Στην καρδιά του χειμώνα
να ονειρεύεσαι μιαν άνοιξη.
Να! Η δύναμη
για ν' αντέξεις την παγωνιά.
Δεν είναι υπόσχεση
η άνοιξη.
Βέβαιο μέλλον είναι.
Μα η ασυνέπεια του χρόνου
είναι το ελάττωμά της.
Στην καρδιά του χειμώνα
να ονειρεύεσαι μιαν άνοιξη.
Να! Η δύναμη
για ν' αντέξεις την παγωνιά.
Δεν είναι υπόσχεση
η άνοιξη.
Βέβαιο μέλλον είναι.
Μα η ασυνέπεια του χρόνου
είναι το ελάττωμά της.
Φλεβάρης.
Στις φλέβες του κυλά
μια άνοιξη κοιμισμένη.
Σιγανά ανδριώνεται
σαν χρυσαλλίδα στο κουκούλι,
ώσπου να φανούν
τα χελιδόνια.
Ο γερό-χειμώνας,
βαρύς στο νεκροκρέβατό του,
φυσά κατά ριπάς
τις τελευταίες του ανάσες.
Ψηλά,
ο ουρανός
σκουπίζει τα πινέλα του
και πασαλείβεται νωχελικά
με φωτεινό γαλάζιο.
Πάνω στα χρυσοκαφετιά κλαδιά
η σοφία αργοπεθαίνει
θάνατο λυτρωτικό.
Κι η ελπίδα που κοιλοπονεί,
καρτερικά προσμένει
τον διάδοχο
της αναγεννημένης νιότης.
Μια λευκή αυγή
βάφτηκε στα κοραλλένια.
Βγήκε ν’ αγναντέψει
πάνω από σώματα
που περιπλανιόνται αδιάλειπτα.
Μια ποικιλία ζωηρών αποχρώσεων
της ανθρώπινης ύπαρξης
θα στολίσει
και πάλι τη μέρα της.
Τυχαίες συναντήσεις,
μεγάλες αποφάσεις,
στροφές της μοίρας.
Θα δει δάκρυα κάθε λογής,
χαμόγελα ειλικρινά,
ερωτικά και ψεύτικα,
θυμό, απογοήτευση,
χαρά και γαλήνη.
‘Πώς καταφέρνει ο άνθρωπος
να κρύβεται
κάτω από τόσο φως;’
αναρωτιέται.
Στο φως φαίνονται όλα,
αρκεί τα μάτια
να θέλουν να δουν.
Αναστέναξε,
στέλνοντας ένα σύννεφο μακριά.
Κάπου,
πίσω από κάτι κλειστά παραθυρόφυλλα,
αντίκρισε τη μιζέρια.
Εκεί, δεν την άφησαν να μπει
και να χαρίσει απλόχερα
τη ζεστασιά της.
Την αγνοούσαν.
Μα ήταν και κάποιες αυλές
γεμάτες λουλούδια,
αρώματα κι ευγένεια
που δε χρειάστηκε
καν πόρτα για να μπει.
Ήταν πάντα ορθάνοιχτα,
κάθε που ξημέρωνε.
Εκεί χαιρόταν ν’ αλωνίζει
και ν’ απολαμβάνει
τα παιχνιδίσματα των δροσοσταλίδων
πάνω σε σκέψεις
και συναισθήματα.
Αφού χόρτασε εικόνες,
η αυγή έδυσε
και μαζί απέσυρε το φως της.
Άφησε τους ανθρώπους
στη μοίρα που η νύχτα τους φυλάει
κι έκανε τον απολογισμό της.
‘Όποιος ανέχεται το σκοτάδι μέσα του,
δε θα με δει ποτέ’ συλλογίστηκε.
‘Όποιος παλεύει να σωθεί απ’ αυτό,
με έχει ανάγκη.
Μα όποιος διψά έστω
για μια ηλιαχτίδα,
θα με προσμένει να γυρίσω’
καθησυχάστηκε
κι έγειρε ν’ αποκοιμηθεί.
‘Αντίο, άνθρωπε.
Εις το επανιδείν’.
Ζήσε το καλοκαίρι σου.
Απόλαυσε τη θέρμη του αυγουστιάτικου ήλιου
σαν το φιλί του κεραυνοβόλου έρωτα.
Άφησε τη θάλασσα να σβήσει τα βήματά σου από την άμμο μαζί με τα λάθη σου.
Βούτα στ' αλμυρά τα κύματα χωρίς φόβο μα με πάθος.
Αγνάντεψε το ηλιοβασίλεμα
και δώσ'του να ταξιδέψει τα όνειρά σου.
Στον αέρα του δειλινού δώσε ένα άρωμα από γιασεμί.
Βάλε στη νύχτα μια νότα από απαλή μπαλάντα.
Κάνε αυθόρμητα μια ευχή στο αστέρι
που σου χαρίζει απόψε μια ευκαιρία με την πτώση του.
Και πού ξέρεις...
Στην καρδιά του φετινού Αυγούστου,
ίσως ν'ανοίξουν οι ουρανοί και να εισακουστούν οι προσευχές σου!
- Μαμά όταν νιώθω ευτυχία είμαι στον παράδεισο;
- Ναι, καρδιά μου! Τον παράδεισο τον φτιάχνουμε μέσα μας!
- Κι έχει ζώα, δάση και χρώματα;
- Ό,τι μπορείς να φανταστείς!
- Αυτά όμως υπάρχουν στη γη.
- Ναι, υπάρχουν.
- Τότε γιατί λένε ότι ο παράδεισος είναι στον ουρανό;
- Γιατί, παιδί μου, στη γη, όσοι δεν μπορούν να φανταστούν τους παραδείσους...τους καίνε.
Νοσταλγικό απόψε το φεγγάρι.
Αναζητά το άλλο του μισό.
Εκείνο που αχόρταγα του ‘κρυψε το σκοτάδι
κι έμεινε μοναχό σ’ έναν ατέρμονο αγώνα
πλήρωσης κι εκπλήρωσης.
Βούτα στη θάλασσα καρδιά μου!
Να ξεπλύνεις τις πληγές σου στην αλμύρα της.
Χωρίς φόβο.
Γίνε φύλλο με οδηγό τον άνεμο και πυξίδα τα κύματα.
Φτάνουν πια τα δάκρυα.
Αλμύρα είναι κι αυτά.
Άστα να ενωθούν με τη μητρική αγκαλιά της θάλασσας
και να χαθούν στο σκοτεινό βυθό της μαζί με ό, τι λύτρωσαν.
Προσπάθησες, μα έχασες από τα ξεχασμένα θραύσματα
που έσπειραν σε ξένες καρδιές.
Αναπόφευκτα, μα υπ' ευθύνη σου, σε πλήγωσαν κι εσένα.
Δεν αγαπούν όλες οι καρδιές το ανέφελο ταξίδι, καρδιά μου!
Ξάπλωσε απαλά να ξαποστάσεις.
Μια θάλασσα πληγές γέμισες.
Δύσκολοι καιροί.
Θολωμένες ματιές,
καρδιές και πνεύματα.
Μα κάπου εκεί,
ένα πουλί τιμά τη φύση του
και συνεχίζει να πετά ελεύθερο
μες στην ομίχλη.
Τη σχίζει στα δυο και διαπερνώντας τη,
κάνει τη δήλωσή του.
«Δε με σκιάζει το ημίφως,
όσο γνωρίζω πού να βρω το φως».
Δες το.
Δεν προσπαθεί καν.
Δεν το νοιάζει η μοναξιά.
Προχωρά κι ανδρειώνεται.
Το μόνο που χρειάζεται είναι να θυμάται
πως τα φτερά του υπάρχουν
για να μπορεί να τιμά τη φύση του.
Έτσι είναι η ζωή μερικές φορές.
Δε φυτρώνει σε κήπους ούτε σε παρτέρια.
Αρκείται σε λίγο νερό.
Κι αποφασίζει να δώσει λίγη ομορφιά εκεί που δεν υπάρχει.
Και τότε η πέτρα έχει δύο επιλογές.
Ή θα δεχτεί να ομορφύνει και θα ανοίξει μια χαραγματιά
για να επιτρέψει στη ζωή να φανεί
ή θα γίνει εμπόδιο μέχρι να βρει μόνη της η ζωή δρόμο προς τα έξω.
Όπως και να έχει η ζωή πάντα νικά.
Η ζωή είναι πιο δυνατή.
Πιο δυνατή από την πέτρα.
Πιο δυνατή από την απανθρωπιά.
Πιο δυνατή από τον θάνατο.
Διαλεξε λοιπόν τι θες να είσαι.
Πέτρα ή ζωή;
Κάποτε ήταν ένα αγόρι που αγαπούσε τις πάπιες. Όνειρο του ήταν να έχει μια πάπια για συντροφιά. Να μένει μαζί του κι εκείνος να τη φροντίζει. Όμως ζούσε σε διαμέρισμα κι έτσι δε θα μπορούσε να τη συντηρήσει. Να της προσφέρει στοργή, αλλά και λίγο από τη φύση της.
Είχε μελετήσει τα πάντα για τις πάπιες. Πώς γεννιούνται, πού ζουν, τι τρώνε, τη συμπεριφορά τους, μέχρι και την ανατομία τους. Όποιο ντοκιμαντέρ υπήρχε για πάπιες το είχε δει και όποιο βιβλίο το είχε διαβάσει. Η μόνη του παρηγοριά ήταν να πηγαίνει και να ταΐζει τις πάπιες που ζούσαν σ’ ένα δημόσιο κήπο κοντά στο σπίτι του. Αυτές ήταν η έμπνευση του, αυτές η παρέα του, αυτές και η απασχόληση του. Καθόταν ώρες και τις παρατηρούσε για να επαληθεύσει αυτά που είχε δει και διαβάσει.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να απομακρύνεται από τους ανθρώπους. Στη δουλειά του, είχε γίνει λακωνικός και τυπικός με τους συναδέλφους του. Τίποτα δεν έμοιαζε να τον ταράζει. Τίποτα δεν έμοιαζε να τον ενοχλεί. Ό,τι κι αν συνέβαινε, εκείνος ψύχραιμος συνέχιζε τη ζωή του. Ζούσε μακριά από τους συγγενείς του και με τους γείτονες δεν είχε ποτέ επαφές. Αν καθόταν να το καλοσκεφτεί, δεν είχε πια φίλους. Είχε μόνο τις πάπιες.
Κάποια μέρα, ενώ είχε βγει για τη συνηθισμένη του βόλτα στον κήπο, έμελλε να συναντήσει αυτό που θα του άλλαζε τη ζωή. Στη λίμνη με τις πάπιες είχαν φέρει ένα νέο μέλος. Μια πάπια ολόλευκη σαν το χιόνι. Καθώς οι σταγόνες του νερού λαμπύριζαν με την κίνηση των φτερών της, μαγνήτιζε όλα τα βλέμματα των παρευρισκομένων. Κολυμπούσε περήφανη επιδεικτικά σα να ήθελε να επισκιάσει τις υπόλοιπες με την ομορφιά της. Η αλαζονεία της ήταν τέτοια, που όταν οι άλλες την πλησίαζαν, πετούσε απότομα μακριά μην και της μαγαρίσουν τα ολόλευκα φτερά με την ασχήμια τους.
Το αγόρι θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Μια τέτοια πάπια ήθελε για συντροφιά και τώρα την είχε μπροστά στα μάτια του! Αν και η έκπληξη του ήταν μεγάλη, δεν έχασε καιρό και προσπάθησε να την πλησιάσει. Αυτή όμως πετούσε μακριά κάθε φορά. Της μίλησε, της χαμογέλασε, της εξομολογήθηκε πως αναζητούσε τη συντροφιά της, όμως αυτή εκεί. Συνέχεια απομακρυνόταν. Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Δεν ήταν μόνο από τον κόπο του να την κυνηγάει. Ένιωθε ταραχή. Κάτι πιο μεγάλο από στενοχώρια. Μια ματαίωση των όσων είχε χτίσει τόσον καιρό μέσα του. Αυτή η πάπια δε φερόταν όπως οι άλλες. Ούτε όπως είχε διαβάσει, ούτε όπως είχε δει, ούτε όπως είχε παρατηρήσει.
Πιο πέρα στεκόταν μια κοπέλα. Τον κοιτούσε με προσοχή όση ώρα πάλευε να προσεγγίσει το ζώο.
«Είναι δύσκολη!» του είπε χαμογελώντας.
Γύρισε και την κοίταξε με το βλέμμα ενός ανθρώπου που το διακόπτουν από βαθιά μελέτη.
«Ορίστε;» αποκρίθηκε σαν να μην είχε ακούσει τι του είχε πει.
«Δε νομίζω ότι ωφελεί να την κυνηγάς.»
Σαν πρώτη αντίδραση του βγήκε να αγνοήσει την κοπέλα, όμως η καρδιά του, που βρισκόταν ήδη σε αναταραχή, είχε άλλα σχέδια.
«Έχεις ασχοληθεί με πάπιες;» τη ρώτησε με ενδιαφέρον.
«Δε χρειάζεται. Απλά καταλαβαίνω ότι την τρομάζεις.»
«Την τρομάζω; Μα μόνο καλό θέλω να της προσφέρω!»
«Το ζώο δεν το καταλαβαίνει αυτό! Νιώθει την ταραχή σου και σε φοβάται.»
«Τι φοβάται;»
«Ότι θες να τη σκλαβώσεις.»
«Μα εγώ…»
«Μου επιτρέπεις;» τον ρώτησε.
Πήρε λίγα ψίχουλα από το χέρι του και τα έριξε στο νερό μπροστά της. Μόλις το είδε, η πάπια πλησίασε με απαλές κινήσεις, κουρασμένη και πεινασμένη από το κυνηγητό, κι άρχισε να τρώει.
«Αυτό ήθελε!» του είπε.
«Δηλαδή;» ρώτησε εκείνος με απορία.
«Ήθελε να σεβαστείς τη φύση και τις ανάγκες της. Ξέρεις είναι παρεξηγημένο ζώο η πάπια. Φαίνεται πως τίποτα δεν την επηρεάζει και πως προσαρμόζεται εύκολα ανάλογα με τις συνθήκες. Δεν είναι όμως έτσι. Κι αυτή φοβάται αν την απειλήσουν, κι αυτή στενοχωριέται αν της πειράξουν τα μικρά της, κι αυτή χαίρεται όταν είναι ελεύθερη. Αυτό που δείχνει είναι η άμυνα που της έδωσε η φύση της. Για να μπορέσεις πράγματι να την πλησιάσεις πρέπει να δεις πίσω από την άμυνα. Πρέπει να την νιώσεις. Όπως και όλα τα ζωντανά.»
Κατέβασε το κεφάλι του σκεπτικός. Αναλογίστηκε πώς και δεν το είχε σκεφτεί ο ίδιος αυτό μετά από τόση μελέτη. Όμως κατάλαβε. Είχε αφοσιωθεί τόσο στο να μάθει για τις πάπιες που έγινε ο ίδιος η άμυνα τους και έχασε τη φύση του. Χωρίς να το καταλάβει, κύλησαν δάκρυα από τα μάτια του. Δεν ήταν λύπης, ούτε χαράς. Ήταν δάκρυα αναγέννησης. Ξαφνικά θυμήθηκε ποιός είναι. Ποιός ήταν πριν αφήσει το πάθος του να τον παρασύρει. Είχε όρεξη για ζωή. Είχε φίλους. Θυμήθηκε την τέχνη του που παράτησε μέσα σε κάποιο υπόγειο μετά από κάποιες άσχημες τροπές της μοίρας.
«Γιατί στενοχωριέσαι τόσο πολύ;» ενδιαφέρθηκε η κοπέλα.
Την κοίταξε και χωρίς δισταγμό ξεκίνησε να της μιλάει. Όχι για τις πάπιες. Δεν είχαν πια σημασία. Για εκείνον. Για τη ζωή του. Εκείνη τον άκουγε με κατανόηση και δεχόταν την εξομολόγηση του σα να τον γνώριζε χρόνια. Στο τέλος της τα είπε όλα. Χωρίς φόβο, χωρίς πάθος. Με την ευκολία που λες ό,τι πιο δικό σου σε έναν άνθρωπο που είναι κομμάτι σου ή που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ στη ζωή σου.
Έφυγαν μαζί από το πάρκο εκείνη την ημέρα και έμειναν μαζί ως τα ξημερώματα συζητώντας.
Την επόμενη κιόλας μέρα της ζήτησε να πάνε μαζί στο ξεχασμένο υπόγειο και μετά πάλι στη λίμνη. Είχε πάρει ό,τι χρειαζόταν. Πινέλα, χρώματα, καμβά και την έμπνευση του. Θέμα του; «Η άμυνα είναι το προσωπείο της εικονικής δύναμης που πείθεις τον εαυτό σου ότι έχεις. Όταν πραγματικά βρεις τη δύναμη που έχεις μέσα σου, δε χρειάζεσαι άμυνα. Αμύνεσαι όταν φοβάσαι. Χωρίς εικονικότητα δεν υπάρχει φόβος. Υπάρχει μόνο Φως. Φως και δύναμη.»
Αυτή ήταν η επαγωγή της χτεσινής ημέρας.
Άρχισε να ζωγραφίζει ξανά. Όχι όμως την εικόνα που έβλεπαν τα μάτια του, αλλά αυτήν που ένιωθε η ψυχή του.
