Tag

κοινωνία

Κρυμμένο όνειρο

18 Αυγούστου, 2021

Έχω ένα όνειρο κρυμμένο. Μόλις ο κίνδυνος περάσει, σηκώνω τα μάτια και κοιτάζω τον ουρανό. Κάπου εκεί το έχω φυλάξει. Ανάμεσα στ' αστέρια. Η καρδιά μου είναι τόσο γεμάτη από φόβο που αδυνατεί να το θρέψει. Άλλωστε, είναι επικίνδυνο να το έχω κοντά μου. Μπορεί να το καταλάβουν. Το ένστικτο μού λέει ότι είναι προτιμότερο να επιβιώσω. Η καρδιά μου κλαίει με δάκρυα που δε στάζουν στα μάτια που δε μου κάλυψαν. Δε θα προδοθώ.

Ακούω τη βροχή και φαντάζομαι πως είναι οι πέτρες που ρίχνουν για να με σκεπάσουν. Τρέμω. Βλέπω το σώμα μου να κείτεται νεκρό και ματωμένο στα πόδια τους. Άλλο ένα αντικείμενο άχρηστο που πετάχτηκε στα σκουπίδια. Αυτό είμαι. Πώς μπορεί ένα σκουπίδι να έχει όνειρα; Δεν αρμόζει.
Κι όμως έχω ένα όνειρο. Δεν απαιτεί πολλά. Λίγες σταγόνες χρώμα στον τοίχο. Δυο πλήκτρα και τέσσερις νότες. Λίγο φως στο δέρμα.

Τι ήταν αυτό; Τρέχω, τρομαγμένη πάλι, να κρυφτώ. Παρασύρθηκα. Κλείνω τα μάτια και σφίγγω τα χέρια μου στο στήθος μου. Νιώθω την κάννη του όπλου τους ν' αγγίζει τον κρόταφό μου. Παρακαλώ να πεθάνω πριν μ' αγγίξουν. Πριν η βαριά, ανυποχώρητη ανάσα τους σκίσει το κορμί μου. Όλα σκοτεινιάζουν. Μέσα στο μαύρο μένω γονατισμένη, πληγωμένη, αδύναμη.

Δεν αξίζω να έχω όνειρα. Σπόροι είναι που φυτρώνουν σε γόνιμο έδαφος. Εγώ είμαι ένας σωρός αποκαΐδια. Τι έχει μείνει για να σώσω;

Το λυπάμαι τ' όνειρό μου. Δε θέλω να καταντήσει σαν κι εμένα. Είναι το μόνο που μπόρεσα να κρατήσω αγνό. Ας το φυλάξουν καλύτερα τ' αστέρια. Πονάω.

Έρχονται πάλι.
Αντίο όνειρό μου.
Αντίο.

Γιατί είμαι άνθρωπος

8 Αυγούστου, 2021

Χάιδεψα τα μαλλιά της κόρης μου. Γύρισε το κεφαλάκι της και με κοίταξε. Πόσο ήρεμη στην ασφάλειά της! Της χαμογέλασα αχνά, ενώ είχα ακόμα στα μάτια μου τις φλόγες που κατάπιναν τα ξένα σπίτια. Ξένα; Τίποτα δεν είναι ξένο. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Το σπίτι σου που έγινε συντρίμμια το νιώθω και δικό μου σπίτι. Δάκρυα κυλούν και στα δικά μου μάτια για τον όμορφο κήπο σου που έδινε ζωή και τώρα φιλοξενεί τον θάνατο. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Σπαράζει κι η δική μου καρδιά για το παιδί σου που αναγκάστηκες να του πεις "Σήκω παιδί μου φεύγουμε", όχι για βόλτα, αλλά για το άγνωστο. Τι χειρότερο για έναν γονιό από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια; Όχι, δεν μπόρεσε να πάρει το αγαπημένο παιχνίδι του, γιατί δε χωρούσε, γιατί έπρεπε να τρέξετε, γιατί έπρεπε να σωθείτε. Σ' ένιωσα τη στιγμή που είδες το φόβο στα μάτια του να ψάχνει να βρει τη δική σου ανύπαρκτη σιγουριά για να πιαστεί. Σε νιώθω. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Έφυγες αποχαιρετώντας ό, τι πιο δικό σου. Δεν είναι "ντουβάρια", ούτε "αντικείμενα". Είναι κόποι, συναισθήματα, αναμνήσεις. Ναι, η ανθρώπινη ζωή είναι πανώ από όλα και αυτή θα κοιτάξεις να σώσεις. Βλέπω όμως το αποτυπώματα σου σε όλα αυτά τα υλικά που αγάπησες και κατανοώ τη θλίψη σου. Αφήνεις πίσω τη ζωή σου που δε θα είναι πια ίδια. Σε κατανοώ. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Το χωριό σου! Το όμορφο χωριό σου που έδινε απλόχερα δροσιά και χρώμα σε όποιον το επισκεπτόταν. Μαύρο πια στέκεται πάνω στ'αποκαΐδια του σαν νεκροταφείο. Τα δέντρα του, τα λουλούδια του, τα ζώα του φτιάχνουν τον δικό τους παράδεισο κάπου αλλού. Σοκάρομαι και θλίβομαι. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Και τώρα; Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Δε σε προστάτεψαν. Νιώθεις προδομένος, οργισμένος, καταβεβλημένος, απελπισμένος. Άδειος. Σε συναισθάνομαι. Γιατί είμαι άνθρωπος.

Όμως, ξαφνικά, βλέπεις κάποιους να βρίσκονται από το πουθενά να σε βοηθήσουν, να σε αγκαλιάσουν, να σου πουν μια καλή κουβέντα, μήπως ξαναβρείς λίγο από το αδικοχαμένο θάρρος σου. Άλλοι πασχίζουν με τις φλόγες, αψηφώντας τα πάντα, μήπως και κάτι σωθεί. Άγνωστοι ή φίλοι ανοίγουν τα σπίτια τους και την καρδιά τους να προσφέρουν ό, τι μπορούν. Γιατί όλοι μπήκαμε στη θέση σου και θρηνούμε μαζί σου. Νοιαζόμαστε και θέλουμε να δεις ότι δεν είσαι μόνος.

Ακόμα κι αν αυτοί που έχουν χρέος να σε στηρίξουν, δεν το κάνουν, είμαστε εμείς εδώ. Είμαστε κοντά σου για να σε δούμε να σηκώνεις ξανά το κεφάλι κι όταν αντικρίσεις τον ουρανό να μη δεις καπνούς, αλλά ήλιο και τριγύρω σου πράσινο. Ίσως η αγάπη μας να μπορέσει να διώξει τον πόνο από τα μάτια και την ψυχή σου. Ίσως σε κάνουμε να χαμογελάσεις ξανά.

Είμαστε εδώ για να το προσπαθήσουμε.
Είμαστε εδώ.
Γιατί είμαστε άνθρωποι.

Η πάλη των φύλων

21 Μαρτίου, 2021

Γράφουν η Ελίνα Δερμιτζόγλου & η Γεωργία Λαμπάρα Τριανταφύλλου

Η πάλη των δυο φύλων χρονολογείται από τη γένεση κιόλας του ανθρώπου, λες κι ο Θεός έπλασε τον άνδρα και τη γυναίκα με απώτερο σκοπό να αγωνιστούν για το ποιος θα επικρατήσει. Για αιώνες, ο Αδάμ φαινόταν πως είχε στεφθεί νικητής κι είχε εκδικηθεί επιτυχώς την Εύα επειδή του στέρησε τον Παράδεισο. Η πατριαρχία του, έχοντας ριζώσει βαθιά στα κοινωνικά δρώμενα, είχε θέσει σαφώς τα όρια του γυναικείου φύλου, όταν ο φεμινισμός ήρθε για να επαναστατήσει, ν’ αναταράξει και ν’ ανατρέψει τους ρόλους.

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αγώνες που απάλλαξαν τη γυναίκα από δεινά και ταπεινώσεις και τη βοήθησαν να εδραιωθεί ως άνθρωπος μεταξύ ανθρώπων. Όπως όμως δίδαξε πρώτη η πατριαρχία, η παγίδα του υπερβολικού ζήλου είναι που δυσχεραίνει τα πράγματα και φέρνει τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αγωνίστριες υπέρ της ισότητας, της αποδοχής και του σεβασμού του γυναικείου φύλου από την κοινωνία, πορεύτηκαν δίχως να σεβαστούν οι ίδιες, την ίδια τους τη φύση. Ξέχασαν ότι η φύση τους χάρισε το μεγαλύτερο προτέρημα, που είναι, να φέρουν ζωή. Ζήλεψαν ό,τι είναι πέρα από τη δική τους φύση. Δε λέω, τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο, όμως στο δρόμο προς την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους, ξέχασαν ότι αγωνίζονται ως γυναίκες, που ίσως αν δεν επέτρεπαν στη λήθη να υπερκαλύψει το ζήλο τους, αυτή τη στιγμή, να ήταν από τα πιο προνομιούχα πλάσματα, επάνω στη γη.

Ακούγονται πολλά τον τελευταίο καιρό, σχετικά με τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες που καταλήγουν σε εκτρώσεις. Γράφονται κείμενα όπου σε κάθε παράγραφο συναντάμε κι ένα δριμύ κατηγορώ προς το αντρικό φύλο, το οποίο θεωρείται αποκλειστικά υπεύθυνο για τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες. Αφού προσπαθούν να σε πείσουν, με πολλά επιχειρήματα - τα οποία θεωρώ γενικευμένα - και να ανεβάσουν με τον τρόπο αυτό τη θέση της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία, κάνουν επίκληση στο συναίσθημα για τα δείνα που βιώνει το γυναικείο φύλο από τις μεθόδους αντισύλληψης (δεν αντιλέγω σε αυτό). Καταλήγουν δε στη φράση: "οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες προκαλούνται από άντρες", υποβιβάζοντας από μόνα τους το γυναικείο φύλο, αφού προβάλουν τη γυναίκα ως ένα ον δίχως βούληση. Οι ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, προκαλούνται από την ανεύθυνη συμπεριφορά και των δύο φύλων.

Στη σημερινή κοινωνία, εκτός από περιπτώσεις βιασμού, η γυναίκα έχει την ίδια ελευθερία επιλογής στη μέθοδο αντισύλληψης, όπως και ο άντρας, εκτός και αν η ίδια θέλει να μην έχει ή διστάζει από μόνη της, για δικούς της προσωπικούς λόγους (απουσία προσωπικής βούλησης, έλλειψη ευθύνης ή σεβασμού απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό). Μία γυναίκα, λοιπόν, που επιθυμεί να κερδίσει το σεβασμό του άλλου φύλου και κατ' επέκταση, της κοινωνίας, θα πρέπει πρώτα η ίδια να σέβεται τον εαυτό της, κρατώντας το ρόλο της μέσα σε αυτήν. Κανένας σήμερα δεν αναιρεί ότι μπορεί να έχει επιλογές, τόσο στην επαγγελματική όσο και στην προσωπική της ζωή. Επομένως, δεν είναι θύματα και οι άντρες θύτες.

Η μόνη περίπτωση που μια γυναίκα πέφτει θύμα μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, είναι μετά από έναν βιασμό. Ακόμα και σε μια καταπιεστική σχέση που ισχυρίζεται πως δέχεται πίεση για μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, όχι, δεν είναι θύμα. Γιατί, κατ' εμέ, δεν υπάρχει εξ αρχής θύτης και θύμα, αλλά επιλογή και επιλεγόμενος. Κάποιες φορές μάλιστα ο επιλεγόμενος μετατρέπεται σε μια επιλογή - θύμα αυτού που τον επιλέγει. Δεν είναι λίγες οι φορές που άντρες βρίσκονται δέσμιοι σε μια σχέση που τους αναγκάζει να παραμείνουν μετά από μια εγκυμοσύνη για την οποία δεν ενημερώθηκαν έγκαιρα.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να είμαστε ίσοι, θα πρέπει να το κάνουμε κι ως προς τις ευθύνες. Η αποδοχή της πατριαρχίας ως de facto, μόνο φανατισμό μπορεί να φέρει και την ανάγκη για ένα αντίπαλο δέος. Ο φυλετικός ανταγωνισμός δεν έχει νόημα σε μια κοινωνία που το μόνο που έχει ανάγκη είναι η ισορροπία. Είναι κατανοητή η καταπίεση που έχει υποστεί το γυναικείο φύλο για αιώνες, αλλά αυτό δε δικαιολογεί μια απόλυτη στάση. Αν μια γυναίκα θέλει να δείξει το δρόμο, έχει καλύτερους τρόπους να το κάνει από το να κατηγορεί τους άνδρες. Τη στιγμή που θα αντιληφθεί ότι η ουσία της ύπαρξής της δεν βρίσκεται στο να επιβληθεί, αλλά στο να πιστέψει η ίδια στην αξία της, θα έχει επιτύχει ως άνθρωπος.

Το να κατατάσσουμε, λοιπόν, όλους τους άνδρες κι όλες τις γυναίκες στο ίδιο τσουβάλι, σίγουρα δε μας κάνει αντικειμενικούς. Η γυναίκα, όπως και ο άνδρας, είναι ένα χαρισματικό ον που μπορεί να προοδεύσει σε πάρα πολλούς τομείς, τόσο του πνεύματος όσο και της τέχνης. Η ιστορία της δεν είναι τα δεινά της και η χρήση αυτών ως ελαφρυντικά μόνο κακό μπορεί να της κάνει. Ο σεβασμός στη φύση του κάθε φύλου δε σημαίνει υποτίμηση ή υπερτίμηση αυτού, αλλά ανάγκη για αρμονική συνύπαρξη, όπου ο καθένας θα λειτουργεί βάσει και της ύλης και της προσωπικότητάς του και θα αναλαμβάνει τις ευθύνες που του αναλογούν.

Χαρταετοί

Το κατάλαβες;
Γίναμε χαρταετοί.
Προσωρινά κατασκευάσματα χωρίς φτερά
που φτιάχτηκαν για να πετούν υπό όρους.
Το σκοινί κρατιέται γερά,
η απόσταση ορίζεται από την καλούμπα
κι ο χρόνος της πτήσης από τις καιρικές συνθήκες.
Το έμαθες;
Φέτος δε θα τηρηθεί το έθιμο.
Απαγορεύεται να πετάμε χαρταετό.
Απαγορεύεται να πετάμε.
Κοίτα!
Ένα παιδί εκεί στην άκρη του πάρκου παρανομεί.
Έκοψε το σκοινί, ελευθέρωσε τον χαρταετό του
και χαμογελά.

Άθλιο καρναβάλι

Χρώματα ριγμένα
ανακατεμένα κατά γης.
Σώματα σαν φίδια,
της χαράς στολίδια,
θα δεις.

Στου χορού τη δίνη,
μάσκες κι αρλεκίνοι
ανυπομονούν.
Λίγο να γελάσουν
τις σιωπές να σπάσουν,
αν μπορούν.

Πρόσωπα κρυμμένα,
μάτια διψασμένα
στην αναμονή.
Μια ανάσα μένει
στη σκιά δεμένη
να ελευθερωθεί.

Λόγια του ανέμου
σ' άρμα μεθυσμένου
αντηχούν.
Άρχουσα αναρχία
ζάλη κι αμαρτία
να καραδοκούν.

Άθλιο καρναβάλι,
ψέμα και κραιπάλη
δίχως ενοχή.
Πίσω από κουρτίνες
σβήνουν πια ευθύνες
ήθος κι η ντροπή.

Όταν ξημερώσει
ποιος θα μετανιώσει
και ποιος θα κρυφτεί;
Ρότα πώς θ' αλλάξει
πάθη ν' αποτάξει
μήπως και σωθεί;

Καταγγελία ενός βιασμού

18 Ιανουαρίου, 2021

Κατέβηκε τα σκαλιά τρεκλίζοντας. Το κεφάλι της ήταν ζαλισμένο σαν να είχε μόλις ξυπνήσει από εφιάλτη. Έκανε δυο μετέωρα βήματα και κοίταξε ψηλά προς το παράθυρο. Εκείνος, ατάραχος, κούμπωνε το παντελόνι του, ρεμβάζοντας. Κατέβασε τα μάτια, έκλεισε με το χέρι της τα πέτα του παλτό της και το κράτησε σφιχτά σαν να μπορούσε να κρύψει την ντροπή της μέσα του. Επιτάχυνε το βήμα της. Δεν άντεχε να μείνει ούτε μια στιγμή ακόμα σ' εκείνη την κόλαση.

Άρχισε να τρέχει, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπο της, αψηφώντας τη μανία του ανέμου να τα στεγνώσει. Ένιωσε μια σουβλιά στο πάνω χείλος. Το άγγιξε με τα δάχτυλά της. Η πληγή από το χαστούκι που την είχε αφήσει αναίσθητη είχε ανοίξει από το κρύο και αιμορραγούσε. Το κράτησε όπως όπως με ένα χαρτομάντιλο και συνέχισε το δρόμο της. Πού να πήγαινε όμως; Ποιος θα την πίστευε;

Στους γονείς της δεν τολμούσε να μιλήσει. Φοβόταν πως ο πατέρας της θα έφτανε στο φονικό. Η μάνα της θα καταλάβαινε, αλλά ούτε εκείνη θα σιωπούσε. Έπρεπε πάση θυσία να μείνει κρυφό. Την είχε απειλήσει πως αν μαθευόταν, είχε κάθε μέσο να τη βγάλει ψεύτρα και να την κάνει να υποφέρει για την υπόλοιπη ζωή της.

Κατηγόρησε τον εαυτό της που τον εμπιστεύθηκε. Χιλιάδες «γιατί» πλημμύρισαν το μυαλό της κι ένας χείμαρρος τύψεων την έπνιξε για ένα έγκλημα που δεν είχε κάνει. Γιατί δεν κατάφερε να ξεφύγει, γιατί δεν πίστεψε ότι θα έφτανε ως εκεί, γιατί δεν είχε δει τα σημάδια, γιατί δεν είχε περισσότερο θάρρος να μιλήσει. Και τι να πει; Όχι. Η σιωπή ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει.

Κοίταξε γύρω της. Οι περαστικοί την κοιτούσαν εχθρικά. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Για μια στιγμή της πέρασε από το μυαλό ότι τα ήξεραν όλα. «Τα ήθελε και τα 'παθε», «Ας μην κούναγε την ουρά της», «Κάποιο θάρρος θα του έδωσε» κι ένα σωρό άλλες κατηγορίες εξαπολύονταν από τα στόματά τους. Έκλεισε τ' αυτιά της. Δε μπορούσε να αντέξει άλλο εκείνα τα βλέμματα που την έκριναν ένοχη, επειδή οι ίδιοι εκ του ασφαλούς θα έπρατταν αλλιώς. Συνέχισε να τρέχει ξεσπώντας σε λυγμούς.

Ξαφνικά ένας φόβος πάγωσε την καρδιά της. Κι αν το επιχειρούσε ξανά; Τι θα έκανε; Έπρεπε να το πει σε κάποιον. Να προστατευθεί. Η σκέψη της έτρεχε σπρωγμένη από το φόβο πιο γρήγορα από τα πόδια της. Σταμάτησε λαχανιασμένη. Δεν τη βαστούσαν άλλο. Είχε φτάσει μακριά από τον εφιάλτη της, μα δεν είχε φύγει ούτε βήμα.

Σήκωσε το βλέμμα ψηλά εκλιπαρώντας για μια απάντηση στο αδιέξοδο της. Μικροσκοπικές χιονονιφάδες άγγιξαν το πρόσωπό της. Δεχόταν πάνω της την αγνή καθαρότητα τους, επαναλαμβάνοντας μέσα της πως τίποτα δεν είχε συμβεί. Ήταν όλα ένα κακό όνειρο. Ήθελε απεγνωσμένα να πάψει να νιώθει σαν σπίτι που το λήστεψαν και το μαγάρισαν εγκληματίες υπεράνω υποψίας. Δεν τα κατάφερνε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ούτε τον εαυτό της.

Θύμωσε. Με εκείνον και όσους είχαν παρόμοιες ορέξεις να ικανοποιούνται με κοπέλες που τους αρνούνταν την υποταγή. Ίσως τελικά να ήταν καλύτερα να τον σκότωνε ο πατέρας της. Θα γλίτωναν κι άλλες κοπέλες έτσι. Δεν είχε όμως το δικαίωμα να τον καταδικάσει σε φυλακή επειδή εκείνη δεν τόλμησε να τον βάλει στη θέση του. Εκείνη έπρεπε να τον είχε σκοτώσει. Άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό της σε ένα παραλήρημα παραλογισμού. Υστέρα παραιτήθηκε. Δεν είχε άλλη δύναμη. Άρχισε να ζαλίζεται.

Όταν συνήλθε βρισκόταν στο θάλαμο ενός νοσοκομείου. Οι γονείς της στέκονταν δίπλα της ανήσυχοι.

«Κοριτσάκι μου! Τι συνέβη; Πώς είσαι;» ρώτησε η μητέρα της σαστισμένη.

«Άφησε τη να συνέλθει λίγο» την επέπληξε ο πατέρας της.

«Καλά είμαι, μην ανησυχείτε...» τους καθησύχασε.

«Πώς βρέθηκες εκεί; Πώς χτύπησες;» συνέχισε η μητέρα της.

«Μην την αγχώνεις, θα μας πει με την ησυχία της!» επενέβη και πάλι ο πατέρας.

«Σκόνταψα, χτύπησα κι από τη ζαλάδα μάλλον θα λιποθύμησα. Δε θυμάμαι τίποτα μετά» βιάστηκε να προλάβει περαιτέρω ερωτήσεις.

Τα χρόνια πέρασαν. Το περιστατικό θάφτηκε. Κανείς δεν έμαθε πως το νεαρό κορίτσι κουβαλούσε ένα νεκρό κομμάτι του εαυτού της. Πώς έτρεμε κάθε φορά που καταλάβαινε ότι κάποιος ήθελε να την πλησιάσει ερωτικά. Οι μνήμες ξυπνούσαν και τη βάραιναν σαν τραχιές αλυσίδες που δεν άφηναν την καρδιά της να αφεθεί. Ο τρόμος την είχε επισκεφθεί πολύ πριν το πρώτο σκίρτημα. Φόβος και έρωτας είχαν το ίδιο αποτέλεσμα για εκείνη. Πονούσαν. Η μικρή ουλή στο χείλος που της είχε αφήσει το δαχτυλίδι του, ήταν η υπαρκτή απόδειξη.

Μια μέρα, έτυχε να περάσει ξανά έξω από το σπίτι του. Σήκωσε με πόνο τα μάτια στο ίδιο εκείνο παράθυρο. Μια νεαρή κοπέλα κοιτούσε τον δρόμο, παραδομένη στις σκέψεις της. Τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν. Άγγιξε το τζαμί σαν να ήθελε να ζητήσει βοήθεια. Κάποιος τη φώναξε. Τρομαγμένη, γύρισε κι απομακρύνθηκε. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά στην υποψία πως η κοπέλα βρισκόταν στην ίδια θέση μ' εκείνη. Ένιωσε την ανάγκη να φωνάξει, όταν εμφανίστηκε εκείνος, με το ίδιο απαθές ύφος κι έκλεισε την κουρτίνα. Την κατέβαλε πανικός. Ήξερε τι θα επακολουθούσε. Αυτή τη φορά δεν έπρεπε να σωπάσει. Θα τον σταματούσε.

Χτύπησε τυχαία ένα κουδούνι για να της ανοίξουν την πόρτα της πολυκατοικίας. Ανέβηκε τις σκάλες τρέχοντας και όρμησε με οργή στην πόρτα χτυπώντας τη με όλη της τη δύναμη. Όταν της άνοιξε του χίμηξε δίνοντας του ένα χαστούκι κι όπως ήταν σαστισμένος άρπαξε ό, τι βρήκε μπροστά της και του κατάφερε ένα γέρο χτύπημα στο κεφάλι. Μόλις σωριάστηκε αναίσθητος έτρεξε στην κρεβατοκάμαρα. Η μικρή, ημίγυμνη, κουλουριασμένη σε στάση εμβρύου πάνω στο κρεβάτι, έκλαιγε βουβά. Την πήρε στην αγκαλιά της και την καθησύχασε. Τη βοήθησε να ντυθεί κι έφυγαν μαζί, αφού πρώτα κλείδωσε την πόρτα και πέταξε τα κλειδιά στον πρώτο κάδο που συνάντησαν έξω από το κτίριο.

Αφού τακτοποίησε τη μικρή στο σπίτι που νοίκιαζε, κάλεσε την αστυνομία. «Η σιωπή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι χρυσός για να πλουτίζουν τα βίτσια τους κτήνη σαν εκείνον. Φτάνει!» σκέφτηκε.

Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, είδε την αντανάκλαση του προσώπου της στο τζάμι. Χαμογελούσε αποφασισμένη.

«Καλησπέρα σας. Θέλω να καταγγείλω έναν βιασμό».

Απολογισμός 2020: Για μιαν ανάσα

31 Δεκεμβρίου, 2020

Μια πολυτάραχη χρονιά έφτασε στο τέλος της. Δεν είναι ότι οι προηγούμενες μας έφερναν πάντα ό, τι ποθούσαμε, ούτε ότι τα βάσανα έλειπαν. Ο φετινός απολογισμός διαφέρει στο ότι, σ' έναν κόσμο ατομικισμού, η ταλαιπωρία έγινε συλλογική. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που σφύζει από μοναξιά, δεν είμαστε μόνοι, γιατί δεν είμαστε οι μόνοι που ζουν το παράδοξο "δώρο" του 2020. Ένας πλανήτης συντονίστηκε σε έναν κοινό πόλεμο. Οι παρατάξεις αρκετές. Οι γνώμες πολυπληθείς. Η γνώση ηττημένη. 

Αν υπήρξε έναν νικητής φέτος, αυτός ήταν ο διχασμός. Εκείνος εγκατέστησε την αμφιβολία στο μυαλό μας σαν κακόβουλο λογισμικό. Τίποτα πια δε μοιάζει ίδιο, όπως και κανείς μας δε θα είναι ίδιος μετά το 2020. Μια χρονιά ορόσημο για όσα είχαμε δεδομένα. Την αγάπη, την ελευθερία, την υγεία, τους δικούς μας ανθρώπους, την ασφάλεια. Τίποτα δε μοιάζει ασφαλές πια. Δεν είναι ο ιός που έφερε την ανασφάλεια, μα ο τρόπος που ξεκινήσαμε να κοιτάμε τον συνάνθρωπο. Οι δικοί μας έγιναν πιο δικοί μας, γιατί η απουσία τους μας ανάγκασε να εκτιμήσουμε την παρουσία τους στη ζωή μας. Οι ξένοι, όμως, έγιναν πιο ξένοι. Εκείνοι φταίνε για όλα. Που δεν προσέχουν, που δεν υπακούν, που επαναπαύονται.

Γίναμε κριτές των άλλων, περιορίζοντας την αυτοκριτική μας στο κελί που μετατράπηκε το σπίτι μας. Χωρίς να νοιαστούμε για το πόνο του καθενός. Ποιός θα κατηγορήσει έναν παππού που φοβάται πως αυτή θα είναι η τελευταία του χρονιά και γι' αυτό αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος όσο του μένει; Ποιός θα καταλάβει τους γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους να γίνονται αγρίμια στα κλουβιά και να παλεύουν με τα σχοινιά μιας μάσκας που τους στερεί το πρώτο δώρο που τους χάρισε η ζωή με μιαν ανάσα; Ποιός γνωρίζει για τη γυναίκα που περπατά στο δρόμο χωρίς "να έχει τον νου της" αν ο εχθρός της ζωής της δεν κρύβεται στο ίδιο της το σπίτι που εσύ την παροτρύνεις να επιστρέψει γρήγορα κι ας καταλήξει άλλο ένα βράδυ να αγκαλιάζει τον βασανιστή της; 

"Άκρα" θα μου πεις. "Η τηλεόραση δε λέει τίποτα γι' αυτά, άρα δεν υπάρχουν" επιχειρηματολογείς, χρίζοντάς την τον σύγχρονο Ντεκάρτ που επιβάλλει τη ρήση του "το μετέδωσα, άρα υπάρχει". Ποιός μπορεί, όμως, αλήθεια να γνωρίζει τι ψυχικούς ιούς κουβαλά ο καθένας μας και πώς αυτοί μεταλλάσσονται ραγδαία υπό την πίεση των γεγονότων και της τρομολαγνείας; 

Έχουμε πόλεμο. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Τι είδους πόλεμος είναι θα το δείξει μονάχα η ιστορία. Είμαστε πολύ μικροί για να το κρίνουμε κι οι πραγματικοί μαχητές παραμένουν, όπως πάντα, αφανείς. 

Ακόμα κι αν αυτή η πρωτοχρονιά γιορταστεί διαφορετικά, δεν παύει να αποτελεί μια ευκαιρία να διδαχτούμε, να μηδενίσουμε και να αρχίσουμε ξανά. Είτε η δοκιμασία που περνάμε τελειώσει σύντομα, είτε όχι, ας φυλάξουμε μια αγκαλιά για τον συνάνθρωπο. Ας μην ξεχάσουμε πώς ήταν η ζωή πριν τη μάσκα. Ας μην επιτρέψουμε στη συνείδηση μας να διαμορφωθεί ψυχρά και τυπικά. Ας μη συνηθίσουμε. Μπόρα είναι και θα περάσει. Κι όπως μετά από κάθε καταιγίδα, ένα ουράνιο τόξο περιμένει ταπεινά να υπενθυμίσει την ελπίδα. Πως δε χάθηκε ο άνθρωπος. Πως συνεχίζει να αγαπά, να ονειρεύεται και να υπάρχει. 

Κι αν η αγκαλιά έγινε δηλητήριο και το χαμόγελο ταμπού επειδή εκφράζονται με το σώμα που κινδυνεύει να νοσήσει, το "σ'αγαπώ" και το "σε νοιάζομαι" επιτρέπεται ακόμα να μεταδίδονται από ψυχή σε ψυχή. Ας μείνουμε άνθρωποι, με την ευχή ν' αγκαλιαστούμε ξανά ελεύθεροι και υγιείς και να χαμογελάσουμε με την καρδιά μας σαν παιδιά. Για τα παιδιά. Για τις ζωές που σώθηκαν. Για την ομορφιά της ζωής. Για μιαν ανάσα. 

Η απαίτηση της τελειότητας στο σώμα σε έναν κόσμο μετριότητας ψυχών

2 Ιουλίου, 2020

Όσο κι αν θέλουμε να ωραιοποιήσουμε τον κόσμο στον οποίο ζούμε, όλοι κατά καιρούς έχουμε βιώσει τη βίαιη απαιτητικότητα που κρύβεται σχεδόν σε κάθε πτυχή του. Ο χρόνος, στις διάφορες μορφές του, είναι σαφώς μια από τις παραμέτρους άσκησης πίεσης από το σύνολο στο άτομο. Μια δεύτερη είναι η ομορφιά.

Αν συνδέσουμε αυτά τα δύο, θα αντιληφθούμε πώς η παράλογη απαίτηση να μην αποκλίνουμε από την τέλεια εικόνα που προβάλλει η μόδα, παρά τα χρόνια που βαραίνουν την πλάτη μας, μπορεί να οδηγήσει στο να χάσουμε, εν τέλει, τον δρόμο για την ψυχή μας.

Από τον Φάουστ ως τον Ντόριαν Γκρέυ, η ιδέα της αιώνιας ομορφιάς ταυτίζεται απόλυτα με τον χρόνο. Η νεότητα, η ζωντάνια και η ευρωστία είναι συστατικά της, ενώ τα γηρατειά, η νωθρότητα και η φθορά του σώματος θεωρούνται αποκρουστικά.

Στη σύγχρονη κοινωνία, τα μέσα δικτύωσης προβάλλουν την εικόνα ως ιερή. Άνδρες και γυναίκες εθίζονται σταδιακά στην επιθυμία να δείχνουν πάντα όμορφοι και η αναζήτηση του κατάλληλου φίλτρου ή εφέ που θα δημιουργήσουν την τέλεια φωτογραφία είναι στην ουσία το μεγαλύτερο χάσιμο χρόνου και ζωής.

Επαγγέλματα που απαιτούσαν την πάντα προσεγμένη εικόνα ήταν ανέκαθεν εκείνα των μοντέλων και των καλλιτεχνών. Ένα νέο είδος «επαγγέλματος», που εμφανίστηκε με την εδραίωση των μέσων δικτύωσης, έφερε την απαίτηση της απόλυτης ομορφιάς πιο κοντά στον καθημερινό άνθρωπο.

Οι λεγόμενοι influencers, εκ του ρήματος επηρεάζω στ' αγγλικά, ξεπερνούν κάθε προηγούμενο, διαφημίζοντας πλέον τον ίδιο τους τον εαυτό. Γίνονται ανθρώπινα προϊόντα που προωθούν άλλα προϊόντα με απώτερο στόχο να πείσουν όλο και περισσότερους ανθρώπους να τους μοιάσουν. Τα "θύματά" τους είναι κυρίως νεαρά. Οι ακόλουθοι τους, όμως, δεν έχουν ηλικία.

Όλη αυτή η πίεση των προτύπων έχει καταστροφικές συνέπειες για την ψυχολογία του ατόμου. Το μυαλό εθίζεται στο κυνήγι της τελειότητας της εικόνας και η κατάθλιψη παραμονεύει στη γωνία. Το μακιγιάζ και η αισθητική χειρουργική γίνονται τα επόμενα σκαλοπάτια που φτάνουν πιο κοντά, πιο μόνιμα και πιο καταστροφικά στην επίτευξη του στόχου. Ενός στόχου που θεοποιεί το εφήμερο της ύλης έναντι του αιώνιου της ψυχής.

Το τίμημα της θυσίας στο βωμό της εικόνας είναι αναμφίβολα η ρηχότητα. Σκέψεις, αισθήματα, σχέσεις και οτιδήποτε άλλο «αόρατο» στερείται ποιότητας αλλά και ουσίας. Όσο ο άνθρωπος ασχολείται με το σώμα του και δε συμφιλιώνεται με την ιδέα πως είναι απλά ένα φθαρτό ένδυμα, αναλώνεται και ξοδεύει ψυχικά αποθέματα.

Στο τέλος της ημέρας, αρκεί το ψυχρό γυαλί του καθρέφτη να υπενθυμίσει πως η άδεια καρδιά και η κενή θέση δίπλα μας δε γεμίζουν με την ομορφιά, αλλά με αρετές όπως η καλοσύνη, η ευγένεια, η ανθρωπιά, η ευαισθησία και η ενσυναίσθηση. Όλα εκείνα που δεν πολεμούν τον χρόνο. Αντίθετα, καλλιεργούνται με τα μαθήματα που φέρνει, με απώτερο σκοπό έναν ομορφότερο άνθρωπο όχι στο σώμα, μα στην ψυχή.

Όταν το σλόγκαν έγινε συνείδηση

4 Ιουνίου, 2020

Ένα παγκόσμιο φαινόμενο, μια νέα μορφή εξουσίας φτάνει στο αποκορύφωμα της στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’80. Η βιομηχανία της διαφήμισης. Όπως όλες οι μορφές εξουσίας που «σέβονται τον εαυτό τους» και υποτιμούν το νου του ανθρώπου, ο τομέας της διαφήμισης δημιούργησε τα κατάλληλα εργαλεία για την άσκηση επιρροής στον «λαό».

Με πρώτο βοηθό τα σλόγκαν, απογόνους των συνθημάτων, έγινε αρχικά εφικτό να τραβήξουν οι διαφημίσεις την προσοχή των μελλοντικών πελατών. Δελεαστικό στοιχείο τους η ελαφρότητα, συνοδευόμενη από τον «υπνωτισμό» της μελωδίας των jingles (τραγουδάκια διαφημίσεων) ή της εκάστοτε φαινομενικά χαρούμενης μουσικής που παίζει απαλά, αλλά επιβλητικά στο λεγόμενο background. Η επιτυχία τους ήταν διττή. Αύξηση των πωλήσεων από τη μία και μεγάλη επιρροή στο στοχευμένο κοινό, που αρχίζει να πείθεται όλο και πιο εύκολα πως η «τάδε μάρκα» είναι η καλύτερη.

Η διαφήμιση είναι εχθρός της λογικής. Διότι αν ένα προϊόν είναι καλό, η ποιότητά του και μόνο αρκεί για να γίνει γνωστό στο αγοραστικό κοινό. Όμως, η φρενίτιδα των ρυθμών της ζωής και ο αυξανόμενος αριθμός των καταναλωτών που έπρεπε να ενημερωθεί για τις νέες κυκλοφορίες και να συνηθίσει στη θέα τους, δημιούργησαν την ανάγκη για το επόμενο όπλο. Την προώθηση. Τον πυρήνα του marketing. Την κινητήριο δύναμη της διαφήμισης.

Τηλεόραση, εφημερίδες, αφίσες επιστρατεύτηκαν και αιχμαλωτίστηκαν από την καινούρια βιομηχανία, ώστε τα νέα της να διαδίδονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα και σε όσο περισσότερους υποψήφιους καταναλωτές. Εφόσον μιλάμε για βιομηχανία, καταλαβαίνουμε ότι τα συμφέροντα που παίχτηκαν και παίζονται είναι πολλά. Η αξία μετατοπίστηκε σταδιακά από το προϊόν στο όνομα του. Η ποιότητα άρχισε να θυσιάζεται στο βωμό της ποσότητας και η εμπορευματοποίηση να φωλιάζει στη συνείδηση των κατασκευαστών.

Αποτέλεσμα αυτού πως όσο μεγαλώναμε, τα τόσο «προσεγμένα» νοήματα των σλόγκαν κατέληξαν να αποθηκεύονται στο background του μυαλού μας και να καταλαμβάνουν χώρο στο γνωστικό πεδίο του εγκεφάλου μας. Ώσπου έφτασαν να γίνουν συνείδηση. Γι’ αυτό, μέχρι σήμερα, «αυτό ξέρουμε, αυτό εμπιστευόμαστε», χωρίς να κάνουμε ουσιαστικά προσπάθεια να μάθουμε κάτι παραπάνω ή έστω να το ψάξουμε.

Αν, λοιπόν, ολόκληρες γενιές ανατράφηκαν μαθαίνοντας ότι το εύκολο και συνεχώς προβαλλόμενο είναι εμπιστεύσιμο αλλά και επιθυμητό, αναρωτιέμαι, πώς είναι δυνατόν να μην φτάσουμε να παρασυρόμαστε από όποιον πολιτικό εξουσιαστή χρησιμοποιεί τον αντίστοιχο πολιτικό λόγο αυτοδιαφήμισης;

Φτάνοντας στη σημερινή εποχή, όπου η κυρίαρχη και απολυταρχική δύναμη των μέσων δικτύωσης έχει αφομοιώσει την ισχύ της διαφήμισης, οι διαστρεβλωμένες συνειδήσεις μας, που διψούν για προβολή και αυτοπροώθηση, γίνονται πια εμφανείς. Τα προϊόντα έχουν αντικατασταθεί πλέον από ανθρώπους – influencers, η επιρροή των οποίων είναι πραγματικά τρομακτική και ασφαλώς πιο επικίνδυνη από τις διαφημίσεις των παιδικών μας χρόνων.

Σίγουρα δε φταίνε τα σλόγκαν για την κατάσταση που έχουμε φτάσει. Φταίει που πιστέψαμε το είδωλο που μας προβλήθηκε ότι είμαστε και πάψαμε να πιστεύουμε στον εαυτό μας. Διότι «29 κατασκευαστές συνειδήσεων το συνιστούσαν». Η ψεύτικη εικόνα έγινε δελεαστική, διότι «πάει με όλα» και σε όλα όσα βιομηχανοποιήθηκαν: πολιτική, τέχνη, παιδεία, υγεία, κοινωνία… ανθρωπιά.

Τίποτα δε μας αγγίζει πια αν δεν προβάλλεται σαν διαφήμιση. Ακόμα και οι ειδήσεις. Όσο πιο πιασάρικος ο τίτλος, τόσο περισσότερο διεγείρει το συναίσθημα. Συνηθίσαμε να αισθανόμαστε με τίτλους. Αν ένας φόνος δεν εμπεριέχει σλόγκαν, δεν πουλάει, δεν ενδιαφέρει, γιατί είναι σαν όλους τους άλλους. Απλά αποτρόπαιος. Αν όμως μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μπλούζες, σημαίες, εικόνες που θα κατακλύσουν τα μέσα με σκοπό το κέρδος ή την αυτοπροβολή, δε διστάζουμε να κάνουμε το θύμα ήρωα, μετατρέποντάς τον ουσιαστικά σε προϊόν και αφαιρώντας του την αξία που πραγματικά είχε ως μια ζωή που χάθηκε.

Παραδείγματα που μας διδάσκουν είναι το “Je suis Charlie” μετά τη μαζική δολοφονία υπαλλήλων στα γραφεία της γαλλικής σατιρικής εφημερίδας Charlie Hebdo το 2015 και το πρόσφατο “I can’t breathe” του George Floyd που δολοφονήθηκε από Αμερικανό αστυνομικό με ρατσιστικά κίνητρα. Οι άνθρωποι πάντα συσπειρώνονταν κάτω από συνθήματα που τους ένωναν σε έναν κοινό σκοπό, σε μια κοινή ιδέα για την οποία πολεμούσαν. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, όμως, είναι η μεγάλη διαφορά που χωρίζει το τότε από το σήμερα. Δεν πολεμούμε πια για τις ιδέες μας.

«Ψέματα υπάρχουν πολλά, αλήθεια όμως μία»: η συνείδηση διαμορφώνεται, μόνο όταν το πνεύμα κοιμάται. Μαζί με αυτό και το συναίσθημά μας. Συνηθίζουμε πολύ εύκολα πια στο κακό και οι αντιδράσεις μας είναι πυροτεχνήματα, ακριβώς σαν και τις διαφημίσεις. Σκάνε, κάνουν θόρυβο, μα ξεχνιούνται γρήγορα. Δεν υποστηρίζονται από στάσεις ζωής. Το εφήμερο βασιλεύει μέσα μας κι εμείς πασχίζουμε για μια μονιμότητα και μια σταθερότητα στη ζωή μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε πως αυτά προκύπτουν καθαρά και μόνο από εμάς τους ίδιους, τις επιλογές και τη νοοτροπία μας.

«Ψέματα να πω; Υπάρχει το σύστημα» ακούγαμε από μικροί. Ίσως να ήταν και η μόνη αλήθεια που ακούστηκε ποτέ από διαφήμιση. Δε μιλώ για το σύστημα που όλοι κατηγορούμε. Μα για το σύστημα που διαμορφώσαμε μέσα μας και αυτό που επιβάλλεται ν’ αλλάξει. Αν ακόμα έχουμε έστω και το ελάχιστο ενδιαφέρον να λεγόμαστε «άνθρωποι».

Η πρόσκρουση

Εκεί που τρέχαμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα,
φρέναρε ξάφνου η ζωή
κι από την πρόσκρουση πετάχτηκαν
συνήθειες, μάσκες, φτιασιδώματα και συμπεριφορές.
Γέμισε ο τόπος ακρωτηριασμένους χαρακτήρες
να παλεύουν να παραμείνουν ζωντανοί στην εντατική του σπιτιού τους.
Κι ένας εαυτός παραμελημένος και κατακρεουργημένος
να παρακαλά για λίγη φροντίδα, δείχνοντας τα χρόνια τραύματά του,
με την ελπίδα, στην αδράνεια των θυτών του, να γιατρευτεί.

1 2 3 4