Tag

κοινωνία

Το στοιχειό της φύσης

Θεριό ανήμερο ο άνθρωπος,
που αν δεν το μερώσει η αγάπη,
σπέρνει καταστροφές,
σκορπίζει θάνατο
και ερημώνουν τόποι.

Χαμένοι ήρωες

Οι ήρωες έπεσαν.
Μοναχά θλίψη αρμόζει
για όσα οι αρμόδιοι
δε φρόντισαν.
Θλίψη κι οργή.
Σήμερα οι εγωισμοί
πρέπει να σωπάσουν.
Οι ευθύνες αναζητούν ξανά τον αίτιο.
Ποιος νους χωρά πως για να καλυφθεί
η αναξιότητα χρειάζεται να χαθούν ζωές;
Καθήκον δεν είναι ο θάνατος
ούτε η θυσία.
Κι αν ο διωγμός από το σπίτι σου
λέγεται σωτηρία, τότε πρόληψη
δε θα γνωρίσει ποτέ αυτή η χώρα...
Γιατί για να προστατεύσεις κάτι
πρέπει ν' αγαπάς και να σέβεσαι.
Κι είναι δύσκολη λέξη η αγάπη.
Κι ο σεβασμός;
Μια έννοια που πενθεί
για χρόνια τον χαμό της.

Καμμένος Παράδεισος

23 Ιουλίου, 2023

- Μαμά όταν νιώθω ευτυχία είμαι στον παράδεισο;
- Ναι, καρδιά μου! Τον παράδεισο τον φτιάχνουμε μέσα μας!
- Κι έχει ζώα, δάση και χρώματα;
- Ό,τι μπορείς να φανταστείς!
- Αυτά όμως υπάρχουν στη γη.
- Ναι, υπάρχουν.
- Τότε γιατί λένε ότι ο παράδεισος είναι στον ουρανό;
- Γιατί, παιδί μου, στη γη, όσοι δεν μπορούν να φανταστούν τους παραδείσους...τους καίνε.

Είμαστε ένας αιώνια έφηβος λαός…

26 Ιουνίου, 2023

Είμαστε ένας βαθιά τραυματισμένος λαός.  Ένας λαός αιώνια έφηβος που κοιτά την ενηλικίωση από μακριά σαν άπιαστο όνειρό, ενώ περιμένει και προσδοκά έναν «σωτήρα», έναν «ηγέτη» που θα τον απαλλάξει από τα δεινά τα οποία ο ίδιος διαιωνίζει. Η χρόνια αιχμαλωσία πάγωσε όποια συνειδητοποίηση θα μπορούσε να έχει και τον ανάγκασε πότε να εφευρίσκει και πότε να υιοθετεί τρόπους για να ξεφεύγει. Ν’ αποφεύγει. Τα βάσανα αλλά και τις ευθύνες του.

Κράτησε σαν φυλαχτό σ’ ένα μπαούλο πολιτισμό και αρχαία κληρονομιά, μη και του τη μαγαρίσει ο εχθρός. Μα αν τον θησαυρό τον φυλάς κάπου αλλού κι όχι μέσα σου, γίνεσαι εσύ ο καταπατητής. Καταντάς ξένος στον ίδιο σου τον τόπο, αλλοιωμένος κι αποπροσανατολισμένος, ν’ αποζητάς την ελευθερία σου χωρίς να ξέρεις τι να την κάνεις.

Κι ήρθαν οι σωτήρες και τον απελευθέρωσαν από τον δυνάστη. Πανηγύρισε την επανάσταση κι ύστερα από λίγο άρχισε να σιχτιρίζει τη νέα κατάσταση γιατί τώρα πια ποιον θα έχει να κατηγορεί; Επανάσταση και ελευθερία χωρίς αλλαγή δεν γίνεται κι αυτός έμαθε τόσα χρόνια στη βολή του. Τα κουτσοκατάφερνε. Συνήθισε κι αφού τα φασόλια βγαίνανε, πότε έτσι πότε αλλιώς, έφτασε στο «δε βαριέσαι». Πώς το ευθυνόφοβο «δε βαριέσαι» να γίνει αποδοχή των λαθών και αναγνώριση των τραυμάτων;

Στα επόμενα χρόνια της απελευθέρωσης, φόρεσε το καπέλο του φιλότιμου κι άρχισε να περιφέρεται θεωρώντας εαυτόν ανώτερο. Καμία ενοχή δεν του ψιθύρισε στο αυτί πως φταίει για την ηγεσία του. Και το θύμα άρχισε να ποθεί να μετατραπεί σε θύτη. Η μεγαλομανία τού φούσκωνε τα μυαλά με την ιδέα της Μεγάλης Ελλάδας. Ο κληρονόμος που αποποιείται την κληρονομιά του κι ύστερα ανακαλύπτει την αξία της μέσα από τα μάτια των θησαυροθήρων, είναι καταδικασμένος να μεγαλοπιάνεται, να σφετερίζεται και στο τέλος να ξεπουλά όσο όσο.

Είμαστε ένας λαός που δεν ξέρει πώς να αναγνωρίζει τους άξιους. Δεν έμαθε στα χρόνια της σκλαβιάς του. Δεν αποποιήθηκε ποτέ τον εγωισμό του για να εκτιμήσει. Μια ζωή στελέχωνε τα πάντα με μέσον και ρουσφέτι. Κι έτσι τα καλύτερα μυαλά του άρχισαν να εγκαταλείπουν τη χώρα και να αξιοποιούνται εκτός. Κι εκείνος έμεινε να κατηγορεί την εκάστοτε εξουσία που ο ίδιος ελεύθερα δήθεν επέλεγε μέσα από τις παρωπίδες που ποτέ δεν έβγαλε. Πώς να αναγνωρίσεις τον άξιο αν δεν παραδεχτείς τη δική σου αναξιότητα; Πώς να εκδιώξεις τον ανάξιο αν δέχεσαι να εξυπηρετεί το συμφέρον σου;

Κι έφτασε σήμερα, 200 χρόνια μετά, να μεταθέτει το φταίξιμο από την εξουσία στον συμπολίτη. Και τρώει τις σάρκες του γιατί δεν αντέχει πια τον εαυτό του. Πόσα χρόνια μπορεί να κρατήσει η εφηβεία του; Πόσο ακόμα θα χρειαστεί να καταλάβει ότι αν δεν σκύψει το κεφάλι να δει τις πληγές του κι αν δεν αντικρίσει τον εαυτό του στον καθρέφτη όπως πραγματικά είναι κι όχι όπως τον φαντασιώνεται, δε θ’ αλλάξει ποτέ;

Όσα γίνονται εκεί ψηλά στην εξουσία καθρέφτης είναι. Εμάς δείχνουν. Αντί να καθόμαστε να ψάχνουμε τη λύση στα λόγια και τις ευθύνες των άλλων, ας δούμε τι πολιτική κληρονομιά κουβαλάει ο καθένας μας στο μυαλό του. Τι μας έμαθαν και τι κριτήρια έχουμε για ν’ αποφασίζουμε; Πόσο «δε βαριέσαι» είμαστε ή πόσο φιλότιμο έχουμε στ’ αλήθεια; Ας αναρωτηθούμε όλα αυτά που κατηγορούμε τους γύρω μας, πόσο εμείς τα αποφεύγουμε;

Είμαστε ένας έφηβος λαός που πρέπει επιτέλους να ενηλικιωθεί στο τώρα. Ας δούμε τα τραύματά μας, χωρίς να βγάζουμε την ουρά μας απ’ έξω, για να απαντήσουμε στο αιώνιο ερώτημα… Είμαστε άξιοι να θεραπευθούμε για ν’ αξίζουμε την εξουσία που νομίζουμε ότι θέλουμε;

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων, το ξημέρωμα θ’ αργήσει.
Το σκοτάδι βασιλεύει κι απλώνει τα φθαρμένα δίχτυα του.
Με ίνες συμφέροντος τα έπλεκαν με περίσσια ιδιοτελή φροντίδα
οι συντηρητές του αιώνες κι αιώνες τώρα.
Εκείνοι που με σημαία τους το μαύρο υποστηρίζουν το σκοτάδι και την τσέπη τους,
κρύβοντας προθέσεις και ίντριγκες πίσω από μεγαλεπίβολα σχέδια.
Με περίσσεια δεξιοτεχνία, πατούν στα ζωντανά πτώματα των σκοτεινών οπαδών
που έλκονται από τη μυρωδιά της ξένης εξουσίας
σαν τις μύγες που αναζητούν απεγνωσμένα ακαθαρσίες για να τραφούν.
Οι σκοτεινοί οπαδοί είναι η κρυφή δύναμη.
Το βάθρο του ματωμένου θρόνου.
Επιμελώς εκπαιδευμένοι με διαμορφωμένες πεποιθήσεις
που παπαγαλίζουν δεξιά και αριστερά μολύνοντας τον αέρα.
Στη θέα των αρχηγών, λόγια κολακείας ξεπηδούν
σαν μαστίγια από το στόμα τους για να χαϊδέψουν εγωισμούς
καλά εδραιωμένους στις χρυσοποίκιλτες καρέκλες τους.
Η ζωή τους μια δουλοπρεπής υπόκλιση.

Οι πολίτες της χώρας επιβιώνουν μέρα με τη μέρα.
Έχουν κληρονομήσει ζωές με σαθρά θεμέλια κι ανεπαρκείς αξίες.
Καθημερινά κολυμπούν σ’ έναν βούρκο που τους λερώνει
από τα μάτια μέχρι το μυαλό.
Πολλοί διαφωνούν με το σκοτάδι.
Συζητούν, διαπιστώνουν κι έπειτα πάλι σιωπούν.
Αναζητούν, μα υποκύπτουν στην ανάγκη.
Κάποιοι διαδηλώνουν υπέρ του φωτός
κι ας μην είναι σίγουροι αν το έχουν δει ποτέ.
Άλλοι τους ακολουθούν από συνήθεια
κι άλλοι από βαρεμάρα ή από την ανάγκη του ανήκειν.
Με κοιμισμένη συνείδηση πώς να φέρουν την αλλαγή;
Σκόρπιες φωνές, διχασμένες κι αυτές σε αποχρώσεις δίχως όραμα.
Αν οργανωθούν κάτω από έναν κοινό σκοπό, το σκοτάδι τις φιμώνει με πόνο
για να υποκύψουν στ’ αντανακλαστικά της επιβίωσης.
Μεγεθύνει ανείπωτες συμφορές στις συστημικές οθόνες του
κι υποβάλλει την ανάγκη ύπαρξης του.

Μα ξεθωριάζει πια η παντοδυναμία του.
Η φθορά κατατρώει τους ιμάντες κι αποκαλύπτει
ρωγμές κι αναλήθειες οφθαλμοφανείς.
Οι άνθρωποι δεν κάνουν πια σχέδια μακροπρόθεσμα.
Όνειρά τους έγιναν τ’ αυτονόητα και τα δικαιώματα.
Κουράστηκαν κι η κούραση είναι επικίνδυνος σύμβουλος.
Αγανάκτησαν κι ο θυμός ζητά σθεναρά διέξοδο.
Απηύδησαν κι η απόγνωση πιέζει για λύσεις.
Απελπίστηκαν κι η απογοήτευση διψά για βελτίωση.

Μονάχα μια εκλεπτυσμένη ενσυναίσθηση
μπορεί να διαφύγει από τα σκοτεινά δίχτυα.
Να υψωθεί, ν’ αντικρίσει τα τραύματα,
να κατανοήσει και να σκύψει ύστερα να λυτρώσει τα δικά της.
Μία προς μία, ώσπου ο ήχος της εσωτερικής αλλαγής
να γίνει αντίλαλος που δε σωπαίνει στη θέα του σκοταδιού.

Στη χώρα των κοιμισμένων συνειδήσεων, το ξημέρωμα πρέπει να έρθει.
Εκ των έσω.

Δεν υπάρχει γιορτή

Στη μνήμη των θυμάτων
οι γυναίκες ακουμπούν λουλούδια στο προσκέφαλο. 
Τα τραύματα ακόμα αιμορραγούν. 
Δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα ένα μούδιασμα στα σπλάχνα που γεύονται την απώλεια. 

Ο μόνος που γιορτάζει τούτη τη μέρα είναι ο θάνατος. 
Είτε με τη μορφή του Χάροντα είτε του Αγγέλου
διακόσμησε γιορτινά τον ουρανό με νεανικές ψυχές. 
Εδώ δεν υπάρχει γιορτή. 
Μονάχα θρήνος. 

Πώς να γιορτάσει η γυναίκα όταν η μάνα πενθεί;
Για να γιορτάσει πρέπει να είναι ολόκληρη. 
Τώρα περιφέρεται σα να της ξεριζώσαν την καρδιά. 
Θα πάρει χρόνο, χρόνια. 
Χρόνια πολλά για να απαλύνει λίγο ο πόνος της. 

Οι υπόλοιπες; 
Γινόμαστε ένα αόρατο τείχος προστασίας,
μήπως οι προσευχές μας αφαιρέσουν λίγο βάρος
και συνοδέψουν τα παιδιά στο τελευταίο ταξίδι τους. 
Είμαστε συνεπιβάτες σ' ένα εθνικό μνημόσυνο. 
Καμιά γιορτή δε μας χωρά απόψε. 

Εσύ ποιος επιλέγεις να είσαι μπροστά στον κίνδυνο;

10 Φεβρουαρίου, 2023

Μέσα στο μετρό βλέπεις λογιών λογιών ανθρώπους. Διαφορετική εμφάνιση, διαφορετική συμπεριφορά. Ο ένας ακούει μουσική, ο άλλος δεν ξεκολλά τα μάτια του από την οθόνη του κινητού του, κάποιος διαβάζει, άλλος απλά περιμένει τη στάση του. Καθένας χαμένος στις σκέψεις του. Καθένας κι ένας κόσμος ολόκληρος.

Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που φαντάζομαι το βαγόνι σαν έναν μικρό πλανήτη σε τροχιά. Όλοι συνεπιβάτες, αλλά τόσο ουσιαστικά μακριά ο ένας από τον άλλον.

Τότε θυμάμαι σκηνές από ταινίες που κάτι καταστροφικό τους εγκλωβίζει στον συρμό κι αναγκάζονται να βρουν τρόπο ν' αποδράσουν. Οι σκόρπιοι κόσμοι γίνονται ένα μπροστά στον κίνδυνο. Οι ρόλοι μοιράζονται, θαρρείς αυτόματα, σαν σε θίασο που αυτοσχεδιάζει. Αναδεικνύονται οι ηγέτες, οι εφευρετικοί, οι συναισθηματικοί, οι τρυφεροί, οι σκληροί, οι αδύναμοι, οι ήρωες.

Αναρωτιέμαι... Ο καθένας δείχνει τον εαυτό που το ένστικτο επιβίωσης του υπαγορεύει ή είναι κάτι ανώτερο που ξυπνά μέσα του; Τι καθορίζει τη συμπεριφορά στην ανάγκη; Οι αξίες ή τα απωθημένα; Η δύναμη της ψυχής ή τα τραύματα;

Είναι τόσα ερωτήματα που αναμασά το μυαλό όποτε η απειλή της ζωής του φαντάζει πιθανή.
"Ποιον θα έσωζες πρώτον;"
"Τι θα έπαιρνες μαζί σου και τι θα άφηνες στην τύχη του;"
"Θα κατάφερνες να αποδράσεις ή θα παραδινόσουν στη μοίρα σου;"
Οι απαντήσεις καθορίζουν και τον βασικό ρόλο που θα παίξεις.

Εσύ ποιος επιλέγεις να είσαι μπροστά στον κίνδυνο;

Μελωδία από “παιδιά”

Σε μια θάλασσα από ανθρώπους
λογιών λογιών κεφάλια ξεχωρίζουν.
Κάποια συζητούν,
κάποια μάχονται εγωιστικά,
άλλα αντιτίθενται δήθεν πολιτισμένα.

Κάτω από την επιφάνεια, οι καρδιές μιλούν.
Χτυπούν γρήγορα, εύθυμα, θλιμμένα, βαριά.
Μα κανείς δεν ακούει.
Η φωνή τους δε φτάνει ως έξω.
Το νερό τη σκεπάζει.

Τα κεφάλια συνεχίζουν να φλυαρούν,
μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει στο βυθό των άλλων
κι ας μοιράζονται όλοι την ίδια θάλασσα.

Λίγο πιο πέρα μια παρέα παιδιών κολυμπά ανάσκελα.
Οι νεανικές καρδιές τους ακούγονται μελωδικά
μέσα στις παράταιρες φωνές των εγκεφάλων.
Τα κεφάλια γυρίζουν προς το μέρος τους.
Βιάζονται να κρίνουν την ωριμότητα
και την ευσέβειά τους.
"Επιπόλαιη και απερίσκεπτη η νεότητα".

Η παρέα βουτά το σώμα στη θάλασσα και πλησιάζει.
Μα δεν είναι παιδιά...
Μικρές ρυτιδιασμένες γραμμές
αυλακώνουν τα πρόσωπά τους.
Αποτυπώσεις πόνου και μόχθου
στα καθαρά τους μάτια.
Τα κεφάλια είχαν αποδώσει τη νεότητα στο μυαλό,
θαρρείς κι είναι προνόμιο των αριθμών
να φέρνουν το γήρας.

Η μελωδία της καρδιάς τους ακουγόταν ακόμα.
Υπόκωφα και διακριτικά.
Ξεχώριζε μέσα στην οχλαγωγία των κενών λέξεων.

Μια μελωδία από παιδιά.
Τα "παιδιά" που δε φοβήθηκαν
ν' ακούσουν και ν' ακουστούν.
Σκέφτηκαν κι ένιωσαν μαζί.
Τα παιδιά που διέφεραν
και θα διαφέρουν πάντα.

Το Λαϊκό Δικαστήριο των Βαΐων

Βάγια απλώνονται.
Φωνές ενθουσιασμένες, ένθερμες, φανατικές ακούγονται.
Η ελπίδα αναζωπυρώνεται.
Ο καθένας της δίνει προσωπική χροιά.
Το συμφέρον χτυπάει στο ρυθμό της καρδιάς και ορίζει τη σκέψη.
Αυτός που δεν υποσχέθηκε τίποτα πρέπει να τηρήσει
όλα όσα οι γύρω του επιθυμούν από εκείνον.
Επευφημούν, όσο πιστεύουν ότι έχουν λαμβάνειν.
Ήρθε ο λυτρωμός!
Άραγε από ποια δεινά μπορεί να σωθεί κάποιος που περιμένει να τον σώσουν;
Ποιος μπορεί να τον σώσει από τον εαυτό του τον ίδιο;

Εκείνος προχωρούσε σκυφτός πάνω στο γαϊδουράκι.
Άκουγε.
Γνώριζε.
Εκείνοι που χωρίς να σε πιστεύουν σε στηρίζουν,
θα σε κατηγορήσουν με την πρώτη ευκαιρία.
Εκείνοι που σου κολλούν ταμπέλες πομπώδεις,
θα σε χρίσουν ζητιάνο σε μια στιγμή.
Εκείνοι που ποτέ δε θέλησαν να δουν με την ψυχή τους,
θα σε σταυρώσουν μην τυχόν τους σώσεις από την άγνοιά τους.

Κανείς δεν ξεφεύγει από το λαϊκό δικαστήριο που άγεται και φέρεται.
Είτε φταίχτης είτε αθώος.
Δικαστές που προβάλλουν το σκοτάδι και τους φόβους τους
στο πρώτο εξιλαστήριο θύμα.
Που φαντασιώνονται ότι είναι άξιοι ακόλουθοι ικανών ηγετών.
Που δικάζουν τον συνάνθρωπο με κριτήριο το πάθος τους.
Φανατικοί αποθεωτές και σταυρωτές
που στροβιλίζονται σ’ ένα θέατρο κοινωνικού παραλόγου.

Κι Εκείνος να περνά και να θλίβεται
για τις τόσες ψυχές που μένουν φυλακισμένες
μέσα στα ατελή εγώ τους.

Κρυμμένο όνειρο

18 Αυγούστου, 2021

Έχω ένα όνειρο κρυμμένο. Μόλις ο κίνδυνος περάσει, σηκώνω τα μάτια και κοιτάζω τον ουρανό. Κάπου εκεί το έχω φυλάξει. Ανάμεσα στ' αστέρια. Η καρδιά μου είναι τόσο γεμάτη από φόβο που αδυνατεί να το θρέψει. Άλλωστε, είναι επικίνδυνο να το έχω κοντά μου. Μπορεί να το καταλάβουν. Το ένστικτο μού λέει ότι είναι προτιμότερο να επιβιώσω. Η καρδιά μου κλαίει με δάκρυα που δε στάζουν στα μάτια που δε μου κάλυψαν. Δε θα προδοθώ.

Ακούω τη βροχή και φαντάζομαι πως είναι οι πέτρες που ρίχνουν για να με σκεπάσουν. Τρέμω. Βλέπω το σώμα μου να κείτεται νεκρό και ματωμένο στα πόδια τους. Άλλο ένα αντικείμενο άχρηστο που πετάχτηκε στα σκουπίδια. Αυτό είμαι. Πώς μπορεί ένα σκουπίδι να έχει όνειρα; Δεν αρμόζει.
Κι όμως έχω ένα όνειρο. Δεν απαιτεί πολλά. Λίγες σταγόνες χρώμα στον τοίχο. Δυο πλήκτρα και τέσσερις νότες. Λίγο φως στο δέρμα.

Τι ήταν αυτό; Τρέχω, τρομαγμένη πάλι, να κρυφτώ. Παρασύρθηκα. Κλείνω τα μάτια και σφίγγω τα χέρια μου στο στήθος μου. Νιώθω την κάννη του όπλου τους ν' αγγίζει τον κρόταφό μου. Παρακαλώ να πεθάνω πριν μ' αγγίξουν. Πριν η βαριά, ανυποχώρητη ανάσα τους σκίσει το κορμί μου. Όλα σκοτεινιάζουν. Μέσα στο μαύρο μένω γονατισμένη, πληγωμένη, αδύναμη.

Δεν αξίζω να έχω όνειρα. Σπόροι είναι που φυτρώνουν σε γόνιμο έδαφος. Εγώ είμαι ένας σωρός αποκαΐδια. Τι έχει μείνει για να σώσω;

Το λυπάμαι τ' όνειρό μου. Δε θέλω να καταντήσει σαν κι εμένα. Είναι το μόνο που μπόρεσα να κρατήσω αγνό. Ας το φυλάξουν καλύτερα τ' αστέρια. Πονάω.

Έρχονται πάλι.
Αντίο όνειρό μου.
Αντίο.

1 2 3 4