Tag

παιδί

Το κορίτσι με την καρδιά από ήλιο

12 Δεκεμβρίου, 2019

«Κοίτα! Το μπαλόνι καρδιά! Φεύγει μακριά! Πάει ψηλά!» είπε γεμάτη ενθουσιασμό, λες και ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το γκράφιτι στον τοίχο. Η μητέρα της χαμογέλασε.«Έλα πάμε σπίτι!»

Η μικρή έτρεξε και μπήκε στην αυλή από την πόρτα που βρισκόταν δίπλα στον τοίχο του γκράφιτι. Συνέχισε ανενόχλητη το παιχνίδι της στο σπίτι, δίπλα στο στολισμένο έλατο των Χριστουγέννων που πλησίαζαν. Είχε ήδη ξεχάσει τη μεγάλη της διαπίστωση. «Η καρδιά πάει μακριά και πετά ψηλά σαν ένα μπαλόνι γεμάτο ήλιον». Η μητέρα της, όμως, είχε κρατήσει αυτό το μικρό διαμαντάκι που βγήκε από την καρδιά της κόρης της. Μάλιστα αποφάσισε να το αποτυπώσει με λέξεις για να μη σβηστεί ποτέ από το ανάλγητο χέρι του χρόνου. Έγραψε, λοιπόν, για «Το κορίτσι με την καρδιά από ήλιο».

«Ήταν ένα μικρό κορίτσι που αγαπούσε πολύ τα μπαλόνια. Λάτρευε το πώς φουσκώνουν όταν φυσάς τον αέρα μέσα τους. Δεν της άρεσε να τα δένει. Τα ήθελε ελεύθερα για να απολαμβάνει τον αστείο ήχο και το πέταγμα τους, όταν ο αέρας απελευθερωνόταν από τα μικρά χεράκια της, καθώς τα άφηνε να φύγουν. Γελούσε τόσο πολύ κάθε φορά!
Αγαπημένο της χρώμα ήταν το κόκκινο. Πάντα διάλεγε τα κόκκινα μπαλόνια πρώτα και μετά όλα τα υπόλοιπα χρώματα. Τα μπαλόνια με ήλιον είχαν ξεχωριστή θέση στην καρδιά της. Αυτά πετούσαν μόνα τους!
«Μα πώς πετάνε αφού δεν έχουν φτερά;» είχε ρωτήσει κάποια μέρα τη μαμά της όλο αφέλεια.
«Έχουν μέσα ένα αέριο που τα κάνει και πάνε ψηλά.»
«Πώς το λένε;»
«Ήλιον.»
«Α! Σαν τον ήλιο δηλαδή. Μόνο που αυτό δε φωτίζει. Μπορεί και να φωτίζει δηλαδή, αλλά πού να το δούμε εμείς εκεί μέσα!»
Σταμάτησε για λίγο, μα της φαινόταν τόσο ενδιαφέρον το θέμα που ήθελε να μάθει κι άλλα.
«Δηλαδή το μπαλόνι μου που έχει σχήμα καρδιά και πετάει, έχει μέσα ήλιο;»
«Ακριβώς.»
«Άρα όταν λέω ότι έχω μια καρδιά από ήλιο, οι άλλοι δε θα ξέρουν ότι εγώ λέω για το μπαλόνι και θα νομίζουν ότι έχω μια φωτεινή καρδιά! Ή αν το καταλάβουν θα νομίζουν ότι έχω μια καρδιά που πετάει!»
«Και τι θα τους λες άμα σε ρωτάνε πού τη βρήκες;»
«Θα τους λέω ότι μου την έδωσες εσύ όταν γεννήθηκα, για να μη φοβάμαι το σκοτάδι και να πηγαίνω όπου θέλω χωρίς να κουνηθώ καθόλου!»
«Αυτό είναι πολύ ωραίο, αγάπη μου! Πράγματι αν η καρδιά μας έχει μέσα ευχάριστα πράγματα, καλοσύνη και αγάπη είναι φωτεινή. Αυτό το φως μας βοηθάει να μη φοβόμαστε, γιατί μας δίνει δύναμη να ξεπερνάμε κάθε εμπόδιο, ανεβαίνοντας πάνω από αυτό όπως το μπαλόνι σου. Μα κι όταν αγαπάμε έναν άνθρωπο, όσο μακριά κι αν είναι, δεν τον νιώθουμε κοντά μας σαν να ήταν εδώ; Τα μακρύτερα ταξίδια μπορούμε να τα κάνουμε με την καρδιά.»
«Πόσο ψηλά μπορεί να πάει το μπαλόνι μου, μαμά, αν το αφήσω;»
«Πολύ ψηλά! Τόσο που ούτε που θα το βλέπεις πια.»
«Μπορεί να φτάσει κι ως τα αστέρια;»
«Φυσικά και μπορεί!»
«Τότε όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω σαν το μπαλόνι μου!»
«Θέλεις να φτάσεις τ ’αστέρια;»
«Ναι! Για να βλέπω από ψηλά όπως κι εκείνα! Θα έχουν ωραία θέα από εκεί πάνω!»
«Σίγουρα θα έχουν, αγάπη μου!»
«Θα με αφήσεις να πάω τόσο ψηλά, μαμά;»
«Θα σε αφήσω, καρδιά μου!»
«Κι ας μη με βλέπεις;»
«Δεν είπαμε ότι με την καρδιά νιώθουμε κοντά μας αυτούς που αγαπάμε, όσο μακριά κι αν είναι;»
«Εντάξει! Τότε κράτα αυτό το μπαλόνι καρδιά για να με νιώθεις πάντα κοντά σου!»
«Εντάξει, καρδιά μου! Σ’ ευχαριστώ!»
«Σ ’αγαπώ μαμά!»
«Κι εγώ σ ’αγαπώ, καρδιά μου!»

Μόλις τελείωσε την ιστορία, φώναξε τη μικρή της, την πήρε αγκαλιά πλάι στο δεντράκι που φώτιζε περήφανο και της τη διάβασε. Το κοριτσάκι άκουγε με προσοχή.
«Κρίμα…» αναστέναξε μόλις τελείωσε η ιστορία.
«Δε σου άρεσε η ιστορία;»
«Μου άρεσε μαμά! Όμως εμείς δεν έχουμε μπαλόνι καρδιά…»
«Έχουμε όμως αστέρι!» της είπε δείχνοντας το χρυσό αστέρι στην κορυφή του δέντρου.
Η μικρή το κοίταξε με την έκπληξη να ζωγραφίζεται στα αθώα παιδικά ματάκια της.
«Είμαστε στ’ αστέρια!»
«Ναι, αγάπη μου! Όσο έχουμε ήλιο στην καρδιά μας, πάντα θα βρίσκεται ένα αστέρι να μας φωτίζει!»
«Μα αυτό είναι το αστέρι των Χριστουγέννων!»
«Ακριβώς! Το αστέρι των Χριστουγέννων μας θυμίζει πως το φως πάντα μας οδηγεί να κάνουμε όμορφα πράγματα στη ζωή μας, αρκεί εμείς να έχουμε στην καρδιά μας αγάπη για όλον τον κόσμο.»
«Εγώ, μαμά, έχω αγάπη στην καρδιά μου για όλον τον κόσμο!»
«Το ξέρω, αστέρι μου!»

Καμία τιμωρία δεν είναι αποτελεσματικότερη από το χαμόγελο

24 Νοεμβρίου, 2019

Το βρέφος από την γέννηση του, με όποιες δεξιότητες έχει αναπτύξει κατά την κυοφορία, προσπαθεί να επικοινωνήσει με το περιβάλλον στο οποίο ξαφνικά καλείται να υπάρξει. Πρώτος κώδικας επικοινωνίας είναι το κλάμα, το οποίο όσο περνούν οι μήνες, αρχίζει να διαφοροποιείται για να δηλώσει τις υλικές ανάγκες του. Με τη σταδιακή ωρίμανση των φωνητικών χορδών και του εγκεφάλου, το βρέφος αρχίζει να ανακαλύπτει τη φωνή του, μέχρι να πει την πρώτη του πολυπόθητη για τα αυτιά λέξη. Από εκεί και πέρα, έχει έναν ολόκληρο κόσμο λέξεων και νοημάτων να ανακαλύψει, για να μπορέσει να εκφράσει και να μεταφέρει στο περιβάλλον του αυτά που αισθάνεται και χρειάζεται.

Αν ένας γονιός αναλογιστεί αυτήν την πορεία γλωσσικής ανάπτυξης του παιδιού του, θα καταλάβει πως όταν γίνεται γονιός, καλείται παράλληλα να μάθει μια ξένη γλώσσα, αυτήν του παιδιού του. Αν από νωρίς μπει στη διαδικασία να το παρατηρεί, με σκοπό να διακρίνει τις διαφοροποιήσεις στη φωνή, το κλάμα, τις κινήσεις, τις εκφράσεις του προσώπου του και δώσει στο παιδί να καταλάβει ότι το κατανοεί, θα δει πως, ως εκ θαύματος, θα έχει ένα παιδί πιο ήρεμο και χαρούμενο. Ποιός δε νιώθει ασφάλεια σε ένα περιβάλλον που τον καταλαβαίνουν;

Τροχοπέδη αποτελεί το γεγονός ότι οι περισσότεροι γονείς συχνά προβάλλουμε στο παιδί μας δικά μας στοιχεία, σε σημείο που να μη μένει ούτε χρόνος, αλλά ούτε χώρος στο μυαλό μας να κατανοήσουμε τι πραγματικά μας λέει. Αν το κρίνουμε εξ ιδίων και δεν το βλέπουμε ως μια ξεχωριστή προσωπικότητα, το παιδί πιθανότατα θα αποτύχει να επικοινωνήσει σαφώς και ειλικρινά αυτό που θέλει να πει, με αποτέλεσμα να καταφύγει σε συμπεριφορές που εν τέλει θα του προσκολλήσουν την ταμπέλα του «κακομαθημένου», «δύστροπου» ή «νευρικού».

Το ουσιαστικό ερώτημα όμως είναι “γιατί το παιδί φέρεται σαν κακομαθημένο, δύστροπο ή νευρικό;” Η απάντηση είναι απλά “διότι δεν το καταλαβαίνουν αλλιώς”. Είναι φυσιολογική αντίδραση, αν αναλογιστούμε πως κι εμείς όταν βρισκόμαστε σε ένα περιβάλλον που δε μας καταλαβαίνουν, πρέπει να σκαρφιστούμε άλλους τρόπους από την ομιλία για να μας προσέξουν ουσιαστικά. Η διαιώνιση του προβλήματος, δυστυχώς, καταλήγει στο να γίνει το παιδί όντως «κακομαθημένο», «δύστροπο» ή «νευρικό», γιατί πολύ απλά έτσι έμαθε.

Ακόμα κι αν ένα παιδί έχει εκ φύσεως τάση να κακομάθει εύκολα ή να γίνει ευερέθιστο, με ηρεμία, αγάπη και πολλή συζήτηση μπορεί να αποφευχθεί. Ο διάλογος είναι το ουσιαστικότερο μάθημα που μπορεί ένας γονιός να δώσει στο παιδί του. Όταν διδάσκεσαι πώς να μιλάς, μαθαίνεις παράλληλα πώς να ακούς, που είναι ο θεμέλιος λίθος για τις σχέσεις που δημιουργούμε με τους γύρω μας, αλλά και για την απόκτηση αυτογνωσίας. Είναι επομένως το πολυτιμότερο εφόδιο για την ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας. Εκτός αυτού, η αποτελεσματική επίλυση των προβλημάτων διασφαλίζει μια ευχάριστη διάθεση που είναι απαραίτητη για μια αρμονική συμβίωση. Εξάλλου, δεν υπάρχει καλύτερο γιατρικό για έναν γονιό από το χαμόγελο του παιδιού του, και δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανακούφιση και αίσθηση ασφάλειας για ένα παιδί από τη χαρά των γονιών του.

Δεν υπάρχουν λοιπόν «κακομαθημένα», «δύστροπα» ή «νευρικά» παιδιά, αλλά γονείς που, συνήθως από άγνοια ή φόρτο ευθυνών, δεν καταφέρνουν να μάθουν στο παιδί τους να «παίρνει από λόγια» από όταν αυτό είναι ακόμα μωρό. Αποτέλεσμα αυτού το μάλωμα, η τιμωρία, οι απειλές ή η αδιαφορία. Πρακτικές που αντί να θεραπεύουν, εδραιώνουν την αποτυχία του παιδιού να γίνει ένας λογικά φερόμενος άνθρωπος.

Πριν μαλώσουμε ένα παιδί, ας του τραβήξουμε την προσοχή από αυτό που πάει να κάνει ή ας του εξηγήσουμε γιατί δεν ήταν σωστό αυτό που έκανε. Αν πάλι δεν έχουμε την ηρεμία εκείνη τη στιγμή, ας πάρουμε μια βαθιά ανάσα, ας χαμογελάσουμε και ας το αναβάλλουμε για όταν θα έχουμε την απαραίτητη ψυχραιμία.

Πριν απ’ όλα αυτά, όμως, στον τελικό απολογισμό της ημέρας μας ας αναλογιστούμε. Μήπως φταίμε εμείς γι' αυτό που έκανε; Μήπως δεν καταλάβαμε τι ήθελε να μας πει και βρήκε άλλον τρόπο να περάσει το μήνυμά του; Ποιά ήταν η πραγματική ανάγκη που πήγε να καλύψει με αυτήν του την πράξη; Όπως και να ‘χει, ας μην το τιμωρήσουμε. Το σίγουρο είναι πως δεν είχε την πρόθεση να μας πληγώσει. Για να είμαστε ειλικρινείς, καμία τιμωρία δεν είναι αποτελεσματικότερη από το χαμόγελο κι η ασφάλεια της αγάπης διορθώνει όλα τα σφάλματα.

Ένα ανάποδο παραμύθι

23 Σεπτεμβρίου, 2019

«Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Ο άνθρωπος που αγαπά πάντα ζει καλύτερα από αυτόν που μάχεται να ευτυχήσει.» σκέφτηκε και κάθισε σε μια άνετη πολυθρόνα.

Ήταν αλήθεια, ένιωθε πλήρης. Χαιρόταν με τη χαρά των φίλων του και το αίσιο τέλος της περιπέτειας τους. Πάνω από όλα, όμως, ένιωθε ευγνωμοσύνη γι ’αυτά που η ζωή του έφερε χωρίς να αγωνιστεί. Ή έτσι φαινόταν.

Τις μάχες του τις έδινε κρυφά. Όταν οι υπόλοιποι θεωρούσαν ότι ξεκουράζεται, ότι διασκεδάζει, ότι εργάζεται. Ότι είναι καλά. Κάνεις δεν υποψιαζόταν τον πόλεμο που μαινόταν μέσα του. Ήξερε, όμως, να αγαπά. Είχε μόνο ένα μεγάλο ελάττωμα. Δεν ήξερε να ζητά. Έδινε πάντα χωρίς να πάρει τίποτα για τον εαυτό του. Πολλές φορές φαινόταν στους γύρω του ότι δε χρειαζόταν βοήθεια. Ότι δεν είχε ανάγκες.

Η ζωή του έδωσε πολλά. Πίκρες, πόνο, στενοχώρια, αποτυχίες. Κάθε φορά που τον χτυπούσε, εκείνος έπεφτε και ξανασηκωνόταν με το κεφάλι ψηλά. Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια συνεχών δοκιμασιών, επιτέλους κουράστηκε. Δεν άντεχε άλλο. Προσπαθούσε να αναλογιστεί τι έκανε λάθος και η ζωή του φερόταν τόσο σκληρά. Ήταν άνθρωπος που αγαπούσε και δεν έβλαπτε κανέναν. Άρχισε να νιώθει πράγματα που δεν τα είχε νιώσει ποτέ ξανά. Θυμό, παράπονο, οργή. Έκλαψε σαν μικρό παιδί που δεν μπορεί να καταλάβει τον κόσμο των μεγάλων.

Μια μέρα που είχε βγει να πάρει λίγο αέρα μακριά από όλους και όλα, την απάντηση του την έδωσε πράγματι ένα μικρό παιδί. Έπαιζε με τα παιχνίδια του μόνο και ανέμελο σε κάποιο πάρκο. Η μητέρα του διάβαζε ένα βιβλίο στο αντικρινό παγκάκι. Κάθισε κι εκείνος σε ένα παγκάκι και το παρατηρούσε.

Είχε μεγάλη αγάπη στα παιδιά και η ηρεμία του συγκεκριμένου παιδιού τον τράβηξε. Ο μικρός τον είδε, αλλά στην αρχή δεν του έδωσε σημασία. Ξαφνικά ήρθε κοντά του και του έδωσε ένα αποσυναρμολογημένο παιχνίδι του.

«Με βοηθάς;» του είπε με χαμογελαστό ύφος.

Του έκανε εντύπωση, γιατί είχε δει τον μικρό να συναρμολογεί πολλές φορές το παιχνίδι του πριν λίγο. Αναρωτιόταν γιατί να του ζητήσει βοήθεια, αφού ήταν κάτι που μπορούσε να καταφέρει μόνος.

«Φυσικά!» δέχτηκε με χαρά.

Την ώρα που το συναρμολογούσε, ο μικρός παρατηρούσε τις κινήσεις του. Μόλις του έδωσε το παιχνίδι φτιαγμένο, το παιδί έτρεξε ξανά στα παιχνίδια του και του έφερε κι άλλο. Από το ένα στο άλλο, κατέληξαν να παίζουν μαζί. Όσο έπαιζαν, αποσυναρμολογούσαν και επανασύνδεαν τα παιχνίδια, παρατήρησε ότι το παιδί άρχισε να μιμείται τις δικές του κινήσεις για να φτιάχνει τα παιχνίδια του.

Μετά από κάμποση ώρα, η μητέρα του σηκώθηκε και τον φώναξε να φύγουν. Το παιδί τον χαιρέτησε κι έτρεξε στη μαμά του μαζί με τα παιχνίδια του. Ήταν το ωραιότερο απόγευμα που είχε περάσει εδώ και χρόνια.

Όταν έμεινε μόνος, σκεφτόταν τη συμπεριφορά του μικρού. Γιατί του είχε ζητήσει βοήθεια; Τώρα πια του ήταν ξεκάθαρο. Ήταν ο τρόπος του μικρού να τον εντάξει στο παιχνίδι του. Δεν τον ένοιαξε που ήξερε να φτιάχνει τα παιχνίδια του γιατί ήθελε παρέα. Μα η σοφία του παιδιού δε σταμάτησε εκεί. Φρόντισε κιόλας να μάθει από τον τρόπο που ένας μεγάλος συναρμολογεί, γιατί ήξερε ότι «από τους μεγάλους μαθαίνουμε».

Έβαλε τον εαυτό του στη θέση του παιδιού και η διαπίστωση τον έκανε να αναπηδήσει με έκπληξη στο κάθισμα του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε ζητήσει από κάποιον βοήθεια; Ακόμα κι η μνήμη του αδυνατούσε να τον βοηθήσει. Αυτό, λοιπόν, ήθελε η ζωή από εκείνον! Αυτό ήταν το μάθημα που τα επαναλαμβανόμενα παθήματα είχαν στόχο να του δώσουν! Μόλις οι δυσκολίες ξεπερνούσαν τα όρια του, θα αναγκαζόταν να ζητήσει βοήθεια. Αυτό ήταν το σχέδιο. Ήταν πολύ παράξενο και συνάμα τόσο όμορφο που ένα παιδί του είχε αποκαλύψει τον μυστικό τρόπο που λειτουργεί η ζωή!

Ήταν άνθρωπος που δεν καθυστερούσε στις αποφάσεις του. Μόλις κατάλαβε τι θα τον έβγαζε από τη μιζέρια του, βάλθηκε να αλλάξει. Είχε τόσα πολλά να μάθει. Ένιωθε και πάλι ευγνωμοσύνη. Είχε τη λύση. Θα ζητούσε βοήθεια!

Σηκώθηκε χαρούμενος να φύγει. Ξαφνικά μαρμάρωσε. Μια διαπίστωση διαπέρασε το μυαλό του σαν σφαίρα. Η χαρά του συμπεράσματος τον έκανε να σκεφτεί επιπόλαια, σαν παιδί. Έπεσε ξανά βαρύς στο παγκάκι. Δεν ήταν τόσο απλό όσο νόμιζε. Από ποιόν θα ζητούσε βοήθεια και γιατί; Αφού δε χρειαζόταν κάτι.

Σκέφτηκε πάλι το παιδί. Θυμήθηκε ότι ούτε εκείνο χρειαζόταν πράγματι βοήθεια. Ή μήπως έτσι θεώρησε εκείνος; Μήπως εκείνη τη δεδομένη στιγμή, σε κάτι που κατά τα άλλα είχε την ικανότητα να κάνει, χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου άλλου; Η ειλικρίνεια του παιδιού ήταν ότι παραδέχτηκε πως χρειαζόταν κάποιον. Κάτι που ποτέ δεν έκανε ο ίδιος.

Ξεφύσηξε. Πώς του διέφυγε κάτι τόσο οφθαλμοφανές; Είχε μάθει να τα κάνει όλα μόνος, σε τέτοιο σημείο που ακόμα κι όταν χρειαζόταν κάποιον να τον βοηθήσει, προσπαθούσε να τα καταφέρει και πάλι μόνος. Οι ανθρώπινες σχέσεις, όμως, δε λειτουργούν μονομερώς. Ούτε τα συναισθήματα. Αυτά ήταν που τον είχαν πνίξει τόσα χρόνια. Τα συναισθήματα που νόμιζε πως ξεπερνούσε μόνος, μα το μόνο που έκανε ήταν να τα συσσωρεύει μέσα του αγνοώντας τα.

Σε κάθε δυσκολία, αντί να ανεβαίνει στην επιφάνεια για να πάρει βαθιά ανάσα, βυθιζόταν όλο και περισσότερο. Αυτό τον είχε κουράσει. Τον είχε γεράσει. Παρότι η ηλικία του δεν το υπαγόρευε, οι ασημένιες ανταύγειες είχαν ήδη κάνει την εμφάνιση τους στους κροτάφους του, αποδεικνύοντας, πρώτα στον ίδιο, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Το σώμα του αντιδρούσε και υποχωρούσε συνάμα στην πίεση. Όταν η πίεση δεν ξεσπά, δε μοιράζεται, ο χαμένος είναι πάντα το σώμα.

Δε μοιραζόταν. Η δικαιολογία πάντα ίδια. Ποιός θα τον καταλάβαινε; Ποιός θα είχε τη δύναμη και τη διάθεση να ψάξει μαζί του ως τα βάθη της ψυχής του για να βρει την άκρη του νήματος; Ποιός θα δεσμευόταν; Ποιόν θα δέσμευε; Την ιδέα του να δεσμεύσει κάποιον δεν την άντεχε. Ήθελε οι άνθρωποι γύρω του να είναι ελεύθεροι.

Υπήρχε όμως και κάτι άλλο. Κάτι που ίσως δεν ήθελε να παραδεχτεί. Αν τον καταλάβαινε κάποιος, ο ίδιος θα ήταν πρόθυμος να δεχτεί τα νέα δεδομένα; Να πάρει το μάθημα; Πίστευε πως ήταν. Αρκεί να βρισκόταν κάποιος. Τώρα έβλεπε πως έπρεπε να βρεθεί. Να αφήσει τις δικαιολογίες κατά μέρος και να κάνει αυτό που η ζωή ζητούσε από εκείνον. Δεν υπήρχε άλλη λύση. Έπρεπε να μοιραστεί.

Προσπάθησε να σκεφτεί ανάμεσα στους φίλους και τους γνωστούς του αν υπήρχε κάποιος στον οποίο θα μπορούσε να μιλήσει. Στην αρχή τους απέκλεισε όλους. Ήταν όλοι απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα. Μετά πίεσε τον εαυτό του, για καλό αυτή τη φορά. Έπρεπε να κάνει την αρχή.

Υπήρχε κάποιος που μπορούσε να μιλήσει. Ήταν ο μόνος που θα καταλάβαινε. Ήταν αυτός που έπρεπε να μάθει. Όσο δούλευε στο μυαλό του την ιδέα, τόσο φωτιζόταν το πρόσωπο του. Θα μιλούσε. Απλά και ειλικρινά.

Έφυγε από το πάρκο αποφασισμένος, ενώ βάδιζε προς την εκτέλεση της απόφασης του. Γύρισε σπίτι. Μόλις άνοιξε την πόρτα, στάθηκε μπροστά του. Τον κοιτούσε με μάτια έτοιμα να πλημμυρίσουν από τα λόγια του. Εκείνος απλά περίμενε.

«Λοιπόν» άρχισε.

«Θέλω να μιλήσουμε».

Η λάμψη του καθρέφτη φώτισε τους κροτάφους του.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»

Ο γονιός γεννιέται μαζί με το παιδί του

24 Οκτωβρίου, 2017

Πολλοί λένε πως ο καθένας μεγαλώνει το παιδί του όπως εκείνος θεωρεί σωστό, όπως εκείνος νομίζει. Όπως κανένας άνθρωπος στη ζωή μας, έτσι και τα παιδιά δεν έρχονται με εγχειρίδιο. Κάθε γονιός, κάθε παιδί, καθώς και η μεταξύ τους σχέση είναι μοναδικά. Όμως όταν γίνεις γονιός διαπιστώνεις ότι πολλά από αυτά που πίστευες, αναθεωρούνται από την ύπαρξη του παιδιού και μόνο. Ένα μικρό πλασματάκι έρχεται να σου γκρεμίσει ό,τι μέχρι τώρα είχες χτίσει ως φιλοσοφία ζωής.

Πρώτα από όλα, σου μαθαίνει τι θα πει αγάπη και ότι μπορείς να αγαπήσεις με τελείως διαφορετικό τρόπο από αυτόν που αγαπούσες μέχρι σήμερα. Έπειτα, η ευθύνη του να μεγαλώσεις έναν άνθρωπο, σε κάνει να ασχοληθείς με πράγματα που μέχρι τώρα ούτε που φανταζόσουν. Από το υλικό του να του αγοράσεις τα παπούτσια που θα ταιριάζουν στο ποδαράκι του, μέχρι το πνευματικό του να γνωρίζεις κάθε απάντηση στις αφελείς αλλά ευθείες ερωτήσεις του.

Αν επιδοθείς στον νέο σου ρόλο με βάση τα όσα μέχρι τώρα νόμιζες ή ήξερες, το σίγουρο είναι ότι θα βρεθείς πολλές φορές σε δύσκολη θέση. Η υλική ανατροφή του παιδιού είναι πολύ πιο απαιτητική στην καθημερινότητα από ότι τη φανταζόσουν όταν με αγωνία περίμενες 9 μήνες για να γεννηθεί. Από την άλλη, η πνευματική του ανατροφή, εκτός του ότι αρχίζει στην πραγματικότητα από τη γέννηση κι όχι από όταν το παιδί αρχίσει να μιλάει, χρειάζεται να είσαι συνεχώς σε επαγρύπνηση. Να μην επαναπαύεσαι στο «έτσι μεγάλωσα κι εγώ και τι έπαθα» ή να καταφεύγεις σε τιμωρίες, απειλές και φωνές μόλις το πιτσιρίκι γίνεται πολύ σκληρό για την υπομονή σου. Με λίγα λόγια, η ανατροφή του παιδιού χρειάζεται προσαρμοστικότητα.

Όταν γίνεσαι γονιός, έχεις έναν παραπάνω λόγο να είσαι φιλομαθής. Χρειάζεται να έχεις τη διάθεση να μάθεις καινούρια πράγματα και να αλλάξεις τα παλιά. Χρειάζεται να έχεις τη θέληση να μάθεις πρώτα από όλα ποιός είναι αυτός ο άνθρωπος που μόλις μπήκε στη ζωή σου. Χρειάζεται να ανοίξεις το μυαλό σου και την καρδιά σου περισσότερο για να χωρέσει αυτός ο άνθρωπος μέσα, πετώντας εγωισμούς και παγιώσεις που μέχρι τώρα σε ακολουθούσαν στη ζωή σου. Χρειάζεται να σταματήσεις να θέλεις να επιβάλλεσαι και να αρχίσεις να συζητάς. Χρειάζεται να σταματήσεις να νομίζεις ότι γνωρίζεις και να μάθεις να ακούς. Χρειάζεται να αρχίσεις να ζεις όχι όπως ήξερες, αλλά όπως βρήκες.

Χρειάζεται πάνω από όλα να αρχίσεις να νιώθεις. Να νιώθεις τι είναι ωφέλιμο και τι όχι να διδάξεις το παιδί σου. Τι θα του φανεί πραγματικά χρήσιμο στη ζωή του. Να του διδάξεις ηθικές αξίες που θα το βοηθήσουν στις δύσκολες στιγμές του να μείνει ακέραιο. Ηθικές αξίες που αν όλοι μας τηρούσαμε ο κόσμος μας θα γινόταν πραγματικά καλύτερος.

Αυτό που στην πραγματικότητα χρειάζεται για να μεγαλώσεις ένα παιδί είναι να έχεις τη θέληση να ανακαλύπτεις συνεχώς τον εαυτό σου μέσα από την επαφή σου μαζί του. Να παλεύεις για την αυτογνωσία σου. Και τότε η γνώση του πώς να μεγαλώσεις το παιδί σου θα βγει από μέσα σου.

Μην ψάχνεις λοιπόν να βρεις απαντήσεις σε γνώμες. Ούτε σε πράγματα που κουβαλάς από το παρελθόν. Εκεί μόνο να χαθείς μπορείς. Ο γονιός γεννιέται μαζί με το παιδί του. Αυτό να έχεις στο νου σου και τη δίψα να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος θα στην εμπνεύσει το ίδιο το παιδί σου.

Ο Κήπος της ψυχής

6 Οκτωβρίου, 2017

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν τρεις σοφοί συγγραφείς. Ήταν φίλοι αγαπημένοι και μαζεύονταν συχνά, πότε στο σπίτι του ενός, πότε στου άλλου και έγραφαν. Είχαν γράψει τόσα πολλά που είχαν γεμίσει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη με τα βιβλία τους! Πότε έγραφαν αστυνομικές περιπέτειες, πότε ιστορικά κείμενα και βιογραφίες, πότε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Άλλοτε πάλι έγραφαν κοινωνικά μυθιστορήματα, άλλοτε θεατρικά έργα και άλλοτε έκαναν ολόκληρες επιστημονικές μελέτες. Ποτέ όμως, σ' όλη τους τη συγγραφική ζωή δεν είχαν γράψει ένα παραμύθι.

Μια μέρα λοιπόν, καθώς είχαν μαζευτεί για να ξεκινήσουν ένα νέο βιβλίο, ο ένας από τους τρεις ήταν μελαγχολικός.

"Τι έχεις φίλε μας και είσαι τόσο συννεφιασμένος; Τι σου συμβαίνει;" τον ρώτησαν οι άλλοι δύο.

"Να... χτες όλο το βράδυ προσπαθούσα να βρω μια ιδέα για το τι θα είναι το επόμενο έργο μας" απαντάει.

"Και λοιπόν"; ξαναρωτούν.

"Να... αναλογίστηκα ότι έχουμε γράψει τόσα βιβλία, τόσα δοκίμια μέχρι και εγχειρίδια και άρθρα, αλλά ποτέ δεν γράψαμε ένα παραμύθι."

"Μα τα παραμύθια είναι για παιδιά!" παρατήρησε ο δεύτερος.

"Ναι, αλλά αν θέλουμε να λεγόμαστε συγγραφείς πρέπει να γράφουμε για όλους και στον κόσμο μας δεν υπάρχουν μόνο μεγάλοι. Υπάρχουν και παιδιά."

"Έχεις δίκιο λοιπόν! Ας γράψουμε ένα παραμύθι!" πρότεινε ο τρίτος με ενθουσιασμό.

"Μα πώς γράφεται ένα παραμύθι;" ρώτησε ο δεύτερος.

"Αυτό αναρωτιόμουν κι εγώ χτες βράδυ και δεν μπόρεσα να βρω απάντηση. Γι' αυτό είμαι μελαγχολικός" ξαναείπε ο πρώτος.

"Μην είστε ανόητοι!" πετάχτηκε ο τρίτος. "Ένα παραμύθι είναι πολύ εύκολο να γραφτεί! Απλά χρειάζεται μια όμορφη ιστορία και στο τέλος ένα ηθικό δίδαγμα!" πρόσθεσε γεμάτος αυτοπεποίθηση.

"Και πώς βγαίνει ένα ηθικό δίδαγμα;" απόρησε ο δεύτερος.

"Μα είναι απλό αγαπητοί μου φίλοι! Θα βρούμε τι θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά και αυτό θα βάλουμε ως ηθικό δίδαγμα!" απάντησε αμέσως ο τρίτος.

"Τι όμως θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά;" αναστέναξε μελαγχολικά ο πρώτος.

"Αυτό που θα τους διδάξουμε θα πρέπει να είναι κάτι όμορφο, όπως το να αγαπούν τα ζώα ή να είναι ευγενικοί" είπε συλλογιζόμενος ο δεύτερος.

"Σαφώς! Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν πώς να κάνουν όμορφα πράγματα, ώστε όταν μεγαλώσουν να γίνουν καλοί άνθρωποι για την κοινωνία. Διότι μια καλή κοινωνία αποτελείται από καλούς ανθρώπους" τόνισε ο τρίτος.

"Σωστά! Μα... έχουν γραφτεί χιλιάδες παραμύθια και έχουν διδάξει πολλά όμορφα πράγματα στα παιδιά. Όμως η κοινωνία μας δεν έχει γίνει καλύτερη. Γιατί τα παιδιά όταν γίνουν μεγάλοι ξεχνούν τα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών και δεν τα ακολουθούν στη ζωή τους" είπε με δισταγμό ο δεύτερος.

"Μα φυσικά! Αυτό είναι! Πώς δεν το είχα σκεφτεί! Όταν γίνουν μεγάλοι θεωρούν ότι τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά, όπως είπες κι εσύ στην αρχή! Άρα παύουν να πιστεύουν και στα ηθικά διδάγματα των παραμυθιών!" είπε ο πρώτος.

"Όπως παύουν να πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη" πρόσθεσε ο δεύτερος.

"Ακριβώς! Άρα αυτό που θα πρέπει να διδάξουμε στα παιδιά είναι πως να παραμείνουν παιδιά!"

Ο τρίτος, που άκουγε τόση ώρα σιωπηλός, κοίταξε τους άλλους δύο με νόημα και είπε με σιγανή φωνή:

"Τότε θα πρέπει να γράψουμε την ιστορία της καρδιάς και του εγκεφάλου."

Έτσι κι έγινε. Κάθισαν γύρω από το μεγάλο τραπέζι τους, πήραν τα χαρτιά και τα μολύβια τους και ξεκίνησαν:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ένα κορίτσι που το έλεγαν Καρδιά τριγύριζε χαρωπά μέσα σε έναν πανέμορφο κήπο γεμάτο με τα πιο σπάνια άνθη. Τον κήπο της Ψυχής. Είχε κατακόκκινα μακριά μαλλιά και χόρευε συνεχώς με ρυθμό. Δεν σταματούσε ποτέ να χορεύει και να περιποιείται τα άνθη του κήπου της Ψυχής. Μια μέρα, όταν η Καρδιά ήταν πια κοπέλα, ένας άγνωστος περαστικός από τον κήπο της, την πλησίασε και την ρώτησε: "Καλή μου κοπέλα, μήπως μπορώ να κόψω ένα από τα τόσο όμορφα άνθη σου για να ομορφύνω τον κήπο μου;" "Ποιός είσαι εσύ;" απάντησε τρομαγμένη η Καρδιά. "Με συγχωρείς. Ξέχασα να συστηθώ. Με λένε Εγκέφαλο και ζω στον κήπο του Νοός. Όμως έχω παντρευτεί μια γυναίκα ανοικοκύρευτη και ακαμάτρα και δεν φροντίζει καθόλου τον κήπο μας. Σκέψη τη λένε. Μόνο να βλέπει, να ακούει και να κουτσομπολεύει τους άλλους κήπους τη νοιάζει. Παλιά δεν ήταν έτσι. Παλιά ήταν καλή και στοργική και ο κήπος μας ήταν όμορφος σαν τον δικό σου. Αλλά από τότε που άρχισε να ακούει τις συμβουλές του Εγωισμού, του γερομάγου του διπλανού χωριού, δεν μπορώ να τη συμμαζέψω. Γι' αυτό σου λέω, δώσε μου καμιά ρίζα να βάλω κι εγώ στον κήπο μου γιατί έχει μαραθεί τελείως." Η Καρδιά γενναιόδωρη και καλοσυνάτη όπως ήταν, ξερίζωσε και έδωσε στον Εγκέφαλο μερικά από τα ομορφότερα άνθη του κήπου της. Εκείνος την ευχαρίστησε και έφυγε.

Μετά από λίγες μέρες, να σου τον πάλι ήρθε και της ξαναζήτησε λουλούδια. Εκείνη του ξαναέδωσε με χαρά. Τον επόμενο μήνα ξαναήρθε και τον μεθεπόμενο, μέχρι που έφτασε να επισκέπτεται τον κήπο της Ψυχής σχεδόν κάθε μήνα. Η Καρδιά παρατήρησε ότι όσο ξερίζωνε τα λουλούδια της, τόσο πιο περίεργος γινόταν ο χορός της. Άλλες φορές πιο γρήγορος, άλλες πιο αργός. Κάποιες φορές μάλιστα ένιωθε να την πονούν τα πόδια της και δεν είχε καν κουράγιο να φροντίσει τον κήπο της. Όμως δεν έδωσε σημασία και συνέχισε να χαρίζει δώρα στον επισκέπτη της.

Μετά από μερικούς μήνες, όταν ξαναήρθε ο Εγκέφαλος, η Καρδιά έτρεξε αμέσως να του προσφέρει νέες ρίζες. Τότε, έκπληκτη και έντρομη, είδε ότι είχε ήδη ξεριζώσει όλα τα άνθη του κήπου της Ψυχής και δεν είχε μείνει ούτε ένα! Ένιωσε το αίμα να φεύγει από επάνω της και τα μαλλιά της άσπρισαν! Έπεσε τότε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με λυγμούς. "Τι έκανα η τρελή!! Τι έκανα!" άρχισε να φωνάζει. Ο Εγκέφαλος την άκουσε και έτρεξε να δει τι συνέβη. Κάτασπρη σαν το χιόνι όπως ήταν, την είδε και τρόμαξε. "Τι έπαθες; Τι σου συνέβη;" ρώτησε προσπαθώντας να την συνεφέρει. "Τα λουλούδια μου! Έκοψα όλα τα λουλούδια μου!" είπε εκείνη με δάκρυα στα μάτια. "Μην ανησυχείς! Θα φυτρώσουν άλλα!" την παρηγόρησε. "Εσύ φταις!" θύμωσε η Καρδιά. "Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα είχα κόψει τα λουλούδια μου! Κοίτα τώρα τον κήπο μου! Άδειασε! Πώς θα ζήσω! Δεν έπρεπε να σε εμπιστευτώ! Δεν έπρεπε!" ψέλλισε με αναφιλητά. "Καλή μου Καρδιά, θα σου πω ένα μυστικό. Η Σκέψη είχε καταστρέψει όλα τα λουλούδια του κήπου μας εδώ και καιρό. Όταν δεν είχε μείνει πια ούτε ένα πήγα να συμβουλευτώ τη Συνείδηση, την καλή νεράιδα της χώρας. Βλέπεις, τα άνθη του κήπου του Νοός αν ξεριζωθούν δεν ξαναφυτρώνουν. Τα άνθη όμως του κήπου της ψυχής, όσο και να τα κόβεις ξανανθίζουν. Γι' αυτό χρειαζόμουν τη βοήθεια σου. Όμως τον τελευταίο μήνα πήγα να ξαναδώ τη Συνείδηση και μου είπε πως τα άνθη της ψυχής ξαναφυτρώνουν μόνο όταν τα κόβεις, όχι όταν τα ξεριζώνεις. " "Τότε πάει, καταστράφηκε ο κήπος μου! " απογοητεύτηκε η Καρδιά. "Μην βιάζεσαι. Όταν είπα στη Συνείδηση ότι σου ζήτησα να μου δώσεις ρίζες από τα φυτά σου, με μάλωσε γι’ αυτήν την ανοησία μου και μου ζήτησε να επανορθώσω για αυτό μου το σφάλμα, αλλιώς δεν θα με άφηνε ήσυχο. Βλέπεις η Συνείδηση είναι καλή νεράιδα, αλλά γίνεται πολύ αυστηρή όταν σφάλλεις. Όταν, λοιπόν, τη ρώτησα πως μπορούσα να επανορθώσω, κούνησε το μαγικό της ραβδί και εμφανίστηκε αυτό το αξιοθαύμαστο και σπάνιο λουλούδι! " είπε ο Εγκέφαλος και το πρόσφερε στην Καρδιά. Εκείνη σταμάτησε αμέσως τα κλάματα και θαύμασε "Τι όμορφο που είναι! ". "Μου είπε ότι λέγεται Ελπίδα και είναι το πιο ανθεκτικό από όλα τα άνθη. Είπε επίσης πως αν το φυτέψεις θα ξαναφυτρώσουν όλα τα ονειρεμένα άνθη που είχες στον κήπο σου! Αυτό θα φροντίσει για όλα! " "Σ ’ευχαριστώ! " είπε ευγενικά η Καρδιά. "Και κάτι ακόμα! Μου έδωσε αυτή τη μαγική χρυσή σκόνη για να λούσεις τα μαλλιά σου. Είναι η χρυσόσκονη της Αγάπης. Αν λουστείς μ’ αυτήν, κανείς δεν θα μπορεί να σε εξαπατήσει και τα μαλλιά σου δεν θα χάσουν ποτέ ξανά το χρώμα τους. Θα γίνουν χρυσά σαν τον ήλιο και θα απολαμβάνουν το φως και τη θέρμη τους όλοι όσοι έρχονται κοντά σου! " "Σ’ ευχαριστώ και πάλι", είπε η Καρδιά και έτρεξε να φυτέψει την Ελπίδα στον κήπο της Ψυχής και να λουστεί με την Αγάπη, για να μην μπορεί ποτέ πια κανείς να την πληγώσει.»


Άφησαν κάτω τα μολύβια και κοιτάχτηκαν με μια αίσθηση ικανοποίησης και ολοκλήρωσης.

"Όμως… Δεν γράψαμε το ηθικό δίδαγμα!" είπε ο δεύτερος.

"Νομίζω ότι τα «παιδιά» θα καταλάβουν" είπε ο πρώτος.

"Κι εγώ το ίδιο!" συμφώνησε ο τρίτος.

1 2