Tag

κοινωνία

Είμαι μια γυναίκα

Είμαι μια γυναίκα με μικρότητες
που κρύβει μέσα της ένα μεγαλείο.
Είμαι μια γυναίκα αναθρεμμένη με ηθική
που της στερεί την ανάδειξη του ήθους.
Είμαι μια γυναίκα μεγαλωμένη σε μια κοινωνία
που όσο πιο ανεξάρτητη γίνεται μια γυναίκα
τόσο σκλαβώνει την ψυχή και το συναίσθημα της.
Είμαι μια γυναίκα που διψά για αγάπη,
αλλά αναλώνεται στους ρηχούς και μάταιους έρωτες.
Είμαι μια Παναγιά
που δεν μπορεί να πείσει τον εαυτό της
ότι δεν είναι Εύα.

Ευαισθησία και πίστη

2 Μαΐου, 2019

Είναι αυτή η ανδρική ευαισθησία που βγάζει κάτι το γλυκόπικρο σ' έναν κόσμο που δε θέλει τον άνδρα ευαίσθητο γιατί δεν μπορεί να τον καταλάβει. Τον παρεξηγεί γιατί δεν μπορεί να τον νιώσει. Δεν μπορεί να δεχτεί ότι ο άνδρας λυγίζει, αλλά όταν το κάνει είναι για να πάρει δύναμη να σηκωθεί πιο ψηλά. Να ανυψωθεί.

Η κοινωνία τον θέλει υποταγμένο, τυπικό, σιωπηλό, ανέκφραστο, ανίσχυρο. Γιατί η ευαισθησία είναι η δύναμη του. Η δύναμη που του θυμίζει πως έχει Θεό μέσα του. Η δύναμη που του ξυπνά την πίστη.
Κι όταν ο άνδρας πιστέψει στον Θεό μέσα του, γίνεται άξιος να φέρει εις πέρας κάθε έργο που θα του εμπιστευτεί ο Θεός.

Κι όταν τον εμπιστευτεί ο Θεός, τον πολεμά με λύσσα ο διάολος. Δοκιμάζεται από θεούς και δαίμονες, πέφτει, κάνει λάθη, αμαρτάνει, όμως γνωρίζει πώς να συγχωρεί εαυτόν και να ορθώνει ξανά το ανάστημα του. Ελευθερώνεται από τα δεσμά της λογικής που τον κρατούν δέσμιο στην ύλη
και βλέπει το μεταφυσικό ως φυσιολογικό, γιατί νιώθει τον Θεό μέσα σε όλα.

Νοιάζεται για τον συνάνθρωπο, τον συμπονά και προσεύχεται γι 'αυτόν χωρίς να του το ζητήσει.
Όμως είναι και πρόθυμος και διαθέσιμος να βοηθήσει όποτε του ζητηθεί. Είναι τότε που το "ευ" μπαίνει σε όλες του τις αισθήσεις και βλέπει, ακούει, οσφραίνεται, γεύεται και αγγίζει το αγαθό και το ωφέλιμο. Είναι τότε που αποκωδικοποιεί τους μύθους της ζωής, όχι με το μυαλό αλλά με την καρδιά.

Κι όταν η ευαισθησία αγγίξει την καρδιά του, θυμάται τη στοργή και την αγάπη της μάνας από την οποία προήλθε. Κι αυτή δεν είναι άλλη από την Παναγιά. Κι όταν ο άνδρας κάνει μάνα του την Παναγιά, η πίστη του γίνεται οδηγός σε κάθε βήμα της ζωής του, γιατί η άξια μάνα γνωρίζει πώς να οδηγεί με ευλάβεια τα παιδιά της όταν της το ζητήσουν.

Είναι τότε λοιπόν, που ο άνδρας βλέπει τα εμπόδια στον δρόμο του και προετοιμάζεται με πίστη και ταπεινότητα να τα περάσει, χωρίς να αγωνιά για τις συνέπειες. Ανδρειώνεται.

Κι όταν πάλι βλέπει τα εμπόδια των άλλων, η ευαισθησία του φτιάχνει μύθους για να θεραπεύσει τα αγκάθια μέσα στις καρδιές τους, ώστε να νιώσει το καλό κάθε ψυχή που τον ακούει. Κι έτσι αρχίζει η πίστη να ριζώνει στη δική του ψυχή. Είναι η διαχείριση της ευαισθησίας του που τον ανύψωσε. Είναι η ενέργεια της πίστης του που φωτίζει πια την ευαισθησία του για να φέρει ισοδυναμία. Και εν τέλει είναι η ευαισθησία της πίστης του και η πίστη στην ευαισθησία του που τον έκανε άνθρωπο,
όπως προοριζόταν εξ Αρχής να είναι.

Ευαισθησία και πίστη.

Η ψυχή ένα ταξίδι

Άδεια γίναν τα ταξίδια μας.
Μια μεταφορά από το ένα μέρος στο άλλο.
Διαδικαστικά, σε μια θέση ανώνυμη
μέσα σε ξένο μέσο μεταφοράς.
Τίποτα το οικείο.
Οι ενδιάμεσοι σταθμοί αδιάφοροι.
Ούτε μαθήματα, ούτε απόλαυση.
Υπάρχουν μόνο ως προορισμός των άλλων.
Η μισή μας ζωή μια αναμονή
για τη μεταφορά από την αφετηρία στον προορισμό.
Είτε ίδιο είτε διαφορετικό, εξίσου ανούσιο.
Χάθηκαν πια οι Ιθάκες.
Χάθηκε ο νόστος.
Όλα άνοστα.
Όλα μια μεταφορά κι η ειλικρίνεια της κυριολεξίας ξένη.
Η μισή ζωή μας με ξένους απέναντι και σε απόσταση.
Κορμιά που αγγίζονται, περιφέρονται, μετακινούνται.
Λικνίζονται στη συνήθεια.
Κουβαλούν ψυχές που διψούν για το ταξίδι.
Από τον εαυτόν στον πλησίον κι από τον πλησίον στον εαυτό.
Αφετηρία και προορισμός με την ίδια ουσία.
Άφιξη κι επιστροφή με άδειες αποσκευές.
Επιλογές που υφαίνουν τη μοίρα με νήματα ψυχής.
Γιατί και η ψυχή ένα ταξίδι είναι.

Ο λοξός τοξοβόλος και το δηλητηριασμένο μήλο

26 Οκτωβρίου, 2017

Κάπου πέρα από τον χώρο και παλιά μέσα στον χρόνο, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας τοξοβόλος. Όλοι τον θαύμαζαν για το πόσο εύστοχος ήταν και μάλιστα έλεγαν πως τα βέλη του είχαν φτερά. Όποιον στόχο κι αν έβαζε τον πετύχαινε κι είχε περάσει με επιτυχία όλες τις δοκιμασίες που του είχε βάλει ο βασιλιάς. Γι ’αυτό και στο τέλος, για να τον τιμήσει για το ταλέντο του, τον προσκάλεσε να κατοικήσει στο παλάτι, όπου θα του προσέφεραν ό,τι ήθελε για όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Ο τοξοβόλος αρνήθηκε την τόσο δελεαστική πρόταση και όλο το βασίλειο θεώρησε ότι είναι τρελός. Από τότε του βγήκε και το παρατσούκλι «ο λοξός» που παρόλο που έβρισκε τον στόχο με το βέλος του, δεν πέτυχε στον στόχο της ζωής να μείνει στο παλάτι.

Κανείς δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι τον έκανε να αρνηθεί. Μόνο ο ίδιος γνώριζε και δεν το εκμυστηρεύτηκε ποτέ σε κανέναν. Μετά από λίγο καιρό, έφυγε από το βασίλειο και τριγυρνούσε στα γύρω δάση. Οι κάτοικοι του βασιλείου επιβεβαίωσαν την πεποίθηση τους ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μ’ αυτόν.

Πέρασαν χρόνια πολλά από όταν τον είδαν τελευταία φορά, ώσπου κάποια μέρα, ένας αγγελιοφόρος του βασιλείου, που είχε βγει για να μεταφέρει ένα μήνυμα στο γειτονικό βασίλειο, βρήκε στον δρόμο του ένα δετό χειρόγραφο τυλιγμένο μέσα σε ένα κομμάτι δέρμα. Στην πρώτη σελίδα έγραφε «Ο στόχος της ζωής».

Ο αγγελιοφόρος το πήγε κατευθείαν στον βασιλιά, γιατί κατάλαβε ότι κάποια σχέση μπορεί να είχε με τον χαμένο τοξοβόλο. Πράγματι, ο βασιλιάς διαπίστωσε ότι ο τοξοβόλος είχε γράψει σε αυτές τις σελίδες για ποιον λόγο έφυγε από το βασίλειο και τι έκανε τα χρόνια που έλειπε. Κατάλαβε τόσα πολλά που θεώρησε ότι αυτό ήταν ένα δίδαγμα που έπρεπε να ακούσουν όλοι οι υπήκοοι του. Είπε, λοιπόν, να καλέσουν τον κόσμο να μαζευτεί στην αυλή του παλατιού και να τους ανακοινώσουν ότι ο βασιλιάς είχε να τους πει κάτι σημαντικό.

Έτσι κι έγινε. Όλοι αγωνιούσαν να ακούσουν τι το σημαντικό είχε να τους πει ο βασιλιάς και το κουτσομπολιό ανάμεσα τους έδινε κι έπαιρνε. Όταν όμως ο βασιλιάς φάνηκε στο μπαλκόνι του, όλοι έπαψαν με μιας.

«Πριν  μερικές μέρες, ο αγγελιοφόρος μου βρήκε αυτό στο δάσος» είπε δείχνοντας το χειρόγραφο.

«Θέλετε να μάθετε τι είναι;» τους ρώτησε.

«ΝΑΙ!» ακούστηκε σαν ομοβροντία.

«Είναι το χειρόγραφο του τοξοβόλου».

Όλοι σώπασαν αποσβολωμένοι.

«Το έγραψε λίγο πριν πεθάνει. Τον σκότωσαν στο γειτονικό βασίλειο γιατί θεώρησαν ότι η φυγή του από το δικό μας σήμαινε ότι ήταν προδότης και έπρεπε να τιμωρηθεί. Έτσι τον καταδίκασαν και τον έβαλαν να πετύχει τον τελευταίο του στόχο. Ένα δηλητηριασμένο μήλο. Το μήλο αυτό έφερε έπειτα και τον θάνατο του» είπε με θλίψη ο βασιλιάς.

Η σιωπή των υπηκόων τούς κάλυπτε σαν πέπλο βαρύ. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλον και μετά έριχναν ένοχα το βλέμμα τους στη γη.

«Ο τοξοβόλος έφυγε και δεν μπορούμε πια να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Εκείνος μας συγχώρεσε. Έγραψε όμως αυτό το χειρόγραφο για να μάθουμε από την ιστορία του. Είχε πει σ’ έναν από τους αυλικούς του γειτονικού βασιλείου που τον συμπαθούσε, πού να πάει και να το αφήσει για να το βρούμε. Θα σας διαβάσω ένα απόσπασμα και σας διατάσσω να το βάλετε όλοι καλά στο μυαλό και την καρδιά σας».

«Δεν έφταιγαν εκείνοι. Δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τι σημαίνει στόχος. Ο στόχος είναι όπως οι φάσεις της ζωής. Αρχίζει μόλις βρεις αυτό που θα στοχεύσεις και τελειώνει μόλις το πετύχεις. Το δύσκολο είναι να βρεις ποιος θα είναι ο στόχος που θα είναι ωφέλιμος στη φάση τη ζωής που περνάς. Η δική μου δεν ήταν αυτή που μου ζητούσαν να ζήσω. Αν πήγαινα να μείνω στο βασίλειο, θα έπρεπε να σταματήσω να στοχεύω. Ο τοξοβόλος είναι ελεύθερο πνεύμα. Δε φυλακίζεται σε τείχη ούτε σε καταστάσεις. Είχα πολλά ακόμα να κάνω. Ήταν δύσκολο να το καταλάβουν. Δεν τους αδικώ. Εύχομαι όμως να νιώσουν κάποια στιγμή ότι όλη η ζωή είναι ένας μεγάλος στόχος. Αν τον πετύχεις, θα φύγεις από αυτήν ευδαίμων. Αν πάλι δεν τον πετύχεις, θα τρέμεις την ώρα και τη στιγμή που θα σε βρει ο θάνατος. Για μένα ήταν εύκολο. Είμαι τοξοβόλος. Ξέρω να βάζω στόχους και να τους πετυχαίνω. Ποτέ δεν πενθώ για τον στόχο που πέτυχα επειδή τελείωσε. Γνωρίζω το τέλος και βαδίζω προς μια νέα αρχή. Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Κι ας με βρει τώρα από αυτό που θα στοχεύσω. Άλλοι μου το επιβάλλουν. Ξέρω ότι αυτός ο στόχος θα φέρει το τέλος. Μα είμαι τοξοβόλος. Γνωρίζω ότι όλα κάποτε τελειώνουν. Μα πριν τελειώσουν πρόλαβα κι έμαθα. Έμαθα ποιος είμαι. Έμαθα τι είναι η ζωή. Κι η ζωή είναι ένας στόχος».

Μάτια οθόνες

12 Αυγούστου, 2015

Τα μάτια σου δε με κοιτούν όπως άλλοτε,
μονάχα αδιαφορία αντικρίζω.
Μέσα σ' αυτό το βλέμμα που είναι από γυαλί,
τη μοναξιά μου πάλι καθρεφτίζω.
Τα σπίτια μας δεν είναι δίπλα όπως κάποτε,
που σου ζητούσα να βγεις έξω να σε δω.
“Τα κέρατα στα κεραμίδια”,
το τσιμέντο στην αυλή,
σε 'κλείσαν μέσα σ' ένα ηλεκτρονικό κελί.
 
Γίναν τα μάτια μας οθόνες
κι η προβολή είναι δωρεάν
για να παιχτούν της κοινωνίας
όλα τα ίσως και τα αν.
Καλά κρατά η αμφιβολία
κι η ανοησία της σιωπής,
στου κόσμου τον τρελό καθρέφτη
γίναμε όλοι συγγενείς.

Μάτια οθόνες, σας κοιτώ.

Τα χέρια σου δε μ' αγγίζουν όπως άλλοτε,
συνήθισα μονάχος ν' αλητεύω.
Το μόνο χάδι σου σ' ένα ψυχρό γυαλί,
στη μοναξιά μου μέσα σε ζηλεύω.
Οι πόρτες μας δεν είναι δίπλα όπως κάποτε,
που όταν σε γύρευα σε έβρισκα εδώ.
Παράθυρα γίναν οι πόρτες,
η θέα πια ψηφιακή,
σε 'κλείσαν μέσα σ' ένα ηλεκτρονικό κελί.

Γίναν τα μάτια μας οθόνες
κι ειν’ η ζωή μας σ’ εκπομπή
μα όταν τα φώτα τους θα σβήσουν
ας γίνει η έκρηξη αμοιβή.
Ας σκοτεινιάσει η οθόνη,
να ζήσουμε από την αρχή,
στα δυο σου μάτια ν’ αντικρίσω
ξανά τη λάμψη απ' την ψυχή.

Μάτια εικόνες, αγαπώ.

Μαργαρίτας εις χοίρους

19 Αυγούστου, 2013

Κάτω στους πρόποδες ενός ψηλού βουνού
εκάλπαζε ένας ίππος θαρραλέα.
Ζούσε μονάχος σ' ένα στάβλο του αγρού
και απολάμβανε ημέρα την ημέρα.

Από πεδιάδα σε πεδιάδα τράβαγε
με υπερηφάνεια κάποιον μήπως συναντήσει.
Βλέπετε έψαχνε να βρει ο λογικός
μέσα στα άλογα κάποιον να νουθετήσει.

Σε μια φάρμα εκεί, μακριά στην εξοχή
βλέπει ένα χοίρο που έτρωγε και έπινε.
Είχε στη ζωή, αξία το φαΐ
κι έτσι βρήκε ο ίππος να κάνει αυτό που έψαχνε.

Παίρνει το ύφος βαρυσήμαντου σοφού
διδασκαλία περισπούδαστη ν' αρχίσει.
Μα η λαιμαργία του παχύσαρκου κοινού
δεν του επέτρεπε κουβέντα να εκστομίσει.

Όμως ο ίππος είχε τεράστια επιμονή
και την πεποίθηση πως πάντα όλους τους πείθει.
Κι έτσι θεώρησε καθήκον του εκεί
τη νοοτροπία αυτού του χοίρου να γυρίσει.

«Συγγνώμη κύριε, η αξία της τροφής
είναι να τρώγεται αργά με οικονομία.
Αλλιώς θα μείνετε για πάντα ευτραφής
και δεν θα έχετε ποτέ καλή υγεία.»

Κάτι στο λαιμό το χοίρο ενοχλεί
βήχει κι όλο βήχει, φαίνεται να πνίγεται
κι απ’ το στόμα, να, φτύνει το βραχνά
ένα μαργαριτάρι που μες στο χώμα χάνεται.

Τα λόγια χάνονται αν είναι μοναχά
για ν’ ακουστούν από τ’ αυτιά κι όχι απ’ τη σκέψη.
Γι’ αυτό τα πιο πολλά μαθήματα είναι απλά
κι ειν’ η ζωή που κρίνει ποιός θα τα αντέξει.


1 2 3 4