μονάχα όσα σου δίδαξε.

Στην ανατολή του έτους,
άρπαξε την ελπίδα σφιχτά από το χέρι
και κάνε ποδαρικό χορεύοντας
κείνο το παλιό βαλσάκι
που σε γλυκονανούριζε τα βράδια
μέσα στο μουσικό κουτί του.

Κοίτα ψηλά κι ευχήσου.
Κοίταξε μέσα σου κι άλλαξε.
Κοίτα γύρω σου κι αγάπησε.
Κοίτα μπροστά και προχώρα.

Μαζεύουμε στιγμές

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, πολύτιμες αχτίδες χαράς
που πέφτουν σαν αγνές χιονονιφάδες
στο σκοτάδι της εσωτερικής μας θλίψης.
Παντού τριγύρω καραδοκούν
σαν μικρές νεράιδες των αναμνήσεων.

Τις φυλάμε στο μικρό
Χριστουγεννιάτικο κουτί,
εκείνο το στολισμένο με χρυσόσκονη,
και γεμίζουμε τις αποθήκες μας
με χαμόγελα και ζεστασιά
για τις ώρες της μοναξιάς
που θα έρθουν αγκαζέ
με τον καινούριο χρόνο.
Όσα κι αν φέρει,
είτε όμορφα όμορφα είτε άσχημα,
εμείς θα έχουμε εφοδιαστεί με...

Στιγμές που αγγίζουν.
Στιγμές που μας γεμίζουν.
Στιγμές συντρόφους της ψυχής.

Μαζεύουμε στιγμές.
Ένα λαχείο που κληρώνεται
κάθε Χριστούγεννα
και καλύπτει τα συναισθηματικά έξοδα
της χρονιάς που ακολουθεί.

Ματιές, εξομολογήσεις, συγγνώμες,
σ'αγαπώ, συνδέσεις άρρηκτες χωρίς εγωισμούς.
Λόγια και εικόνες, σκέψεις και αισθήματα.
Όλα στιγμές
που θα καταναλώσουμε αχόρταγα
σαν αίδεσμα παραδεισένιο.

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, όμορφες, μοναδικές.

Αυγής ταξίδι

Μια λευκή αυγή
βάφτηκε στα κοραλλένια.
Βγήκε ν’ αγναντέψει
πάνω από σώματα
που περιπλανιόνται αδιάλειπτα.
Μια ποικιλία ζωηρών αποχρώσεων
της ανθρώπινης ύπαρξης
θα στολίσει
και πάλι τη μέρα της.
Τυχαίες συναντήσεις,
μεγάλες αποφάσεις,
στροφές της μοίρας.
Θα δει δάκρυα κάθε λογής,
χαμόγελα ειλικρινά,
ερωτικά και ψεύτικα,
θυμό, απογοήτευση,
χαρά και γαλήνη.
‘Πώς καταφέρνει ο άνθρωπος
να κρύβεται
κάτω από τόσο φως;’
αναρωτιέται.
Στο φως φαίνονται όλα,
αρκεί τα μάτια
να θέλουν να δουν.

Αναστέναξε,
στέλνοντας ένα σύννεφο μακριά.
Κάπου,
πίσω από κάτι κλειστά παραθυρόφυλλα,
αντίκρισε τη μιζέρια.
Εκεί, δεν την άφησαν να μπει
και να χαρίσει απλόχερα
τη ζεστασιά της.
Την αγνοούσαν.
Μα ήταν και κάποιες αυλές
γεμάτες λουλούδια,
αρώματα κι ευγένεια
που δε χρειάστηκε
καν πόρτα για να μπει.
Ήταν πάντα ορθάνοιχτα,
κάθε που ξημέρωνε.
Εκεί χαιρόταν ν’ αλωνίζει
και ν’ απολαμβάνει
τα παιχνιδίσματα των δροσοσταλίδων
πάνω σε σκέψεις
και συναισθήματα.

Αφού χόρτασε εικόνες,
η αυγή έδυσε
και μαζί απέσυρε το φως της.
Άφησε τους ανθρώπους
στη μοίρα που η νύχτα τους φυλάει
κι έκανε τον απολογισμό της.
‘Όποιος ανέχεται το σκοτάδι μέσα του,
δε θα με δει ποτέ’ συλλογίστηκε.
‘Όποιος παλεύει να σωθεί απ’ αυτό,
με έχει ανάγκη.
Μα όποιος διψά έστω
για μια ηλιαχτίδα,
θα με προσμένει να γυρίσω’
καθησυχάστηκε
κι έγειρε ν’ αποκοιμηθεί.

‘Αντίο, άνθρωπε.
Εις το επανιδείν’.

Η χημεία της αγάπης

Θάρρος είναι για αφέλεια άραγε, άνθρωπε, πως αγαπάς,
ενώ σε μια στιγμή μπορείς όλα να τα χάσεις;
Είσαι η πιο επισφαλής επιχείρηση, μα το προϊόν της αγάπης σου αποφέρει το μεγαλύτερο κέρδος.
Να 'ναι η πίστη σου σ' αυτό, που σε κάνει να προχωράς πάσει θυσία
ή η ψευδαίσθηση πως είναι το μόνο που θα πάρεις μαζί σου,
φεύγοντας από τούτη τη μάταιη κι επίπονη ζωή;
Μήπως γεμίζεις τα μπαγκάζια σου χτίζοντας σχέσεις στην άμμο της αβεβαιότητας,
για ν' απολαύσεις μαθήματα κι αισθήματα σε μιαν άλλη ζωή αφθαρσίας;


Αχ και να 'ξερες, άνθρωπε, γιατί κανεις όσα κάνεις και γιατί ζεις όπως ζεις.
Ίσως να γλίτωνες πόνο και κόπο, αλλά, καλέ μου άνθρωπε,
πώς θα μπορούσες να βάλεις ως στόχο την αγάπη;
Αυτή προκύπτει ανεξέλεγκτα κι όσο την κυνηγάς, τόσο την πληγώνεις.
Είναι χημεία ουσιών που δεν μπορείς τη βάση τους να τη γνωρίσεις,
από κόσμο αλλούτερο που οι φτωχές αισθήσεις σου δε φτάνουν να ερευνήσουν.
Μ' αν θες στ' αλήθεια να μάθεις τη χημεία την αγάπης, κάνε ο,τι κάνεις και ζήσε όπως ζεις.
Στον πόνο, τον μόχθο και την ανασφάλεια.
Μονάχα ο ακροβάτης νιώθει το απέραντο κενό που τον χωρίζει από το έδαφος,
μα συνεχίζει κρατώντας τα μάτια του μπροστά.
Κι ας ματώνουν τα πόδια του πάνω στο σκληρό σχοινί.
Ο φόβος της απώλειας σε υποχρεώνει είτε να γκρεμιστείς κοιτώντας τον κίνδυνο κατάματα
είτε ν'αγαπήσεις πιο έντονα χωρίς να νοιάζεσαι για το τι και πώς.

Ω άνθρωπε! Tι δύσκολη ζωή σου δώσαν!
Απ' όλα τα ζωντανά, μονάχα εσύ να έχεις επιλογή στην αγάπη!
Με όπλα ασαφή κι άμυνες συγκεχυμένες, πορεύεσαι κι όπου βγει...
Δε σε ζηλεύω άνθρωπε...μα σε θαυμάζω που,
παρά τον φόβο, τον πόνο και την ανασφάλεια,
εθίζεσαι, τόσο αυθαδώς, στη χημεία της αγάπης!

Το στοιχειό της φύσης

Θεριό ανήμερο ο άνθρωπος,
που αν δεν το μερώσει η αγάπη,
σπέρνει καταστροφές,
σκορπίζει θάνατο
και ερημώνουν τόποι.

Ζήσε το καλοκαίρι σου

Ζήσε το καλοκαίρι σου.
Απόλαυσε τη θέρμη του αυγουστιάτικου ήλιου
σαν το φιλί του κεραυνοβόλου έρωτα.
Άφησε τη θάλασσα να σβήσει τα βήματά σου από την άμμο μαζί με τα λάθη σου.
Βούτα στ' αλμυρά τα κύματα χωρίς φόβο μα με πάθος.
Αγνάντεψε το ηλιοβασίλεμα
και δώσ'του να ταξιδέψει τα όνειρά σου.
Στον αέρα του δειλινού δώσε ένα άρωμα από γιασεμί.
Βάλε στη νύχτα μια νότα από απαλή μπαλάντα.
Κάνε αυθόρμητα μια ευχή στο αστέρι
που σου χαρίζει απόψε μια ευκαιρία με την πτώση του.
Και πού ξέρεις...
Στην καρδιά του φετινού Αυγούστου,
ίσως ν'ανοίξουν οι ουρανοί και να εισακουστούν οι προσευχές σου!

Χαμένοι ήρωες

Οι ήρωες έπεσαν.
Μοναχά θλίψη αρμόζει
για όσα οι αρμόδιοι
δε φρόντισαν.
Θλίψη κι οργή.
Σήμερα οι εγωισμοί
πρέπει να σωπάσουν.
Οι ευθύνες αναζητούν ξανά τον αίτιο.
Ποιος νους χωρά πως για να καλυφθεί
η αναξιότητα χρειάζεται να χαθούν ζωές;
Καθήκον δεν είναι ο θάνατος
ούτε η θυσία.
Κι αν ο διωγμός από το σπίτι σου
λέγεται σωτηρία, τότε πρόληψη
δε θα γνωρίσει ποτέ αυτή η χώρα...
Γιατί για να προστατεύσεις κάτι
πρέπει ν' αγαπάς και να σέβεσαι.
Κι είναι δύσκολη λέξη η αγάπη.
Κι ο σεβασμός;
Μια έννοια που πενθεί
για χρόνια τον χαμό της.

Αποποίηση

Της είπαν πως μοιάζει εύθραυστη σαν νεράιδα
και γοητευτική σαν πριγκίπισσα.
Της είπαν πως η ομορφιά της είναι η δύναμή της.
Τότε εκείνη υποκλίθηκε μ'ένα ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη.
Έβγαλε το στέμμα που της φόρεσαν,
σήκωσε τα μανίκια,
έκανε το ραβδί της κατσαβίδι κι άρχισε να μαστορεύει,
ευθαρσώς κι επιδέξια, τις αιώνιες ρωγμές της.

1 2 3 4 11