Tag

συναισθήματα

Tears

13 Ιουνίου, 2025

Είχε αργήσει. Δε θα ήταν η πρώτη φορά που τους έστηνε, αλλά δεν άντεχε πάλι τη γκρίνια τους. Είχε αποκτήσει τη φήμη του ‘αναίσθητου’ στην παρέα και δεν έχαναν ευκαιρία να του το υπενθυμίζουν. «Ο Πέτρος το έχει φιλοσοφήσει καλά. Δε νοιάζεται για τίποτα κι έχει το κεφαλάκι του ήσυχο» είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου τις προάλλες ο Μάρκος. Δε βαριέσαι. Τόσο καταλάβαιναν.

Περνούσε μπροστά από το κολυμβητήριο του δήμου, όταν άκουσε ένα παιδικό κλάμα. Φευγαλέα, είδε έναν πατέρα να κάθεται στη στάση του λεωφορείου και μπροστά του, ένας μπόμπιρας – ήταν δεν ήταν 5 χρονών – έτριβε τα μάτια του κλαίγοντας. Δεν του φάνηκε παράξενο. Είχε συνηθίσει να βλέπει παιδιά να κλαίνε εκεί γύρω. Κι όμως κάτι σφίχτηκε μέσα του. Ύστερα ήρθε η κουβέντα.

«Κλαις. Γιατί κλαις; Σε βλέπουν όλα τα παιδάκια και γελάνε!» είπε μισοθυμωμένα ο πατέρας πιάνοντας τον πιτσιρικά από τον καρπό. Μέσα στ’ αναφιλητά του, ο μικρός άρχισε να συλλαβίζει τη λέξη ‘μαμά’. Ύστερα ήρθε η δεύτερη κουβέντα.

«Τι τη θες τη μαμά; Μαμάκιας είσαι;»

Κι ύστερα…

«Ολόκληρος άντρας δεν ντρέπεσαι να κλαις;»

Στην τελευταία πρόταση, ο Πέτρος τους είχε προσπεράσει πια. Ένα σαρκαστικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Και μετά λένε πως τα αγόρια δεν ωριμάζουν ποτέ. Ορίστε! Από τα 5 του κι είναι ολόκληρος άντρας! σκέφτηκε. Έστριψε τη γωνία και κατευθύνθηκε προς την καφετέρια.

«Βρε καλώς τον!» αναφώνησε πειρακτικά ο Μηνάς.

«Τον βρήκες τον δρόμο λεβέντη’μ;» είπε με βλάχικη προφορά ο Ανδρέας που του άρεσαν οι μιμήσεις και ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος.

Ο Μάρκος δε μίλησε. Ως Σπαρτιάτης, μετρούσε τα λόγια του κι όσα έλεγε έβρισκαν πάντα στόχο. Ο Πέτρος κάθισε δίπλα στον Μηνά.

«Ο Λευτέρης πού είναι;» ρώτησε.

«Τον έπιασαν πάλι τα καταθλιπτικά του. Δεν έχω όρεξη, λέει, να βγω, θα κάτσω σπίτι. Τα κλασσικά δηλαδή. Κάθεται και κλαψομουνιάζει.» απάντησε ο Μηνάς.

«Από τότε που χώρισε με τη Μάρθα έχει γίνει σαν τη Μεγάλη Παρασκευή. Κι εμείς αγαπήσαμε ρε φίλε, αλλά δεν κάναμε έτσι!» σχολίασε εύθυμα ο Ανδρέας.

«Του μίλησε κανείς σας; Μάθαμε τι έγινε;» ρώτησε ο Πέτρος.

«Γιατί μιλάει και σε κανέναν; Έτσι όπως τα κρατάει θα κάνει καμιά μέρα μπαμ και θα τρέχουμε να τον μαζέψουμε.» Ο Μάρκος ακουγόταν τσαντισμένος, αλλά ο Πέτρος ήξερε πως αυτός ήταν ο τρόπος του όταν δε συμφωνούσε με τις πράξεις των φίλων του.

Ο Πέτρος θυμήθηκε τον πιτσιρικά στο κολυμβητήριο. Κοίταξε μια γύρα τους φίλους του. Ο καθένας τους θα μπορούσε να ήταν στη θέση του. Όλοι είχαν ακούσει παρόμοιες κουβέντες από τους γονείς τους. Σιγά και τι πάθαμε; σκέφτηκε μηχανικά. Αμέσως δαγκώθηκε και αναλογίστηκε τη ζωή του καθενός τους. Ο Μηνάς ήταν ο ορισμός του καλού παιδιού. Συντρέχτης και ψυχοπονιάρης, γινόταν χαλί να τον πατήσει ο οποιοσδήποτε. Ο Ανδρέας; Ο Πέτρος διαπίστωσε έκθαμβος ότι δεν τον είχε δει ποτέ στενοχωρημένο. Πάντα έβαζε το χιούμορ για ασπίδα και ποτέ δεν καταλάβαινες τι τρέχει στ’ αλήθεια μέσα στο μυαλό του. Ο Μάρκος ήταν η κλασική περίπτωση άντρα που τα λέει σταράτα. Παλιομοδίτης ακόμα και στις σχέσεις του, ήθελε να έχει πάντα το πάνω χέρι. Εκείνος μόνο ήξερε, εκείνος είχε πάντα δίκιο. Όπως σ’ εκείνο το περιστατικό με τη Μαρία. Δυο βδομάδες είχε τη μελανιά στο χέρι της και προσπαθούσε να τους πείσει ότι έπεσε από τις σκάλες. Ένα μήνα μετά χώρισαν και δεν την ξαναείδε κανείς τους. «Δεν ήταν αυτή γυναίκα για σπίτι» διατεινόταν ο Μάρκος. «Καλύτερα που χωρίσαμε.»

Τότε συνειδητοποίησε κάτι που του φάνηκε τρομακτικό. Δεν είχε δει ποτέ κανέναν από τους φίλους του να κλαίει κι ας ήταν μαζί από το γυμνάσιο. Ούτε ο ίδιος είχε αφήσει ποτέ κανέναν να τον δει να δακρύζει. Πάντα το έκανε μόνος του, στα κρυφά, σαν να ήταν κάποια παράνομη πράξη για την οποία θα τον τιμωρούσαν. Σε βλέπουν τα άλλα παιδιά και γελάνε αντήχησε στ’ αυτιά του. Άραγε θα τον κορόιδευαν αν έκλαιγε μπροστά τους; Μαμάκιας είσαι; Δεν ντρέπεσαι να κλαις; Οι λέξεις περνούσαν σαν σφαίρες από το μυαλό του και χτυπούσαν κατευθείαν στην καρδιά. Ούτε κάποια από τις κοπέλες του τον είχε δει να κλαίει. Ούτε καν η Μυρτώ που συζούσαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Είχε πολλές αναμνήσεις από εκείνη να κλαίει με λυγμούς στην αγκαλιά του, αλλά δική του καμία. Τι διάολο συμβαίνει; απόρησε. Χαλασμένοι είμαστε; αναρωτήθηκε με πικρία. Έφερε ξανά στο μυαλό του τον πιτσιρικά που έκλαιγε με παράπονο. Ήταν απλά ένα παιδί που ήθελε τη μαμά του. Ό,τι και να είχε κάνει, ήταν απλά ένα μικρό ανυπεράσπιστο παιδί, γαμώτο. Γιατί να του φερθούν έτσι; Χωρίς να το καταλάβει, ο Πέτρος βούρκωσε. Οι υπόλοιποι είχαν στήσει πηγαδάκι για τον Λευτέρη τον ‘κλαψιάρη’ και τα καμώματά του.

«Πάψτε!» φώναξε. Τον κοίταξαν και σώπασαν κι οι τρεις.

«Τι έπαθες ρε;» τόλμησε να ρωτήσει ο Ανδρέας.

Ο Πέτρος τους διηγήθηκε το περιστατικό με τον μπόμπιρα. Ο Μηνάς κι ο Ανδρέας έσκυψαν το κεφάλι. Ο Μάρκος γέλασε δυνατά.

«Καλά του είπε ρε ο πατέρας του! Να μάθει από μικρός ότι οι άντρες δεν κλαίνε. Τι; Να γίνει σαν τον Λευτέρη δηλαδή; Γεμίσαμε από δαύτους και στο τέλος δε θα μείνει άντρας να αντιπροσωπεύει το φύλο μας» απάντησε ευθαρσώς.

Ο Μηνάς έμοιαζε θιγμένος. «Σοβαρά τώρα;»

Ο Μάρκος τους κοίταξε συγχυσμένος. «Τι πάθατε ρε και μου γίνατε όλοι ευαίσθητοι; Ακούσατε για ένα μωρό που το μάλωσαν και μαλακώσατε;»

«Ρε Μάρκο!» προσπάθησε να τον συμμαζέψει ο Ανδρέας. Αλλά ο Μάρκος δε συμμαζευόταν. «Α δε μου τα λέτε καλά!» είπε νευριασμένα και φώναξε το γκαρσόνι. Πλήρωσε τον καφέ του και σηκώθηκε κι έφυγε. «Όταν συνέλθετε, τα λέμε» πέταξε βγαίνοντας από το μαγαζί.

Οι άλλοι τρεις δεν τολμούσαν να κοιταχτούν.

«Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα, είμαστε!» αστειεύτηκε ο Ανδρέας. Ο Μηνάς κι ο Πέτρος χαμογέλασαν αχνά με την προσπάθεια του φίλου τους να τους κάνει να νιώσουν καλύτερα.

«Τραγικό περιστατικό πάντως. Τον λυπήθηκα τον μικρό» ομολόγησε δειλά ο Μηνάς.

«Άσ’τα να πάνε…» συμφώνησε ο Πέτρος.

Πλήρωσαν κι έφυγαν, δίνοντας ραντεβού για την επόμενη. Είχαν κανονίσει να δουν το εβδομαδιαίο τους θριλεράκι. Ο Πέτρος γύρισε να τους κοιτάξει καθώς προχωρούσαν ο καθένας στον δρόμο του. Στο κολυμβητήριο η στάση του λεωφορείου ήταν πλέον άδεια.

«Πέτρο!» άκουσε μια ανδρική φωνή πίσω του. Ένας μπαμπάς είχε ανοίξει την αγκαλιά του κι ένας άλλος μπόμπιρας έτρεχε με χαρά προς το μέρος του. Ο Πέτρος χαμογέλασε και συνέχισε τον δρόμο του σιγοψιθυρίζοντας Give all your tears to me αnd I'll cry them for you.

Μαζεύουμε στιγμές

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, πολύτιμες αχτίδες χαράς
που πέφτουν σαν αγνές χιονονιφάδες
στο σκοτάδι της εσωτερικής μας θλίψης.
Παντού τριγύρω καραδοκούν
σαν μικρές νεράιδες των αναμνήσεων.

Τις φυλάμε στο μικρό
Χριστουγεννιάτικο κουτί,
εκείνο το στολισμένο με χρυσόσκονη,
και γεμίζουμε τις αποθήκες μας
με χαμόγελα και ζεστασιά
για τις ώρες της μοναξιάς
που θα έρθουν αγκαζέ
με τον καινούριο χρόνο.
Όσα κι αν φέρει,
είτε όμορφα όμορφα είτε άσχημα,
εμείς θα έχουμε εφοδιαστεί με...

Στιγμές που αγγίζουν.
Στιγμές που μας γεμίζουν.
Στιγμές συντρόφους της ψυχής.

Μαζεύουμε στιγμές.
Ένα λαχείο που κληρώνεται
κάθε Χριστούγεννα
και καλύπτει τα συναισθηματικά έξοδα
της χρονιάς που ακολουθεί.

Ματιές, εξομολογήσεις, συγγνώμες,
σ'αγαπώ, συνδέσεις άρρηκτες χωρίς εγωισμούς.
Λόγια και εικόνες, σκέψεις και αισθήματα.
Όλα στιγμές
που θα καταναλώσουμε αχόρταγα
σαν αίδεσμα παραδεισένιο.

Μαζεύουμε στιγμές.
Μικρές, όμορφες, μοναδικές.

Αυγής ταξίδι

Μια λευκή αυγή
βάφτηκε στα κοραλλένια.
Βγήκε ν’ αγναντέψει
πάνω από σώματα
που περιπλανιόνται αδιάλειπτα.
Μια ποικιλία ζωηρών αποχρώσεων
της ανθρώπινης ύπαρξης
θα στολίσει
και πάλι τη μέρα της.
Τυχαίες συναντήσεις,
μεγάλες αποφάσεις,
στροφές της μοίρας.
Θα δει δάκρυα κάθε λογής,
χαμόγελα ειλικρινά,
ερωτικά και ψεύτικα,
θυμό, απογοήτευση,
χαρά και γαλήνη.
‘Πώς καταφέρνει ο άνθρωπος
να κρύβεται
κάτω από τόσο φως;’
αναρωτιέται.
Στο φως φαίνονται όλα,
αρκεί τα μάτια
να θέλουν να δουν.

Αναστέναξε,
στέλνοντας ένα σύννεφο μακριά.
Κάπου,
πίσω από κάτι κλειστά παραθυρόφυλλα,
αντίκρισε τη μιζέρια.
Εκεί, δεν την άφησαν να μπει
και να χαρίσει απλόχερα
τη ζεστασιά της.
Την αγνοούσαν.
Μα ήταν και κάποιες αυλές
γεμάτες λουλούδια,
αρώματα κι ευγένεια
που δε χρειάστηκε
καν πόρτα για να μπει.
Ήταν πάντα ορθάνοιχτα,
κάθε που ξημέρωνε.
Εκεί χαιρόταν ν’ αλωνίζει
και ν’ απολαμβάνει
τα παιχνιδίσματα των δροσοσταλίδων
πάνω σε σκέψεις
και συναισθήματα.

Αφού χόρτασε εικόνες,
η αυγή έδυσε
και μαζί απέσυρε το φως της.
Άφησε τους ανθρώπους
στη μοίρα που η νύχτα τους φυλάει
κι έκανε τον απολογισμό της.
‘Όποιος ανέχεται το σκοτάδι μέσα του,
δε θα με δει ποτέ’ συλλογίστηκε.
‘Όποιος παλεύει να σωθεί απ’ αυτό,
με έχει ανάγκη.
Μα όποιος διψά έστω
για μια ηλιαχτίδα,
θα με προσμένει να γυρίσω’
καθησυχάστηκε
κι έγειρε ν’ αποκοιμηθεί.

‘Αντίο, άνθρωπε.
Εις το επανιδείν’.

Καθημερινός Βαλεντίνος

14 Φεβρουαρίου, 2023

Το κλασικότερο αντεπιχείρημα για όσους δε συμπαθούν τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου είναι πως ο έρωτας δεν θα έπρεπε να γιορτάζει μια φορά τον χρόνο αλλά κάθε μέρα. Όταν αγαπάς, εκδηλώνεις τα συναισθήματά σου στο έτερόν σου ήμισυ ανεξαρτήτως χρονικής στιγμής. Πόσο εφικτό είναι αυτό στην εποχή μας άραγε;

Στην πορεία της σχέσης δύο ανθρώπων, ο έρωτας έρχεται αντιμέτωπος με δυο εχθρούς. Τον χρόνο και την καθημερινότητα. Υπάρχει η αντίληψη πως όσο πιο πολλά χρόνια περνούν μαζί δυο άνθρωποι, τόσο ο έρωτάς τους λιγοστεύει. Βασικός συντελεστής σ’ αυτή τη μείωση είναι φυσικά η διαβρωτική δύναμη της ρουτίνας.

Ο έρωτας, ως κατεξοχήν ενθουσιώδης και ρομαντικός, βάλλεται διαρκώς από τον ρεαλισμό και την υλιστικό χαρακτήρα της καθημερινότητας. Θέματα διαδικαστικά, οικονομικά, εργασιακά απασχολούν τόσο πολύ το μυαλό μας, που δεν προλαβαίνουμε πολλές φορές να αισθανθούμε, όχι έρωτα, αλλά οτιδήποτε. Η καρδιά σταδιακά γερνά και κουρασμένη γέρνει να απολαύσει μονάχα οτιδήποτε της αφαιρεί το αίσθημα του άγχους που την πνίγει.

Μέσα σ’ αυτό το αντίξοο κλίμα της σημερινής εποχής, ο έρωτας καλείται να επιβιώσει. Να μην αποδυναμωθεί. Μα είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς να είναι ενεργό το εργαλείο που μπορεί να τον νιώσει; Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι άλλο από το γήρας της καρδιάς.

Ποτέ δεν έζησε ο έρωτας σε μια καρδιά φθαρμένη. Ακόμα κι αν φώλιασε σε γερασμένα σώματα, η καρδιά που τα κρατούσε ζωντανά ήταν ακόμα νεανική και έσφυζε από ζωή. «Ο έρωτας χρόνια δεν κοιτά», λέει ο λαός κι έχει δίκιο. Η ηλικία δεν παίζει ρόλο «όσο το λέει η καρδιά σου».

Πώς όμως μένει μια καρδιά νέα για να μπορέσει να συντηρήσει τον έρωτα; Η απάντηση δεν είναι πάντα προφανής ούτε εύκολα εφαρμόσιμη. Χρειάζεται μικρά αλλά δυνατά «συναισθηματικά σοκ» θετικής χροιάς. Χρειάζεται να νιώσει όλα αυτά τα όμορφα, η στέρηση των οποίων τη γέρασε. Να συγκινηθεί με μια λησμονημένη ανάμνηση και να αναβιώσει τον χαμένο της έρωτα για τη ζωή την ίδια.

Η μέρα του Αγίου Βαλεντίνου, επομένως, δεν ενδείκνυται μόνο για τους φρεσκοερωτευμένους και τα νεανικά ζευγαράκια. Περισσότερη ανάγκη την έχουν εκείνοι που έχουν ξεχάσει τι θα πει έρωτας. Εκείνοι που καθημερινά αγκαλιάζουν τη ρουτίνα σαν έναν άχαρο Βαλεντίνο που τους απομυζά την ενέργεια.

Αν είχα μια ευχή για τη σημερινή μέρα, θα ήταν να υπήρχαν περισσότερες σαν κι αυτή μέσα στον χρόνο, για να μας υπενθυμίζουν πως συντήρηση δε χρειάζεται μόνο η επιχείρηση, το αυτοκίνητο κι ο καυστήρας, αλλά και η καρδιά.

Η συμβουλή μου; Διώξε τον καθημερινό τοξικό Βαλεντίνο που κρατά όμηρο τα συναισθήματά σου και νιώσε ξανά τι θα πει έρωτας. Για έναν άνθρωπο, για τη δημιουργία, για τη ζωή.

Το μικρό λούτρινο αρκουδάκι

11 Νοεμβρίου, 2020

Είχες ποτέ ένα μικρό λούτρινο κουκλάκι; Φθαρμένο από σφιχτές αγκαλιές και ζωηρό παιχνίδι; Να σε συντροφεύει στα ταξίδια του μυαλού και η φαντασία σου να σε έχει πείσει πως είναι αληθινό και σε ακούει καλύτερα κι από άνθρωπο; 

Μα ήταν αληθινό! Ένα κομμάτι της παιδικής γενναιόδωρης ψυχής σου εγκαταστάθηκε μέσα του και του έδωσε πνοή. Δεν αισθάνθηκες ως Θεός που δημιούργησε κάτι. Αυτά είναι ματαιοδοξίες των μεγάλων. Εσύ είχες απλά έναν φίλο. Είτε ήσουν μαμά του, νονά του, αδερφή του, φίλη του ήταν μοναδικό. Είχε το δικό του όνομα. Τι κι αν άλλαζες τη φωνή σου για να του δώσεις μιλιά. Είχε τα δικά του αισθήματα. 

Όταν μεγάλωσες πια και το βρήκες καταχωνιασμένο και μονάχο, δε σου θύμωσε. Σου χαμογέλασε σαν να ήταν μόλις χτες που παίζατε εκείνο το κρυφτό που αφήσατε στη μέση. Έτσι νόμιζε όταν το έβαλες σ’ εκείνη την ντουλάπα, μεγάλη πια για αρκουδάκια. Ευτυχώς δεν ήξερε να μετρά τον χρόνο. Ούτε καν πρόσεξε πως έχεις μεγαλώσει πια. Για εκείνο είσαι πάντα παιδί. Εσύ του έκανες αυτό το δώρο, όταν, μαζί του, κλείδωσες στην ντουλάπα όλη σου την παιδικότητα και την άφησες να ζει μέσα στο μικρό σου λούτρινο αρκουδάκι. 

Τώρα, όπως σε κοιτάζει με αυτά τα ακίνητα ματάκια, όλα ζωντανεύουν μπροστά σου, μέσα σου. Εκείνο σε προστάτευσε τις δύσκολες στιγμές που οι μεγάλοι σε απέκλειαν, σε μάλωναν, σε αγνοούσαν ή τσακώνονταν. Εκείνο μοιράστηκε μαζί σου τα δάκρυα και τα δέχτηκε πάνω του σαν τη βροχή που πότιζε την ανύπαρκτη ψυχούλα του. Μα ήταν κι οι χαρές! Ενθουσιαζόταν όταν του έλεγες τα ευχάριστα και το έσφιγγες στην αγκαλιά σου τόσο, που αν ήταν αληθινό θα σου φώναζε «Σιγά! Θα με σκάσεις!» Μα δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ. Ήταν υπερήφανο για σένα! Θα ορκιζόσουν πως, σε τέτοιες στιγμές, τα μάτια του έλαμπαν λίγο παραπάνω και το χαμόγελό του γινόταν λίγο πιο πλατύ. 

Σου πήρε χρόνια, μα τώρα που το αντίκρισες ξανά, μια αγκαλιά έφτασε να σε ξανασυστήσει στο παιδί που ήσουν κάποτε. Συνειδητοποίησες με δέος ότι όσα ένιωθε το αρκουδάκι σου ήταν όσα εσύ ένιωθες ή είχες ανάγκη να νιώσεις. Κοίταξες τ’ αυτάκια του. Το ένα είχε ξηλωθεί λίγο, όπως ξηλώθηκε η καρδιά σου με το χωρισμό των γονιών σου. Η μύτη του είχε φαγωθεί από την τριβή και δε θα ξαναμύριζε τα κουλουράκια της γιαγιάς σου, που τα έφτιαχνε με τόση αγάπη! Τα χεράκια και τα ποδαράκια του είχαν λεπτύνει στις κλειδώσεις από τα πολλά ζουλήγματα και τους άπειρους παιδικούς ύπνους που μοιραστήκατε αγκαλιά.

 «Σου έχω μια έκπληξη, φίλε μου!» του είπες και χάιδεψες στοργικά την κοιλιά σου. Το αγκάλιασες σφιχτά σαν να ένιωθες τη χαρά του. Ένα δάκρυ συγκίνησης κύλησε κι έπεσε πάνω του. Το αρκουδάκι σου πήρε ξανά πνοή. Τι κι αν ήταν φθαρμένο, πολλές αγκαλιές και πολλά παιχνίδια το περίμεναν ακόμα! Η φθορά του ήταν η ιστορία του και η ζωή σου. Το πιο αγνό κομμάτι του εαυτού σου ζούσε ακόμη μέσα του. Η καλύτερη κληρονομιά για το παιδί σου!

Ένα καλοκαίρι σβήνει

27 Αυγούστου, 2020

Ένα καλοκαίρι σβήνει στα βήματά σου.
Φεύγει σιωπηλά να υποδεχτεί
ένα θλιμμένο φθινόπωρο.
Όπως η λύπη που διαδέχεται νομοτελειακά τη χαρά.
Μα μέσα σου η αποχώρησή του φωνάζει από ευτυχία.
Εκείνη που σου άφησε η γεύση της αλμύρας στα χείλη
κι η αίσθηση της ελευθερίας στην καρδιά.

Για μιαν υπέρβαση

Ευερέθιστες οι δυσκολίες.
Σαν σύννεφα καραδοκούν να σε μουσκέψουν
με το ηδονικό υγρό τους.
Απρόσμενα.
Σταγόνες από σίδερο πληγιάζουν το δέρμα σου
και θραύσματά τους εισχωρούν στο αίμα.
Μολυσμένο από τη θλίψη μεταφέρει το μήνυμα
από την καρδιά στο μυαλό κι αντίστροφα,
σαν άχαρος αγγελιοφόρος θανάτου.
Πώς να σταθείς με το μαύρο μίασμα
να κυκλοφορεί παντού μέσα σου;
Να καταπνίγει αισθήσεις, σκέψεις κι αισθήματα
σαν λεπτό στρώμα άκαμπτου πάγου
που κράτα βίαια το δροσερό νερό από κάτω του.

Οι αναμνήσεις, χείμαρρος που ξυπνά
κι ενσωματώνει τη νεοφερμένη λύπη.
Κοιτάς και θυμάσαι ένα γαϊτανάκι άσχημων στιγμών
που τις ενώνει μια κοινή μοίρα, λες.
Αγγίζεις παντού έναν ιστό πλεγμένο από δυσαρέσκεια
και γεύεσαι την πικρία σαν καταραμένο μαντζούνι.
Η παρεξήγηση φωλιάζει σε ό, τι ακούς και επωάζει
προσβολές και παρανοήσεις σε κάθε σου σκέψη.
Η όσφρηση νεκρώνεται.
Δε σε προειδοποιεί για τίποτα πια.
Μα μήπως κι οι άλλες αισθήσεις δουλεύουν;
Καθαρότητα θέλουν για να λειτουργήσουν.
Μα που να τη βρουν με τέτοια συννεφιά;

Η επιλογή είναι το μόνο όπλο που έχει ο άνθρωπος
σε τούτη τη ζήση.
Ή θα παραδοθείς και θα το στρέψεις πάνω σου
ή θα σταθείς όρθιος και θα παλέψεις.
Η πρόσκαιρη αμφιταλάντευσή σου ανάμεσά τους
μη σε τρομάζει.
Το καταστάλαγμα μετρά.
Στα σύννεφα των δυσκολιών να μη μείνεις ένα με τη βροχή.
Να γίνεις ουρανός που στέκει πιο ψηλά κι απ’ το ακατόρθωτο.

«Μα πώς εγώ ο αδύναμος να φτάσω τέτοια ύψη;» θα μου πεις.
Μέσα από την άβυσσο αποκαλύπτεται
το μεγαλείο του παραδείσου.
Άλλωστε, για μιαν υπέρβαση ζούμε.

Το παζάρι των συναισθημάτων

28 Φεβρουαρίου, 2020

Μην αναλώνεσαι σε «θέλω» που δεν έχουν σκοπό να σε πάνε ένα βήμα πιο πέρα. Χάνεις το νόημα προσπαθώντας να τροφοδοτείς αυτά που νομίζεις πως επιθυμεί η καρδιά σου. Η αμοιβαιότητα είναι που ντύνει με αλήθεια την επιθυμία. Αλλιώς μένει μια ανάγκη ανάπηρη, χωρίς ανταπόκριση.

Μα κι αυτή να υπάρξει, θέλει ειλικρίνεια. Αυταπάτες που σε θρέφουν δηλητήριο είναι όσοι προσποιούνται συναισθήματα που δε νιώθουν για σένα. Στις γωνιές του κόσμου, πολλοί είναι εκείνοι που θα προθυμοποιηθούν να σε νιώσουν, να σ' αγκαλιάσουν, να σ' αγαπήσουν χωρίς όμως να έχουν αγαπήσει τον ίδιο τους τον εαυτό. Κοίταξέ τους. Δεν τους νοιάζει. Προχωράνε κι ας είναι κενοί μέσα τους. Ποντάρουν κι ας νομίζουν ότι ξέρουν τι θέλουν. Κερδισμένοι βγαίνουν γιατί πάντα εκείνοι θα «έχουν δίκιο». Μα είναι κέρδος αλήθεια αυτό; Να νομίζεις πως νιώθεις; Να πείθεσαι πως ζεις;

Μη θελήσεις να τους μοιάσεις. Είσαι από άλλη στόφα εσύ. Η δική σου καρδιά θα σιγοκαίει στο καζάνι του φαίνεσθαι, ώσπου να πάψει να πιστεύει στην ουσία της. Σταμάτα, λοιπόν, να παζαρεύεις την αξία σου σε αγορές φθηνών συναισθημάτων. Τα αληθινά αισθήματα είναι αμοιβαία και ανεκτίμητα.

Το νερό της θλίψης

Αχόρταγη η θλίψη, πρώτα φωλιάζει στην καρδιά.
Ύστερα περιμένει στωικά,
ώσπου η παλίρροια των δακρύων να σωπάσει τον λόγο,
για να σου κλέψει και την τελευταία ανάσα ζωής.
Όμως, τα μάτια στέκουν πιο ψηλά.
Μήπως την ύστατη στιγμή, ξυπνήσει η ελπίδα στην ψυχή,
στραγγίξει τα δάκρυα και σου δώσει τη δύναμη
να σηκώσεις το κεφάλι έξω από το πικρό νερό της θλίψης.
Άνοιξε, λοιπόν, τα μάτια και κοίτα τη ζωή κατάματα.
Βγες από τη θλίψη.
Μια ανάσα υπόθεση είναι.
Μια ανάσα ελπίδας.